ΔΗΜΗΤΡΑ ΒΑΛΙΑΝΤΗ κ.α. ν. EUROLIFE LTD, Αγωγή αρ.: 8762/2005, 14 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A393 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε. Δ. Αγωγή αρ.: 8762/2005 Μεταξύ:
- ΔΗΜΗΤΡΑ ΒΑΛΙΑΝΤΗ
- ΑΘΗΝΑ ΧΑΤΖΗΠΑΥΛΟΥ Ενάγουσες -και- EUROLIFE LTD Εναγομένων 14 Οκτωβρίου, 2011 Για τις ενάγουσες αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Γ. Λοϊζου. Για τους εναγομένους, εμφανίζονται η κα Στ. Πολυβίου με την κα Κλ. Κραμβή για τους κ.κ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δια της αγωγής τους, πού κατεχώρισαν στις 22.11.05, οι ενάγουσες αρ. 1 και 2 («οι ενάγουσες» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστης) προβάλλουν, εναντίον των εναγομένων, ποικίλα αγώγιμα δικαιώματα: δικαίωμα αποκατάστασης (restitution) εν σχέσει με το ποσόν των Λ.Κ.20.000 που κατέβαλαν εν όψει προοπτικής σύναψης συμβολαίου, ακυρότητα σύμβασης συναφθείσας επί τη βάσει ψευδών παραστάσεων και παράβαση ουσιώδους συμβατικού όρου o οποίος αφορά στην απόδοση επένδυσης. Αναλόγως, οι επιδιωκόμενες θεραπείες διατυπώνονται κατά τρόπον εναλλακτικό. Ας σημειωθεί πώς η προβολή εναλλακτικών αγώγιμων δικαιωμάτων και η διατύπωση αντίστοιχων βάσεων αγωγής που τα υποστηρίζουν δεν είναι σπάνια. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο ενάγων δικαιούται να επιλέξει ποίαν από τις εναλλακτικές βάσεις αγωγής που δικογράφησε θα προωθήσει. Εφ' όσον δε επιτύχει να στοιχειοθετήσει τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτησή του είναι παραδεκτή η παροχή της κατάλληλης θεραπείας, ασχέτως του ακριβούς νομικού πέπλου υπό το οποίο τίθεται η απαίτηση (Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjin
(1992)1 A.A.Δ. 400, Maison Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 (B) A.A.Δ. 1156). Στην προκείμενη περίπτωση η διάζευξη δεν χαρακτηρίζει μόνον τα επίδικα αγώγιμα δικαιώματα και τις επιδιωκόμενες θεραπείες. Και η βάση της αγωγής δικογραφείται με πολλαπλές διαζεύξεις. Πληροφορίες που αφορούν τόσον στο ουσιώδες γεγονός της σύναψης ή όχι συμβολαίου μεταξύ των διαδίκων όσον και στο ουσιώδες γεγονός ποία ακριβώς από τις ενάγουσες είναι ο φορέας των επίδικων αγώγιμων δικαιωμάτων και ποία ακριβώς δικαιούται στις επίδικες θεραπείες δικογραφούνται, επίσης, κατά τρόπον διαζευκτικό με αποτέλεσμα οι πληροφορίες αυτές συχνά να αλληλοαποκλείονται ή και να αντιδιαστέλλονται. Συγκεκριμένα, στην έκθεση απαίτησης δικογραφούνται τα ακόλουθα: Περί το Νοέμβριο του έτους 1999, οι εναγόμενοι, μια εταιρεία ασχολουμένη με υπηρεσίες ασφάλισης και επενδύσεων, προέβηκε σε παραστάσεις προς την ενάγουσα αρ. 1 και/ή την ενάγουσα αρ. 2, απευθείας και/ή διαμέσου αντιπροσώπου αυτών, επιδιώκοντας τη συμμετοχή τους σε επενδυτικό πρόγραμμα ή τη σύναψη σχετικού συμβολαίου. Κατ' ακρίβειαν, οι εναγόμενοι, ενεργώντας διαμέσου εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους, παρέστησαν στην ενάγουσα αρ. 1 και/ή την ενάγουσα αρ. 2 ότι η συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο "Capital Investment Plan" θα απέφερε τόκο αμέσως και/ή, εν πάση περιπτώσει, σύντομα με επιτόκιο υψηλότερο του 6,5% ετησίως και μάλλον με επιτόκιο 10% ετησίως. Παρέστησαν, επίσης, στην ενάγουσα αρ. 1 και/ή την ενάγουσα αρ. 2 πώς το αρχικό κεφάλαιο που αυτές θα κατέθεταν δεν θα κινδύνευε και ούτε θα μειωνόταν, πως αυτό θα επενδυόταν κατά τρόπον κερδοφόρο και πως οι ίδιοι και/ή οι αντιπρόσωποί τους θα επεδείκνυαν το ευλόγως αναμενόμενο επίπεδο φροντίδας και προσοχής. Επηρεαζόμενες και/ή παρακινούμενες από αυτές τις παραστάσεις, η ενάγουσα αρ. 1 και/ή την ενάγουσα αρ. 2 υπέβαλαν, περί τις 16.11.99, γραπτή αίτηση για συμμετοχή στο "Capital Investment Plan", καταβάλλοντας στους εναγομένους το ποσόν των Λ.Κ.20.000-ως τους εζητήθη. Όμως, αυτή η γραπτή αίτηση και/ή πρόταση ήταν ελλειπής και δεν εδύνατο να αποτελέσει τη βάση για τη σύναψη σύμβασης. Επιπλέον, αυτή η γραπτή αίτηση και/ή πρόταση ουδέποτε έγινε αποδεκτή ανεπιφύλακτα και κατά τρόπον σαφή από τους εναγομένους. Συνεπώς, ουδεμία σύμβαση συνήφθηκε μεταξύ της ενάγουσας αρ. 1 και/ή της ενάγουσας αρ. 2 και των εναγομένων και οι πρώτες δικαιούνται σε αποκατάσταση εν σχέσει με τις Λ.Κ.20.000 που κατέβαλαν με την προοπτική σύναψης συμβολαίου. Διαζευκτικώς, η ενάγουσα αρ. 1 και/ή η ενάγουσα αρ. 2, επηρεαζόμενες από τις προαναφερθείσες παραστάσεις των εναγομένων, συνήψαν συμβόλαιο με αυτούς στα πλαίσια του οποίου κατέβαλαν το ποσόν των Λ.Κ.20.000. Ανέλαβαν τα χρήματα αυτά από τραπεζικό λογαριασμό τους ο οποίος έφερε τόκο με επιτόκιο 6,5% ετησίως. Οι όροι του συμβολαίου περιέχονται στα έγγραφα με τίτλο «Αίτηση για Capital Investment» και «Capital Investment Plan», τα οποία παρουσιάσθηκαν στην ενάγουσα αρ. 1 και/ ή την ενάγουσα αρ. 2 και υπεγράφησαν στις 16.11.99. Το έγγραφο με τίτλο «Όροι», το οποίο στάληκε από τους εναγομένους σε μεταγενέστερο στάδιο, ουδέποτε ενσωματώθηκε στο συμβόλαιο. Περαιτέρω, ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι του συμβολαίου είναι και οι ακόλουθοι: (α) οι παραστάσεις των εναγομένων προς την ενάγουσα αρ.1 και/ή την ενάγουσα αρ. 2 και/ή κάποιες από αυτές, (β) ο ιδιοκτήτης του «Capital Investment Plan» και/ή ο εκδοχέας αυτού θα είχε το δικαίωμα να ακυρώσει το συμβόλαιο εντός δέκα-τεσσάρων
(14)ημερών από την υπογραφή της αίτησης, αποστέλλοντας στους εναγομένους τη σχετική «Ειδοποίηση Ακύρωσης», (γ) οι εναγόμενοι θα προμήθευαν εγκαίρως τον αντισυμβαλλόμενό τους με την «Ειδοποίηση Ακύρωσης», (δ) οι εναγόμενοι θα κοινοποιούσε στην ενάγουσα αρ. 1 και/ή την ενάγουσα αρ. 2 όλους τους όρους του συμβολαίου και/ή όλους τους σημαντικούς όρους αυτού εγκαίρως και/ή εντός της προθεσμίας για την ακύρωσή του. Κατά παράβασιν όρων του συμβολαίου: (α) Το «Capital Investment Plan» ουδέποτε απέδωσε ως συνεφωνήθη, (β) το ποσόν των Λ.Κ.20.000 μειώθηκε σημαντικά, (γ) οι εναγόμενοι δεν κοινοποίησαν εγκαίρως στην ενάγουσα αρ. 1 και/την ενάγουσα αρ. 2 όλους τους σημαντικούς όρους του συμβολαίου και ούτε προμήθευσαν αυτές εγκαίρως με το έγγραφο που απαιτείτο για την ακύρωσή του. Εξ ου και η ενάγουσα αρ. 1 και/ή η ενάγουσα αρ. 2 στερήθηκαν του δικαιώματος έγκαιρης ακύρωσης του συμβολαίου. Τέλος, οι παραστάσεις απεδείχθησαν ψευδείς. Αυτές οι συμπεριφορές των εναγομένων προεκάλεσαν ζημιές και/ή απώλειες στην ενάγουσα αρ. 1 και/ή την ενάγουσα αρ. 2. Εξ ου και αυτές διεκδικούν αποζημιώσεις. Δια της υπεράσπισής τους οι εναγόμενοι απορρίπτουν όλα όσα οι ενάγουσες ισχυρίζονται καθώς και τις αξιώσεις τους. Προβάλλουν δε, υπό τη μορφή προκαταρκτικών υπερασπίσεων, τα ακόλουθα:
(1)Οι ενάγουσες εμποδίζονται λόγω δεδικασμένου εφ' όσον δεν διέκοψαν, ως η Δ.15 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών προβλέπει, την προηγούμενη αγωγή αρ. 1493/2002, η οποία αφορά στα ίδια θέματα και βασίζεται στα ίδια γεγονότα.
(2)Η ενάγουσα αρ. 2 δεν νομιμοποιείται να εγείρει την προκείμενη αγωγή εφ' όσον αποκλειστική ιδιοκτήτρια του συμβολαίου είναι η ενάγουσα αρ. 1.
(3)Οι ενάγουσες εμποδίζονται να προωθούν την προκείμενη αγωγή γιατί επέδειξαν υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρισή της (laches). Αυτή η καθυστέρηση καταλήγει σε κατάχρηση της διαδικασίας. Επί της ουσίας, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα ακόλουθα: Πράγματι, οι ίδιοι δραστηριοποιούνται στον τομέα των ασφαλειών ζωής και διεξάγουν τις εργασίες τους διαμέσου ανεξάρτητων αδειούχων ασφαλιστικών αντιπροσώπων. Οι ασφαλιστικοί αυτοί αντιπρόσωποι δεν είναι υπάλληλοί τους, αλλά αυτοεργοδοτούμενοι. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα αρ. 2 διαπραγματεύθηκε με τον ασφαλιστικό αντιπρόσωπο Ανδρέα Παστελλόπουλο για να συνάψει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο «Capital Investment Plan» για το ποσόν των Λ.Κ.20.
- Στις 16.11.99 η ενάγουσα αρ. 2 υπέβαλε σχετική αίτηση, το έντυπο υπό τον τίτλο «Αίτηση για Capital Investment», και υπέγραψε σχετική πρόταση για ασφάλιση, το έντυπο υπό τον τίτλο «Capital Investment Plan». Πρόκειται για κείμενα πλήρη τα οποία περιείχαν όλες τις σημαντικές πληροφορίες για το προτεινόμενο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Έτσι, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο συνήφθηκε και είναι καθ'όλα νόμιμο και έγκυρο. Επί της αίτησης με τίτλο «Αίτησης για Capital Investment» και επί του εντύπου υπό τον τίτλο «Capital Investment Plan», η ενάγουσα αρ. 2 δηλώνει ενυπογράφως, πρώτον, ότι ανέγνωσε και κατενόησε πλήρως το περιεχόμενο αυτών και, δεύτερον, ότι παρέλαβε το έντυπο υπό τον τίτλο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου», το ανέγνωσε και το κατενόησε. Η ενάγουσα αρ. 2, ως ιδιοκτήτρια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ζήτησε όπως αυτό μεταβιβαστεί στην ενάγουσα αρ.
- Το αίτημα ενεκρίθηκε και, έτσι, ιδιοκτήτρια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, και μάλιστα, αναδρομικώς από τις 16.11.99, κατέστη η ενάγουσα αρ.
- Ασφαλιζόμενο πρόσωπο παρέμεινε η ενάγουσα αρ.
- Στο έντυπο υπό τον τίτλο «Capital Investment Plan», το οποίο η ενάγουσα υπέγραψε, δηλώνοντας ότι ανέγνωσε και κατενόησε, περιέχεται και όρος: «ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ», ο οποίος διαλαμβάνει και τα εξής: «.Η πραγματική όμως απόδοση των επενδύσεων μπορεί να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη». Περαιτέρω, στο έντυπο υπό τον τίτλο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Σχεδίου», το οποίο η ενάγουσα, ως η ίδια εδήλωσε ενυπογράφως, επίσης ανέγνωσε και κατενόησε, περιέχεται και ο όρος «2.
- Επενδυτικός κίνδυνος» ο οποίος διαλαμβάνει και τα εξής: «Είναι δυνατόν οι τιμές των μονάδων να ανεβοκατεβαίνουν.υπάρχει το ενδεχόμενο να μην πάρετε πίσω το ποσό που επενδύσατε». Συνεπώς, η ενάγουσα αρ. 2 εμποδίζεται να ισχυρίζεται πως υπήρξαν, εκ μέρους τους, αντίθετες παραστάσεις. Η ενάγουσα αρ. 2 συνήψε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με ελεύθερη και ανεπηρέαστη βούληση. Εν πάση περιπτώσει, εάν έγιναν παραστάσεις αντίθετες προς τα όσα τα προαναφερθέντα έγγραφα διαλαμβάνουν, αυτές δεν τους δεσμεύουν. Η ενάγουσα αρ. 2 εμποδίζεται, επίσης, να ισχυρίζεται ότι δεν παρέλαβε εγκαίρως ουσιώδη έγγραφα συμπεριλαμβανομένης της «Ειδοποίησης Ακύρωσης», εφ' όσον αυτή εδήλωσε ενυπογράφως ότι τα παρέλαβε. Περαιτέρω, οι ίδιοι ουδέποτε εγγυήθηκαν το ποσόν των Λ.Κ.20.000 ούτε εγγυήθηκαν οιονδήποτε άλλο ποσόν εκτός από την καταβολή τουλάχιστον Λ.Κ.20.000 ως «ωφέλημα θανάτου». Τέλος, οι ενάγουσες δεν έλαβαν τα νόμιμα και εύλογα, υπό τις περιστάσεις, μέτρα για τον περιορισμό των ζημιών, τις οποίες, κατ' ισχυρισμόν, υπέστηκαν. Δεν κατεχωρίστηκε απάντηση. Ακολουθεί σκιαγράφηση και σχολιασμός της μαρτυρίας: Για να αποδείξουν την υπόθεσή τους οι ενάγουσες κατέθεσαν οι ίδιες. Η ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή κατέθεσε ως Μ.Ε.2 και η ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου κατέθεσε ως Μ.Ε.
- Κάλεσαν δε, ως μάρτυρες τους, τη μητέρα τους Μαρία Βαλιαντή (Μ.Ε.1), τον Ανδρέα Τζιωρτζή (Μ.Ε.3), Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσία και τον Σάββα Φιλίππου (Μ.Ε.4), υπάλληλο στο «Συνεργατικό Ταμιευτήριο Δασκάλων Κύπρου Λτδ» («το Συνεργατικό Ταμιευτήριο»). Για να προωθήσουν τις υπερασπίσεις τους οι εναγόμενοι κάλεσαν, ως μάρτυρες, τον Χριστόδουλο Προεστό (Μ.Υ.1), υπάλληλο τους, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατείχε τη θέση του Διευθυντή Ασφαλιστικών Υπηρεσιών και σήμερα κατέχει τη θέση του Διευθυντή της Εκπαιδευτικής Ακαδημίας, και τον συνεργάτη τους Ανδρέα Παστελλόπουλο (Μ.Υ.2), ανεξάρτητο, αδειούχο ασφαλιστικό σύμβουλο. Επιπλέον της προφορικής ένορκης μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μέρος αυτής είναι ουσιαστικό εφ' όσον φωτίζει κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης και είναι χρήσιμο για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας μαρτύρων. Αναφέρομαι στο έντυπο με τίτλο «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Capital Investment Plan» υπ' αριθμόν 90/0087295 (τεκμήριο 2), στο οποίο ενσωματώνονται τα έντυπα με τίτλο «Αίτηση για Capital Investment» και «Capital Investment Plan», συμπληρωμένα και υπογεγραμμένα, στις 16.11.99, από την ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου και τον Ανδρέα Παστελλόπουλο, ως ασφαλιστικό αντιπρόσωπο, την επιστολή των εναγομένων προς την ενάγουσα αρ. 1 ημερ. 28.3.00, δια της οποίας αυτή πληροφορείται πως κατέστη ιδιοκτήτρια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου (τεκμήριο 3), την «Αίτηση για Capital Investment», εκδοθείσα από τους εναγομένους και υπογεγραμμένη, στις 16.11.99, από την ενάγουσα αρ. 2, ως προτεινομένη για ασφάλεια, και από τον Ανδρέα Παστελλόπουλο, ως ασφαλιστικό αντιπρόσωπο (τεκμήριο 7), το «Capital Investment Plan», εκδοθέν από τους εναγομένους και υπογεγραμμένο, στις 16.11.99, από την ενάγουσα αρ. 2, ως υποψηφία, και τον Ανδρέα Παστελλόπουλο, ως ασφαλιστικό αντιπρόσωπο (τεκμήριο 8), το «Έγγραφο Μεταβίβασης Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου», ημερ. 16.11.99, υπογεγραμμένο από την ενάγουσα αρ. 2 ως μεταβιβάζουσα (τεκμήριο 9), τις επιστολές των εναγομένων ημερ. 9.5.05 και 20.12.2000 δια των οποίων οι ενάγουσες πληροφορούνται για την αξία του επενδυτικού σχεδίου (τεκμήρια 13 και 14 αντιστοίχως), το δείγμα εντύπου με τίτλο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου» (τεκμήριο 16), την απόδειξη παραλαβής του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ημερ. 23.3.00, υπογραμμένη από τη Μαρία Βαλιαντή (Μ.Ε.1) (τεκμήριο 18), το φάκελο διαδικασίας της αγωγής αρ. 1493/2000 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Δημήτρα Βαλιαντή κ.α. ν. Eurolife Ltd (τεκμήριο 21), την «Κατάσταση Επιτοκίου Προθεσμίας για την Περίοδο 14.11.99 έως 03.03.2010» και το έντυπο υπό τον τίτλο «Έλεγχος Τόκων για Γραμμάτιο 20.000 Λιρών», εκδοθέντα από Συνεργατικό Ταμιευτήριο (τεκμήρια 22 και 23, αντιστοίχως) την απόδειξη πληρωμής ημερ. 15.11.99 για το ποσόν των Λ.Κ.20.000, η οποία εξεδόθηκε από τους εναγομένους και η οποία παρουσιάζει ως πληρώσασα, την ενάγουσα αρ. 2 (τεκμήριο 26), το δείγμα δίπτυχου εντύπου εκδοθέντος από τους εναγομένους όπου το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο «Αίτηση για Capital Investment" και το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου» (τεκμήριο 35) και την επιταγή ημερ. 12.11.99, εκδοθείσα από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο για το ποσόν των Λ.Κ.20.000 με δικαιούχο την ενάγουσα αρ. 1 (τεκμήριο 39). Η Μαρία Βαλιαντή (Μ.Ε.1), η οποία, εκ των πραγμάτων, ανέλαβε να αποδείξει τις, κατ' ισχυρισμόν, ψευδείς παραστάσεις δήλωσε τα εξής: Περί τον Νοέμβριο του έτους 1999 και επειδή ήθελε να εκμεταλλευθεί περαιτέρω το ποσόν των Λ.Κ.20.000 το οποίο διέθετε η φοιτήτρια θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή και το οποίο ήταν κατατεθειμένο σε τοκοφόρο λογαριασμό στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο, με δική της πρωτοβουλία, συναντήθηκε με τον Ανδρέα Παστελλόπουλο, ασφαλιστικό αντιπρόσωπο των εναγομένων. Η συνάντηση αυτή έλαβε χώρα περί τις 13.11.99 και οι δύο συζήτησαν για τη δυνατότητα επένδυσης των χρημάτων αυτών σε κάποιο σχέδιο το οποίο θα απέφερε τόκο με επιτόκιο υψηλότερο του 6,5% ετησίως. Η ίδια επέμεινε στη συγκεκριμένη αυτή προϋπόθεση εφ' όσον το Συνεργατικό Ταμιευτήριο προσέφερε, για τις εκεί κατατεθειμένες Λ.Κ.20.000, επιτόκιο 6,5% ετησίως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων ανά εξάμηνο. Επίσης, η ιδία κατέστησε σαφές στον Ανδρέα Παστελλόπουλο πως ενδιαφερόταν να επενδύσει το ποσόν των Λ.Κ.20.000 μόνον για ένα έτος με δυνατότητα ανανέωσης, πως οιαδήποτε πρότασή του θα έπρεπε να παρείχε ασφάλεια τόσον στο κεφάλαιο των Λ.Κ.20.000 όσον και στην απόδοσή του και πως την τελική απόφαση για επένδυση θα την ελάμβανε η θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή, στην οποία ανήκαν οι Λ.Κ.20.
- Ο Ανδρέας Παστελλόπουλος, ο οποίος παρουσιαζόταν ως αντιπρόσωπος των εναγομένων, ως καλός γνώστης των σχετικών ζητημάτων και ως έμπειρος ασφαλιστής, αντελήφθηκε τις προϋποθέσεις αυτές και τη διαβεβαίωσε, κατά τρόπον κατηγορηματικό, πειστικό και καθησυχαστικό, πως η συμμετοχή σε συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο ικανοποιούσε πλήρως τις προϋποθέσεις αυτές: Της προέτεινε ένα επενδυτικό σχέδιο το οποίο παρουσίασε ως απολύτως ασφαλές, τόσον εν σχέσει με το κεφάλαιο των Λ.Κ.20.000, όσον και εν σχέσει με την απόδοσή του. Της προέτεινε «ένα σχέδιο βάσει του οποίου κάθε μήνα θα γινόταν υπολογισμός των κερδών τα οποία θα προσετίθεντο στο κεφάλαιο της και το επιτόκιο θα ήταν περί τα 10% ετησίως, άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο. Όμως τη βεβαίωσε για μέσο όρο επιτοκίου 10%». Της εξήγησε πως η άμεση και βέβαιη κερδοφορία του σχεδίου αυτού εξασφαλιζόταν με τη «διασπορά επενδύσεων της Eurolife σε διάφορους επενδυτικούς τομείς». Η ίδια απήντησε πως θα μετέφερε τις παραστάσεις αυτές στη θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή, η οποία και θα ελάμβανε την τελική απόφαση. Επειδή δε η ενδιαφερόμενη θυγατέρα της φοιτούσε στο εξωτερικό, ο Ανδρέας Παστελλόπουλος εισηγήθηκε όπως το όποιο συμβόλαιο συναφθεί με την δεύτερη θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου, η οποία, άμα τη συνάψει του συμβολαίου, θα το εκχωρούσε αμέσως στην αδελφή της. Πράγματι, τις αμέσως επόμενες ημέρες η ίδια επεσκέφθηκε τη θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή στο εξωτερικό και της μετέφερε επ' ακριβώς τις παραστάσεις του Ανδρέα Παστελλόπουλου. Βασιζομένη σε αυτές τις παραστάσεις η θυγατέρα της πείστηκε για το επωφελές της συγκεκριμένης επένδυσης, απεφάσισε «τη μεταφορά των λεφτών αυτών...στην Eurolife» και εξουσιοδότησε την αδελφή της ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου να προβεί στα απαραίτητα διαβήματα εκ μέρους της. Ο Ανδρέας Παστελλόπουλος επεσκέφθηκε την θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου στην οικία της, της επανέλαβε τις κρίσιμες παραστάσεις και της ζήτησε να υπογράψει τα σχετικά έγγραφα. Αυτή το έπραξε παραδίδοντάς του και την επιταγή για το ποσόν των Λ.Κ.20.
- Μήνες αργότερα η ίδια παρέλαβε το ασφαλιστήριο έγγραφο (τεκμήριο 2) και υπέγραψε το σχετικό έντυπο παραλαβής (τεκμήριο 3) χωρίς, όμως, να ελέγξει τι ακριβώς υπέγραφε. Στη συνέχεια αντελήφθηκε ότι στο εν λόγω συμβόλαιο καταγραφόταν λανθασμένα το όνομα της ιδιοκτήτριας, ενημέρωσε τον Ανδρέα Παστελλόπουλο και έγινε αμέσως η αναγκαία διόρθωση έτσι ώστε να παρουσιάζεται, ως ιδιοκτήτρια του συμβολαίου, η θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή. Ένα περίπου έτος μετά τη σύναψη του συμβολαίου, η ίδια ενδιαφέρθηκε να μάθει για την αξία του επενδυτικού σχεδίου. Έκπληκτη πληροφορήθηκε πως η αξία του συμβολαίου ανήρχετο περί τις Λ.Κ.13.
- Δεν ενδιαφέρθηκε ενωρίτερα για την αξία του επενδυτικού σχεδίου γιατί, σύμφωνα με όρο του συμβολαίου, εάν εξαγόραζε το επενδυτικό σχέδιο πριν από τη λήξη ενός έτους από τη σύναψη του συμβολαίου, θα κατέβαλλε το 10% της αξίας του. Μόλις πληροφορήθηκε γι' αυτή την τεράστια μείωση του κεφαλαίου που επένδυσε ένιωσε εξαπατημένη και, σε συνεννόηση με τη θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή, επεκοινώνησε με διάφορους αρμοδίους εκφράζοντας τα σφοδρά παράπονά της. Η κυρίως εξέταση της Μαρίας Βαλιαντή (Μ.Ε.1) τελείωσε με τη δήλωσή της πως η θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή δεν προχωρεί στην εξαγορά του επενδυτικού σχεδίου γιατί, εάν το πράξει, η χρηματική απώλειά της θα είναι μεγάλη και ζητώντας αποκατάσταση. Κατά την αντεξέτασή της η μάρτυς επέμεινε σε όλα όσα ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή της και απέρριψε με σθένος όλες τις υποβολές περί των αντιθέτων. Περαιτέρω, η μάρτυρας επιβεβαίωσε το γεγονός πως η ίδια και η θυγατέρα της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή γνωρίζουν ότι «δικαιού(νται) ανά πάσαν στιγμήν να εξαργυρώσου(ν) το συμβόλαιο». Όμως, συνέχισε, «δεν ζήτησα(ν) να το εξαργυρώσουν γιατί ήταν πάντα χαμηλότερο από το κεφάλαιο». Η παρουσία της Μαρίας Βαλιαντή (Μ.Ε.1) στο εδώλιο του μάρτυρος απεκάλυψε μία γυναίκα ώριμης ηλικίας, με αντίληψη, άνεση και ετοιμότητα στο λόγο, η οποία ενδιαφέρεται για τις θυγατέρες της και διεκδικεί το καλύτερο γι' αυτές. Η ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή (Μ.Ε.2) είναι σήμερα κάτοχος διδακτορικού τίτλου στα νομικά και κατέχει θέση εσωτερικής νομικής συμβούλου στο Σύνδεσμο Τραπεζών Κύπρου. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν τριτοετής φοιτήτρια νομικής σε Βρεττανικό Πανεπιστήμιο. Ενώπιον του Δικαστηρίου αυτή επανέλαβε, ως εξ ακοής μαρτυρία, όσα η μητέρα της Μαρία Βαλιαντή (Μ.Ε.1) ανέφερε περί των παραστάσεων του Ανδρέα Παστελλόπουλου και επιβεβαίωσε ότι η ίδια δεν είχε ουδεμία επαφή μαζί του. Επανέλαβε, επίσης, τον ισχυρισμό πως το ποσόν των Λ.Κ.20.000, το οποίο κατέθεσε στους εναγομένους, το ανέλαβε από τοκοφόρο λογαριασμό της στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο με επιτόκιο 6,5% ετησίως. Ισχυρίστηκε πως εάν δεν μεσολαβούσαν οι παραστάσεις του Ανδρέα Παστελλόπουλου τα χρήματα αυτά θα παρέμειναν κατατεθειμένα στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο και θα απέδιδαν τόκους με το συγκεκριμένο επιτόκιο. Όμως, επειδή οι παραστάσεις του Ανδρέα Παστελλόπουλου, όπως αυτές τις μετεφέρθηκαν από την μητέρα της, ήταν ελκυστικές και πειστικές, η ίδια έλαβε την απόφαση και απεδέχτηκε την πρότασή του. Δεν ενδιαφέρθηκε να δει και να διαβάσει τα έγγραφα τα οποία ο Ανδρέας Παστελλόπουλος παρέδωσε στη μητέρα και την αδελφή της εφ' όσον «τα θέματα ήσαν απλά και η μητέρα (της) είχε αντίληψη και ορθά (της) μετέφερε την πρόταση». Όμως η μάρτυς δέχθηκε πως γνώριζε εξ αρχής πως «το συμβόλαιο (της) ήταν συνδεδεμένο με επενδυτικές μονάδες». Περαιτέρω, με λόγο εμφαντικό, δήλωσε πως το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (τεκμήριο 2) δεν περιέχει όρο ο οποίος να επιτρέπει την μείωση του κεφαλαίου. Ό,τι επιτρέπεται δια του συμβολαίου αυτού είναι η μείωση της απόδοσης. Και συνέχισε ισχυριζομένη πως ο όρος «απόδοση ισούται πάντα με θετικό πρόσημο και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ισούται με ζημία». Κατά την αντεξέτασή της, η ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή (Μ.Ε.2) επέμεινε πως η αδελφή της ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου υπέγραψε τα διάφορα έγγραφα που της παρουσίασε ο Ανδρέας Παστελλόπουλος χωρίς να τα διαβάσει γιατί δεν είχε σχετικές οδηγίες της. Επέμεινε, ακόμη, πως η μητέρα της Μαρία Βαλιαντή (Μ.Ε.2) υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής του επίδικου ασφαλιστηρίου συμβολαίου (τεκμήριο 18) χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενό του γιατί, ομοίως, δεν είχε σχετικές οδηγίες της. Περαιτέρω, αυτή επιβεβαίωσε πως γνωρίζει περί του δικαιώματός της να τερματίσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και να εξαργυρώσει το επενδυτικό σχέδιο ανά πάσαν στιγμήν. Όμως δεν ασκεί το δικαίωμα αυτό επειδή θα ζημιώσει. Η ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή (Μ.Ε.2) κατέληξε πως δικαιούται να αποζημιωθεί στο ισόποσον των Λ.Κ.20.000, επιπλέον τόκους με επιτόκιο 6,5%. Η παρουσία της ενάγουσας αρ. 1 Δήμητρας Βαλιαντή (Μ.Ε.2) στο εδώλιο του μάρτυρος απεκάλυψε μία νεαρή γυναίκα δυναμική και διεκδικητική, με ταχεία σκέψη και αντίδραση. Ο Αντρέας Τζιωρτζής (Μ.Ε.3) κατέθεσε το φάκελο της διαδικασίας στην αγωγή αρ. 1493/2002 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Δήμητρα Βαλιαντή κ.α. ν. Eurolife Ltd (τεκμήριο 21). Ο Σάββας Φιλίππου (Μ.Ε.4) πληροφόρησε για το ουσιώδες γεγονός πως ο λογαριασμός τον οποίο η ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή (Μ.Ε.2) διατηρούσε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο και από τον οποίο εξεδόθηκε η επιταγή για το ποσόν των Λ.Κ.20.000 (τεκμήριο 39) ήταν τοκοφόρος με επιτόκιο κυμαινόμενο και όχι σταθερό. Κατά την περίοδο από τις 14.11.99 έως και τις 31.10.09 το επιτόκιο αυτό μετεβλήθηκε κατ' επανάληψιν. Η μέγιστη τιμή του ήταν 6.5% και αυτή ίσχυσε μόνον για την περίοδο από τις 14.11.99 έως και τις 4.11.2001, ενώ η ελάχιστη τιμή του ήταν 3,75% για διάφορες περιόδους (τεκμήρια 22 και 23). Η ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου (Μ.Ε.5), η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στο δημόσιο ως γραμματειακός λειτουργός, δήλωσε, κατ' αρχάς, πως η συμμετοχή της στην επίδικη συναλλαγή είναι μόνον τυπική και οφείλεται στο γεγονός ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η αδελφή της ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή απουσίαζε στο εξωτερικό για σπουδές. Η ίδια ανέλαβε να εξυπηρετήσει την αδελφή της εκτελώντας τις οδηγίες της. Η ίδια δεν έλαβε οιανδήποτε απόφαση, δεν υπέστηκε οιανδήποτε ζημία και δεν διεκδικεί ο,τιδήποτε. Εξ ου και η παρουσία της στην προκείμενη αγωγή, είναι ομοίως, τυπική. Η μάρτυς ισχυρίστηκε πως όταν στις 15.11.99 ο Ανδρέας Παστελλόπουλος την επεσκέφθηκε στην οικία της, για να της παρουσιάσει τα διάφορα έγγραφα προς υπογραφή, της επανέλαβε τις επίδικες παραστάσεις. Ανυποψίαστη υπέγραψε την «Αίτηση για Capital Investment», το έντυπο υπό τον τίτλο «Capital Investment Plan» και το «Έγγραφο Μεταβιβάσεως Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου» (τεκμήρια 7 έως 9 αντιστοίχως). Πριν υπογράψει διάβασε τα έγγραφα αυτά χωρίς, όμως, να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στο περιεχόμενό τους. Άλλωστε, ο Ανδρέας Παστελλόπουλος δεν της επέστησε την προσοχή σε οιονδήποτε όρο και η ίδια δεν ήθελε να τον καθυστερήσει γιατί φαινόταν βιαστικός. Η ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου (Μ.Ε.5) επιβεβαίωσε το γεγονός πως η ίδια παρέδωσε τον Ανδρέα Παστελλόπουλο την επιταγή για το ποσόν των Λ.Κ.20.000 (τεκμήριο 39) και αυτός της παρέδωσε τη σχετική απόδειξη είσπραξης (τεκμήριο 26). Η απόδειξη αυτή ήταν και το μόνο έγγραφο το οποίο της παρέδωσε ο συγκεκριμένος ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Ετοιμότητα, δυναμισμό και διεκδικητικότητα μετέδιδε και ο λόγος της ενάγουσας αρ. 2 Αθηνάς Χατζηπαύλου (Μ.Ε.5) ενόσω αυτή κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο Χριστόδουλος Προεστός (Μ.Υ.1), κάτοχος ακαδημαϊκών και επαγγελματικών προσόντων και τίτλων στα οικονομικά και τις εργασίες στον ασφαλιστικό τομέα και με σχετική πολύχρονη πείρα δήλωσε τα εξής: «.Στις 16.11.1999 η κα Αθηνά Χ" Παύλου είχε συνάψει ασφαλιστήριο συμβόλαιο τύπου Capital Investment Plan με αριθμό 90/0087295 με την εναγόμενη εταιρεία.. Η υπογραφή της αίτησης για το Capital Investment Plan ακολούθησε, ..τη συνάντηση που είχε η μητέρα της κας Αθηνάς Χ" Παύλου, κα Μαρία Βαλιαντή, με τον κ.Παστελλόπουλο, ο οποίος κατά τον ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο ήταν ανεξάρτητος ασφαλιστικός σύμβουλος, ενώ την ημέρα σύναψης του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου μεταβιβάστηκε και η ιδιοκτησία αυτού στην αδελφή της κας Αθηνάς Χ" Παύλου, κα Δήμητρα Βαλιαντή.. To Capital Investment Plan είναι ένα επενδυτικό σχέδιο χωρίς ημερομηνία λήξης, συνδεδεμένο με επενδυτικές μονάδες (Unit -Linked). To εφ' άπαξ ασφάλιστρο επενδύθηκε στο Επενδυτικό Ταμείο της Eurolife και παρέχεται επιπλέον κάλυψη σε περίπτωση θανάτου χωρίς επιπρόσθετο κόστος, με βάση την οποία σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, πληρώνεται τουλάχιστο το εκάστοτε ασφαλισμένο ποσό..το ποσό που κατατέθηκε ήταν £20.000.- και το ποσοστό του ασφαλισμένου ποσού ήταν 101% δηλαδή £20.
- Κατανεμήθηκαν, ειδικότερα, 3140.55 μονάδες ισάξιο του ποσού των £20.200.-με την τρέχουσα τιμή προσφοράς που ήταν κατά τη δεδομένη ημερομηνία £6.432.- (έξι λίρες 432)..Είναι απαράβατη αρχή της Eurolife να φροντίζει ώστε οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι να ενημερώνουν δεόντως τους προτιθέμενους ασφαλιζόμενους σε σχέση με του όρους των ασφαλιστηρίων συμβολαίων αλλά και τους κινδύνους που διατρέχουν με την υπογραφή των εν λόγω συμβολαίων. Ειδικότερα, η Eurolife τόνιζε ότι θα έπρεπε να έλθει στην αντίληψη του προτείνοντα ότι το κεφάλαιο δεν είναι εγγυημένο και ότι τους επενδυτικούς κινδύνους αναλάμβανε ο ιδιοκτήτης του ασφαλιστηρίου. Εφόσον, δε στην συγκεκριμένη περίπτωση , η Eurolife με την παραλαβή των σχετικών εγγράφων , ικανοποιήθηκε ότι η ασφαλισμένη είχε υπογράψει ότι είχε κατανοήσει τις Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου όπως και όλους τους όρους της Πρότασης έκρινε ότι ο κ.Παστελλόπουλος, είχε ακολουθήσει πιστά τις διαδικασίες που η Eurolife τηρεί ανελλειπώς.. Όσον αφορά την φύση του επίδικου ασφαλιστηρίου, ο μάρτυς ανέφερε τα εξής: «Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά ασφαλιστικά σχέδια, στα οποία δεν υπάρχει άμεση σχέση ανάμεσα στην επενδυτική απόδοση του Ασφαλιστικού Ταμείου και των ωφελημάτων των Ασφαλισμένων, τα ασφάλιστρα που επενδύονται σε Επενδυτικό Ταμείο Συνδεδεμένο με Μονάδες (Unit Linked Insurance Fund), είτε αυτά είναι Εφ' Άπαξ είτε με Τακτικές Πληρωμές, αγοράζουν Μονάδες του Ταμείου και συμμετέχουν άμεσα στην επενδυτική απόδοση του Ταμείου, (δηλαδή και στα κέρδη και στις ζημιές). Αυτό είναι βασική αρχή της λειτουργίας όλων των Ταμείων που είναι συνδεδεμένα με Επενδυτικές Μονάδες και κάθε επένδυση σε αυτά, (όπως για παράδειγμα μια επένδυση σε "Unit Trust" ή σε "Mutual Fund" (αμοιβαία κεφάλαια) , αναπόφευκτα σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης συμμετέχει πλήρως τόσο στα επενδυτικά κέρδη του Ταμείου όσο και στις επενδυτικές ζημιές. Αν ακόμη ληφθεί υπόψιν το γεγονός ότι τα Unit Linked Insurance Funds επιδιώκοντας την επίτευξη ψηλότερων αποδόσεων μακροχρόνια , επενδύουν μέχρι ενός σημείου σε κατηγορίες επενδύσεων με μεγαλύτερο επενδυτικό κίνδυνο, όπως μετοχές δημοσίων εταιρειών, πάντα υπάρχει ο κίνδυνος ότι σε κάποια χρονική περίοδο η επενδυτική απόδοση αυτών των Ταμείων να είναι αρνητική. Το ενδεχόμενο αυτό αποτελεί μια γνωστή σε όλους θεμελιώδη αρχή της λειτουργίας των Unit Linked Insurance Funds. Όλες οι προειδοποιήσεις που περιέχονται στην Αίτηση Ασφάλισης καθώς επίσης και στην Πρόσκληση για Ασφάλιση (Quotation), είναι επιπρόσθετα προς τις πιο πάνω Θεμελιώδεις Αρχές που αφορούν την λειτουργία των Unit Linked Insurance Funds και γίνονται για να τονίσουν αυτά που εξ ορισμού αποτελούν χαρακτηριστικά του Ταμείου. Σημειωτέον ότι τόσο η Αίτηση, όσο και η Πρόσκληση, περιέχουν ενυπόγραφη Δήλωση του Ιδιοκτήτη του ασφαλιστηρίου ότι ανέγνωσε και κατενόησε όλους τους όρους των εντύπων. Οι προειδοποιήσεις για τους επενδυτικούς κινδύνους που περιέχονται στα έντυπα της Eurolife είναι σε κάθε περίπτωση απόλυτα ικανοποιητικές, ιδιαίτερα εάν συνδυαστούν με τις πιο πάνω θεμελιώδεις Αρχές των Unit Linked Insurance Funds, εφόσον αναφέρεται σ' αυτές ότι : «... η τιμή της Μονάδος ανεβοκατεβαίνει...» και «...υπάρχει το ενδεχόμενο να μην πάρετε πίσω το πόσον που επενδύσατε...» Είναι αυτονόητο ότι όταν η αξία των επενδύσεων πέφτει, σημαίνει ότι επέρχονται επενδυτικές ζημιές»: (δείτε στο έγγραφο αρ. 1). Επίσης, ο Χριστόδουλος Προεστός (Μ.Υ.1) ανέφερε πως τα έντυπα τα οποία οι εναγόμενοι παρουσιάζουν για τη σύναψη συμβολαίων ως το επίδικο, δηλαδή τα τεκμήρια 7, 8, 16 και 35, ελέγχονται ως προς το περιεχόμενο και την επάρκειά τους αυστηρά από τον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών. Τα έγγραφα αυτά είναι πλήρη και περιέχουν όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται να γνωρίζει κάθε ενδιαφερόμενος για να συνάψει επενδυτικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως το επίδικο. Τέλος, ο μάρτυρας χαρακτήρισε τον Ανδρέα Παστελλόπουλο ως ένα έμπειρο ασφαλιστικό αντιπρόσωπο, συνεργαζόμενο με τους εναγομένους επί μακρόν, αδιαμφισβήτητα ικανό, ο οποίος δεν έχει ιστορικό παράβασης των καθηκόντων του. Τέλος ο Ανδρέας Παστελλόπουλος (Μ.Υ.2) ανέφερε τα εξής: «Στις 16.11.1999 είχ(ε) συνάντηση με την κα Αθηνά Χ" Παύλου η οποία και σύναψε ασφαλιστήριο συμβόλαιο τύπου Capital Investment Plan με αριθμό 90/0087295 με την εναγόμενη εταιρεία.Η υπογραφή της αίτησης για το Capital Investment Plan ακολούθησε τη συνάντηση που είχ(ε) με την μητέρα της κας Αθηνάς Χ" Παύλου, κα Μαρία Βαλιαντή. Την ημέρα σύναψης του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου μεταβιβάστηκε και η ιδιοκτησία αυτού στην αδελφή της κας Αθηνάς Χ" Παύλου, κα Δήμητρα Βαλιαντή..To Capital Investment Plan είναι ένα επενδυτικό σχέδιο χωρίς ημερομηνία λήξης, συνδεδεμένο με επενδυτικές μονάδες (Unit -Linked). Το εφ' άπαξ ασφάλιστρο επενδύθηκε στο Επενδυτικό Ταμείο της Eurolife και παρέχεται επιπλέον κάλυψη σε περίπτωση θανάτου χωρίς επιπρόσθετο κόστος, με βάση την οποία σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, πληρώνεται τουλάχιστο το εκάστοτε ασφαλισμένο ποσό.Τόσο η αίτηση για το Capital Investment Plan.όσο και το έγγραφο με τίτλο Capital Investment Plan..υπογράφτηκαν από την κα Αθηνά Χ" Παύλου το οποίο μεταβίβασε στην αδελφή της Δήμητρα Βαλιαντή την ίδια μέρα, δηλαδή 16.11.
- Ειδικότερα,.με την υπογραφή της αίτησης για Capital Investment Plan..η κα Αθηνά Χ" Παύλου δήλωσε υπεύθυνα ότι όλα τα αναφερόμενα στοιχεία στην αίτηση είναι πλήρη και αληθινά, απ' ότι καλύτερα γνωρίζει και πιστεύει και ότι επίσης της παραδόθηκε το έντυπο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου». Επιπλέον, με την υπογραφή του εγγράφου με τίτλο «Capital Investment Plan»..η Αθηνά Χ'Παύλου δήλωσε ότι ανέγνωσε και κατανόησε όλες τις πληροφορίες που περιέχονται στην πρόταση για ασφάλιση και στο έντυπο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου».. Σαν μέρος της δουλειάς που παρουσιάζ(ει) ασφαλιστικά προϊόντα της εναγόμενης εταιρείας. Στην παρούσα περίπτωση το ασφαλιστικό προϊόν αφορά σε Επενδυτικό Σχέδιο. Σε περιπτώσεις τέτοιας φύσης αυτά που κάνω κατά την παρουσίαση του προϊόντος είναι τα ακόλουθα: (α) Γίνεται πάντοτε η επεξήγηση του Επενδυτικού Σχεδίου. Αναφέρω στον πελάτη πως η εταιρεία επενδύει σε διάφορους τομείς όπως, Μετοχές Δημοσίων Εταιρειών δια μέσου του ΧΑΚ, Στεγαστικά Δάνεια, Ακίνητη Περιουσία, Καταθέσεις, Μετοχές Δημοσίων Εταιρειών στο εξωτερικό κ.λ.π. (β) Τονίζ(ει) ότι όλες οι Ασφαλιστικές Εταιρείες Κλάδου Ζωής, διέπονται από την Κυπριακή Νομοθεσία και τα ποσοστά των επενδύσεων σε κάθε τομέα γίνονται όπως καθορίζονται από την Έφορο Ασφαλειών. (γ) Επεξηγ(εί) πως στα Επενδυτικά Σχέδια πάντοτε υπάρχει ο κίνδυνος, ο πελάτης να μην πάρει πίσω όλα του τα χρήματα και αυτό εξαρτάται από διάφορες καταστάσεις. Για παράδειγμα μια οικονομική κρίση, η οποία θα επηρεάσει την αγορά και κατ' επέκταση τις διάφορες επενδύσεις σε όλους τους τομείς. (δ) Αναφορικά με το συγκεκριμένο σχέδιο, το CAPITAL INVESTMENT. η επεξήγηση είναι ακόμα πιο λεπτομερής, διότι ο κάθε πελάτης καταθέτει εφάπαξ ποσό και εκεί ο κίνδυνος να μειωθεί το αρχικό ποσό είναι μεγαλύτερος. Εκείνο το οποίο τονίζει είναι πως σε περίπτωση που ο πελάτης αποβιώσει, η εταιρεία έχει μόνο δύο επιλογές. (i) Να επιστρέψει το κατατεθειμένο ποσό, συν τα κέρδη εάν υπάρχουν στους Νόμιμους Κληρονόμους.(ii) Εάν το κατατεθειμένο ποσό είναι λιγότερο λόγω μειωμένης απόδοσης από τις επενδύσεις, τότε η εταιρεία εγγυάται την επιστροφή ολόκληρου του ποσού στους Νόμιμους Κληρονόμους. ΜΟΝΟ σε αυτή την περίπτωση υπάρχει εγγύηση για το κατατεθειμένο ποσό. (ε) ..στα Επενδυτικά Σχέδια δεν υπάρχουν εγγυημένες αποδόσεις. (δείτε το έγγραφο αρ. 2). Ο μάρτυς προσέθεσε πως συνομιλώντας με τη Μαρία Βαλιαντή (Μ.Ε.1) και την ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου (Μ.Ε.5) σχημάτισε την εντύπωση πως επρόκειτο για γυναίκες με αντίληψη και πως κατανοούσαν όσα τους ανέφερε. Ας σημειωθεί πως τα όσα οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρξαν ευθυγραμμισμένα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων, σύμφωνα με τις ενυπόγραφες δηλώσεις της Μαρίας Βαλιαντή (Μ.Ε.1), επί του τεκμηρίου 18, και της ενάγουσας αρ. 2 Αθηνάς Χατζηπαύλου (Μ.Ε.5) επί των τεκμηρίων 7, 8 και
- και σύμφωνα με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 7,8,16 και
- Το γεγονός αυτό καθώς επίσης και η σαφήνεια, η αμεσότητα και η ευθύτητα του λόγου των μαρτύρων αυτών μου δημιουργεί την πεποίθηση πως πρόκειται για πρόσωπα αξιόπιστα. Δέχομαι έτσι ως αληθή και ορθά όλα όσα ο Χριστόδουλος Προεστός (Μ.Υ.1) και ο Ανδρέας Παστελόπουλλος (Μ.Υ.2) δήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τα κρίσιμα γεγονότα. Έχω εξετάσει τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και έχω διεξέλθει τη μαρτυρία: Διαπιστώνω, κατ' αρχάς, πως η διαδικασία απόσυρσης της αγωγής αρ. 1493/2002, (Ε.Δ. Λευκωσίας) Δήμητρα Βαλιαντή κ.α. ν. Eurolife Ltd, η οποία, πράγματι, αφορούσε σε ζητήματα ως τα επίδικα και βασιζόταν στα ίδια γεγονότα, έγινε κατά τρόπον που επιτρέπει στις ενάγουσες να επανέλθουν με την προκείμενη αγωγή. Συναφώς αναφέρω πως η Δ.15, η οποία έχει ως πρότυπο την Order 26 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών, κατήργησε προηγούμενο δικονομικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων εδικαιούτο να εγκαταλείψει την αγωγή του οποτεδήποτε πριν από την έκδοση απόφασης κατά βούλησιν και χωρίς συνέπειες. Σήμερα, επί τη βάσει των όσων ορίζει η Δ.15, αφού καταχωριστεί υπεράσπιση και αφού ο ενάγων προβεί σε ένα διαδικαστικό διάβημα, το οποίο δηλώνει την πρόθεσή του να συνεχίσει την εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, αυτός μπορεί να εγκαταλείψει την αγωγή μόνον κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Τέτοια άδεια παραχωρείται στα πλαίσια άσκησης διακριτικής εξουσίας. Υπό τις συνθήκες που προαναφέρονται, το Δικαστήριο μπορεί να παράσχει στον ενάγοντα άδεια να διακόψει την αγωγή του (discontinuance) ή να αποσύρει μέρος αυτής (withdrawal) εφ' όσον αυτό αποβαίνει προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, εφ' όσον το αίτημα του ενάγοντος δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και εφ' όσον η διακοπή ή η απόσυρση, αναλόγως, δεν θα επιτρέψει στον ενάγοντα να αποκομίσει ένα πλεονέκτημα τακτικής (Kypreos v. Kypreos
(1984)1 C.LR. 565, Γαβριήλ κ.α. ν. Αγαπίου
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1868). Ας σημειωθεί πως η Δ.15 δεν ορίζει κάποιο συγκεκριμένο τύπο αίτησης δια της οποίας να υποβάλλεται το αίτημα για διακοπή της αγωγής (discontinuance), δηλαδή για τον τερματισμό του συνόλου της. Συνεπώς ό,τι εξετάζεται εκάστοτε είναι κατά πόσον οι συνθήκες απόσυρσης της αγωγής ισοδυναμούν με διασφάλιση του δικαιώματος του ενάγοντος να επανέλθει. Όπως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας (τεκμήριο 21), η αγωγή αρ. 1493/2002 είχε ήδη οριστεί για ακρόαση στις 24.5.2005. Προηγήθηκε, όμως, η επιστολή των εναγουσών προς το Πρωτοκολλητείο ημερ. 17.3.05 δια της οποίας υποβαλλόταν αίτημα για την απόσυρσή της άνευ βλάβης. Επί της επιστολής ημερ. 17.3.05 δηλωνόταν ενυπογράφως η συγκατάθεση των εναγομένων καθώς και το γεγονός πως αυτοί δεν ζητούσαν έξοδα. Η επιστολή ημερ. 17.3.05 τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο έδωσε άδεια, ως το αίτημα των εναγουσών, σημειώνοντας το γεγονός πως η αγωγή απεσύρθηκε άνευ βλάβης. Το Δικαστήριο δεν επεδίκασε έξοδα. Συνεπώς, η διαδικασία απόσυρσης της αγωγής αρ. 1493/2002 διεσφάλισε το δικαίωμα των εναγουσών να επανέλθουν με νέα αγωγή εφ' όσον (α) αυτές απετάθηκαν στο Δικαστήριο και υπέβαλαν αίτημα για απόσυρση της αγωγής, (β) δηλώνοντας πως πράττουν αυτό άνευ βλάβης και (γ) αφού προηγουμένως αυτές εξασφάλισαν την γραπτή συγκατάθεση των εναγομένων οι οποίοι εγκατέλειψαν και το δικαίωμα τους στα έξοδα. Το δε Δικαστήριο παρέσχε την άδεια για απόσυρση της αγωγής, ως είχε ζητηθεί. Με αυτά τα δεδομένα, η προκείμενη αγωγή δεν καλύπτεται από δεδικασμένο, η δε σχετική προκαταρκτική υπεράσπιση κρίνεται ως αβάσιμη. Ως αβάσιμη κρίνεται και η δεύτερη προδικαστική υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία η προκείμενη αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και να εξεταστεί επί της ουσίας της εφ' όσον κατεχωρίστηκε με μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση (laches). Ας σημειωθεί ως το ζήτημα της ολιγωρίας ή της καθυστέρησης στην έγερση αγωγής (laches) μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση μόνον όπου ο ενάγων επιδιώκει θεραπεία επί τη βάσει του δικαίου της επιείκειας (equitable remeby) (Καρπασίτης κ.α. ν. Σιόκουρου
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 472) και μόνον όπου ο εναγόμενος καταδείξει πως η παροχή της αξιούμενης θεραπείας θα καταλήξει άδικη για αυτόν. Στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 280, 287 αναφέρεται πως «.η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερον, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε Ι.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ. 223)». Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει η υπεράσπιση της ολιγωρίας ή καθυστέρησης (laches) είναι να καταδείξει ο εκάστοτε ο εναγόμενος, επικαλούμενος συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα, πως η επιτυχία της αγωγής θα τον αδικούσε εξ αιτίας και του μεγάλου χρόνου που παρήλθε από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος έως και την καταχώρισή της. Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οιανδήποτε τέτοια μαρτυρία. Έτσι, οι σχετικές εισηγήσεις τους παρέμειναν γενικόλογες και ατεκμηρίωτες. Η απόρριψη, ως αβάσιμων, των προκαταρκτικών υπερασπίσεων του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (estoppel by record/res judicata) και της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής (laches) οδηγεί στη συζήτηση της ουσιαστικής βασιμότητας των αξιώσεων των εναγουσών: Εν πρώτοις, σημειώνω, πως η πλευρά των εναγουσών εμποδίζεται να αμφισβητεί το γεγονός της σύναψης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου υπ' αριθμόν 90/0087295 και εμποδίζεται να ισχυρίζεται πως η σύναψη του συμβολαίου αυτού υπήρξε το αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων. Και αυτό γιατί η ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου με επίσημες, σαφείς, αδιαμφισβήτητες και ενυπόγραφες δηλώσεις της αφ' ενός αναγνωρίζει το γεγονός της σύναψης του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και αφετέρου δηλώνει πως πριν από τη σύναψή του ανέγνωσε και κατανόησε όλους τους ουσιώδεις όρους αυτού (δείτε Halsbury's Law of England, Fourth Edition Reissue, Vol. 16
(2)παρα. 1011 επ.). Παραπέμπω στο «Έγγραφο Μεταβιβάσεως Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (τεκμήριο 9), το οποίο η ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου υπέγραψε αμέσως μετά την υπογραφή της «Αίτησης για Capital Investment" (τεκμήριο 7) και του εντύπου υπό τον τίτλο «Capital Investment Plan» (τεκμήριο 8) και δια του οποίου αναγνωρίζει πως συνήψε «με τη Eurolife Ltd ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο», το υπ' αριθμό 87295 για το ποσό των Λ.Κ.20.000, το οποίο εκχωρεί και μεταβιβάζει στην ενάγουσα αρ. 1 Δήμητρα Βαλιαντή. Παραπέμπω, επίσης, στην παράγραφο «Δήλωση και Εξουσιοδότηση» επί του τεκμηρίου 7 και την παράγραφο «Δήλωση Υποψηφίου» επί του τεκμηρίου 8. Σύμφωνα με κανόνα απόδειξης, ένας διάδικος εμποδίζεται να αμφισβητήσει ένα γεγονός την αλήθεια του οποίου ανεγνώρισε, κατά τρόπο σαφή, είτε σε ένα έγγραφο είτε με λόγια ή συμπεριφορά του. Διάδικος δεν δικαιούται να αμφισβητήσει ένα γεγονός το οποίο ο ίδιος καταγράφει ως αληθές σε έγγραφο ή το οποίο ο ίδιος παριστάνει ως αληθές με λόγια ή συμπεριφορά του, όταν ο αντίδικος του βασίστηκε σε αυτό το έγγραφο ή σε αυτή την παράσταση και ενήργησε αναλόγως. Εν πάση περιπτώσει, μελετώντας τα σχετικά έγγραφα και συγκεκριμένα την «Αίτηση για Capital Investment" (τεκμήριο 7) και το έντυπο υπό τον τίτλο «Capital Investment Plan» (τεκμήριο 8),τα οποία η ενάγουσα αρ. 2 υπέγραψε και υπέβαλε στους εναγομένους, καθώς και το έντυπο υπό τον τίτλο «Σημαντικές Πληροφορίες και Χαρακτηριστικά Συμβολαίου» (τεκμήρια 16 και 35) , το οποίο η ίδια ενάγουσα δήλωσε ενυπογράφως ότι παρέλαβε συν τω χρόνω, ανέγνωσε και κατενόησε, διαπιστώνω πως αυτά περιέχουν όλους τους βασικούς όρους για τη σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνδεδεμένου με επενδυτικό ταμείο ως το επίδικο. Τα έγγραφα αυτά συνιστούν προσφορά και όχι απλώς πρόσκληση για σύναψη σύμβασης ή πρόσκληση για διαπραγμάτευση. Υπογράφοντας τα τεκμήρια 7 και 8 και υποβάλλοντας την προσφορά της για σύναψη ασφαλιστηρίου συμβολαίου συνδεδεμένου με επενδυτικό ταμείο, η ενάγουσα αρ. 2 Αθηνά Χατζηπαύλου γνώριζε, μεταξύ άλλων, τα χαρακτηριστικά του επιδιωκομένου να συναφθεί ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το ποσόν του ασφαλίστρου, το οποίο θα επένδυε, τα ωφελήματα αυτής της επένδυσης και την απόδοσή της, τον τρόπο λειτουργίας του επενδυτικού ταμείου καθώς επίσης και τους επενδυτικούς κινδύνους. Όλα αυτά ήσαν καταγεγραμμένα στα εν λόγω έγγραφα. Συνεπώς, η εκ μέρους των εναγομένων αποδοχή της αίτησης της ενάγουσας αρ. 2 Αθηνάς Χατζηπαύλου οδήγησε στη σύναψη σύμβασης. Είναι δε αδιάφορη η υποκειμενική αντίληψη των εναγουσών περί της σημασίας των ενεργειών της ενάγουσας αρ. 2 Αθηνάς Χατζηπαύλου. Σημαντικό είναι το γεγονός πως οι προαναφερθείσες ενέργειες της ενάγουσας αρ. 2 Αθηνάς Χατζηπαύλου δημιουργούν στον ανεξάρτητο τρίτο την εντύπωση της σύναψης συμφωνίας. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Γεωργίου ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1794, 1802: «Αν δύο πρόσωπα δημιουργούν με τις ενέργειες και την εν γένει συμπεριφορά τους την εντύπωση σε κάποιον ανεξάρτητο τρίτο ότι, με τις επαφές που είχαν, κατέληξαν σε μια άλφα σύμβαση, τότε η σύμβαση θεωρείται ως έγκυρη και δεσμευτική παρά τις τυχόν περί του αντιθέτου πραγματικές προθέσεις του ενός ή του άλλου (objective test of intention or agreement). Όπως παρατηρεί ο Δικαστής Blackburn στην κλασσική υπόθεση Smith v. Hughes
(1871)L.R. 6 Q.B. p. 597: «If, whatever a man's real intention may be, he so conducts himself that a reasonable man would believe that he was assenting to the terms proposed by the other party, and that other party upon that belief enters into the contract with him, the man thus conducting himself would be equally bound as if he had intended to agree to the other party's terms». Στην υπόθεση McCutcheon v. David Macbrayne Ltd
(1964)1 Lloyd's Rep. p. 16, o Λόρδος Reid είπε σχετικά τα εξής: «. The judicial task is not to discover the actual intentions of each party; it is to decide what each was reasonably entitled to conclude from the attitude of the other»». Περαιτέρω οι ενάγουσες δεν παρουσίασαν αξιόπιστη μαρτυρία για να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους πως η σύναψη του επίδικου ασφαλιστηρίου εγγράφου υπήρξε το αποτέλεσμα των ψευδών παραστάσεων του Ανδρέα Παστελλόπουλου. Τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των εναγουσών ως αυτά σημειώνονται πιο πάνω δεν συνάδουν με την εικόνα ευπειθών γυναικών, απαλλαγμένων από κάθε υποψία, οι οποίες είναι πρόθυμες να συμμετάσχουν σε μία συναλλαγή καταθέτοντας ένα αξιοσέβαστο ποσό βασιζόμενες απλώς και μόνο σε προφορικές παραστάσεις ασφαλιστικού αντιπροσώπου οι οποίες μάλιστα έγιναν διαμέσου της μητέρας τους. Πεποίθησή μου είναι πως οι ενάγουσες προσήλθαν στο Δικαστήριο για να προωθήσουν τις αξιώσεις τους και όχι για να πουν την αλήθεια. Την πεποίθησή μου αυτή ενισχύει και το γεγονός ότι οι ενάγουσες παρέμειναν, μέχρι τέλους, ανακόλουθες με τις δικογραφημένες θέσεις τους και επέμειναν, μέχρι τέλους, στον ισχυρισμό πως η επίδικη συναλλαγή τους στέρησε τόκους με σταθερό επιτόκιο 6,5%. Όμως, τα τεκμήρια 22 και 23, τα οποία οι ίδιες κατέθεσαν, δηλώνουν πως το επιτόκιο που προσέφερε το Συνεργατικό Ταμιευτήριο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν κυμαινόμενο και συχνά πολύ χαμηλότερο από 6,5%. Τέλος, ούτε η εναλλακτική θέση των εναγουσών περί παράβασης, εκ μέρους των εναγομένων, ουσιώδους συμβατικού όρου, είναι βάσιμη. Ο όρος 2.6: «Επενδυτικοί Κίνδυνοι» ο οποίος περιέχεται στα τεκμήρια 16 και 35 και ο όρος: «Απόδοση Επενδύσεων» ο οποίος περιέχεται στο τεκμήριο 7 είναι σαφείς εφ' όσον ρητώς αναφέρονται στο ενδεχόμενο ο ασφαλισμένος «να μην πάρει πίσω το ποσό που επένδυσε» καθώς και στο ενδεχόμενο «η πραγματική απόδοση των επενδύσεων να είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη». Σημειώνω πως στη προκειμένη περίπτωση «επένδυση» αποτελεί το ποσόν των Λ.Κ.20.000, το οποίο οι ενάγουσες τοποθέτησαν στο συγκεκριμένο επενδυτικό σχέδιο επιδιώκοντας «αποδόσεις μακροπρόθεσμα μεγαλύτερες από το εκάστοτε επιτόκιο καταθέσεων» (δείτε τον όρο «Ασφαλιστήριο» στο τεκμήριο 7). Οι ενάγουσες διέθεσαν το ποσόν των Λ.Κ.20.000 για να δημιουργήσουν ένα νέο παραγωγικό κεφάλαιο το οποίο, όμως, διέτρεχε το κίνδυνο της μείωσης. Ο κίνδυνος της μείωσης δεν περιοριζόταν μόνον στα κέρδη αλλά αφορούσε και στην ίδια την επένδυση δηλαδή στο ποσόν των Λ.Κ.20.000. Ούτε μπορεί να προστεθεί στο επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξυπακουόμενος όρος σύμφωνα με τον οποίο το κεφάλαιο των Λ.Κ.20.000 ήταν εγγυημένο και ασφαλές. Κατ' εξαίρεσιν εξυπακούεται η ύπαρξη όρου σε ορισμένη συμφωνία, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στο κείμενό της, μόνον εφ΄ όσον αυτό κρίνεται απαραίτητο για να προσδοθεί εμπορική δραστικότητα (business efficacy) στη συμφωνία (Bauer ν. Διογένης Ηροδότου και Υιοί Λίμιτεδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 324, 333 - 334). Το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ήταν εμπορικώς δραστικό και λειτούργησε χωρίς την ανάγκη τέτοιου εξυπακουόμενου όρου όπως καταδεικνύουν οι επιστολές των εναγομένων ημερ. 9.11.05 και 20.12.2000 δια των οποίων οι ενάγουσες πληροφορούνται για την συνέχιση της λειτουργίας του επίδικου συμβολαίου και την αξία του επίδικου επενδυτικού σχεδίου (τεκμήρια 13 και 14 αντιστοίχως). Για τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγουσών αρ. 1 και 2. (Υπ.) ........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο