Θέλμας Γ. Παρασκευαϊδου κ.α. ν. Ευθύβουλου Γ. Παρασκευαϊδη κ.α., Αρ. Αίτησης: 473/2011, 26.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A406 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 473/2011 Επί τοις αφορώσι την εταιρεία G. PARASKEVAIDES
(1966)LIMITED Και Επί τοις αφορώσι των Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, ως τροποποιήθη, άρθρα 211(στ) και 213 Μεταξύ
- Θέλμας Γ. Παρασκευαϊδου, εκ Κασταλίας 20, Αγλαντζιά, 2112 Λευκωσία
- Χριστίνας Γ. Παρασκευαϊδου, εκ Κασταλίας 20, Αγλαντζιά, 2112 Λευκωσία Αιτητριών Και
- Ευθύβουλου Γ. Παρασκευαϊδη, εκ Βύρωνος 1, 1096, Λευκωσία
- Λεώνης Παρασκευαϊδου - Μαυρονικόλα, εκ Βύρωνος 1, 1096 Λευκωσία
- Χριστόδουλου Χριστοδούλου, Ίωνος 20, Διαμ. 501, 2046, Έγκωμη Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 26.10.2011 Αίτηση ημερομηνίας 14.10.2011 για συμπληρωματική ένορκη δήλωση ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Κ. Μιχαηλίδης Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Μούντης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 5.8.2011 εκδόθηκε μονομερώς παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα, με πρωτοβουλία των αιτητριών στην παρούσα κύρια αίτηση. Ακολούθησε η καταχώρηση ειδοποίησης ενστάσεως συνοδευόμενη από δύο ένορκες δηλώσεις. Όπως προκύπτει από τη γραπτή μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου εκατέρωθεν μέχρι το στάδιο αυτό, η υπόθεση αμφισβητείται εντόνως σε σχέση με όλες τις πτυχές της και τα διαβήματα που λαμβάνονται στα πλαίσια αυτής. Κατά συνέπεια και η παρούσα ενδιάμεση αίτηση. Με αυτή ζητείται όπως επιτραπεί στις εν λόγω αιτήτριες να προβούν στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Το αίτημα τους βασίζεται στη Δ.48 κ.4
(2)και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία ορκίστηκε μία εκ των αιτητριών. Σ' αυτή επισυνάπτεται και η προτεινόμενη για κατάθεση ένορκη δήλωση. Στην παράγραφο 3 της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι «υπάρχει καλός λόγος για την καταχώρησιν συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως» αφού αυτή «περιέχει στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλαν οι Καθ΄ων η Αίτησις», εννοείται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την ένσταση. Όπως διευκρίνισε περαιτέρω ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητριών, δεδομένου ότι το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα έχει ήδη εκδοθεί, με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δε θα επιχειρηθεί η προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας, η οποία ούτως ή άλλως δε είναι επιτρεπτή. Παρέπεμψε δε προς τούτο στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1453. Ας σημειωθεί ότι στην ίδια υπόθεση, ανωτέρω, είχε επίσης αποκλειστεί και η δυνατότητα για προσαγωγή απαντητικής μαρτυρίας σε σχέση με διαδικασία παροχής ενδιάμεσης θεραπείας. Πρόκειται για κανόνες οι οποίοι είχαν διατυπωθεί στην υπόθεση εκείνη και αφορούσαν γενικά ενδιάμεσες αιτήσεις. Ενώ η ίδια η υπόθεση αφορούσε σε έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης η οποία ασχολήθηκε με την αναθεώρηση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος το οποίο σε πρώτο στάδιο είχε εκδοθεί μονομερώς. Όμως, σε μεταγενέστερο χρόνο, το 1999, θεσπίστηκε ο κ.4
(2)μέρος της Δ.48 ο οποίος προβλέπει ότι «Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων» Και συμπληρώνει ότι, η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις. Σαφώς δεν πρόκειται για ακρόαση επί της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων. Επομένως, εκτός όπου η μαρτυρία επί ενός ζητήματος είναι αναμφισβήτητη, το δικαστήριο αποφαίνεται σε σχέση με το θέμα στο οποίο η αίτηση αφορά σταθμίζοντας με κριτική μεν διάθεση τη μαρτυρία, περιοριζόμενο όμως να διαπιστώσει εκ πρώτης όψεως την αποδεικτική της αξία. Και εξετάζοντας μόνο ότι είναι σχετικό παραβλέποντας άσχετη με το εκδικαζόμενο θέμα μαρτυρία. Ο πιο πάνω τρόπος χειρισμού μαρτυρίας σε ακρόαση αίτησης η οποία υποβάλλεται στα πλαίσια αγωγής - και όπου αλλού εφαρμόζονται οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί - είναι πιστεύω καθολικής εφαρμογής. Μη εξαιρουμένων, ασφαλώς, και αιτήσεων για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, όπως για παράδειγμα αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, (βλ. Odysseοs v. Α. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557). Ενώ η υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ, ανωτέρω, με την πτυχή της που αναφέρεται πιο πάνω, έθετε απόλυτο περιορισμό όσον αφορά την προσαγωγή πρόσθετης αλλά και απαντητικής μαρτυρίας. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν βασικά ό,τι μπορεί να χαρακτηριστεί ως συμπληρωματική μαρτυρία. Όμως, με τη νέα πρόνοια της Δ.48 κ.4
(2), ανωτέρω, το θέμα αυτό τέθηκε τελικώς στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Δεν προβλέπεται από τον κανονισμό οποιοσδήποτε περιορισμός όσον αφορά την άσκηση της, παρά μόνο ότι θα πρέπει να καταδεικνύεται η ύπαρξη καλού λόγου ο οποίος καθιστά αναγκαία την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ως προς τις περιστάσεις που μπορεί να θεωρηθούν ότι συνιστούν καλό λόγο για την άσκηση της εν λόγω εξουσίας ο ευπαίδευτος συνηγόρος των αιτητριών παρέπεμψε στην υπόθεση Α. Messios & Sons Ltd v. Λεωνίδα, Πολιτική Έφεση Αρ. 277/2007, ημερομηνίας 18 Φεβρουαρίου, 2010 και στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση του Εφετείου. Έχει λεχθεί: «Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος - καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξε της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Αφορούσε η αίτηση εκείνη διαδικασία η οποία διεξάγετο inter-partes και η ζητηθείσα θεραπεία, αν αποδίδετο, θα ήταν μετά που θα είχαν ακουστεί και οι δύο πλευρές. Κρίθηκε δε από τις εκεί δεδομένες περιστάσεις ότι ήταν δυνατό να επιτραπεί στον αιτητή να εξηγήσει, βασικά με την παράθεση περισσότερων λεπτομέρειων, τους αρχικούς του ισχυρισμούς οι οποίοι όπως ήταν στην αρχική γενική τους μορφή είχαν αμφισβητηθεί από τον καθ' ου η αίτηση. Όμως, στην περίπτωση που η ενδιάμεση θεραπεία, όπως είναι ένα απαγορευτικό διάταγμα, έχει ήδη εκδοθεί μονομερώς, τα πράγματα είναι ασφαλώς εντελώς διαφορετικά στο στάδιο πλέον της αναθεώρησης της. Και τέτοια είναι η παρούσα περίπτωση, όπως έχει διαπιστωθεί στην αρχή. Για την έκδοση μονομερώς ενδιάμεσης θεραπείας και δη απαγορευτικού διατάγματος, τίθενται κατά κανόνα προϋποθέσεις, δυνάμει της οποιασδήποτε νομικής βάσης την οποία ο αιτητής έχει επικαλεστεί. Αποκλείεται έτσι στο μέγιστο δυνατό βαθμό το ενδεχόμενο ικανοποίησης ενός αυθαίρετου αιτήματος. Η παραχώρηση πρόσθετα από τον αιτητή χρηματικής εγγύησης για τυχόν ζημιά που δυνατόν να υποστεί υπό τις περιστάσεις ο καθ' ου η αίτηση αποτελεί μέτρο απαύληνσης της συνέπειας αυτής. Όμως, πιο σημαντικό για την ελαχιστοποίηση της είναι, όπως διαπιστώνεται ήδη, η ικανοποίηση του δικαστηρίου για τη συνύπαρξη των προϋποθέσεων που προνοεί ο σχετικός νόμος, προκειμένου να καταστεί η έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος εφικτή. Αργότερα στο στάδιο που διενεργείται πλέον η αναθεώρηση του ενδιάμεσου διατάγματος, η μαρτυρία στη βάση της οποίας έχει εκδοθεί δεν εξετάζεται για να διαπιστωθεί εκ νέου αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του. Όμως, με την ένσταση του ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να αποκαλύπτει μαρτυρία τέτοια η οποία αντικειμενικά ιδωμένη δυνατό να ανατρέπει τα δεδομένα που παρουσίασε στο δικαστήριο κατά το εντελώς αρχικό στάδιο της αίτησης ο αιτητής, και είναι τότε που μπορεί να εγερθεί θέμα παραβίασης κάποιας αρχής του δικαίου της επιείκειας. Πιο συχνά εμπλέκεται αυτή για μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Όμως, εφόσον δεν εγείρονται τέτοια θέματα στο στάδιο της αναθεώρησης, η μαρτυρία του αιτητή εξετάζεται σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση προκειμένου να διαφανεί κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να συνεχίσει το διάταγμα σε ισχύ. Η διαδικασία η οποία έχει πιο πάνω περιγραφεί, ασφαλώς, αποκλείει εντελώς τη δυνατότητα για προσαγωγή από τον αιτητή στο στάδιο αυτό πρόσθετης μαρτυρίας. Η αρχή επί του προκειμένου της Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ Λτδ, ανωτέρω, εξακολουθεί να διέπει την πτυχή αυτή, παρά τη γενικότητα της διατύπωσης του κ. 4
(2), ακριβώς λόγω της φύσης της διαδικασίας με βάση την οποία εκδόθηκε το ενδιάμεσο διάταγμα. Και επί τούτου ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητριών ήταν απόλυτα σαφής∙ δεν είναι αυτός ο σκοπός της προτεινόμενης για κατάθεση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Αλλά, όπως το έθεσε, παραπέμποντας και σε παραδείγματα από τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την ένσταση των καθ' ων η αίτηση, είναι για να απαντηθούν διάφοροι ισχυρισμοί των τελευταίων οι οποίοι προβάλλονται με αυτή. Η φύση της διαδικασίας η οποία έχει περιγραφεί πιο πάνω δεν εμποδίζει a priori την προσαγωγή συμπληρωματικής μαρτυρίας προς απάντηση κάποιου ισχυρισμού του καθ' ου η αίτηση. Όμως, δεν είναι επίσης εύκολο και να διαπιστωθεί σε ποια περίπτωση είναι αναγκαία να επιτραπεί η προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας. Κλασική μπορεί να θεωρηθεί η περίπτωση που ένας απόλυτα σχετικός ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος δεν ήταν δυνατό προηγουμένως να προβλεφθεί, αντικειμενικά ιδωμένος φαίνεται να κλονίζει μια σημαντική εκδοχή του αιτητή. Στην περίπτωση αυτή δυνατόν να επιτραπεί η προσαγωγή αναμφισβήτητης μόνο μαρτυρίας, προκειμένου να αντικρουστεί και να απαντηθεί. Δεν είναι, όμως, επιτρεπτή η ανταλλαγή μεταξύ των δύο πλευρών απλά ισχυρισμών, πολλές φορές και επιχειρηματολογίας, αφού σε τέτοιας φύσεως διαδικασία το δικαστήριο δεν αξιολογεί τους ισχυρισμούς αυτούς δεδομένου ότι είναι ανεπίτρεπτη η διαπίστωση γεγονότων που σχετίζονται με την ουσία της διαφοράς μεταξύ των μερών. Βασικά, δεν είναι χρήσιμη για το στάδιο αυτό η προσαγωγή απαντητικής μαρτυρίας που απλώς απαντά, και είτε γενικά είτε ειδικά, χωρίς όμως να αντικρούει αποτελεσματικά ισχυρισμούς της άλλης πλευράς. Το κρίσιμο χρονικά σημείο για την προσαγωγή μαρτυρίας σε διαδικασίες όπως η παρούσα είναι όταν το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται μονομερώς. Κατά κανόνα ίδια είναι η προσέγγιση και στην περίπτωση προσαγωγής μαρτυρίας στα πλαίσια εκδίκασης της ουσίας μιας αγωγής. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης μιας πλευράς μόνο σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις επιτρέπεται η προσαγωγή απαντητικής μαρτυρίας. Έχοντας λοιπόν διεξέλθει με προσοχή την προτεινόμενη για κατάθεση συμπληρωματική ένορκη δήλωση διαπιστώνω πως η μαρτυρία η οποία αναφέρεται σ' αυτή είναι ισχυρισμοί με τους οποίους απλά θα επιχειρείται να απαντηθούν κάποιοι ισχυρισμοί στις ένορκες δηλώσεις οι οποίες υποστηρίζουν την ένσταση. Δεν διαπιστώνεται να περιέχει αναντίλεκτα γεγονότα. Αντίθετα, σε κάποιες περιπτώσεις θα επιχειρηθεί να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με μαρτυρία η οποία έχει ήδη τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου ή να εκτεθεί κάποια επιχειρηματολογία σχετικά με κάποια αμφισβητούμενη πτυχή. Επομένως, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί δε διαπιστώνεται η ύπαρξη καλού λόγου για να επιτραπεί η κατάθεση της. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της κυρίως αίτησης και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο