← Κύπρος

VIKTOR LEONIDOVICH NUSENKIS κ.α. ν. ΠΑΠΟΥΝΙΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 10723/10, 13 Οκτωβρίου, 2011

VIKTOR LEONIDOVICH NUSENKIS κ.α. ν. ΠΑΠΟΥΝΙΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 10723/10, 13 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A391 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10723/10 Μεταξύ:

  1. VIKTOR LEONIDOVICH NUSENKIS
  2. CYPROMAN SERVICES LTD Εναγόντων -και-
  3. ΠΑΠΟΥΝΙΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  4. ΠΑΠΟΥΝΙΔΟΥ ΜΑΡΙΝΑΣ
  5. FINTEST HOLDING LIMITED
  6. HOMERTRON TRADING LIMITED
  7. SEFFRON LTD
  8. INDTEC FINANCE B.V.
  9. BERCKAMP HOLDINGS LIMITED
  10. JOINT STOCK PUBLIC COMPANY KREDITPROMBANK
  11. WILDOMAR TRADING LIMITED
  12. CROLMOND LIMITED
  13. TRODART TRADING LIMITED
  14. HARTLAW TRUSTEES LIMITED
  15. ΠΟΠΗ ΣΑΒΒΑ Εναγομένων --------------------- ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΤΗΝ 12/4/2011 ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 31/3/2011: Μεταξύ:
  16. VIKTOR LEONIDOVICH NUSENKIS
  17. CYPROMAN SERVICES LTD Εναγόντων -και-
  18. ΠΑΠΟΥΝΙΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  19. ΠΑΠΟΥΝΙΔΟΥ ΜΑΡΙΝΑΣ
  20. FINTEST HOLDING LIMITED
  21. HOMERTRON TRADING LIMITED
  22. SEFFRON LTD
  23. INDTEC FINANCE B.V.
  24. BERCKAMP HOLDINGS LIMITED
  25. JOINT STOCK PUBLIC COMPANY KREDITPROMBANK
  26. WILDOMAR TRADING LIMITED
  27. CROLMOND LIMITED
  28. TRODART TRADING LIMITED
  29. HARTLAW TRUSTEES LIMITED
  30. ΠΟΠΗ ΣΑΒΒΑ
  31. GENNADY VASILIEV
  32. LARISA VASILIEV Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 19.7.2011 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 13 Οκτωβρίου,
  33. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Γ. Αποστόλου μαζί με κ. Ν. Γεωργιάδη Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 4, 9, 10: κ. Χρ. Κινάνης μαζί με κα Δ. Ανδρέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο καταχωρήθηκε πριν από ένα περίπου χρόνο, στις 20.12.2010, και μέχρι σήμερα δεν ετοιμάστηκε η έκθεση απαίτησης. Ταυτόχρονα με την εισαγωγή του καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση εκ μέρους των εναγόντων, με βάση την οποία εκδόθηκαν, στην απουσία των αντιδίκων, σειρά ενδιάμεσων διαταγμάτων. Ακολούθως, στις 31.3.2011, και μετά από συμφωνία των ενδιαφερομένων μερών, τα πιο πάνω διατάγματα, όπως τροποποιήθηκαν, κατέστησαν απόλυτα. Λίγους μήνες αργότερα, στις 19.7.2011, οι Αιτητές-ενάγοντες επανήλθαν εκ νέου, και πάλι μονομερώς, καταχωρώντας την υπό κρίση Αίτηση. Ο φάκελος τέθηκε ενώπιον Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, προφανώς λόγω του προγράμματος των καλοκαιρινών διακοπών, και την επόμενη μέρα εκδόθηκαν προσωρινά διατάγματα, ως οι παραγράφοι Α-Στ της εν λόγω Αίτησης, ήτοι: «(Α) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, στις Εναγόμενες 4, 9, 10 και 11, στους αξιωματούχους, μετόχους, αντιπροσώπους (συμπεριλαμβανομένων των εξουσιοδοτημένων τραπεζικών αντιπροσώπων (bank signatories)) ή / και υπηρέτες τους, εκτός ως άλλως πως ρητά επιτρέπεται από τα διατάγματα ημερομηνιών 15/3/2011 και 31/3/2011, να, άμεσα ή έμμεσα, μεταβιβάσουν, αποξενώσουν, εμβάσουν, πληρώσουν, δεσμεύσουν, προσφέρουν ή παρέχουν ως εξασφάλιση, ενεχυριάσουν, εκχωρήσουν, διαθέσουν ή / και καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν ή / και μεταφέρουν, οποιαδήποτε κεφάλαια, τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα ή / και θα κατατεθούν στο μέλλον εντός οποιουδήποτε λογαριασμού οποιασδήποτε εκ των Εναγομένων 4, 9, 10 και 11, ο οποίος λογαριασμός ή λογαριασμοί ήθελε τηρείται ή τηρούνται σε τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, ή / και οποιαδήποτε ποσά, περιουσία ή / και ενεργητικό οποιασδήποτε εκ των Εναγομένων 4, 9, 10 και 11 που βρίσκεται ή που θα βρίσκεται, άμεσα ή έμμεσα, υπό φύλαξη, δέσμευση, κατοχή, θεματοφυλακή, ενεχυρίαση, υποθήκευση, εξασφάλιση προς όφελος ή / και τον έλεγχο, οποιουδήποτε τραπεζικού ή πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο βρίσκεται εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως επίσης να απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, στις Εναγόμενες 4, 9, 10 και 11, στους αξιωματούχους, μετόχους, αντιπροσώπους (συμπεριλαμβανομένων των εξουσιοδοτημένων τραπεζικών αντιπροσώπων (bank signatories)) ή / και υπηρέτες τους από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια ή / και συναλλαγή αναφορικά με τα πιο πάνω˙ ή / και (B) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, στην Εναγόμενη 4, στους αξιωματούχους, μετόχους, αντιπροσώπους ή / και υπηρέτες της, εκτός ως άλλως πως ρητά επιτρέπεται από τα διατάγματα ημερομηνιών 15/3/2011 και 31/3/2011, από του να προβεί, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, συμφωνία, ή / και συναλλαγή προς ακύρωση, τερματισμό, απόσυρση, αλλαγή ή τροποποίηση των προνοιών των Συμφωνιών Δανείων Υποδεέστερων Εξασφαλίσεων ("Agreements on [sic] Raise of Funds on Terms of Subordinated Debt") που έγιναν με σκοπό την αύξηση κεφαλαίων της Εναγόμενης 8, ημερομηνιών 30/1/2007 και 9/8/2007 μεταξύ των Εναγομένων 4 και 8 («οι Συμφωνίες») καθώς επίσης να απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, στην Εναγόμενη 4, στους αξιωματούχους, μετόχους, αντιπροσώπους ή / και υπηρέτες της από του να προβεί, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια, συμφωνία, ή / και συναλλαγή προς ακύρωση, τερματισμό, απόσυρση, αλλαγή, αντικατάσταση ή τροποποίηση των τροποποιητικών οδηγιών της Εναγόμενης 4 προς την Εναγόμενη 8 όπως αυτές στάληκαν με επιστολή της Εναγόμενης 4 προς την Εναγόμενη 8, ημερομηνίας 4/4/2011 και οι οποίες αφορούν σε αντικατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού που αρχικά αναφερόταν στις Συμφωνίες με άλλο λογαριασμό ο οποίος τηρείται στην Deutsche Bank AG στη Βιέννη της Αυστρίας με αριθμό 40724050 και IBAN AT601910000407240500 και στον οποίο τελευταίο λογαριασμό έχουν πρόσβαση ή / και δυνατότητα παρακολούθησης των συναλλαγών οι Ενάγοντες - Αιτητές˙ ή / και (Γ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ή / και σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκτός ως άλλως πως ρητά επιτρέπεται από τα διατάγματα ημερομηνιών 15/3/2011 και 31/3/2011, από του να δέχονται εμβάσματα ή / και μεταφορές χρημάτων ή / και να τηρούν ή / και να διατηρούν κατατεθειμένα χρήματα, σε λογαριασμό της Εναγόμενης 4 οποιαδήποτε ποσά τα οποία εμβάζονται, έχουν ήδη εμβαστεί ή / και θα εμβαστούν στο μέλλον από την Εναγόμενη 8 προς την Εναγόμενη 4 σε σχέση με τις Συμφωνίες ή άλλως πως. (Δ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, την Εναγόμενη 8, στους αξιωματούχους, μετόχους, αντιπροσώπους ή / και υπηρέτες της, εκτός ως άλλως πως ρητά επιτρέπεται από τα διατάγματα ημερομηνιών 15/3/2011 και 31/3/2011, να, άμεσα ή έμμεσα, μεταβιβάσει, αποξενώσει, εμβάσει, πληρώσει, διαθέσει ή / και καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταφέρει οποιαδήποτε υφιστάμενα ή μελλοντικά κεφάλαια ήθελε οφείλει στην Εναγόμενη 4 δυνάμει των Συμφωνιών ή άλλως πως σε διαφορετικό λογαριασμό από το λογαριασμό που τηρεί σήμερα η Εναγόμενη 4 στην Deutsche Bank AG της Βιέννης στην Αυστρία με αριθμό 40724050 και IBAN AT
  34. (Ε) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, στις Εναγόμενες 4, 9, 10 και 11, στους αξιωματούχους, μετόχους, αντιπροσώπους ή / και υπηρέτες τους, καθώς επίσης να απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, σε οποιοδήποτε τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα εντός ή / και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας στο οποίο οποιαδήποτε από τις Εναγόμενες 4, 9, 10 και 11 ήθελε τηρεί οποιοδήποτε λογαριασμό, εκτός ως άλλως πως ρητά επιτρέπεται από τα διατάγματα ημερομηνιών 15/3/2011 και 31/3/2011, να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια ή / και συναλλαγή προς άνοιγμα στο όνομα των Εναγομένων 4, 9, 10 ή / και 11 οποιουδήποτε νέου λογαριασμού ή / και προς αλλαγή ή τροποποίηση των στοιχείων των υφιστάμενων εξουσιοδοτημένων τραπεζικών αντιπροσώπων (bank signatories) τους όπως αυτά τα στοιχεία ήταν δηλωμένα μέχρι πρότινος, συμπεριλαμβανομένης της κ. Ανθίας Παντελάκη ή / και οποιουδήποτε εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του Ενάγοντα 1, σε σχέση ή / και αντιστοιχία με κάθε τέτοιο λογαριασμό, ως επίσης να τους απαγορεύει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής και εκτός ως άλλως πως ρητά επιτρέπεται από τα διατάγματα ημερομηνιών 15/3/2011 και 31/3/2011, από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη, ενέργεια ή / και συναλλαγή με σκοπό την προσθήκη νέων εξουσιοδοτημένων τραπεζικών αντιπροσώπων (bank signatories), ή / και με σκοπό την απομάκρυνση, διαγραφή ή αντικατάσταση των υφιστάμενων εξουσιοδοτημένων τραπεζικών αντιπροσώπων (bank signatories) τους ως αυτοί είναι σήμερα δεδηλωμένοι, συμπεριλαμβανομένης της κ. Ανθίας Παντελάκη ή / και οποιουδήποτε εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του Ενάγοντα 1, σε σχέση ή / και αντιστοιχία με κάθε λογαριασμό μιας εκάστης των Εναγομένων 4, 9, 10 και 11 ο οποίος ήθελε τηρείται σε τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα εντός ή / και εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας˙ ή / και (Στ) Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που, εκτός ως άλλως πως ρητά επιτρέπεται από τα διατάγματα ημερομηνιών 15/3/2011 και 31/3/2011, να διατάσσει την παγοποίηση ή / και να απαγορεύσει, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αγωγής, τη μεταβίβαση, αποξένωση, διάθεση, εκχώρηση, δέσμευση, εξασφάλιση, επιβάρυνση, μεταφορά ή / και έμβασμα, όλων των υφιστάμενων και μελλοντικών κεφαλαίων των Εναγομένων 4, 9, 10 και 11, τα οποία είναι ήδη κατατεθειμένα ή / και ήθελε κατατεθούν στο μέλλον στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ή / και σε οποιοδήποτε άλλο τραπεζικό ή πιστωτικό ίδρυμα εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας˙» Τα ως άνω εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 29.7.2011 και ακολούθως στις 12.9.
  35. Εν τω μεταξύ, στις 8.8.2011 και στην έκταση που αφορούσαν τον εναγόμενο 11, έγιναν απόλυτα, λόγω παράλειψης εμφάνισής του. Επίσης, τη 12.9.2011, η Αίτηση εναντίον της εναγόμενης 8 απεσύρθη και, ως αποτέλεσμα, το εκδοθέν διάταγμα, σε σχέση με το διάδικο αυτό, ακυρώθηκε. Υπό τις συνθήκες αυτές η διαδικασία εκκρεμεί σε αναφορά με τους εναγόμενους 4, 9 και 10 μόνο. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η Αίτηση, περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας Ανθίας Παντελάκη, η οποία «μέχρι πρότινος», όπως θέτει, εργαζόταν ως χρηματοπιστωτική ελέγκτρια (financial controller) στην εναγόμενη
  36. Ως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες-Αιτητές προέβη στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση. Κεντρικό σημείο των ισχυρισμών της είναι ότι η εναγόμενη 8, δυνάμει συμφωνιών δανείου που υπέγραψε με την εναγόμενη 4, ημερομηνίας 30.1.2007 και 9.8.2007, της οφείλει σημαντικά ποσά, πλέον δεδουλευμένους τόκους, η τελευταία δόση των οποίων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των USD1.357.
  37. Με βάση δε το άρθρο 7 των εν λόγω συμφωνιών, η εναγόμενη 8 όφειλε να πληρώνει τους δεδουλευμένους τόκους σε συγκεκριμένο τραπεζικό λογαριασμό που διαθέτει η εναγόμενη 4 στην Τράπεζα Κύπρου στη Λεμεσό. Ισχυρίζεται περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα, και το σημείο αυτό συνιστά τον κεντρικό άξονα και τη βάση στήριξής της στην αναζήτηση ενδιάμεσων θεραπειών, ότι μεταξύ των εναγομένων 4 και 8 συμφωνήθηκε, στις 29.4.2011, η τροποποίηση του πιο πάνω άρθρου 7 των συμφωνιών δανείου, κατά τρόπο ώστε η πληρωμή των δεδουλευμένων τόκων να γίνεται, αντί στην Τράπεζα Κύπρου στη Λεμεσό όπως προέβλεπαν οι αρχικές συμφωνίες, στην Τράπεζα Deutsche Bank AG (Vienna). Θέτει η ενόρκως δηλούσα ότι η αλλαγή αυτή ήταν αναγκαία, προκειμένου οι αντιπρόσωποι του ενάγοντα 1, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας, να έχουν πρόσβαση σε αυτό το λογαριασμό και να τον παρακολουθούν. Προσθέτει σχετικά ότι οι τροποποιητικές συμφωνίες, τις οποίες παραθέτει ως Τεκμ. 11 και 12 στην ένορκο δήλωσή της, δεν υπεγράφησαν ακόμη από την εναγόμενη
  38. Παρά ταύτα, «.. με τη σύμφωνο γνώμη όλων των εμπλεκομένων, αποφασίστηκε όπως, μέχρι να υπογραφούν οι ως άνω τροποποιητικές συμφωνίες, να αποσταλούν και απεστάλησαν, με επιστολή ημερομηνίας 4.4.2011, οδηγίες από την Εναγόμενη 4 προς την Εναγόμενη 8 με τις οποίες ζητήθηκε η αλλαγή των στοιχείων του λογαριασμού στον οποίο η Εναγόμενη 4 θα δέχεται πληρωμές από την εναγόμενη 8..». Πέραν των πιο πάνω, συνιστά δεύτερο πυλώνα στήριξης της αξίωσης για έκδοση προσωρινών θεραπειών η αναφορά στις παραγράφους 14-16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ότι οι εναγόμενες 4, 9, 10 και 11 έχουν δώσει οδηγίες και βρίσκονται σε διαδικασία αλλαγής ή αντικατάστασης των εξουσιοδοτημένων τραπεζικών αντιπροσώπων τους (Bank Signatories), σε σχέση με όλους τους λογαριασμούς που τηρούν σε διάφορα τραπεζικά ή πιστωτικά ιδρύματα. Αποδίδει το γεγονός αυτό η ενόρκως δηλούσα σε οργανωμένη προσπάθεια αποκοπής και απομόνωσης των εναγόντων και αντιπροσώπων τους από τις λειτουργίες των λογαριασμών αυτών και θέτει ότι υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των χρηματικών ποσών που τηρούνται στους εν λόγω λογαριασμούς. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση προβάλλουν σειρά λόγων ένστασης οι οποίοι καλύπτουν θέσεις μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, απουσίας των προϋποθέσεων για έκδοση και/ή συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων και έλλειψης βάσης αγωγής. Εκτείνονται δε περαιτέρω σε αναφορές περί μη ικανοποίησης του κατεπείγοντος και σε ανεπάρκεια του πραγματικού υπόβαθρου επί του οποίου στηρίζεται η αναζήτηση των ενδιάμεσων θεραπειών. Την εκτεταμένη ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ορκίζεται ο εναγόμενος 1, ως εξουσιοδοτημένος από τις Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενες 4, 9 και 10 εταιρείες. Είναι, πολύ συνοπτικά, η βασική του προσέγγιση ότι ουδεμία τροποποιητική συμφωνία έχει συναφθεί μεταξύ των εναγομένων 4 και 8 στη βάση που οι Αιτητές θέτουν, ούτε και μπορούσε αυτό να γίνει αφού, ως ρητά προβλέπεται από τις αρχικές συμφωνίες δανείου, προαπαιτείται για τροποποίησή τους σχετική ενημέρωση και απόφαση της Εθνικής Τράπεζας της Ουκρανίας, κάτι που δεν έγινε ποτέ. Θέτει πως οι ενάγοντες-Αιτητές, εν αγνοία των εναγομένων 4 και 8, ετοίμασαν τις υπό αναφορά τροποποιητικές συμφωνίες δανείου, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των εμπλεκομένων. Ακολούθως δε, παραπλανώντας την εναγόμενη 4, εξασφάλισαν την υπογραφή της, η οποία όμως στη συνέχεια, μετά τη διαπίστωση της παρανομίας, ανακλήθηκε. Αντίθετα, η εναγόμενη 8 ουδέποτε υπέγραψε. Προσθέτει ο ενόρκως δηλών ότι από το 2007 μέχρι και σήμερα όλα τα εμβάσματα πληρωμής δεδουλευμένων τόκων από την εναγόμενη 8 στην εναγόμενη 4 γίνονταν χωρίς προβλήματα και κατ΄ ακολουθία της μεταξύ των μερών συμφωνίας, στο λογαριασμό της εναγόμενης 4 στην Τράπεζα Κύπρου στη Λεμεσό, στον οποίο τόσο οι ενάγοντες όσο και η κα Παντελάκη είχαν και έχουν πρόσβαση σε ότι αφορά τις κινήσεις και τις σχετικές δοσοληψίες. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών δεν αρνείται ότι πράγματι δόθηκαν οδηγίες για αντικατάσταση των εξουσιοδοτημένων τραπεζικών υπογραφέων. Θέτει όμως ότι αυτό έγινε σε σχέση μόνο με τους εναγόμενους 4 και 9 και ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα αντικατάστασης των εξουσιοδοτημένων τραπεζικών υπογραφέων των εναγομένων 10 και
  39. Προσθέτει ακόμη ότι εν πάση περιπτώσει οι αλλαγές που ζητήθηκαν δεν εκτελέστηκαν ποτέ και οι υπογραφείς των λογαριασμών παραμένουν οι ίδιοι ως είχαν. Επεξηγεί, τέλος, τους λόγους που οδήγησαν στην παροχή οδηγιών για αντικατάσταση των υπογραφέων αυτών, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας Παντελάκη ότι αυτό έγινε για να απομονωθούν οι ενάγοντες ή οι αντιπρόσωποι τους από την πληροφόρηση ή ενημέρωσή τους για τη λειτουργία των λογαριασμών. Είναι η σχετική του θέση πως τόσο ο ενάγοντας 1 όσο και οι αντιπρόσωποί του πάντα είχαν και εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση και ενημέρωση για την κίνηση στους λογαριασμούς, γνώριζαν τι έγινε και τι γίνεται και ουδέποτε παραπονέθηκαν μέχρι σήμερα για οποιεσδήποτε ατασθαλίες. To Δικαστήριο περιορίστηκε στη λιτή καταγραφή των εκατέρωθεν θέσεων, όπως αυτές προβάλλουν μέσα από τις συνοδευτικές ένορκες δηλώσεις. Χάριν δε οικονομίας του λόγου και μόνο, οι εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνήγορων, στην έκταση που αφορούν, θα τίθενται στα ανάλογα μέρη της ενδιάμεσης απόφασης. Το στοιχείο του κατεπείγοντος για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Συνακόλουθα, η κατάδειξή του είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Συνεπώς, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η συνδρομή του κατεπείγοντος του αιτήματος χρήζει εξέτασης προτού λάβει χώρα η διερεύνηση της σωρευτικής ύπαρξης των τριών κριτηρίων του άρθρου
  40. Κατά ταυτόσημο τρόπο, η επίκληση της ύπαρξης απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων επίσης θα προηγηθεί της ανάλυσης της ουσίας των προσωρινών διαταγμάτων, αφού τυχόν εντοπισμός τέτοιας απόκρυψης παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει το εκδοθέν διάταγμα χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του. Η εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 9

(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Η κατάδειξη του κατεπείγοντος για την παροχή θεραπείας παρέχει τη θεμελίωση της άσκησης δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς. Τότε και μόνο είναι επιτρεπτή η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει δηλαδή το Δικαστήριο και τα δύο μέρη προτού εκφέρει κρίση. Συνεπώς το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο [Resola (Cyprus) Ltd ν. Χάρη Χρίστου
(1998)1(B) AAΔ, 598, 604]. To υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. Σε τελική ανάλυση η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά, ούτως ή άλλως, εξαιρετικό μέτρο. Ακριβώς επειδή παρέχεται θεραπεία χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί [Louis Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ., κά
(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1462]. Η καθυστέρηση στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός αν επεξηγηθεί, είναι μοιραία. Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά [Χατζηβασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) AAΔ, 203]. Ο νομικός ορισμός του όρου «κατεπείγον» τίθεται στην πιο πάνω απόφαση, στη σελ. 207. Έχει ως εξής: «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουσθεί». Είναι επίσης νομολογημένο πως κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Περαιτέρω δε, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας, καθιστά την προστασία των δικαιωμάτων αιτητή επείγον ζήτημα. Τέτοιας δηλαδή μορφής που να επιτρέπει την χορήγηση μονομερούς διατάγματος (Τσιαντής v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2029). Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/2010, ημερ. 14.7.2011, γίνεται σύνοψη της σχετικής νομολογίας σχετικά με το ζήτημα του επείγοντος στην αναζήτηση διατάγματος. Αναφέρονται τα ακόλουθα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ"Βασιλείου v. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: "... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά". Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. v. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186).» Η υπό κρίση μονομερής Αίτηση εισήχθηκε στις 19.7.2011, αρκετούς μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής. Τα γεγονότα παραπέμπουν σε, κατ΄ ισχυρισμό, τροποποιητικές των αρχικών συμφωνιών δανείου συμφωνίες, οι οποίες έλαβαν χώρα στις 29.4.2011. Προβάλλουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση ότι οι Αιτητές προσήλθαν στο Δικαστήριο με αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης. Θέτουν, συνακόλουθα, ότι παρήλθε διάστημα επτά μηνών από τη χρονική στιγμή που οι αντίδικοί τους εστιάζουν τα παράπονά τους και σε αναφορά με τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζουν την Αίτησή τους. Η προσέγγιση αυτή είναι αβάσιμη καθότι είναι ορθή η θέση των Αιτητών, σύμφωνα με την οποία η Αίτηση δεν αφορά τις πληρωμές που έλαβαν χώρα τον Ιανουάριο του 2011, αλλά την καταβολή της επόμενης δόσης των δεδουλευμένων τόκων, σε συνάρτηση με την επίκληση των τροποποιητικών συμφωνιών του Απριλίου του ιδίου έτους και τις πληροφορίες για αλλαγή των υπογραφέων. Τα τελευταία αυτά στοιχεία προέκυψαν σε χρόνο πολύ πρόσφατο της ημερομηνίας καταχώρησης της μονομερούς Αίτησης. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προσφυγή των Αιτητών στο Δικαστήριο, προκειμένου να αναζητήσουν ενδιάμεσες θεραπείες. Συνεπώς, το στοιχείο του κατεπείγοντος συνέτρεχε και η ανάλογη περί του αντιθέτου προσέγγιση των Καθ΄ ων η Αίτηση ως ατεκμηρίωτη απορρίπτεται. Η πιο πάνω κατάληξη ανοίγει το δρόμο για εξέταση από το Δικαστήριο του ζητήματος της προβληθείσας απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο, καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση ενός από τους βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης: του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλη πλευράς, στερώντας της έτσι την ευκαιρία να ακουστεί. Κανόνας προαιώνιος και αξία διαχρονική, η οποία βρήκε τον απόλυτο ορισμό της τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αναφορά του γνωμικού ποιητή Φωκυλίδη «Μήδε δίκην δικάσης πριν αν αμφοίν μύθος ακούσης» και αποτυπώθηκε λακωνικά στο λατινικό αξίωμα «Audi alteram partem», ήτοι, «άκου και την άλλη πλευρά - άκου και τις δύο πλευρές». Η ύψιστη πίστη που καλύπτει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το όλο φάσμα των γεγονότων. Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
  1. a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
  2. b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
  3. c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στις αποφάσεις Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου (ανωτέρω), κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην τελευταία: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση ουσιώδης απόκρυψη μεγάλου αριθμού στοιχείων από πλευράς των Αιτητών, ότι εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο, ως όφειλαν, με καθαρά χέρια. Ως τέτοια στοιχεία έθεσαν, μεταξύ άλλων, την παράλειψη της ενόρκως δηλούσας για τους Αιτητές να αποκαλύψει ότι είναι η μόνη και αποκλειστική διαχειρίστρια του λογαριασμού στην Deutsche Bank AG (Vienna), την απόκρυψη του γεγονότος ότι οι εναγόμενες 4 και 8 ουδέποτε ήλθαν σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για τροποποίηση των αρχικών συμφωνιών δανείου, τη μη αποκάλυψη και μη παράθεση στο Δικαστήριο των θέσεων των Καθ΄ ων η Αίτηση επί των επίδικων ζητημάτων, τις οποίες γνώριζε ήδη η άλλη πλευρά από προηγούμενες διαδικασίες, καθώς επίσης και της παράλειψης των Αιτητών να στρέψουν την προσοχή του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένους όρους των αρχικών συμφωνιών δανείου, οι οποίοι αφορούσαν τις προϋποθέσεις τροποποίησής τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Αιτητές εισηγούνται ότι είναι ανυπόστατοι οι εξεταζόμενοι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η Αίτηση και θέτουν ότι οι ενάγοντες απεκάλυψαν πλήρως όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία που είχαν στην κατοχή τους. Προσθέτουν περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει τα οποιαδήποτε έγγραφα παρουσίασαν οι αντίδικοί τους δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την υπό κρίση Αίτηση, ούτε και την τελική έκβασή της. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Χωρίς αμφιβολία, είναι καθήκον του κάθε αιτητή, όταν προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο αποζητώντας συγκεκριμένη θεραπεία, και στα πλαίσια της υποχρέωσης που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη, να θέτει ξεκάθαρα και ρητά στο σώμα της ένορκης δήλωσης τα ουσιαστικά γεγονότα, στρέφοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, κρίσιμα για την υπόθεση, στοιχεία. Πολύ περισσότερο επαυξάνεται αυτή η υποχρέωση κάθε αιτητή όταν επισυνάπτονται στην αίτηση ογκωδέστατα τεκμήρια. Καθότι δεν αναμένεται, υπό την πίεση του χρόνου και του επείγοντος που προκύπτει, να αναζητά το Δικαστήριο, ανατρέχοντας στον όγκο της μαρτυρίας, τα βασικά για την υπόθεση δεδομένα. Είναι επιβεβλημένη η υπόμνηση των σημαντικών περιστατικών της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι Αιτητές κάλυψαν το καθήκον που έχουν για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν το πλαίσιο οριοθέτησης της έκτασης του καθήκοντος αυτού. Το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από τις υπό αμφισβήτηση τροποποιητικές συμφωνίες, τα δε διατάγματα καλύπτουν ένα ευρύ πεδίο. Μεταξύ άλλων, δέσμευση περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων η Αίτηση και παγοποίηση λογαριασμών των συγκεκριμένων εταιρειών. Συνεπώς, ό,τι είχε σχέση με τα κυρίαρχα αυτά στοιχεία, την ύπαρξη δηλαδή τροποποιητικών συμφωνιών, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτές έλαβαν χώρα, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, με βάση τις αρχικές συμφωνίες, θα μπορούσαν να γίνουν οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους, και, γενικά, το όλο πλέγμα των δεδομένων που τις περιέβαλλαν, ήταν απόλυτα σχετικό και ουσιαστικό. Και παράλειψη παράθεσης, ως ήταν καθήκον των Αιτητών (Α. Εργατίδης v. G. Georgalletos Enterprises Ltd κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 995), με την απαραίτητη διαύγεια, όλων των σχετικών γεγονότων που τα κάλυπταν, οδηγούσε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Καθότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να γνωρίζει, όταν εξέταζε μονομερώς το αίτημα, το πλήρες φάσμα των γεγονότων που κάλυπταν τις εν λόγω τροποποιητικές συμφωνίες. Έτσι μόνο θα μπορούσε να αξιολογήσει τις ορθές τους διαστάσεις υπό το φως των αρχών άσκησης της εξουσίας του για έκδοση ή μη διαταγμάτων. Μέσα από την ένορκο δήλωση των Αιτητών προβάλλεται, διάχυτη, η εικόνα ότι οι ενδιαφερόμενες εταιρείες, εναγόμενες 4 και 8, είχαν μεταξύ τους επαφές για τροποποίηση των αρχικών συμφωνιών δανείου. Έντεχνα δε αφήνεται να πλανάται ότι στις προβαλλόμενες τροποποιήσεις και κατέληξαν. Κάτι τέτοιο όμως, στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται. Αντίθετα, εντοπίζεται μέσα στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι ουδέποτε έλαβε χώρα τέτοια συμφωνία και προς επίρρωση αυτής της θέσης παρατίθεται ως Τεκμ. 7 σχετική επιστολή της εναγόμενης
  1. Υπενθυμίζεται ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 δεν προσβλήθηκαν μέσω αντεξέτασης, ούτε αντικρούστηκαν με άλλη, ικανοποιητική, για σκοπούς της Αίτησης, μαρτυρία από τους Αιτητές, οι οποίοι έχουν και το σχετικό βάρος, στην έκταση που η παρούσα ενδιάμεση διαδικασία αφορά. Τονίζεται δε ότι τα γεγονότα αυτά δεν μπορούσε παρά να ήταν σε γνώση τωνΑιτητών, οι οποίοι και τα απέκρυψαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της μονομερούς παρουσίασής τους στο Δικαστήριο. Παρέλειψαν επίσης να στρέψουν την προσοχή του Δικαστηρίου σε συγκεκριμένους όρους των συμφωνιών δανείου, ημερ. 30.1.2007 και 9.8.2007, τους όρους 2.1, 6.3 και 6.8, σύμφωνα με τους οποίους για οποιαδήποτε τροποποίηση θα έπρεπε να ληφθεί προηγουμένως η έγκριση του αρμοδίου τμήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ουκρανίας. Ήταν υποχρέωση των Αιτητών να επισημάνουν στο Δικαστήριο τα πιο πάνω και να επεξηγήσουν αν αυτό έγινε ή όχι, ή την οποιαδήποτε επίδραση των πιο πάνω όρων. Άφησαν, περαιτέρω, να πλανάται η εικόνα ότι τότε και μόνο θα είχαν την ευχέρεια ελέγχου λογαριασμών, αν και εφόσον τα οποιαδήποτε ποσά κατατίθεντο στην προαναφερθείσα τράπεζα στη Βιέννη. Ήταν άλλωστε, όπως άφησαν να εννοείται, αυτός ο λόγος για τον οποίο έλαβαν χώρα οι επικαλούμενες τροποποιήσεις των αρχικών συμφωνιών. Παραμένουν όμως αναντίλεκτα - στοιχεία που γνώριζαν και δεν αποκάλυψαν οι Αιτητές - ότι από το αρχικό στάδιο της συνομολόγησης των συμφωνιών δανείου, το 2007, οι δεδουλευμένοι τόκοι κατατίθεντο ανελλιπώς σε παράρτημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λεμεσό, ότι ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε πρόβλημα και ότι οι ενάγοντες είχαν πρόσβαση και μπορούσαν να ελέγξουν ανά πάσα στιγμή τους λογαριασμούς της εναγόμενης
  2. Απέφυγαν επίσης, για προφανείς λόγους, να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο - το οποίο, ανάλογα, θα είχε την ευχέρεια να το αξιολογήσει υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπόθεσης - το γεγονός ότι η ενόρκως δηλούσα ήταν η μόνη και αποκλειστική διαχειρίστρια του λογαριασμού της Deutsche Bank AG (Vienna) και ως τέτοια θα μπορούσε να διαχειριστεί τα χρήματα που θα κατατίθεντο χωρίς την παρεμβολή οποιουδήποτε άλλου. Τέλος, στοιχείο επίσης ουσιαστικό στις περιπτώσεις μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο, οι Αιτητές παραβίασαν την υποχρέωση που είχαν να θέσουν στο στάδιο εκείνο τις θέσεις και ισχυρισμούς της αντίδικης πλευράς, ούτως ώστε ανάλογα να αξιολογηθούν. Πλήρη γνώση των ισχυρισμών των Καθ΄ ων η Αίτηση για όλο το πλέγμα των σχετικών γεγονότων είχαν, αφού μεταξύ των μερών έλαβαν ήδη χώρα άλλες διαδικασίες, όπου και αποτυπώθηκαν οι εκατέρωθεν προσεγγίσεις. Με τα όσα καταγράφονται το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, στην ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς. Οι αναφορές έγιναν προκειμένου να καταδειχθεί το ουσιαστικό των γεγονότων, τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των δεδομένων της υπόθεσης. Η υποχρέωση, συνοπτικά, που είχε η πλευρά των Αιτητών να θέσει το όλο φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο προσφυγής της μονομερώς, κατά τρόπο δίκαιο, για να αξιολογηθεί η σημασία τους και να σταθμιστεί η επίδρασή τους στην κρίση για έκδοση ή μη, στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Γεγονότα τα οποία γνώριζαν ή, το ελάχιστο, θα μπορούσαν να εξακριβώσουν με απλή εύλογη έρευνα. Η μη αποκάλυψή τους στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης, κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και των αρχών που διέπουν το ζήτημα έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων. Περαιτέρω, η όλη συμπεριφορά των Αιτητών δεν συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Ως αποτέλεσμα της εκτροπής αυτής η απόρριψη της Αίτησης και η ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων είναι αναπόφευκτη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, το Δικαστήριο θα προχωρήσει και στη, συνοπτική υπό τις συνθήκες, εξέταση της συνύπαρξης των προϋποθέσεων έκδοσης και διατήρησης σε ισχύ ενδιάμεσων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ 557. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Στην υπό κρίση περίπτωση εντοπίζεται θεμελιώδες πρόβλημα σε σχέση με το βάθρο στήριξης των Αιτητών, στην προσπάθειά τους να πετύχουν οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Θα επεξηγήσω, αφού τονίσω αρχικά ότι η μόνη δικογραφημένη σε αυτό το στάδιο θέση των εναγόντων-Αιτητών είναι τα όσα γενικά αποτυπώνονται στο γενικό κλητήριο ένταλμα. Αυτό για το λόγο ότι, όπως αναφέρθηκε στο αρχικό στάδιο της απόφασης, μέχρι και σήμερα δεν δόθηκαν λεπτομέρειες της απαίτησης αφού δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη η σχετική έκθεση απαίτησης. Είναι βεβαίως νομολογιακά αναγνωρισμένη η υποχρέωση ετοιμασίας χωρίς καθυστέρηση του πεδίου για εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, Goody's Evagorou Ltd (Γκούτις Ευαγόρου Λτδ) v. Lani Restaurants Ltd (Λάνι Ρέστοραντς Λτδ)
(1998)1 ΑΑΔ 1572, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. και A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 100/2008, ημερ. 14.7.2010). Στην υπόθεση Louis Vuitton τονίστηκε, per Curiam, ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Επομένως, επισημάνθηκε, ο διάδικος που επιδιώκει την τελική θεραπεία βαρύνεται να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης. Στην υπό αναφορά έφεση οι ενάγοντες παρέλειψαν να προωθήσουν την υπόθεσή τους, αφού μέχρι και την ακρόαση της έφεσης, τριάμισι περίπου χρόνια μετά την έγερση της αγωγής, δεν είχαν καταχωρήσει την έκθεση απαίτησής τους. Στις άλλες δύο αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι εφεσείοντες στρέφονταν κατά αποφάσεων πρωτόδικων δικαστηρίων, με τις οποίες απορρίφθηκαν αιτήματά τους για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Και στις δύο περιπτώσεις οι συγκεκριμένοι διάδικοι αδράνησαν, για σημαντικό χρονικό διάστημα, να καταχωρήσουν την έκθεση απαίτησής τους. Με αυτό ως δεδομένο, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις εφέσεις χωρίς εξέταση της ουσίας τους. Στην παρούσα υπόθεση τα δεδομένα της καθυστέρησης καταχώρησης έκθεσης απαίτησης διαφοροποιούνται, σε βαθμό που αυτή να δικαιολογείται και να μην οδηγεί, από μόνη της, σε μοιραία αποτελέσματα. Υπό αυτή την οπτική γωνία ό,τι ενδιαφέρει για τη συνέχεια της ενδιάμεσης απόφασης, είναι το γεγονός πως το μόνο υπόβαθρο που υπάρχει για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης, είναι το γενικό κλητήριο ένταλμα και τα όσα παρατίθενται στην ένορκο δήλωση της κας Παντελάκη. Το πλαίσιο ακρόασης αίτησης καθορίζεται, κατ΄ ακολουθία του Κανονισμού 4
(2)της Διαταγής 48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, «. στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Με αυτά ως δεδομένα, είναι απόλυτα ορθή η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου των Καθ΄ ων η Αίτηση, σύμφωνα με την οποία οι Αιτητές δεν έχουν παραθέσει ικανοποιητικά γεγονότα και αποδεκτή μαρτυρία στο Δικαστήριο, ούτως ώστε να στοιχειοθετείται αγώγιμο δικαίωμα κατά των εναγομένων και να παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει τις σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 32. Καθότι, το ελλιπές περιεχόμενο των γεγονότων που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση της κας Παντελάκη είναι αδύνατο να οδηγήσει σε αποκάλυψη βάσης αγωγής και σε αυτή δεν παρατίθεται ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστύλωση των εξεταζόμενων προϋποθέσεων έκδοσης διαταγμάτων. Προσθέτω ότι τα μόνα γεγονότα τα οποία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία συνδέονται με τη βάση αγωγής που καλύπτει το γενικό κλητήριο ένταλμα, είναι αυτά που με λεπτομέρεια παρατίθενται στη συνοδευτική της ένστασης ένορκο δήλωση του εναγόμενου 1, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που επισυνάπτονται. Τα όσα όμως με λεπτομέρεια εκτίθενται δεν στηρίζουν βεβαίως την υπόθεση των εναγόντων, ούτε και παρέχουν υπόβαθρο για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Υπενθυμίζω ότι οι θέσεις που προβάλλουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση παρέμειναν χωρίς αμφισβήτηση, αφού δεν προσβάλλονται ούτε με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ούτε με αντεξέταση. Τονίζω δε, προς ολοκλήρωση, ότι οι ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στο φάκελο της υπόθεσης και στα πλαίσια προηγούμενης διαδικασία έκδοσης διαταγμάτων, δεν βοηθούν την πλευρά των Αιτητών. Καθότι, πέραν του ότι τα οποιαδήποτε σχετικά στοιχεία θα έπρεπε να αποτελούν μέρος της παρούσας Αίτησης, τα όσα καταγράφονται στις προηγούμενες αυτές ένορκες δηλώσεις παρέμειναν υπό αμφισβήτηση, αφού οι διαδικασίες που τα αφορούσαν οδηγήθηκαν σε εκ συμφώνου εκδοθέντα, μετά από σειρά τροποποιήσεων, διατάγματα. Ως απόρροια όλων των πιο πάνω, τα προσωρινά διατάγματα ημερ. 20.7.2011 ακυρώνονται στην ολότητά τους. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγομένων 4, 9 και 10, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.