← Κύπρος

Astra Self Drive Cars Ltd ν. Νίκου Λίλλη κ.α., Αρ. Αγωγής: 11462/01, 26.10.2011

Astra Self Drive Cars Ltd ν. Νίκου Λίλλη κ.α., Αρ. Αγωγής: 11462/01, 26.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A405 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11462/01 Μεταξύ: Astra Self Drive Cars Ltd Eναγόντων και

  1. Νίκου Λίλλη
  2. Orange Holdings Ltd
  3. Orange Stockbrokers Ltd Eναγομένων ----- Αίτηση ημερομηνίας 24.6.2011 Επιβαρυντικό διάταγμα ημερομηνίας 20.5.2011 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26.10.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές (στην Αίτηση ημερ. 24.6.11): κ. Πουντζιουρής Για Καθ΄ ων η Αίτηση (στην Αίτηση ημερ. 24.6.11): κ. Χ"Αναστασίου Για Αιτητές (επιβαρυντικό διάταγμα ημερ. 20.5.11): κ. Χ"Αναστασίου Για Καθ΄ου η αίτηση (επιβαρυντικό διάταγμα ημ.20.5.11): κ. Πουντζιουρής Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 20.4.2011 το Δικαστήριο μετά από αίτηση των εναγόντων έδωσε άδεια εκτέλεσης-ανανέωσης της απόφασης ημερ. 16.11.
  4. Στις 24.6.2011 οι εναγόμενοι με αίτηση τους επιδιώκουν παραμερισμό του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ανανέωσης της απόφασης. Στις 20.5.2011 οι ενάγοντες επίσης κατόπιν αίτησης εξασφάλισαν ενδιάμεσο επιβαρυντικό διάταγμα αναφορικά με 1000 μετοχές του εναγομένου 1- καθ΄ ου η αίτηση 1 στην εταιρεία ECHEKLIS LTD. Στις 18.7.2011 ο καθ΄ ου η αίτηση 1 (Νίκος Λίλλης) δια του δικηγόρου του καταχώρησε ένσταση στην εξακολούθηση της ισχύος του εκδοθέντος επιβαρυντικού διατάγματος, του οποίου ζητά την ακύρωση. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα παραμερίσει το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ανανέωσης της απόφασης και κατά πόσο θα ακυρώσει το εκδοθέν επίσης μονομερώς επιβαρυντικό διάταγμα των μετοχών του καθ΄ ου η αίτηση
  5. ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 24.6.2011 Στην αίτηση του ημερ. 24.6.2011 ο εναγόμενος 1 αιτητής με την οποία ζητά τον παραμερισμό και/ή ακύρωση (set aside) του διατάγματος ανανέωσης της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς. (Α) Το επίδικο διάταγμα δεν είχε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να δικαιούνται σε εκτέλεση της επίδικης απόφασης στο διηνεκές και χωρίς κανένα έλεγχο από το Δικαστήριο. (παράγραφος 8 της ένορκης δήλωσης του Νίκου Λίλλη) (Β) Με την έκδοση του επίδικου διατάγματος παραβιάστηκαν τα δικαιώματα του εναγομένου 1-αιτητή που πηγάζουν από το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, καθώς το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης (ex parte) και ως εκ τούτου του στερήθηκε η ευκαιρία να εμφανιστεί και να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς. (παράγραφοι 9-10 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) (Γ) Η δικονομική διάταξη που επιτρέπει την καταχώρηση μονομερούς αίτησης για έκδοση άδειας εκτέλεσης απόφασης (χωρίς ειδοποίηση) είναι αντισυνταγματική και παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα του εναγομένου 1-αιτητή. (παράγραφος 11 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) (Δ) Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση παραπλάνησαν και/ή απόκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. (παράγραφοι 12-19 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) (Ε) Η αίτηση ημερ. 14.3.2011 κατόπιν της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα στερείται του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου επειδή στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν επεξηγείται πώς κατέληξαν στο ποσό των €469.479,
  6. (παράγραφος 20 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) (ΣΤ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 14.3.2011 δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με το ζήτημα του ανέφικτου ή του πρακτικά αδύνατου της επίδοσης της εν λόγω αίτησης στον εναγόμενο 1-αιτητή. (παράγραφος 21 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) (Ζ) Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση δεν δίνουν καμιά εξήγηση για την καθυστέρηση στην λήψη μέτρων εκτέλεσης πριν η απόφαση εκπνεύσει και/ή γιατί καθυστέρησαν για ένα μήνα να καταχωρήσουν την αίτηση ημερ. 14.3.
  7. (παράγραφος 22 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) (Η) Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση δεν ήρθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια». (παράγραφος 23 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) (Θ) Το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί της μονομερούς αίτησης ημερ. 14.3.2011 καθώς δεν υπήρχε το στοιχείο του κατεπείγοντος. (παράγραφος 24 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) (Ι) Ο εναγόμενος 1-αιτητής έχει καλή υπεράσπιση και πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να προβάλει τους ισχυρισμούς του. (παράγραφος 25 της ένορκης δήλωσης Νίκου Λίλλη) Η πρόσφατη τροποποίηση της Δ.40 θ.8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών η οποία αυξάνει το χρόνο εκτέλεσης μιας απόφασης από 6 σε 10 χρόνια θεωρώ ότι είναι καταλυτική στην απόρριψη της αίτησης αυτής, αφού η απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί και εξακολουθεί να μπορεί να εκτελεστεί χωρίς να απαιτηθεί προς τούτο άδεια εκτέλεσης της από το Δικαστήριο αφού δεν έχουν παρέλθει 10 χρόνια από την έκδοση της. Για μόνο το λόγο αυτό η αίτηση του εναγομένου 1 θα πρέπει να αποτύχει. Ανεξάρτητα όμως από την πιο πάνω θέση μου η Δ.48 θ.8

(1)(κκ) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών επιτρέπει την καταχώρηση αίτησης μονομερώς για την ανανέωση εκτέλεσης μιας απόφασης αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν είναι πρακτικό να επιδοθούν κλήσεις ή να δοθεί ειδοποίηση στους ενδιαφερόμενους. Επαφίεται κατά συνέπεια στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου αν είναι πρακτικά δυνατό να ειδοποιηθεί κάθε ενδιαφερόμενος για να διαταχθεί επίδοση μιας τέτοιας μονομερούς αίτησης. Η ειδοποίηση όμως του εναγομένου 1 με την προς αυτόν επίδοση της μονομερούς αίτησης του ενάγοντα για ανανέωση της απόφασης θα μπορούσε να δημιουργήσει άμεσο και σοβαρό κίνδυνο αποξένωσης ή επιβάρυνσης της μοναδικής περιουσίας του εναγομένου (μετοχές στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση) και με αυτό τον τρόπο να εξακολουθεί να μένει ανεκτέλεστη μια δικαστική απόφαση. Δεν χρειάζεται μάλιστα να αναφέρεται ρητά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι υπάρχει πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης της περιουσίας από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη. (βλέπε C. Phasarias (Auto Centre) Ltd v. ΣΚΥΡ. ΛΕΩΝΙΚ ΛΤΔ
(2001)1 Β Α.Α.Δ. 785). Κατά συνέπεια το Δικαστήριο ασκώντας ορθά κατά την άποψη μου τη διακριτική του εξουσία έδωσε άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Η γνώση ύπαρξης των μετοχών του εναγομένου 1 δικαιολογεί επίσης το κατεπείγον στην καταχώρηση της μονομερούς αίτησης ανανέωσης εκτέλεσης της απόφασης η οποία ουδόλως επηρεάζει συνταγματικά δικαιώματα του αιτητή και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Ο αιτητής είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης (με απόφαση μάλιστα που εξεδόθη εκ συμφώνου) και το Δικαστήριο οφείλει να επιβλέπει την εκτέλεση της δικής του απόφασης. Το διάταγμα επίσης δεν είναι δυνατό να ακυρωθεί γιατί σ΄ αυτό δεν καταγράφεται χρονικός περιορισμός εκτέλεσης της απόφασης ή σε αυτό δεν δίδεται επεξήγηση πώς γίνεται ο υπολογισμός του εξ αποφάσεως χρέους και της καθυστέρησης στη λήψη μέτρων εκτέλεσης. Η υποχρέωση του αιτητή περιορίζεται στο να δίνει προς το Δικαστήριο με μονομερή αίτηση την ημερομηνία της απόφασης, το οφειλόμενο υπόλοιπο και να δικαιολογεί την καθυστέρηση εκτέλεσης της απόφασης (βλέπει Annual Practice 1958, σελ. 1020), στα οποία οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση συμμορφώθηκαν πλήρως. Τέλος, συμφωνώ με τους ενάγοντες ότι ο εναγόμενος 1 που δεν είναι μέρος της συμφωνίας που επικαλείται για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους δεν μπορεί να την επικαλεστεί για εξόφληση προσωπικού του χρέους. Ούτε αποκαλύπτει αν τελικά οι μετοχές περιήλθαν τελικά στην ιδιοκτησία των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση ενώ αποφεύγει να αναφέρει αν δημοσιοποιήθηκε η MARKETRENDS INSURACE LTD και πότε και αν εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα. Οι καθ΄ ων η αίτηση δεν απέκρυψαν οτιδήποτε ουσιώδες που θα επηρέαζε διαφορετικά την κρίση του Δικαστηρίου για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας στην έκδοση του διατάγματος ανανέωσης. Η αίτηση για παραμερισμό και/ή ακύρωση (Set Aside) του διατάγματος ανανέωσης εκτέλεσης της απόφασης απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ΄ ων η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΕΠΙΒΑΡΥΝΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΗΜΕΡ. 20.5.2011 Η νομική βάση της αίτησης αποτελείται κυρίως από πρόνοιες του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (Ν. 31(Ι)/92)(στο εξής θα καλείται ο «σχετικός Νόμος»). Το άρθρο 3 του σχετικού Νόμου προνοεί τα εξής: «3
(1)Όταν κατόπιν απόφασης ή διατάγματος Δικαστηρίου πρόσωπο καλείται να πληρώσει χρηματικό ποσό (οφειλέτης) σε άλλο πρόσωπο (πιστωτή) τότε, προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης ή του διατάγματος, το Δικαστήριο με βάση τις διατάξεις του Νόμου αυτού, δύναται να εκδώσει διάταγμα (το οποίο θα αναφέρεται ως επιβαρυντικό διάταγμα), με το οποίο επιβάλλει επιβάρυνση σε οποιοδήποτε συμφέρον, το οποίο εξ αποφάσεως οφειλέτης έχει επί περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται και τα οποία καθορίζονται στο διάταγμα με σκοπό την εξασφάλιση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού.» Σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του ίδιου άρθρου προτού το Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με (α) την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή από την έκδοση του διατάγματος. Παρέχεται επίσης με το εδάφιο
(5)του ίδιου άρθρου η δυνατότητα πρόβλεψης εντός του εκδιδόμενου επιβαρυντικού διατάγματος όπως η επιβάρυνση επεκτείνεται σε οποιοδήποτε μέρισμα ή άλλο εισόδημα πληρωτέο σε σχέση με το βαρυνόμενο στοιχείο. Οι συνέπειες διατάγματος επιβάρυνσης αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 5 του σχετικού νόμου τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του ίδιου άρθρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το εδάφιο
(2)το Δικαστήριο όταν εκδίδει διάταγμα καθορίζει τις συνέπειες του ανάλογα με το περιουσιακό στοιχείο για το οποίο ζητείται το διάταγμα και επιβάλλει τέτοιους όρους ή δίνει τέτοιες οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικής της καθοριζόμενης συνέπειας ή συνεπειών. Έμφαση δίδεται από το σχετικό Νόμο ειδικότερα σε οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με (α) την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πσιτωτή του οφειλέτη από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Κοντού εκ μέρους των αιτητών και συγκεκριμένα από τις παραγράφους 10 και 11 φαίνεται ότι ο εναγόμενος 1 δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία στο όνομα του πέρα από τις μετοχές στην εταιρεία ECHEKLIS LTD που θα μπορούσε να ικανοποιήσει το εξ αποφάσεως χρέος του και δεν φαίνεται επίσης να επηρεάζεται οποιοσδήποτε άλλος πιστωτής από ενδεχόμενη δέσμευση αυτών των μετοχών. Στην ένσταση του ο εναγόμενος 1 επικαλείται τους ακόλουθους λόγους ένστασης.
  1. Η αίτηση ημερ. 16.5.2011 είναι ουσίας και νόμω αβάσιμη και περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς.
  2. Δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την έκδοση του διατάγματος ημερ. 30.5.
  3. Η αιτήτρια-ενάγουσα δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια».
  4. Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και δεν δίδεται καμιά εξήγηση για την εν λόγω καθυστέρηση.
  5. Η αίτηση είναι αντικανονική και δεν βασίζεται στη σωστή νομική βάση ή και αντιβαίνει τις πρόνοιες της Διαταγής
  6. Η αίτηση στερείτο του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για την χορήγηση του διατάγματος ημερ. 30.5.2011 από το Δικαστήριο.
  7. Η ενάγουσα δεν έχει αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη στοιχεία και/ή γεγονότα και/ή έχει προβάλει ανακρίβειες στην αίτηση της.
  8. Στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει δεν υπάρχουν γεγονότα που να δείχνουν το κατεπείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση ούτως ώστε η αιτήτρια να νομιμοποιείτο και να ζητούσε από το Δικαστήριο να εκδώσει το διάταγμα ημερ. 30.5.2011 μονομερώς.
  9. Στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση της η αιτήτρια δεν καταδείκνυε με γεγονότα ότι είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδιδόταν το αιτούμενο διάταγμα.
  10. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 16.5.2011 δεν παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους ήταν δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
  11. Η έκδοση του διατάγματος χωρίς τη γνώση του καθ΄ ου η αίτηση παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα του όπως λάβει γνώση της υπόθεσης εναντίον του και όπως προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου.
  12. Η αιτήτρια-ενάγουσα έχει καθυστερήσει υπέρμετρα στην καταχώριση της αίτησης ημερ. 16.5.2011 και δεν δίδει καμιά εξήγηση για την καθυστέρηση της αυτή στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει. Στην υπό εκδίκαση αίτηση για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος ο εναγόμενος 1 εξακολουθεί να είναι εξ αποφάσεως οφειλέτης 9 ½ χρόνια μετά την έκδοση της απόφασης (16.11.2001). Ο ίδιος δεν αμφισβητεί ούτε και έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους (εκτός από μια συμφωνία στην οποία ο ίδιος δεν είναι συμβαλλόμενος και η οποία φαίνεται να μην υλοποιήθηκε). Ο καθ΄ ου η αίτηση-εναγόμενος 1 ισχυρίζεται λανθασμένα ότι η έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος συνιστά μέτρο εκτέλεσης της απόφασης και επιδιώκει την «παγοποίηση» των μέτρων εκτέλεσης. Οι ενάγοντες όμως δεν επεζήτησαν την έκδοση διατάγματος πώλησης των μετοχών. Σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 5 του Νόμου (στο οποίο αναφέρονται οι συνέπειες έκδοσης επιβαρυντικού διατάγματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3) τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 6 η έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης δεν λογίζεται ότι ισοδυναμεί με τρόπο εκτέλεσης της απόφασης. Τα επιβαρυντικά διατάγματα εκδίδονται κατά την ενάσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου λαμβανομένων υπόψη των παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 3
(2)του σχετικού Νόμου με επιβολή όρων σύμφωνα με το άρθρο 3
(3)του Νόμου. Τα θέματα του κατεπείγοντος, της πλήρους αποκάλυψης στοιχείων, της καθυστέρησης στη λήψη μέτρων αποτελούν ουσιώδεις παράγοντες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων πριν την έκδοση μιας δικαστικής απόφασης στο ενδιάμεσο στάδιο από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι το πέρας της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση εδόθησαν στοιχεία για το κατεπείγον στη λήψη μέτρων αφού οι επιβαρυνθείσες μετοχές είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του εναγομένου 1-καθ΄ ου η αίτηση 1, γνώση δε αυτού έλαβαν οι αιτητές όχι από την εγγραφή της εταιρείας (το 2009) στην οποία συμμετείχε ο εναγόμενος 1 αλλά πολύ αργότερα, μόλις μερικούς μήνες πριν να αποταθούν στο Δικαστήριο για ανανέωση της απόφασης και την έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος. Θα συμφωνήσω με τον κ. Χατζηαναστασίου επίσης για τους ενάγοντες-αιτητές ότι το ορθό δικονομικό μετρο για τον εναγόμενο 1-καθ΄ ου η αίτηση 1 σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3
(4)του Ν. 31(Ι)/92 ήταν να καταχωρηθεί αίτηση ακύρωσης του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος επιβάρυνσης αντί ένστασης στην εξακολούθηση της ισχύος του και κατά συνέπεια το διάταγμα θα έπρεπε να είχε επιδοθεί χωρίς να οριστεί «επιστρεπτέο» δίδοντας δικαίωμα στον καθ΄ ου η αίτηση να ενστεί (βλέπε Σωτήρης Ν. Ψάλτης ν. Κώστα Χ"Λοή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 154). Το επιβαρυντικό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς δεν συνιστά προκαταρκτικό και υπό αίτηση διάταγμα, πλήττεται όμως με νέα αίτηση για ακύρωση του. Εν όψει των ανωτέρω το επιβαρυντικό διάταγμα οριστικοποιείται με έξοδα εις βάρος του καθ΄ ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.