← Κύπρος

GENNADY VASILIEV κ.α. ν. FINTEST TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1056/2011, 18 Οκτωβρίου, 2011

GENNADY VASILIEV κ.α. ν. FINTEST TRADING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1056/2011, 18 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A395 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1056/2011 Μεταξύ

  1. GENNADY VASILIEV
  2. LARISA VASILIEVA Ενάγοντες Και
  3. FINTEST TRADING LIMITED
  4. IONOSCOPOS (SERVICES) LIMITED
  5. SALESI INVESTMENT LIMITED
  6. CARLIT INVESTMENTS LTD
  7. MUNBGISDALE ENTERPRISES LIMITED
  8. CHELCO MANAGEMENT SERVICES LIMITED
  9. INTERCONSULTING LIMITED
  10. ΑΘΗΝΑΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ
  11. ΚΩΣΤΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
  12. ΕΛΛΗΣ ΣΟΦΡΩΝΙΟΥ
  13. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΚΟΥΚΟΥΤΣΗΣ
  14. BRONTE TRADING LIMITED
  15. CROZON ENTERPRISES LIMITED
  16. ΧΡΙΣΤΙΑΝΑ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗ Εναγομένων 18 Οκτωβρίου,
  17. Αίτηση ημερομηνία 29 Ιουλίου
  18. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Χ. Αρτέμης μαζί με τον κ. Κ Σκορδή και την κα Κυριακού Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: 1, 4, 6, 7, 9, 12, 13 και 14: κ. Γ. Αποστόλου και Ν. Γεωργιάδης Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 3, 5, 8 και 10: κ. Χ. Κινάνης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 17.2.2011 με πρωτοβουλία των εναγόντων εκδόθηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα παρεμποδίζον τους εναγομένους να προβούν στην, υπό οποιαδήποτε μορφή, αποξένωση ή επιβάρυνση των περιουσιακών στοιχείων ενός ομίλου απαρτιζόμενου από 92 εταιρείες. Στις 31.3.2011 καταχωρίστηκε ειδοποίηση ένστασης εκ μέρους αριθμού εναγομένων προς τους οποίους είχε επιδοθεί το διάταγμα και ακολούθως στις 3.6.2011 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση βασιζόμενη στη Δ.48 κ.4

(2)και υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Με αυτή ζητείται να επιτραπεί στους ενάγοντες να προβούν στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όπως εξειδικεύεται στο μακροσκελές αιτητικό, σκοπός της θα είναι: (α) να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα και μαρτυρία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προβάλλουν με την ένσταση τους οι εναγόμενοι, (β) να απαντηθούν ισχυρισμοί στην ένσταση για ελλειπή αποκάλυψη γεγονότων, (γ) να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την έκδοση του διατάγματος, όμως «δε σχετίζονται και ούτε άπτονται των προϋποθέσεων για έκδοση του» αλλά σχετίζονται με τους λόγους ένστασης ή αντικρούουν ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση η οποία τη συνοδεύει πλήττοντας την αξιοπιστία του ενόρκως δηλούντα, (δ) να τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου η επιστολή κάποιου Κωνσταντίνου Παπουνίδη ημερομηνίας 1.6.2011 η οποία «περιέχει στοιχεία και αναφορές σε γεγονότα που ανατρέπουν και αποδεικνύουν το έκδηλα ανυπόστατο των ισχυρισμών που περιέχονται στην ένσταση» και, τέλος, (ε) να διορθωθούν τυπογραφικά λάθη στην ένορκη δήλωση με βάση την οποία εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. Στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την παρούσα αίτηση γίνεται αναφορά, υπό μορφή παραδείγματος, σε κάποια μαρτυρία η οποία θα περιληφθεί στην σκοπούμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Ενώ επισυνάπτονται, επίσης ως παράδειγμα, και κάποια έγγραφα, τεκμήρια 2 εώς 7, τα οποία, όπως αναφέρεται, θα κατατεθούν με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση και θα είναι αναπόσπαστο μέρος της. Τέλος, για τον ίδιο σκοπό, της αντίκρουσης των ισχυρισμών της ένστασης, αναπτύσσεται και κάποια επιχειρηματολογία. Προφανώς, τα όσα αναφέρονται στα πλαίσια της παρούσας αίτησης δεν είναι ολόκληρη η μαρτυρία για την οποία υπάρχει πρόθεση να περιληφθεί στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, αν επιτραπεί η κατάθεση της. Ενώ θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι δεν καταχωρίστηκε και κάποιο κείμενο της ώστε να δοθεί ολοκληρωμένη εικόνα για το προτιθέμενο περιεχόμενο της. Σκοπός δε αυτής της μαρτυρίας, όπως προκύπτει από τους λόγους (α) εώς (δ) ανωτέρω, θα είναι να απαντηθούν και να διαψευστούν οι ισχυρισμοί του ομνύοντος την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την ένσταση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αιτιολόγησε περαιτέρω το βάσιμο της αίτησης παραπέμποντας ειδικά στην επιστολή Παπουνίδη και εισηγούμενος ότι πρόκειται για νέα μαρτυρία (fresh evidence) η οποία απαντά και διαψεύδει βασικούς ισχυρισμούς στην ένσταση. Παρέπεμψε και σε νομολογία όπου νέα μαρτυρία είχε γίνει αποδεκτή στο πλαίσιο εκδίκασης της ουσίας, όμως, της υπόθεσης. Ενώ προς το σκοπό να καταδείξει την πρακτική η οποία ακολουθείται σε σχέση με την κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης παρέπεμψε στην υπόθεση A. Messios & Sons Ltd ν Λεωνίδα, Πολιτική Έφεση Αρ. 277/2007 ημερομηνίας 18.2.2010. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση απέρριψε τις εισηγήσεις, ανωτέρω, εισηγούμενος ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι συντρέχει καλός λόγος για να επιτραπεί η αίτηση. Το σε εκκρεμότητα προσωρινό διάταγμα της 17.2. 2011 εκδόθηκε μονομερώς στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης. Μετά την καταχώρηση και της ένστασης, η ακρόαση για αναθεώρηση του θα διεξαχθεί «στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις», σύμφωνα με τη Δ.48 κ. 4
(2). Καθ' ότι η έμφαση έχει τεθεί στο να τονιστεί ο τρόπος διεξαγωγής της ακρόασης, δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς εννοείται με το πιο πάνω λεκτικό. Όμως, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως η ακρόαση διεξάγεται λαμβανομένης υπόψη και της ένορκης δήλωσης ή ενόρκων δηλώσεων οι οποίες υποστηρίζουν την ένσταση. Αυτή δε είναι η διαδικασία που ακολουθείται γενικά για την ακρόαση κάθε αίτησης σε αγωγή. Όταν στα πλαίσια τέτοιας αίτησης τα μέρη επιθυμούν να προσφέρουν περαιτέρω μαρτυρία, το δικαστήριο μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα «μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων». Πρόκειται για διακριτικής φύσεως εξουσία η οποία ασκείται με βάση το μοναδικό κριτήριο το οποίο καθορίζει ο κανονισμός, την κατάδειξη ύπαρξης καλού λόγου από τον αιτητή. Το οποίο όμως κριτήριο, σαφώς, συναρτάται άμεσα με τη φύση της διεξαγόμενης ενδιάμεσης διαδικασίας και οπωσδήποτε με την επιτακτική ανάγκη για απόδοση, στα πλαίσια αυτής, δικαιοσύνης μεταξύ των μερών. Δεδομένων των ανωτέρω δε θα πρέπει, συγχρόνως, να διαφεύγει της προσοχής ότι κατά κανόνα μία ενδιάμεση διαδικασία σχετίζεται μεν, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όμως δεν αποτελεί τη δίκη για επίλυση της ουσιαστικής διαφοράς μεταξύ των μερών. Είναι δε για αυτό το λόγο που δεν είναι σχετική στην παρούσα περίπτωση η νομολογία με βάση την οποία είχε επιτραπεί η προσαγωγή νέας μαρτυρίας (fresh evidence), αφού αυτό είχε συμβεί σε σχέση με την κυρίως δίκη. Ενώ και η υπόθεση Α Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα, ανωτέρω, οπωσδήποτε δεν καθιερώνει κανόνα ο οποίος να καθοδηγεί ως προς το πότε επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης δυνάμει της Δ.48 κ.4
(2). Αφορούσε η περίπτωση εκείνη διά κλήσεως αίτηση για επαναφορά έφεσης η οποία είχε απορριφθεί λόγω μη προώθησης της. Μετά την καταχώρηση ένστασης από τον εφεσίβλητο, καθ' ου η αίτηση, ο εφεσείων, αιτητής υπέβαλε αίτηση και του επετράπη να καταχωρήσει δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Όπως διαπιστώθηκε, με τη μία θα εδίδοντο «περισσότερες και συγκεκριμένες διευκρινίσεις» και με την άλλη θα εδίδοντο «λεπτομέρειες», που στην ουσία αφορούσαν ισχυρισμούς οι οποίοι είχαν ήδη αναφερθεί στην αρχική ένορκη δήλωση η οποία υποστήριζε την αίτηση. Δεν αφορούσαν επανάληψη των αρχικών αυτών ισχυρισμών αλλά, όπως σημειώνεται στην απόφαση του Εφετείου, αφορούσαν «διευκρινίσεις και ισχυρισμούς», προφανώς, σχετιζόμενους με αυτούς αλλά και με τους ισχυρισμούς οι οποίοι υποστήριζαν την ένσταση. Η προσπάθεια του αιτητή ήταν να δοθούν πλήρεις εξηγήσεις, σε μια inter-partes δικαιοδοσία για έκδοση της αιτούμενης θεραπείας, προς διασαφήνιση της φαινομενικής παράλειψης για μη προώθηση της έφεσης, και για να καταδείξει ότι ακριβώς αντίθετη ήταν η πραγματική πρόθεση του. Επομένως, διαπιστώνεται από τα προλεχθέντα ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε συγκεκριμένη περίπτωση η οποία κρίθηκε με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ασφαλώς στα πλαίσια της διά κλήσεως διαδικασίας κατά την οποία το αίτημα είχε υποβληθεί. Η παρούσα, σε σχέση με την αναθεώρηση του προαναφερθέντος προσωρινού διατάγματος, είναι όλως διόλου διαφορετικής φύσεως. Όχι για οποιοδήποτε άλλο λόγο αλλά για το γεγονός και μόνο ότι η θεραπεία η οποία ζητείτο με την αίτηση, το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, αποδόθηκε μονομερώς στη βάση συγκεκριμένης μαρτυρίας την οποία το δικαστήριο είχε ενώπιον του και την έκρινε ως ικανοποιητική για το δεδομένο σκοπό. Αν οι εναγόμενοι δεν εμφανίζοντο κατά την ημερομηνία που το διάταγμα είχε οριστεί επιστρεπτέο, αυτό θα οριστικοποιείτο χωρίς το δικαστήριο να ενδιατρίψει περαιτέρω σ' αυτή. Και τότε μάλλον θα παρέμενε σε ισχύ μέχρι το πέρας της δικαστικής διένεξης των μερών. Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για ασφαλιστικό μέτρο περιορισμένης χρονικά διάρκειας και ισχύς. Δεδομένης, όμως, της ένστασης η οποία έχει υποβληθεί, η αναθεώρηση του θα διενεργηθεί υπό το φως και της μαρτυρίας των ενιστάμενων εναγομένων. Δηλαδή, του συνόλου της μαρτυρίας που έχει τεθεί και βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου. Στο στάδιο δε αυτό η μαρτυρία της κάθε πλευράς εξετάζεται για να διαπιστωθεί αντικειμενικά, ως αυτή έχει στην όψη της και με κριτική διάθεση, η αποδεικτική της ισχύς, και οπωσδήποτε όχι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Και όχι τόσο για να διαπιστωθεί εκ νέου αν συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 ή άλλη παρόμοια διάταξη στην οποία μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε βασιστεί - εκτός αν υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει παραβιαστεί κάποιος κανόνας του δικαίου της επιείκειας - αλλά για να ικανοποιηθεί το δικαστήριο σε σχέση με τη βασική αρχή την οποία καθιερώνει το εν λόγω άρθρο∙ αν είναι πρόσφορο ή δίκαιο, το προσωρινό διάταγμα να παραμείνει σε ισχύ. Ή όπως αλλιώς τίθεται για να αποφασιστεί ως προς το που γέρνει το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience), υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας. Σαφώς, δεν είναι εκ προοιμίου ανεπίτρεπτη η παραχώρηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ακόμα και στην περίπτωση της διαδικασίας η οποία έχει πιο πάνω περιγραφεί, νοουμένου ότι θα καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου προς τούτο. Όμως, αφού το προσωρινό διάταγμα έχει ήδη εκδοθεί στη βάση συγκεκριμένης μαρτυρίας, είναι σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις που μπορεί να επιτραπεί η προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας με συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όπως για παράδειγμα όταν με συγκεκριμένη αναμφισβήτητη μαρτυρία θα απαντάται κάποιος σοβαρός ισχυρισμός του ενιστάμενου μέρους ο οποίος αντικειμενικά ιδωμένος και από μόνος του θα είχε αρνητική επίδραση στην εκδοχή του αιτητή. Βέβαια, δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις όπου συμπληρωματική ένορκη δήλωση μπορεί να επιτραπεί. Όμως, παραμένοντας στη συνήθη περίπτωση που περιγράφεται πιο πάνω, δεν είναι χωρίς άλλο λόγο επιτρεπτή η προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας η οποία αν και σχετική απλώς θα απαντά και θα απορρίπτει την εκδοχή της άλλης πλευράς ως ανυπόστατης, αφού δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστεί και διαπιστωθεί η αποδεικτική της αξία, όπως είναι ο κανόνας σε σχέση με το παρόν στάδιο. Επισημαίνεται δε συναφώς ότι στα πλαίσια τέτοιας διαδικασίας, όπως η υπό αναφορά, δεν γίνεται οποιαδήποτε αξιολόγηση της μαρτυρίας και ούτε το δικαστήριο προβαίνει σε ευρήματα γεγονότων τα οποία δυνατό να προκύπτουν από αυτή και αφορούν την ουσία της διαφοράς μεταξύ των μερών (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 B A.A.Δ. 788). Ενώ είναι επίσης σημαντικό να εξηγηθεί και γιατί η μαρτυρία δεν είχε προσκομισθεί ευθύς εξ αρχής, ήτοι κατά το στάδιο που η αίτηση εξετάζετο μονομερώς, το οποίο δεν έχει συμβεί εδώ. Και, ακριβώς, στην προκειμένη περίπτωση δηλώνεται σαφώς ότι σκοπός της προτεινόμενης για κατάθεση μαρτυρίας, η οποία σημειωτέο δεν είναι γνωστό σε ποια έκταση έχει αποκαλυφθεί, είναι να απαντηθούν και να αντικρουστούν ισχυρισμοί στην ένσταση των εναγομένων, καθ' ων η αίτηση. Είναι με αυτή τη γενικότητα που εκδηλώνεται η πρόθεση σχετικά των αιτητών παρά και την αναφορά σε κάποια παραδείγματα τέτοιας μαρτυρίας. Όμως, η φύση της διαδικασίας όπως έχει πιο πάνω περιγραφεί δεν το επιτρέπει αυτό όσο σχετική και αν είναι η σκοπούμενη για κατάθεση μαρτυρία. Η σχετικότητα δεν είναι επαρκές κριτήριο από μόνο του σε τέτοια περίπτωση όπως είναι η παρούσα. Ειδικότερα δε, σημειώνεται ότι δεν γίνεται εξειδικευμένη αναφορά σε ισχυρισμούς των εναγομένων και πως αυτοί θα απαντηθούν, ώστε να μπορεί να κριθεί η αναγκαιότητα προς τούτο στο πλαίσιο ειδικά της διαδικασίας αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. Και αυτό ανεξάρτητα και με το χρόνο κατά τον οποίο φέρεται να προέκυψε η μαρτυρία που μπορεί να είναι και μεταγενέστερη της έκδοσης του διατάγματος. Βέβαια, η κατάληξη, ανωτέρω, δεν αφορά στο αίτημα για να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς το σκοπό μόνο διόρθωσης συγκεκριμένων τυπογραφικών λαθών στην αρχική ένορκη δήλωση των αιτητών το οποίο και επιτρέπεται ως η παράγραφος 9 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση. Αυτή να καταχωρηθεί εντός 3 ημερών από σήμερα. Όμως, η κατάληξη από την προηγηθείσα συζήτηση είναι ότι η αίτηση ως προς τα υπόλοιπα μέρη της Α i εώς iii και v αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων, καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων, αιτητών. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.