Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία Elysee Αρδεύσεις Λτδ, Αρ. Αιτ. 189/10, 12.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A387 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 189/10 Επί τοις αφορώσι την Εταιρεία Elysee Αρδεύσεις Λτδ και Επί τοις αφορώσι τον περί Εταιρειών Νόμο ΚΕΦ.113, Άρθρο 159(α)(ιι), (β)(ι), (ιι), (ιιι) ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.10.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κα Μ. Κωνσταντίνου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Αρ. Βρυωνίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αιτήτρια, μέτοχος της καθ΄ ης η αίτηση 1 εταιρείας (47,5%) αιτείται από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος για τη διερεύνηση των υποθέσεων της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας από επιθεωρητή διορισμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο. Η αίτηση εδράζεται στο άρθρο 159(α)(ιι), (β)(ι), (ιι), (ιιι) του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ. 113 το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Το Υπουργικό Συμβούλιο (α) διορίζει ένα ή περισσότερους ικανούς επιθεωρητές να ερευνήσουν τις υποθέσεις εταιρείας και υποβάλλουν έκθεση πάνω σε αυτές με τρόπο που το υπουργικό συμβούλιο ήθελε διατάξει, αν (ιι) το δικαστήριο με διάταγμα δηλώνει ότι οι υποθέσεις της πρέπει να ερευνηθούν από επιθεωρητή διορισμένο από το Υπουργικό Συμβούλιο και (β) δύναται να ενεργήσει με τον τρόπο αυτό αν φανεί στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι υφίστανται περιστάσεις που αποδεικνύουν (ι) ότι οι εργασίες της διεξάγονται με πρόθεση καταδολίευσης των πιστωτών της ή των πιστωτών οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή διαφορετικά με δόλιο ή παράνομο σκοπό ή με τρόπο που να καταπιέζει οποιοδήποτε μέρος των μελών της ή ότι αυτή συστάθηκε με δόλιο ή παράνομο σκοπό (ιι) ότι τα πρόσωπα που ασχολούνται με τη σύσταση της ή τη διαχείριση των υποθέσεων της είναι σχετικά με αυτές ένοχα απάτης, πλημμελούς εκτέλεσης ή άλλης κακής διαγωγής προς αυτή ή τα μέλη της ή (ιιι) ότι δεν δόθηκαν όλες οι πληροφορίες στα μέλη της σχετικά με της υποθέσεις της που εύλογα ανέμεναν.» Η αίτηση που στρέφεται εναντίον της εταιρείας επιδόθηκε στους διευθυντές της, στον Έφορο Εταιρειών και στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Στο Δικαστήριο αντιπροσωπεύθηκε από τους διευθυντές της, ενώ αντίθετα ο Έφορος Εταιρειών και ο Γενικός Εισαγγελέας δεν εμφανίστηκαν και δεν έλαβαν μέρος στη διαδικασία. Είναι ουσιαστικό να γίνει μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην πορεία της εταιρείας και τους λόγους που ώθησαν την αιτήτρια (μέτοχο μειοψηφίας) στην καταχώρηση μιας τόσο ασυνήθιστης αίτησης (συνοδευόμενης από μακροσκελέστατες ένορκες δηλώσεις) αντί να επιδιώξει άλλες θεραπείες αφού το κύριο παράπονο της είναι η καταπιεστική συμπεριφορά των μετόχων που κατέχουν το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών (oppression of the minority). Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1979 από τα τρία αδέλφια, Αντώνη Πρωτοπαπά, Ανδρέα Χαραλάμπους και Κώστα Χαραλάμπους. Αρχικά ιδρυτικοί μέτοχοι ήσαν και άλλα δύο μεταξύ τους αδέλφια, οι Λοϊζος Επαμεινώνδας και Ελένη Επαμεινώνδα οι οποίοι το 1996 απεχώρησαν και στη θέση τους εισήλθε στο μετοχολόγιο της εταιρείας ο τέταρτος αδελφός των τριών πρώτων Λούκας Χαραλάμπους. Διευθυντές της εταιρείας ήταν ο Αντώνης Πρωτοπαπάς και Ανδρέας Χαραλάμπους. Η εταιρεία είχε έντονα ανοδική πορεία χάρις στην εργατικότητα, την αφοσίωση και το σωστό προγραμματισμό κυρίως των δύο αδελφών, Αντώνη Πρωτοπαπά και Ανδρέα Χαραλάμπους, οι οποίοι ήσαν και διευθυντές της. Σε κάποιο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα το καλοκαίρι του 1998 αρρώστησε σοβαρά και τελικά πέθανε στις 24.8.1999 ο Ανδρέας Χαραλάμπους. Την τελευταία περίοδο της ασθένειας του νοσηλευόταν σε Νοσοκομείο στο Λονδίνο και δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Δύο μόλις μήνες μετά την ασθένεια του και συγκεκριμένα στις 12.10.1998 το σύνολο των μετόχων του Ανδρέα στην εταιρεία μεταβιβάστηκε (με πρωτοβουλία των κ. Αντώνη Πρωτοπαπά και Λουκά Χαραλάμπους) στη σύζυγο του αιτήτρια στην παρούσα αίτηση αλλά ο Ανδρέας συνέχιζε να είναι διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας και δεν αντικαταστάθηκε στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας μέχρι και μετά το θάνατο του. Η αιτήτρια είναι καθηγήτρια - φιλόλογος και πολύ λίγα (όπως κατέθεσε) γνώριζε για τις δραστηριότητες της εταιρείας. Τη διοίκηση της εταιρείας ανέλαβε αποκλειστικά από την ημέρα της ασθένειας του Ανδρέα ο αδελφός του Αντώνης Πρωτοπαπάς μέχρι τις 8.11.1999 (2½ μήνες μετά το θάνατο του Ανδρέα) που διορίστηκε ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου ο Πάνος Πρωτοπαπάς (υιός του Αντώνη Πρωτοπαπά προς τον οποίο ο Αντώνης Πρωτοπαπάς είχε μεταβιβάσει το ήμισυ των μετοχών του πριν ακόμη ο αδελφός του Ανδρέας ασθενήσει). Εν τω μεταξύ στις 24.5.1999 (3 μήνες πριν το θάνατο του Ανδρέα) ο τρίτος αδελφός Κώστας Χαραλάμπους (που εν τω μεταξύ απεβίωσε) κάτοχος ποσοστού 2,5% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας μεταβίβασε 10 μετοχές στον Αντώνη Πρωτοπαπά με αποτέλεσμα η μετοχική σύνθεση της εταιρείας να αλλάξει και η πλευρά του Αντώνη Πρωτοπαπά να έχει την πλειοψηφία των μετοχών (50 + 1) και να ελέγχει πλήρως την εταιρεία. Σήμερα η μετοχική σύνθεση της εταιρείας είναι η ακόλουθη: (α) Παντελίτσα Χαραλάμπους (αιτήτρια) 95000 μετοχές (β) Κώστας Χαραλάμπους 4990 μετοχές (απεβίωσε) (γ) Αντώνης Πρωτοπαπάς 50010 μετοχές (δ) Πάνος Πρωτοπαπάς 50000 μετοχές Η αιτήτρια διαμαρτύρεται για την πιο πάνω μεταβίβαση των 10 μετοχών η οποία έγινε εν αγνοία της και ενώ ο σύζυγος της ασθενούσε και δεν μετείχε στις εργασίες του διοικητικού συμβουλίου για να μπορέσει να την αποτρέψει και η οποία έδωσε την πλειοψηφία των μετοχών της καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία στην άλλη πλευρά. Κατά την ακροαματική διαδικασία όταν ρωτήθηκε από το Δικαστήριο συγκεκριμένα για τα παράπονα της και σε ποιες θεραπείες σκοπεί η αίτηση της δεν ήταν σε θέση να απαντήσει, ενώ για το πρώτο ερώτημα ανέφερε συγκεκριμένα ότι (α) δεν της επετράπη ως ο δεύτερος μεγαλομέτοχος να συμμετάσχει είτε η ίδια είτε ο γιος της στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. (β) Σαν μεγαλομέτοχος δεν ενημερώνεται για σημαντικές αποφάσεις που αφορούν την εταιρεία. (γ) Οι εκτελεστικοί διευθυντές της εταιρείας λαμβάνουν πολύ ψηλούς μισθούς. (δ) εκτός από τα τελευταία δύο χρόνια ουδέποτε τα προηγούμενα χρόνια ελάμβανε μέρισμα από τα κέρδη της εταιρείας και (ε) Χρήματα προερχόμενα από την εταιρεία προς την ίδια μετά το θάνατο του συζύγου της και σήμερα είναι κατατιθεμένα στο όνομα της είναι δεσμευμένα για εξασφαλίσεις υποχρεώσεων της εταιρείας. Εκτός από την αιτήτρια κατέθεσε στο Δικαστήριο και ο γιος της Άλκης ο οποίος είναι ουσιαστικά ο διαμαρτυρόμενος για τις «ατασθαλίες» που παρατηρούνται στη διαχείριση της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας από την πλειοψηφία των μετόχων οι οποίοι είναι οι μοναδικοί διοικητικοί σύμβουλοι και χωρίς ενημέρωση αποφασίζουν κατά το δοκούν όσον αφορά την αύξηση των μισθών τους, την καταβολή μερίσματος κλπ. Ειρήσθω εν παρόδω να λεχθεί ότι ο γιος της αιτήτριας Άλκης Χαραλάμπους εργοδοτήθηκε στην εταιρεία από το 2000-2004 μετά τις σπουδές του προοριζόμενος να λάβει διευθυντική θέση σ΄ ένα από τους τομείς των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων πλην όμως αποφάσισε να αποχωρήσει και από το 2005 άρχισε αφού έλαβε πληρεξουσιοδότηση από τη μητέρα του να αλληλογραφεί με τους διευθυντές της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας και να διαμαρτύρεται για τη μη ενημέρωση, για την αύξηση των μισθών των διοικητικών συμβούλων, για το γεγονός ότι ο ίδιος και/ή η μητέρα του έχουν αποκλειστεί από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας παρά το μεγάλο αριθμό μετοχών που κατέχουν, για εκβιασμούς που κατ΄ ισχυρισμό δέχθηκε η μητέρα του για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου που σκοπό είχε να περιορίσει το ποσοστό συμμετοχής της στο κεφάλαιο της εταιρείας, σε προσπάθειες εξαγοράς του μεριδίου της μητέρας του από την πλειοψηφία κλπ. Η εταιρεία σήμερα συνεχίζει χάρις στη διοίκηση της μια ανοδική πορεία στον τομέα των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων κατά γενική ομολογία χάρις στην ικανότητα του κ. Αντώνη Πρωτοπαπά που τη διευθύνει. Μάλιστα από το θάνατο του Ανδρέα μέχρι σήμερα είχε αλματώδη πρόοδο που αποτυπώνεται στους εξελεγμένους λογαριασμούς που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στην υπόθεση George John Peristiany v. R.J. Archontides Limited
(1967)1 C.L.R. 66, που επικαλέστηκε η κα Μαρία Κωνσταντίνου, που εξετάστηκε η εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 159 του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ. 113 αποφασίστηκε (σελ. 74) ότι ο αιτητής σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδείξει γεγονότα από τα οποία δύναται να συμπεράνει κανείς ότι υφίσταται αρκετή υποψία απάτης ή κακής διαγωγής ή θα πρέπει να υπάρχει έδαφος για να κρίνει κανείς ότι οι διάδικοι δεν μπορούν πλέον να συνεργάζονται μεταξύ τους: «The reconciliation, in my judgment, is that where grave charges are levelled against individuals in a winding-up petition, or, it may be, where the case is one of complexity turning upon the conduct of persons who are more or less in the relationship of partners in a company, the Court will not, in the exercise of its discretionary jurisdiction, be satisfied merely with such prima facie evidence as the statutory affidavit affords but will require the petitioner to substantiate his case more fully. In other words, to follow the language of Danckwerts L.J. in such cases the Court requires the petitioner to make out his case. That does not mean that he must prove fraud or misconduct or everything that he would have to prove in a case for dissolution of a partnership, but he must prove facts from which the Court can infer that there is sufficient suspicion of fraud or misconduct, or sufficient ground for thinking that the parties have reached a stage at which they cannot any longer continue to be associated in business with confidence in one another, ...........I do not say that there may not be some sort of case in which the only evidence available to the petitioner is of a hearsay character. Perhaps in such a case the Court would be satisfied with hearsay evidence, but, where grave charges are involved the Court should, if practicable, have the advantage of hearing evidence upon which them can be effective cross-examination, the evidence of witnesses who have first-hand knowledge of the matters as to which they are giving evidence". Though this case is reported as a winding-up case under section 169
(3)of the Companies Act 1948, nevertheless, in our view the quality of evidence required is the same under section 165, also, which is similar to our Section 159, of the Companies Law (see Annual Practice 1966 1999/88).» Στην πιο πάνω υπόθεση μάλιστα το Εφετείο ανέφερε ότι δεν είναι μέρος των υποχρεώσεων ενός μετόχου να καταχωρήσει μια αίτηση αυτής της μορφής απλά επειδή θέλει να φέρει στην προσοχή του Δικαστηρίου υποθέσεις της εταιρείας (company's affairs) οι οποίες πιστεύει είναι ανοικτές σε κριτική με τον τρόπο που η εταιρεία της διεξάγει με σκοπό να συλλέξει περαιτέρω πληροφορίες για να καταστεί δυνατόν σε μελλοντικό στάδιο να καταχωρήσει αίτηση για διάλυση εκκαθάριση της εταιρείας (winding up petition): «We would like further to observe that it was not part of the business of a paid up shareholder to bring an application for declaration that the affairs of the Company required investigation by an inspector simply because he wanted to bring to the Court's attention some state of the Company's affairs, which he considered to be open to criticism in the way in which the Company's business is conducted and to suggest to the Court that the affairs of the Company had to be investigated with a view of collecting further information in order to enable the Applicant at a later stage to file a petition for the winding-up of the Company. C/F Re Othery Construction Ltd.,
(1966)1 All E.R. 145.» Η ίδια προσέγγιση και στην άλλη αυθεντία που επικαλείται η κα Κωνσταντίνου York International Securities Ltd v. The Republic of Cyprus
(1987)3B C.L.R. 834, η οποία ρίχνει φως στο σκοπό για τον οποίο υπάρχει η εξουσία για το διορισμό ερευνητή η οποία μπορεί να οδηγήσει στην παραπομπή του φακέλου της υπόθεσης ενώπιον του Γενικού Εισαγγελέα για διερεύνηση ποινικών αδικημάτων. Ενώ αντίθετα τα νομικά δικαιώματα των μετόχων που επιδιώκουν προστασία δια μέσου της έρευνας με σκοπό να καταχωρήσουν αίτηση διάλυσης ή να αξιώσουν αποζημίωση δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του δημόσιου δικαίου. «Ι gave close consideration to the argument raised and made a careful study of the provisions of s. 159(
- b)in the context in which they appear. Section 159(
- b)forms part of a section of the Companies law designed to provide for official inspection of the affairs of a company. Not only s. 159(
- b)throws light on the purpose for which the power to direct inspection is conferred, but s. 163 of the same law does likewise, laying down that depending on the outcome of inspection a criminal prosecution for fraudulent conduct may be instituted, as well as proceedings for the winding up of the company and an action for damages (as provided in subsection 4). The foremost object of s. 159(
- b)is to authorize an official inspection of the affairs of a company with a view to determining whether its business is managed with a view to defrauding the creditors or any other person or for a fraudulent or unlawful purpose. Also inspection may be authorized with a view to determining whether the business of the company is conducted in a manner oppressive to any part of its members or whether information is withheld from the members respecting the management of the affairs of the company. Lastly, an inspection may be authorized with a view to identifying the circumstances of formation or the management of the affairs of the company in order to determine whether any particular person has been guilty of fraud, misfeasance or any other misconduct. To the extent that s. 159(
- b)is intended to elicit the existence of evidence about the commission of a criminal offence, the power given thereby to authorize inspection is of an investigatory nature inextricably connected with the power to mount a prosecution under s. 163 of the same law. Evidently because of the nature of the crimes to be investigated, the investigation is entrusted to a body other than the Police, the State authority ordinarily trusted with the investigation of crime. As in every action investigatory of crime, the wider public has a noticeable interest in the process; but the action is not justiciable under Art. 146.1, both on principle, not being action primarily intended to promote a public purpose through the exercise of administrative discretion and on authority too - See, inter alia, Phedias Kyriakides v. Republic******* and Charilaos Xenophontos v. Republic********. Criminal prosecution and action preliminary thereto are, under the Constitution (Part VI, Cap. 1), the province of an independent officer of the State, the Attorney-General trusted by the Constitution with the protection of the public interest in the investigation and prosecution of criminal conduct. On the other hand, as far as s. 159(
- b)aims to protect, through inspection, the interest of shareholders with a view to winding up the company or instituting an action for damages, the power is directly connected with the protection of private law rights and as such outside the domain of public law.» Τα παράπονα της αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση δεν συνιστούν ούτε κατ΄ ελάχιστο στοιχειοθετούν δόλο ούτε απάτη του διοικητικού συμβουλίου εις βάρος της ούτε καν υποψία απάτης ή κακής διαγωγής του διοικητικού συμβουλίου εις βάρος ενός μετόχου της μειοψηφίας, ούτε μπορεί να συναφθεί ότι υπάρχει καταπίεση στη μειοψηφία για να υπάρξει παρέμβαση του Δικαστηρίου. Επιδιώκεται κατά την άποψη μου αλίευση μαρτυρίας για να καταχωρηθεί αίτηση διάλυσης συνεπεία καταπίεσης της μειοψηφίας, πράγμα ανεπίτρεπτο όπως αναφέρεται στις δύο πιο πάνω αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψε η κα Κωνσταντίνου. Η εταιρεία έχει έντονα ανοδική πορεία και/ή μη συνεργασία του υιού της αιτήτριας με τους διευθυντές και/ή μη διευθυντική θέση για την οποία προοριζόταν οφείλεται σε δική του αποκλειστική υπαιτιότητα όταν επέλεξε να αποχωρήσει το 2004 για να αποδοθεί σε ένα αγώνα καταγγελίας των διοικούντων καταλογίζοντας τους σοβαρότατες ευθύνες στη διαχείριση της εταιρείας και για καταπίεση της μειοψηφούσης μητέρας του, η οποία αποκλείστηκε από το διοικητικό συμβούλιο. Από το σύνολο της ενώπιον μου μαρτυρίας προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Μεγάλο χρηματικό ποσό από επενδύσεις που ήταν άγνωστο (για την αιτήτρια) ότι υπήρχε και δεν φαινόταν στους λογαριασμούς εδόθηκε στη σύζυγο του αποβιώσαντα Ανδρέα - αιτήτρια μετά το θάνατο του από τον αδελφό του Αντώνη, οι μετοχές του μεταβιβάστηκαν στη σύζυγο του το 1998, η σύζυγος του κατέστη μέτοχος και δεν ζήτησε ενημέρωση μέχρι το 2004, ο γιος του αποβιώσαντα μετόχου Άλκης εργοδοτήθηκε στην εταιρεία για 4 χρόνια και ενημερωνόταν για τις εργασίες της και επέλεξε να αποχωρήσει οικειοθελώς. Τα τελευταία χρόνια που δεν εργάζεται πλέον στην καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία ο Άλκης Χαραλάμπους και η μητέρα του έχουν και ελέγχουν τους εξελεγμένους λογαριασμούς της εταιρείας και απέτυχαν παρά την προσπάθεια τους να εκλεγούν στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας η οποία τα τελευταία δύο χρόνια κατανέμει μέρισμα. Όλα αυτά δεν συνιστούν δόλο ή απάτη ή καταπίεση της μειοψηφίας για να ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 159του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ. 113. Μάλλον η αιτήτρια προσπαθεί να αλιεύσει μαρτυρία για να καταχωρήσει αίτηση διάλυσης ή να αξιώσει αποζημιώσεις. Τα όποια ιδιωτικά νομικά δικαιώματα όμως που πιθανόν να έχει η αιτήτρια δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου (για διορισμό ερευνητή από το Υπουργικό Συμβούλιο), ουσιαστικά για έρευνα από το Γενικό Εισαγγελέα αλλά μπορεί να τα προωθήσει και να επιδιώξει θεραπείες από αστικά Δικαστήρια. Οι μετοχές είναι περιουσιακό στοιχείο μεταβιβάσιμο με την έγκριση του διοικητικού συμβουλίου μιας ιδιωτικής εταιρείας στα υπάρχοντα μέλη. Η μη εκλογή στο διοικητικό συμβούλιο δεν σημαίνει δόλο ή απάτη, ούτε και η μερισματική πολιτική μιας ιδιωτικής εταιρείας ή η μισθοδοσία του διοικητικού συμβουλίου σημαίνει εξαπάτηση των μετόχων που δεν αντιπροσωπεύονται στο διοικητικό συμβούλιο. Επίσης έχουν δοθεί ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις αγορές κτημάτων που τελικά ενεγράφησαν επ΄ ονόματι της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας που δεν δείχνουν ότι υπάρχει δόλος ή απάτη του διοικητικού συμβουλίου εις βάρος των συμφερόντων των καθ΄ ων η αίτηση και δη των μετόχων μειοψηφίας. Είναι σαφές ότι το διοικητικό συμβούλιο δεν ενήργησε εις βάρος των συμφερόντων της εταιρείας εξυπηρετώντας προσωπικά ή αλλότρια συμφέροντα επί ζημιά των μετόχων μειοψηφίας. Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο