Χριστόφορος Μαππουρίδης ν. PGM Sportmarine Ltd, Αρ. Αγωγής: 4176/10, 25 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A404 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4176/10 Μεταξύ: Χριστόφορος Μαππουρίδης εκ Λευκωσίας Ενάγοντα Και P.G.M. Sportmarine Ltd εκ Λεμεσού Εναγόμενων . . . . . . . . Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως ημ. 20.4.11 25 Οκτωβρίου, 2011 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Χρ. Ρασπόπουλος. Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ων η Αίτηση: Α. Γιωρκάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Eνδιάμεση Απόφαση Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.5.10 και ο ενάγοντας διεκδικεί από τους εναγομένους χρηματικά ποσά τα οποία κατ΄ισχυρισμό πλήρωσε στους εναγόμενους σε σχέση με την αγορά ενός σκάφους μάρκας 'Jeanneau Pro Camarat', καθώς και σχετικού εξοπλισμού και ειδικότερα ενός συστήματος GPS, ενός trailer, μιας μπαταρίας και ενός ντεπόζιτου, πλέον γενικές αποζημιώσεις για ταλαιπωρία και/ή ηθική βλάβη και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, και/ή αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, πλέον νόμιμους τόκους και δικηγορικά έξοδα. Πολύ συνοπτικά, είναι η θέση του ενάγοντα ότι το σκάφος το οποίο αγόρασε από τους εναγόμενους όπως και ο εξοπλισμός του, δεν πληρούσαν τις ελάχιστες προδιαγραφές ποιότητας και λειτουργικότητας που αναμένεται από προϊόντα της ίδιας κατηγορίας κατά παράβαση των όρων που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών και/ή οι οποίοι εξυπακούονται από τους Νόμους περί Πώλησης Αγαθών και Περιορισμένων Πτυχών της Πώλησης Καταναλωτικών Αγαθών και Συναφών Εγγυήσεων, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να υποστεί ζημιές, όπως επίσης και ταλαιπωρία και/ή ηθική βλάβη. Οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, ισχυρίζονται ότι τόσο το σκάφος όσο και η μηχανή αλλά και ο υπόλοιπος εξοπλισμός ο οποίος πωλήθηκε στον ενάγοντα ήταν άριστης ποιότητας και πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις για τη χρήση για την οποία προορίζονταν. Ισχυρίζονται δε περαιτέρω ότι ο ενάγοντας ουδέποτε έκανε σε αυτούς ειδικές παραστάσεις περί συγκεκριμένης χρήσης είτε του σκάφους είτε του εξοπλισμού που αγόρασε, και πρόβαλαν τη θέση ότι είναι ο ενάγοντας ο οποίος λόγω κακής χρήσης του σκάφους και/ή αμέλειας κατά τη λειτουργία του και/ή του σχετικού εξοπλισμού είναι υπαίτιος για τα οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα αντιμετωπίζει το σκάφος του. Αιτούνται δε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπεράσπισης. Όπως φαίνεται από τον δικαστικό φάκελο, και όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.5.10, το σημείωμα εμφάνισης των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 3.6.10 και η υπεράσπιση των εναγομένων στις 10.3.
- Ένα μήνα μετά την καταχώριση της υπεράσπισης ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία αιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης δια της διαγραφής των παραγράφων 15, 16 και 17 της Έκθεσης Απαίτησης και της προσθήκης νέων παραγράφων οι οποίες θα λάβουν τους αριθμούς 15, 16, 17 18 και 19 αντίστοιχα. Στο κείμενο της αίτησης αναγράφονται οι προτιθέμενες νέες παράγραφοι τις οποίες ο ενάγοντας επιθυμεί να συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαίτησης του, εάν το Δικαστήριο εγκρίνει το αίτημα του. Την αίτηση η οποία βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25, θ.θ.1-6, Δ.48, θ.θ. 1, 2, 3, 8 και 9, Δ.64 στη Νομολογία όπως και στη διακριτική και/ή εγγενή εξουσία και/ή πρακτική του Δικαστηρίου, συνοδεύει η ένορκη δήλωση του ενάγοντα-αιτητή Χριστόφορου Μαππουρίδη σύμφωνα με την οποία όταν δόθηκαν οδηγίες στο δικηγόρο του για καταχώριση της παρούσης αγωγής τα δεδομένα ήταν διαφορετικά από τώρα, αφού από την καταχώριση της αγωγής μέχρι σήμερα προέκυψαν νέα γεγονότα και, ειδικά το γεγονός ότι στις 17.2.11 όλα τα αγαθά τα οποία αφορά η παρούσα αγωγή πωλήθηκαν σε τρίτο πρόσωπο, τον Αλέξη Κυριακίδη, προς εκπλήρωση του νομικού του καθήκοντος για μείωση της ζημιάς του, τα οποία είναι απολύτως αναγκαίο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Είναι η θέση του, σύμφωνα και με τη νομική συμβουλή που έχει λάβει, ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες προς το σκοπό ορθότερης απονομής της δικαιοσύνης, θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ικανοποίηση του αιτήματος του, όπως επίσης και ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν επηρεάζει οποιαδήποτε δικαιώματα των εναγομένων οι οποίοι δεν θα υποστούν καμιά ζημιά. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση στις 28.9.
- Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια όπως και αυτή της αίτησης του ενάγοντα και σύμφωνα με τους λόγους ένστασης που αναφέρονται σε αυτή, η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα πρέπει να εγκριθεί από το Δικαστήριο ως ενοχλητική, καταπιεστική αλλά και γιατί συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, η αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα χωρίς να έχει προβληθεί κανένας επαρκής λόγος που να δικαιολογεί αυτή την αργοπορία, με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής και θεμελίωσης της σε γεγονότα μεταγενέστερα της καταχώρισης του κλητήριου, σκοπός του ενάγοντα είναι να εισάγει μαρτυρία και επιχειρήματα υπό μορφή δικογράφου, ο ενάγοντας αφού ως ισχυρίζεται έχει απορρίψει το σκάφος και/ή τερμάτισε τη συμφωνία, δεν μπορεί να προβάλλει την πώληση των αγαθών ως υπεράσπιση για την εκπλήρωση δήθεν νομικού καθήκοντος για μείωση της ζημιάς. Είναι επίσης η θέση των εναγομένων ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε ουσιαστική για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων και ότι αν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση θα προκληθεί αδικία και ή ζημιά στους εναγόμενους η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ασκούμενου δικηγόρου Αντώνη Χριστοφή ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων και είναι εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί σε αυτή λόγω απουσίας του διευθυντή των εναγομένων από την Κύπρο. Στην ένορκη δήλωση επαναλαμβάνονται ουσιαστικά όλοι οι λόγοι ένστασης όπως φαίνονται στο σώμα της ένστασης και επαναλαμβάνονται οι θέσεις για κακόπιστη συμπεριφορά του ενάγοντα, κατάχρηση της διαδικασίας και παραβίασης των συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων των εναγομένων. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και οι δύο πλευρές προχώρησαν αναπτύσσοντας τις νομικές τους θέσεις τις οποίες έθεσαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Η Νομολογία είναι πολύ γνωστή σε σχέση με τα θέματα τροποποιήσεων και υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Η ένσταση των καθ΄ων η αίτηση περιστρέφεται και γύρω από τη θέση ότι η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση. Σε σχέση με το θέμα του χρόνου, και πάλιν υπάρχει πλούσια νομολογία. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.D. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία (Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Καταρχήν ο ισχυρισμός για καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης αλλά και ο παράλληλος ισχυρισμός ότι η αίτηση αποτελεί παράγοντα καθυστέρησης της παρούσας διαδικασίας δεν βλέπω να ευσταθεί με βάση την όλη πορεία της υπόθεσης όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω. Η αίτηση όπως έχει ήδη αναφερθεί έχει καταχωρηθεί στις 20.4.11, ένα μήνα μετά την καταχώριση της υπεράσπισης των εναγομένων και αναφέρεται σε γεγονότα που κατ΄ισχυρισμό έλαβαν χώρα στις 17.2.11, δηλ. μετά την καταχώριση της αγωγής και επομένως δεν μπορούσαν εκ των πραγμάτων να συμπεριληφθούν αρχικά στην Έκθεση Απαίτησης. Ο ισχυρισμός ότι η αίτηση γίνεται κακόπιστα και πάλιν με βάση την ερμηνεία που έχει δοθεί στον όρο αυτό μέσα από την πλούσια νομολογία, θεωρώ ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ούτε και αποδεικνύεται μέσα από την πορεία της υπόθεσης όπως έχει προδιαγραφεί μέσα από το δικαστικό φάκελο. Ούτε το επιχείρημα των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση περί πρόκλησης σε αυτούς ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που το αίτημα και η σκοπούμενη τροποποίηση εγκριθούν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού ως γνωστό σε περίπτωση που ο ενάγοντας επιτύχει την έκδοση διατάγματος τροποποίησης τότε οι εναγόμενοι δικαιούνται τα έξοδα που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, και τα οποία με βάση πάντοτε το γεγονός ότι ουσιαστικά ακόμα δεν έχουν ολοκληρωθεί τα δικόγραφα και η αγωγή ούτε καν έχει οριστεί για ακρόαση, θεωρώ ότι αποτελούν επαρκή αποζημίωση για την οποιαδήποτε τυχόν ζημιά θα υποστούν οι εναγόμενοι. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρώ ότι ο ενάγοντας επιδιώκει να εισάγει νέα βάση αγωγής, αντίθετα η βάση της αγωγής του ενάγοντα παραμένει η ίδια και συγκεκριμένα η ισχυριζόμενη παράβαση των όρων της συμφωνίας εκ πλευράς εναγομένων. Αυτό που επιπρόσθετα θέλει να συμπεριλάβει είναι ο ισχυρισμός ότι έχει προβεί σε μείωση της ζημιάς του με την πώληση του σκάφους, και του εξοπλισμού σε τρίτο πρόσωπο, θέση η οποία νομικά, και χωρίς σε καμία περίπτωση να μπορεί να εξεταστεί στο στάδιο αυτό, συμβαδίζει με τη νομική βάση της αγωγής του. Διαφωνώ επίσης με την εισήγηση των εναγομένων-καθ΄ων η αίτηση ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία και/ή ουσιαστική για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων, αλλά και με τη θέση τους ότι η αίτηση του ενάγοντα είναι ενοχλητική και/ή καταπιεστική και/ή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου, έχοντας πάντα κατά νουν την ερμηνεία που η νομολογία έχει δώσει στις πιο πάνω έννοιες. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί, και ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην έκδοση διατάγματος ως η αίτηση του. Εν όψει των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος ΄Α΄ της αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Εάν χρειάζεται Απάντηση στην Υπεράσπιση, αυτή να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Μετά την ολοκλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων να ακολουθηθούν οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας σε σχέση με τον ορισμό της υπόθεσης. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω κανένα λόγο απόκλισης από τη συνηθισμένη διαταγή και έτσι όλα τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα-αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο