Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εταιρείας DEME-DAIRY LTD κ.α., Αγωγή αρ.: 6395/2005, 29 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A373 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε. Δ. Αγωγή αρ.: 6395/2005 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες -και-
- DEME-DAIRY LTD
- DEME-PLASTOPACK LTD
- Χάρη Δημητρίου
- Χριστίνας Δημητρίου Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 12.11.08 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες -και-
- Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της περιουσίας της Εταιρείας DEME-DAIRY LTD
- DEME-PLASTOPACK LTD
- Χάρη Δημητρίου
- Χριστίνας Δημητρίου Εναγομένων 29 Σεπτεμβρίου, 2011 Για τους ενάγοντες, εμφανίζεται η κα Κλ. Κραμβή για τους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους εναγομένους αρ. 1,2,3 και 4, εμφανίζεται ο κ. Λ. Α. Ιωαννίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην προκείμενη αγωγή, η οποία κατεχωρίστηκε την 1.9.05, τα αγώγιμα δικαιώματα πηγάζουν από εγγυητική επιστολή (letter of guarantee). Οι ενάγοντες, ως εκδότες εγγυητικής επιστολής, κατέβαλαν διάφορα ποσά στην οντότητα «Τράπεζα Κύπρου (Channel Islands) Λτδ» ως δικαιούχους αυτής. Τώρα διεκδικούν τα ποσά αυτά από τους εναγομένους αρ. 1,2,3 και 4 («οι εναγόμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου). Εγκαλούν τους εναγομένους αρ. 1, ως τους πρωτοφειλέτες δανείου εν σχέσει με το οποίο εξεδόθηκε η εγγυητική επιστολή, τους δε εναγομένους αρ. 2,3 και 4 ως τους εγγυητές όλων των οικονομικών υποχρεώσεων των εναγομένων αρ.
- Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Στις 16.12.96 οι «Τράπεζα Κύπρου, Κατάστημα Αθηνών» συνήψε με τους εναγομένους αρ. 1 συμφωνία δανείου («η συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96») συνολικού ύψους ECU171.
- Η αποπληρωμή του δανείου διεσφαλίσθηκε και με την έκδοση, από τους ενάγοντες και κατόπιν αίτησης των εναγομένων αρ. 1, της εγγυητικής επιστολής υπ' αριθμόν 113/4540 ίδιας ημερομηνίας («η εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96»). Η εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 ίσχυε έως και τις 31.3.05 και δικαιούχοι της ήσαν αρχικώς οι «Τράπεζα Κύπρου, Κατάστημα Αθηνών». Στη συνέχεια, οι «Τράπεζα Κύπρου, Κατάστημα Αθηνών» εκχώρησαν τα δικαιώματά τους στους «Τράπεζα Κύπρου (Channel Islands) Ltd». Οι εναγόμενοι αρ. 2,3 και 4 εγγυήθηκαν όλες τις χρηματικές υποχρεώσεις των εναγομένων αρ. 1 προς τους ενάγοντες δια της συμφωνίας εγγύησης ημερ. 26.11.96, ενώ οι εναγόμενοι αρ. 3 και 4 καθώς και κάποια Αρτέμιδα Δημητρίου εγγύηθηκαν όλες τις χρηματικές υποχρεώσεις των εναγομένων αρ. 1 προς τους ενάγοντες δια της συμφωνίας εγγύησης ημερ. 6.6.
- Όλες οι χρηματικές υποχρεώσεις των εναγομένων αρ. 1 προς τους ενάγοντες διεσφαλίσθηκαν, περαιτέρω, με την παραχώρηση τριών
(3)ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης καθώς και με την υποθήκευση ακινήτου που ανήκει στους εναγομένους αρ.
- Επικαλούμενοι την εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96, οι «Τράπεζα Κύπρου (Channel Islands) Ltd», με επιστολές τους ημερ. 2.11.04, 1.12.04, 1.3.05, ζήτησαν από τους ενάγοντες την καταβολή διάφορων ποσών. Συμμορφούμενοι προς τις επιστολές αυτές, οι ενάγοντες κατέβαλαν στους «Τράπεζα Κύπρου (Channel Islands) Ltd» το ποσόν των €5.514,91 (ισόποσον των Λ.Κ. 3.216,88), το ποσόν των €5.570,52 (ισόποσον των Λ.Κ. 3.275,26) και το ποσόν των €5.460,45 (ισόποσον Λ.Κ.3.275,26). Οι ενάγοντες ενημέρωσαν σχετικώς του εναγομένους με επιστολές τους ημερ. 9.11.04, 15.12.04 και 10.3.05 και τους εκάλεσαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα. Έως και σήμερα δεν υπήρξε ανταπόκριση. Εξ ου και οι ενάγοντες διεκδικούν εντόκως τα πιο πάνω ποσά καθώς και την εκποίηση του υποθηκευμένου ακινήτου των εναγομένων αρ.
- Δια της υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι αρνούνται και απορρίπτουν τις αξιώσεις των εναγόντων. Ισχυρίζονται, κατ' αρχάς, πως η αγωγή είναι καταχρηστική, αβάσιμη και ανυπόστατη και πως αυτή συνιστά πολλαπλότητα της διαδικασίας και δόλια προσπάθεια εκμετάλλευσης συμφωνιών εφ' όσον οι εναγόντες κατεχώρισαν εναντίον τους, επίσης την 1.9.05, και προωθούν εκ παραλλήλου την αγωγή αρ. 6394/2005 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. DEME-DAΙRY LTD κ.α (Ε.Δ. Λευκωσίας) («η αγωγή αρ. 6394/2005»). Η αγωγή αρ. 6394/2005 παρουσιάζει την ίδια πραγματική βάση και αφορά σε παρόμοια ζητήματα. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, πως η συνομολόγηση των συμφωνιών εγγύησης ημερ. 6.6.95 και 26.11.96, η παραχώρηση των τριών
(3)ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης, η υποθήκευση ακινήτου που ανήκει στους εναγομένους αρ. 2 καθώς και υπογραφή εκ μέρους τους οιουδήποτε άλλου εγγράφου αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής αρ. 6394/
- Ουδέποτε δημιουργήθηκε οιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των εναγόντων και των ιδίων πέραν αυτών στις οποίες αφορά η αγωγή αρ. 6394/
- Επίσης, δια του δικογράφου τους, οι εναγόμενοι αρνούνται ότι υπήρξε αίτηση για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96, αρνούνται ότι εγγυήθηκαν ο,τιδήποτε σχετικό με την επιστολή αυτή, αρνούνται ότι συνήψαν τη συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96, αρνούνται ότι υφίσταται οιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ των ιδίων και των «Τράπεζα Κύπρου (Channel Islands) Ltd», αρνούνται ότι εξουσιοδότησαν τους ενάγοντες να μεταφέρουν οιονδήποτε λογαριασμό οπουδήποτε ή ότι εκχώρησαν δικαιώματα ή μετεβίβασαν υποχρεώσεις τους σε άλλους και αρνούνται ότι έγινε οιαδήποτε πληρωμή βάσει της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.
- Προσθέτουν πως οιαδήποτε τυχόν πληρωμή επί τη βάσει της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96 έγινε εν αγνοία τους, χωρίς την εντολή και/ή τη συγκατάθεσή τους και/ή υπό περιστάσεις που δεν τους δεσμεύουν. Ισχυρίζονται, ακόμη, πως οιαδήποτε συμφωνία τους με τους ενάγοντες κατέστη άκυρη και/ή ακυρώσιμη γιατί ο σκοπός και/ή η αντιπαροχή της είναι παράνομη και/ή γιατί είναι αντίθετη με τη νομοθεσία περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις, τη νομοθεσία περί καταναλωτικής πίστης καθώς και τη νομοθεσία περί προστασίας ορισμένης κατηγορίας εγγυητών. Τέλος, δια του δικογράφου τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται πως οι ενάγοντες επιβαρύνουν τον επίδικο λογαριασμό με παράνομο επιτόκιο. Δια της τελικής του αγόρευσης ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων εισηγήθηκε, περαιτέρω, πως το παρόν Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο και πώς, εν προκειμένω, εφαρμοστέο είναι το Αγγλικό δίκαιο. Έρεισμα για την εισήγηση του κ. Ιωαννίδη αποτελεί η εξής ρήτρα η οποία περιέχεται στην εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96: "The Guarantee shall be governed by and be construed in accordance with English Law. We furthermore agree to submit and we hereby submit to the non-exclusive jurisdiction of the English Courts". Επί της ρήτρας αυτής ο κ. Ιωαννίδης αντεξέτασε μάρτυρες των εναγόντων στους οποίους υπέβαλε τη θέση πως η εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο και ερμηνεύεται βάσει αυτού και πως δικαιοδοσία για την επίλυση κάθε διαφοράς που προκύπτει από αυτήν έχουν μόνο τα Αγγλικά Δικαστήρια. Ακολουθεί σκιαγράφηση και σχολιασμός της μαρτυρίας: Για να αποδείξουν στην υπόθεσή τους οι ενάγοντες κάλεσαν, ως μάρτυρες, τρεις
(3)υπαλλήλους τους: τον Ανδρέα Βανέζη (Μ.Ε.1), ο οποίος υπηρετεί στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών, την Ιωάννα Χαραλάμπους (Μ.Ε.2) και τον Λάκη Παντελίδη (Μ.Ε.3), διευθυντή του τμήματος εμπορικών συναλλαγών, πιστώσεων και συναλλαγματικών. Επιπλέον της προφορικής ένορκης μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Πρόκειται για ουσιαστική έγγραφη μαρτυρία εφ' όσον αυτή φωτίζει κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης και είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μαρτύρων. Συγκεκριμένα κατετέθηκαν: πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος, το οποίο δηλώνει πώς στις 12.4.04 η οντότητα «BANK OF CYPRUS LIMITED» μετονομάστηκε σε «BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED» (τεκμήριο 1), επιστολή των εναγόντων προς τους εναγομένους αρ. 1 ημερ. 19.11.96 δια της οποίας τους πληροφορούν πως εγκρίθηκε η παροχή σε αυτούς πιστωτικών διευκολύνσεων (τεκμήριο 2), η εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3), πρακτικά συνεδριών του διοικητικού συμβουλίου των εναγομένων αρ. 1 ημερ. 26.11.96 και 10.12.96 (τεκμήρια 4α και 4β, αντιστοίχως), η συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5), οι συμφωνίες εγγυήσεις ημερ. 26.11.96 (τεκμήρια 6 και 7) και ημερ. 6.6.95 (τεκμήριο 8), οι συμβάσεις και δηλώσεις υποθήκευσης ακινήτου ημερ. 16.2.96 (τεκμήρια 9 έως και 11) και η σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ακινήτου ημερ. 6.12.96 (τεκμήριο 12), επιστολές των «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» προς τους ενάγοντες ημερ. 2.11.04, 1.12.04 και 1.3.05 και αντίστοιχες χρεωστικές σημειώσεις των τελευταίων (τεκμήρια 13 έως και 15, αντιστοίχως), επιστολές των εναγόντων προς τους εναγομένους ημερ. 9.11.04, 15.12.04 και 10.3.05 [τεκμήρια 16(α) έως και 18(δ)], καταστάσεις των λογαριασμών υπ' αριθμόν 0113-39-001105, 0113-39-001113 και 0113-39-001121 (τεκμήρια 19 έως και 21, αντιστοίχως), επιστολή των εναγομένων αρ. 1 προς τους ενάγοντες ημερ. 15.10.97 (τεκμήριο 22) και, τέλος, δικογραφία που αφορά στην αγωγή αρ. 6394/2005 (τεκμήριο 23). Η πλευρά των εναγομένων επέλεξε να μην προσκομίσει προφορική μαρτυρία. Προώθησε τις υπερασπίσεις με την αντεξέταση των μαρτύρων των εναγόντων. Όπως θα φανεί στη συνέχεια η επιλογή αυτή των εναγομένων στέρησε από υπεράσπισης τους το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο. Ο Ανδρέας Βανέζης (Μ.Ε.1), με λόγο θετικό και συνεκτικό, δήλωσε τα εξής: Στις 16.12.96 συνήφθηκε μεταξύ των «Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Κατάστημα Αθηνών (Bank of Cyprus Ltd, Athens Branch)», ως δανειστών, και των εναγομένων αρ. 1, ως δανειοληπτών, συμφωνία δανείου (τεκμήριο 5). Η συνομολόγηση της συμφωνίας αυτής ενεκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο των εναγομένων αρ. 1 (τεκμήριο 4α). Προς το σκοπό διασφάλισης της αποπληρωμής του δανείου εξεδόθηκε, την ίδια ημέρα (στις 16.12.96), από τους ενάγοντες, εγγυητική επιστολή, η οποία τελούσε υπό τους όρους της συμφωνίας δανείου ημερ. 16.12.96 και ίσχυε έως και τις 31.3.05. Η εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3) είχε ως δικαιούχο τους «Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Κατάστημα Αθηνών» και την έκδοσή της ενέκρινε το διοικητικό συμβούλιο των εναγομένων αρ. 1 (τεκμήριο 4β). Δυνάμει του όρου 6 της συμφωνίας δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5), η αποπληρωμή του θα γινόταν σε τριάντα-δύο
(32)δόσεις. Στις 15.10.97 και με τη συναίνεση των εναγομένων αρ. 1, ως πρωτοφειλετών, τα δικαιώματά των «Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Κατάστημα Αθηνών», επί τη βάσει της συμφωνίας δανείου ημερ. 16.12.96 και της εγγυητικής επιστολής ίδιας ημερομηνίας, μετεβιβάστηκαν στους «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» (τεκμήριο 22). Οι «Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Κατάστημα Αθηνών» και οι «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» αποτελούν διακεκριμένες νομικές οντότητες, όμως, ανήκουν στους ενάγοντες και ελέγχονται από αυτούς. Επειδή οι εναγόμενοι αρ. 1 παρέλειψαν να καταβάλουν τρεις
(3)δόσεις για την αποπληρωμή του δανείου, οι «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» απετάθηκαν γραπτώς στους ενάγοντες, κατά τον τρόπο που ορίζει η εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96, και ζήτησαν την εξόφληση των δόσεων αυτών. Οι ενάγοντες συνεμορφώθηκαν και κατέβαλαν τα ποσά που ζητήθηκαν (τεκμήρια 13 έως και 15), χωρίς να ζητήσουν τη συγκατάθεση των εναγομένων, εφ' όσον αυτή δεν απαιτείται από την εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96. Οι ενάγοντες θεωρούν υπευθύνους, για την εξόφληση των τριών
(3)αυτών δόσεων, και τους εναγομένους αρ. 2, 3 και 4 εφ' όσον, προς το σκοπό διασφάλισης όλων των οικονομικών υποχρεώσεων των εναγομένων αρ. 1, αυτοί συνομολόγησαν συμφωνίες εγγύησης ημερ. 6.6.95 και 26.11.96 (τεκμήρια 6 έως και 8) καθώς και συμφωνίες υποθήκευσης ακινήτου τους (τεκμήρια 9 έως και 12). Οι ενάγοντες ενημέρωσαν γραπτώς τους εναγομένους για τις οφειλές τους και τους εκάλεσαν να τις εξοφλήσουν [τεκμήρια 16(α) έως και 18 (δ)]. Πλην όμως, οι εναγόμενοι, έως και σήμερα, δεν έχουν ανταποκριθεί. Εξακολουθούν δε να οφείλουν τα εξής ποσά: (α) €10.828,63, επιπλέον τόκους επί του ποσού των €10.741,65 με επιτόκιο 13,25% από τις 22.1.10, (β) €11.145,74, επιπλέον τόκους επί του ποσού των €11.049,52 με επιτόκιο 14,25% από τις 22.1.10 και (γ) €10.323,67, επιπλέον τόκους επί του ποσού των €11.049,52 με επιτόκιο 12,75% από τις 22.1.
- Δυνάμει νόμου, όλοι οι τόκοι κεφαλαιοποιούνται δύο φορές το χρόνο, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου. Για κάθε μία από τις απαιτηθείσες και καταβληθείσες δόσεις οι ενάγοντες άνοιξαν ξεχωριστό λογαριασμό. Πρόκειται για τους λογαριασμούς υπ' αριθμόν 0113-39-001105, 0113-39-001113 και 0113-39-
- Η πορεία των λογαριασμών αυτών παρουσιάζεται σε αντίστοιχες καταστάσεις (τεκμήρια 19 έως και 21, αντιστοίχως). Ο μάρτυρας διευκρίνισε πώς οι εναγομένοι αρ. 2,3 και 4, εγγυητές των υποχρεώσεων των εναγομένων αρ. 1, δεν υπέγραψαν οιονδήποτε έγγραφο για την εκχώρηση των δικαιωμάτων των «Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Κατάστημα Αθηνών», τα οποία απορρέουν από τη συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.06 και την εγγυητική επιστολή ίδιας ημερομηνίας, στους «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd». Όμως, συνέχισε, η σχετική συγκατάθεσή τους προκύπτει από τον όρο 19.
- της συμφωνίας δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5). Κατά την αντεξέτασή του, ο Ανδρέας Βανέζης (Μ.Ε.1) κατέστησε σαφές πως η προκείμενη αγωγή αφορά μόνον σε τρεις
(3)ληξιπρόθεσμες δόσεις, οφειλόμενες δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ. 16.12.96, και όχι σε οιονδήποτε άλλο δάνειο ή οιανδήποτε άλλη πιστωτική διευκόλυνση που παρεχωρήθηκε από τους εναγόντες προς τους εναγομένους αρ.
- Κατέστησε, επίσης, σαφές πώς στην προκείμενη περίπτωση, το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων πηγάζει από την εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96, την οποίαν αυτοί εξέδωσαν, τη αιτήσει των εναγομένων αρ. 1, και την οποίαν αυτοί ετίμησαν. Αντιθέτως, το αγώγιμο δικαίωμα στην αγωγή αρ. 6394/2004 πηγάζει από τρεχούμενο λογαριασμό τον οποίον οι ενάγοντες άνοιξαν για τους εναγομένους αρ.
- Ο μάρτυρας δέχθηκε πώς δια της αγωγής αρ. 6394/2004 οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 και 4 ενάγονται ως εγγυητές των υποχρεώσεών των εναγομένων αρ. 1 δυνάμει των συμφωνιών εγγύησης ημερ. 6.6.95 και 26.11.96 (τεκμήρια 6 έως και 8). Ο Ανδρέας Βανέζης (Μ.Ε.1) με σταθερότητα αρνήθηκε την υποβολή πως ο όρος 2 των συμφωνιών εγγύησης ημερ. 26.11.96 και 6.6.95 (τεκμήρια 6 έως και 8) καθώς και ο όρος 19.
- της συμφωνίας δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5) είναι επαχθείς, καταχρηστικοί και αθέμιτοι, αρνήθηκε την υποβολή πώς η εκχώρηση των δικαιώματα των «Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Κατάστημα Αθηνών», τα οποία απορρέουν από τη συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96 και την εγγυητική επιστολή ίδιας ημερομηνίας, στους «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» υπήρξε αντισυμβατική, αυθαίρετη και παράνομη, αρνήθηκε την υποβολή πως ουδεμία συμβατική σχέση συνδέει τους ενάγοντες με τους εναγομένους και αρνήθηκε την υποβολή πώς όσα συνομολογήθηκαν μεταξύ των διαδίκων αφορούν αποκλειστικώς και μόνον την αγωγή αρ. 6394/
- Κατά την αντεξέτασή του, ο Ανδρέας Βανέζης (Μ.Ε.1) επέμεινε πώς τηρήθηκε ο όρος 6 της συμφωνίας δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5) περί αποπληρωμής του δανείου με ισόποσες δόσεις. Εξήγησε πως το γεγονός πώς η τελευταία οφειλόμενη δόση, την οποίαν κατέβαλαν οι ενάγοντες δυνάμει της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96, υπήρξε κάπως μεγαλύτερη από τις άλλες δύο δόσεις, τις οποίες, επίσης, κατέβαλαν οι ενάγοντες (€5.570,52 αντί €5.362,50, τεκμήρια 13 έως και 15) είναι αναμενόμενο εφ' όσον κατά την τραπεζική πρακτική, στην τελευταία δόση συνήθως προστίθενται κάποια έξοδα που προκύπτουν καθ' οδόν. Κληθείς, κατά την αντεξέτασή του, να σχολιάσει το ύψος του κυμαινόμενου επιτοκίου επί τη βάσει του οποίου επιβαρύνθηκαν οι τρεις
(3)επίδικοι λογαριασμοί (τεκμήρια 19 έως και 21), ο Ανδρέας Βανέζης (Μ.Ε.1) ανέφερε πώς αυτό είναι ανεξάρτητο από το ύψος του επιτοκίου επί τη βάσει του οποίου επιβαρυνόταν το δάνειο που παρεχωρήθηκε δυνάμει της συμφωνίας ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5). Εξήγησε πώς εφ' όσον οι ενάγοντες εξόφλησαν τις οφειλόμενες, από τους εναγομένους, τρεις
(3)τελευταίες δόσεις, επέβαλαν στους λογαριασμούς που άνοιξαν για τις δόσεις αυτές (τεκμήρια 19 έως και 21) τα επιτόκια που ίσχυαν για κάθε χρονική περίοδο και αυτά ήσαν κυμαινόμενα. Στα επιτόκια αυτά προσετέθηκαν και τα επιτόκια υπερημερίας που ήσαν, επίσης, κυμαινόμενα. Τα κυμαινόμενα επιτόκια υπερημερίας προσετίθεντο όταν ο λογαριασμός, που είχε ανοιχθεί για κάθε μία από τις τρεις
(3)επίδικες δόσεις, τερματιζόταν. Ο λογαριασμός υπ' αριθμόν 0113-39-001105 (τεκμήριο 19), ο οποίος αφορά στη ληξιπρόθεσμη δόση που απαιτήθηκε δια της επιστολής ημερ. 2.11.04 (τεκμήριο 13), τερματίσθηκε στις 9.11.04, ο λογαριασμός υπ' αριθμόν 0113-39-001113 (τεκμήριο 20), ο οποίος αφορά στην ληξιπρόθεσμη δόση που απαιτήθηκε δια της επιστολής ημερ. 1.12.04 (τεκμήριο 14), τερματίσθηκε στις 15.12.04 και ο λογαριασμός υπ' αριθμόν 0113-39-001121 (τεκμήριο 21), ο οποίος αφορά στη ληξιπρόθεσμη δόση που απαιτήθηκε δια της επιστολής ημερ. 1.3.05, τερματίσθηκε στις 10.3.05 (τεκμήριο 15). Ο μάρτυας αρνήθηκε τις υποβολές περί παράνομων και αυθαίρετων χρεώσεων τόκων στους τρεις
(3)λογαριασμούς. Η Ιωάννα Χαραλάμπους (Μ.Ε.2) με λόγο λιτό και σταθερό ανεγνώρισε, επί της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3), την υπογραφή της στη θέση ενός εκ των δύο μαρτύρων. Βεβαίωσε πώς ενώπιόν της υπέγραψε ο εκπρόσωπος των εναγομένων αρ. 1. Αυτός δεν της έδειξε την ταυτότητά του. Όμως, συνέχισε η μάρτυρας, είναι βέβαιη πως επρόκειτο για εκπρόσωπο των εναγομένων αρ. 1 εφ' όσον αυτός συνοδευόταν από τον Λάμπρο Σαββίδη, υπάλληλο των εναγομένων και αρμόδιο για την έκδοση της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3). Ο Λάμπρος Σαββίδης γνώριζε τον εκπρόσωπο των εναγομένων αρ. 1, ως πελάτη των εναγόντων. Ο Λάμπρος Σαββίδης, υπογράφει, επίσης, την εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 ως μάρτυρας. Ο Λάκης Παντελίδης (Μ.Ε.3), κάτοχος των τίτλων «Certified Document Credits Specialist» και «International Certified Trade Specialist,» διαθέτει μακρόχρονη πείρα στη θέση διευθυντή του τμήματος εμπορικών συναλλαγών, πιστώσεων και συναλλαγματικών των εναγόντων. Κλήθηκε να καταθέσει ως εμπειρογνώμων επί των εγγυητικών επιστολών και ανέφερε τα εξής: Μέρη σε κάθε εγγυητική επιστολή είναι το πρόσωπο που αιτείται την έκδοσή της και είναι πελάτης του τραπεζικού οργανισμού (ο αιτητής), ο τραπεζικός οργανισμός που την εκδίδει (εκδότης) και ο δικαιούχος αυτής. Κάθε εγγυητική επιστολή ενσωματώνει το συμβόλαιο που συνομολογείται μεταξύ του τραπεζικού οργανισμού (εκδότη) και του πελάτη του (αιτητή) και το συμβόλαιο που συνομολογείται μεταξύ του τραπεζικού οργανισμού (εκδότη) και του δικαιούχου. Εάν η εγγυητική επιστολή δεν διαλαμβάνει πρόνοια περί του εφαρμοστέου δικαίου, τότε εφαρμοστέο είναι το δίκαιο της χώρας όπου είναι εγγεγραμμένος ο εκδότης. Ως θέμα πρακτικής, στη μεγάλη πλειοψηφία τους, οι εγγυητικές επιστολές είναι διατυπωμένες στην Αγγλική γλώσσα και καθορίζουν, ως εφαρμοστέο δίκαιο, το Αγγλικό. Τέλος, ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη πώς η πρόνοια η οποία περιέχεται στην εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3) και σύμφωνα με την οποίαν αυτή διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο αφορά μόνον στις σχέσεις του εκδότη και του δικαίουχου, τους οποίους και δεσμεύει. Η πρόνοια αυτή δεν αφορά στις σχέσεις εκδότη και αιτητή. Ας σημειωθεί, από το στάδιο αυτό, πώς η μαρτυρία του Λάκη Παντελίδη (Μ.Ε.3) καταλήγει αχρείαστη. Εν προκειμένω, το προκριματικό ζήτημα του εφαρμοστέου δικαίου επιλύεται επί τη βάσει άλλων παραμέτρων. Έχω μελετήσει τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και έχω διεξέλθει τη μαρτυρία: Κατ' αρχάς, σημειώνω πώς η ακροαματική διαδικασία, η οποία αφορούσε και στην ουσία της υπόθεσης, διεξήχθηκε με την ενεργό συμμετοχή των εναγομένων, οι οποίοι, διαμέσου του ευπαίδευτου συνηγόρου τους, αντεξέτασαν επίμονα μάρτυρες των εναγόντων. Συνεπώς, δια της συμπεριφοράς τους στη διαδικασία, οι εναγόμενοι απεδέχθησαν τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου η οποία, πλέον, θεωρείται δεδομένη (European Dynamics S.A. v. G.C.C. Computers Ltd
(2009)1 (A) A.A.Δ. 253, 255-6). Παρά την διαπίστωσή μου αυτή προχωρώ να εξετάσω και την ουσία του προκαταρκτικού ζητήματος της δικαιοδοσίας: Η ρήτρα η οποία περιέχεται στη εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3) και η οποία αναφέρεται στη δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων για την επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της επιστολής αυτής δεν ορίζει τη δικαιοδοσία αυτή ως αποκλειστική. Η συνομολογηθείσα ρήτρα περί δικαιοδοσίας ορίζει τα Αγγλικά Δικαστήρια ως απλώς διαθέσιμο, εναλλακτικό forum. Σε τέτοια περίπτωση, η έγερση της αγωγής στη Δημοκρατία είναι, κατ' αρχήν, επιτρεπτή. Εφ' όσον, λοιπόν, οι εναγόμενοι αμφισβητούν τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, όφειλαν να αποδείξουν αφ' ενός ότι αυτό δεν είναι, υπό τις περιστάσεις, το κατάλληλο forum και αφ' ετέρου ότι τα Αγγλικά Δικαστήρια αποτελούν καθαρά ή ευδιάκριτα (clearly or distinctly) forum προσφορότερο του παρόντος Δικαστηρίου. Για να θεμελιώσουν την προκριματική αυτή υπεράσπισή τους οι εναγόμενοι όφειλαν να παρουσιάσουν επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει πως τα Αγγλικά Δικαστήρια έχουν μεγαλύτερη ευχέρεια να εκδικάσουν την υπόθεση προς το συμφέρον όλων των μερών και της δικαιοσύνης. Η μαρτυρία αυτή συναρτάται πρωτίστως με το εφαρμοστέο δίκαιο καθώς και με τη διαδικασία απόδειξης. (Λοΐζος Λουκά και Υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 (Β) ΑΑΔ 1316, 1328-31, Zeeland Navigation Company Limited v. Banque Wovms
(2000)1 (B) A.A.Δ. 707, 718). Οι εναγόμενοι δεν απέσεισαν το βάρος τους αυτό εφ' όσον, πέραν των υποβολών περί της έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, η πλευρά τους σε ουδεμία άλλη ενέργεια προέβηκε. Παρενθετικά σημειώνω πώς ακόμη και στην περίπτωση ρήτρας επιλογής αποκλειστικού forum για την εκδίκαση ορισμένων διαφορών, η ρήτρα αυτή δεν έχει απόλυτη ισχύ. Τα Δικαστήρια δεν δέχονται αβασάνιστα να στερηθούν της δικαιοδοσίας τους με συμφωνία των μερών. Βεβαίως, αυτά κατανοούν τις νόμιμες προσδοκίες των διαδίκων να εφαρμοσθεί ρήτρα περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπού Δικαστηρίου εφ' όσον αυτή έχει συνομολογηθεί ελεύθερα. «Κατά κανόνα. εφαρμόζεται (τέτοια) ρήτρα, εκτός εάν ο ενάγων αποδείξει ότι υφίστανται ισχυροί λόγοι που καθιστούν την παραγκώνιση της δικαιολογημένη» (G.P. Michaelides and Sons Ltd v. Transmercon N.V κ.α.
(2000)1 (Β) 863, 870). Ούτε η ρήτρα περί εφαρμογής του Αγγλικού δικαίου, εμποδίζει, υπό τις περιστάσεις, το παρόν Δικαστήριο να επιληφθεί της υπόθεσης εφαρμόζοντας το ημεδαπό δίκαιο. Η επιθυμία των εναγομένων να βασισθούν επί του Αγγλικού δικαίου τους επέβαλε την υποχρέωση να το δικογραφήσουν και να το αποδείξουν όπως κάθε άλλο πραγματικό γεγονός (Zeeland Navigation Company Limited v. Banque Wovms (ανωτέρω). Η υποχρέωση αυτή δεν έχει εκπληρωθεί. Η απουσία μαρτυρίας περί του Αγγλικού δικαίου και, κατ' ακρίβειαν, η απουσία μαρτυρίας περί διαφοράς ή ουσιώδους διαφοράς μεταξύ του Αγγλικού και τα ημεδαπού δικαίου, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο τα δύο δίκαια ταυτίζονται επί των ζητημάτων που εδώ ενδιαφέρουν (Kratis Eastern Decor Ltd v. Nedlloyd Lijnen B/V κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 794, 802 G.P. Michaelides and Sons Ltd v. Transmarwn NV κ.α. (ανωτέρω), 872). Κατά συνέπειαν, επιλαμβάνομαι της υπόθεσης εφαρμόζοντας το ημεδαπό δίκαιο. Η καταφατική απάντηση στα προταθέντα ζητήματα της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου και της εφαρμογής του ημεδαπού δικαίου οδηγούν στη συζήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας των αξιώσεων των εναγόντων: Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τα όσα ο Ανδρέας Βανέζης (Μ.Ε.1) δήλωσε περί της γέννεσης και εξέλιξης της σχέσης μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων αρ. 1, και χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβω τα όσα προσέθεσε η Ιωάννα Χαραλάμπους (Μ.Ε.2), τα οποία, άλλωστε, σκιαγραφούνται πιο πάνω, αναφέρω πως δέχομαι τη μαρτυρία αυτών ως αξιόπιστη. Αποτελούν δε ευρήματα του Δικαστηρίου τα όσα ο Ανδρέας Βανέζης (Μ.Ε.1) και η Ιωάννα Χαραλάμπους (Μ.Ε.2) εδήλωσαν περί τα κρίσιμα γεγονότα. Σημείωσα ήδη τα θετικά χαρακτηριστικά της παρουσίας των μαρτύρων αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα θετικά χαρακτηριστικά του λόγου τους. Προσθέτω πως το συγκεκριμένο μέρος της μαρτυρίας του Ανδρέα Βανέζη (Μ.Ε.1) αντιστοιχεί σε έγγραφη μαρτυρία και υποστηρίζεται από αυτήν: Υποδεικνύω τη συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5), την εγγυητική επιστολή ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 3), τα πρακτικά των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου των εναγομένων αρ.1 ημερ. 26.11.96 και 16.12.96 (τεκμήρια 4α και 4β, αντιστοίχως), όπου αυτοί ενέκριναν την εκ μέρους των εναγόντων έκδοση της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96 και εξουσιοδότησαν τον αξιωματούχο τους Χάρη Γ. Δημητρίου να υπογράψει εκ μέρους τους κάθε σχετικό, απαραίτητο έγγραφο, την επιστολή των εναγομένων αρ. 1 ημερ. 15.10.97, διά της οποίας αυτοί συγκατατίθενται στην εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων που προκύπτουν από τη συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96 και την εγγυητική επιστολή ίδιας ημερομηνίας στους «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» (τεκμήριο 22), τις επιστολές των «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» προς τους ενάγοντες ημερ. 2.11.04, 1.12.04 και 1.3.05, δια των οποίων εζητείτο η καταβολή των τριών
(3)ληξιπρόθεσμων δόσεων του επίδικου δανείου, καθώς και τις αντίστοιχες χρεωστικές σημειώσεις των εναγόντων (τεκμήρια 13 έως και 15, αντιστοίχως), τις επιστολές των εναγόντων προς τους εναγομένους αρ. 1 ημερ. 9.11.04, 15.12.04 και 10.3.05 δια των οποίων οι δεύτεροι καλούνται να καταβάλουν τα οφειλόμενα (τεκμήρια 16(α) έως και 18(α), αντιστοίχως) και, τέλος, τις καταστάσεις των τριών
(3)λογαριασμών, τους οποίους δημιούργησαν οι ενάγοντες σχετικώς με τις ισάριθμες δόσεις που κατέβαλαν στους «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» δυνάμει της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96 (τεκμήρια 19 έως και 21). Η μαρτυρία αυτή επαρκεί για να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τις αξιώσεις των εναγόντων εναντίον των εναγομένων αρ.
- Συναφώς αναφέρω πώς η εκχώρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5) και την εγγυητική επιστολή ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 3) στους «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» υπήρξε καθ' όλα νόμιμη εφ' όσον αυτή επιτρέπεται από σχετικούς συμβατικούς όρους και εφ' όσον οι εναγομένοι αρ. 1 συγκατετέθηκαν σχετικώς (τεκμήριο 22). Παραπέμπω στον όρο 19.2 της συμφωνίας δανείου ημερ.16.12.96 (τεκμήριο 5) ο οποίος διαλαμβάνει τα εξής: «
- Assignment ............................... 19.2..the Lender (δηλ. οι «Bank of Cyprus Ltd, Athens Branch») may at any time with the prior consent of the Borrower (δηλ. των εναγομένων αρ. 1) and the Guarantor (δηλ. των εναγόντων)..assign or transfer in whole or in part to a third party (including any member of the Bank of Cyprus Group) any rights, accessory rights and claims already existing or in future arising unthin this Loan Agreement». Παραπέμπω, επίσης, στον ακόλουθο όρο της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3), ο οποίος αφορά σε δικαιώματα εκχώρησης του δικαιούχου, δηλαδή των «Bank of Cyprus Ltd, Athens Branch»: "You will have the right, with our consent..to assign, transfer or otherwise dispose of all or part of your rights under this Guarantee to any assignee of transferee of your rights under the Loan Agreement dated 16.12.1996 provided always that written notice of the assignment of the Loan Agreement in sent to and acknowledged by the Principal Debtors and written notice of assignment of this Guarantee is sent to and acknowledged by ourselves". Συναφώς, αναφέρω, επίσης, πώς οι ενάγοντες νομίμως κατέβαλαν στους «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» τις τρεις
(3)επίδικες δόσεις εφ' όσον οι τελευταίοι ικανοποίησαν τους όρους που θέτει η εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3). Συγκεκριμένα οι «Bank of Cyprus (Channel Islands) Ltd» υπέβαλαν γραπτώς τις απαιτήσεις τους για τις τρεις
(3)ληξιπρόθεσμες δόσεις του επίδικου δανείου έως και τις 31.3.05 και πληροφόρησαν τους ενάγοντες πώς οι εναγόμενοι αρ. 1 δεν ανταπεκρίθηκαν στις σχετικές υποχρεώσεις τους. Τούτων δεδομένων, οι ενάγοντες δεν ήσαν υπόχρεοι να ενημερώσουν σχετικώς τους εναγομένους αρ. 1 και ούτε είχαν δικαίωμα να αρνηθούν να τιμήσουν την εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3) επικαλούμενοι οιανδήποτε διαμαρτυρία ή αντίθεση των εναγομένων αρ. 1. Σχετικό με τη φύση και τον τρόπο λειτουργίας των εγγυητικών επιστολών, ως η επίδικη, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Σ.Π.Ε. Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 (B) A.A.Δ. 837, 841: "...οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής." Τέλος, αναφέρω πώς ορθά οι ενάγοντες δημιούργησαν για κάθε δόση που κατέβαλαν επί τη βάσει της εγγυητικής επιστολής ημερ. 16.12.96, έναν ξεχωριστό λογαριασμό. Η εγγυητική επιστολή ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 3) αφορούσε σε δάνειο το οποίο επρόκειτο να αποπληρωθεί με δόσεις, έτσι, κάθε φορά που οι ενάγοντες κατέβαλλαν μια ληξιπρόθεσμη και απαιτηθείσα δόση εδημιουργείτο ένα νέο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων αρ. 1 (δείτε Halsbury's Laws of England, Fourth edition, 2005 Reissue, Volume 3
(1)para. 307). Την πορεία δε των λογαριασμών αυτών (τεκμήρια 19 έως και 21), τη νομιμότητα των επιβαρύνσεων τους και την εν γένει αξιοπιστία τους εξήγησε με επάρκεια ο Ανδρέας Βανέζης (Μ.Ε.1). Άλλωστε, τα όσα σχετικά ο μάρτυρας αυτός δήλωσε δεν αντεκρούσθηκαν με άλλη μαρτυρία. Όμως, εν αντιθέσει προς την επάρκεια της μαρτυρίας που παρουσίασαν οι ενάγοντες για σκοπούς θεμελίωσης της ευθύνης των εναγομένων αρ. 1, η μαρτυρία που αυτοί παρουσίασαν για σκοπούς θεμελίωσης της ευθύνης των εναγομένων αρ. 2,3 και 4 είναι ανεπαρκής και δεν τεκμηριώνει τις θέσεις τους. Οι συμφωνίες εγγύησης ημερ. 6.6.95 και 26.11.96 (τεκμήρια 6 έως και 8), τις οποίες οι ενάγοντες επικαλούνται προς το σκοπό θεμελίωσης της ευθύνης των εναγομένων αρ. 2, 3 και 4 δεν καλύπτουν την μεταγενέστερη συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5). Αναντίλεκτη μαρτυρία (τεκμήριο 23) δηλώνει πώς στα πλαίσια της εκκρεμούσης αγωγής αρ. 6394/2005, όπου το αγώγιμο δικαίωμα πηγάζει από τρεχούμενο λογαριασμό, ο οποίος ανοίχθηκε για λογαριασμό των εναγομένων αρ. 1 επί τη βάσει συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 6.6.95, οι ενάγοντες επικαλούνται αυτές τις συμφωνίες εγγύησης (τεκμήρια 6 έως και 8) ως το θεμέλιο της ευθύνης των εναγομένων αρ. 2,3 και 4 ως εγγυητών. Μελέτησα τη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 6.6.95 (τεκμήριο 23) καθώς και την συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5) και διαπιστώνω πώς πρόκειται για συμφωνίες με διακεκριμένο αντικείμενο, συναφθείσες με διακεκριμένες νομικές οντότητες. Η συμφωνία δανείου ημερ. 16.12.96 (τεκμήριο 5) ούτε παρατείνει ούτε ανανεώνει τη συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 6.6.95 (τεκμήριο 22). Ζήτημα όμοιο με το υπό συζήτησιν αντιμετωπίζεται στην απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Τ.G. and Sons Importing Ltd κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 180, 189-
- Εκεί εξετάζονται οι έννοιες της «ειδικής εγγύησης/specific guarantee» και της «συνεχούς εγγύησης/continuing guarantee» και αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "Το κατά πόσο σε μια συγκεκριμένη υπόθεση μια εγγύηση είναι συνεχής ή όχι είναι ζήτημα που σχετίζεται με την πρόθεση των μερών όπως εκφράζεται μέσα από το λεκτικό που χρησιμοποίησαν, όπως αυτό γίνεται δίκαια αντιληπτό με την έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί και η πρόθεση αυτή διακριβώνεται με τον καλύτερο τρόπο με το να εξετάζεται η σχετική κατάσταση των μερών κατά το χρόνο συγγραφής του εγγράφου (βλ. Pollock and Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η εκ., 1972, σελ. 619). .............................. ."μια ειδική (specific) εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει μια συγκεκριμένη υποχρέωση, ή μια συγκεκριμένη πράξη ή σειρά πράξεων π.χ. τα ποσά που οφείλονται δυνάμει αναγνωρισθείσης σειράς τιμολογίων. Συνεχής εγγύηση είναι εκείνη που καλύπτει υποχρεώσεις ή πράξεις αποπληρωμής δόσεων οι οποίες συνεχίζουν να λαμβάνουν χώραν μεταξύ του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή, όπως τα δάνεια τα οποία είναι πληρωτέα από καιρού εις καιρόν επί τρεχούμενου λογαριασμού μεταξύ προμηθευτή αγαθών και συνήθους αγοραστού ή μεταξύ τραπεζίτη και πελάτη. ..γενικώς όπου υπάρχει ασάφεια το Δικαστήριο κλίνει υπέρ της ερμηνείας της εγγύησης ως ειδικής παρά ως συνεχούς κατ' επίκληση του κανόνα contra proferentem. Η ύπαρξη του τρεχούμενου λογαριασμού κατά το χρόνο της δημιουργίας της επίδικης συμφωνίας εγγύησης αποτελεί μια από τις δεσπόζουσες συνθήκες που περιβάλλουν τη δημιουργία της. Μπορεί, επομένως, να ληφθεί υπόψη στην ερμηνεία της συμφωνίας εγγύησης. Έχουμε, επομένως, την άποψη πως πρόθεση των μερών ήταν η παροχή εγγύησης σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό η δε παροχή δανείου αποτελούσε μια ξεχωριστή συμφωνία που δεν καλύπτετο από τη συμφωνία εγγύησης." Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή επιτυγχάνει σε όση έκταση αφορά στους εναγομένους αρ. 1 ενώ αποτυγχαίνει σε όση έκταση αφορά στους εναγομένους αρ. 2,3 και 4: Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 για το ποσόν των €10.828,
- Από το ποσόν αυτό ποσόν €10.741,65 θα είναι τοκοφόρο με επιτόκιο 13,25% από τις 22.1.10 έως την αποπληρωμή. Οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται δύο φορές κατ' έτος, στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 για το ποσόν των €11.145,
- Από το ποσόν αυτό ποσόν €11.044,52 θα είναι τοκοφόρο με επιτόκιο 14,25% από τις 22.1.10 έως την αποπληρωμή. Οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται δύο φορές κατ' έτος στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 για το ποσόν των €10.323,
- Από το ποσόν αυτό ποσόν €10.249,05 θα είναι τοκοφόρο με επιτόκιο 12,75% από τις 22.1.10 έως την αποπληρωμή. Οι τόκοι θα κεφαλαιοποιούνται δύο φορές κατ' έτος στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αρ.
- Η αγωγή απορρίπτεται όσον αφορά στους εναγομένους αρ. 2, 3 και
- Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων αρ. 2,3 και 4 και εναντίον των εναγόντων. (Υπ.) ............ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο