← Κύπρος

Κώστας Ξιούρος ν. Ελένης Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής 1478/2009, 27 Οκτωβρίου 2011

Κώστας Ξιούρος ν. Ελένης Κωνσταντίνου, Αρ. Αγωγής 1478/2009, 27 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A408 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1478/2009 ΜΕΤΑΞΥ: Κώστας Ξιούρος, εκ Αμμοχώστου Ενάγοντα Και Ελένης Κωνσταντίνου, εκ Λευκωσίας Εναγομένης 27 Οκτωβρίου 2011 Για την αιτήτρια: κα Ρ. Χαραλάμπους Για τον καθ' ού η αίτηση: κος Νικολάου (κος Μ. Χαραλάμπους για να ακούσει απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αίτηση της εναγομένης (στη συνέχεια η αιτήτρια) η οποία υπεβλήθη την 21/12/10, αιτείται διαγραφή και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση (στη συνέχεια το δικόγραφο) που καταχώρισε ο ενάγων (στη συνέχεια ο καθ' ού η αίτηση) την 11/5/

  1. Η νομική βάση της αίτησης παραπέμπει στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.19, Δ.20, Δ.21 κ.14, Δ.26 και Δ.48 και στις συμφυείς εξουσίες, τις γενικές αρχές, και την πρακτική του Δικαστηρίου. Στο αίτημα αντιτάχθηκε ο καθ' ού η αίτηση ο οποίος καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση έντασης. Σημειώνεται ότι η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια με εκείνη της αίτησης. Περαιτέρω, οι λόγοι ένστασης παρατίθενται στο πρόσωπο τούτης και αναφέρουν ότι∙ "(α) Η αίτηση της εναγομένης-αιτήτριας είναι νόμω αβάσιμη, ελαττωματική, αντικανονική, δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και δη των θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. (β) ο ενάγοντας-καθ'ού η αίτηση αρνείται την αίτηση και απορρίπτει το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως της Ελένης Κωνσταντίνου, από την Λευκωσία, ημερομηνίας 21-12-
  2. (γ) Η εναγομένη - αιτήτρια δεν προέβηκε πριν την καταχώρηση από μέρους του ενάγοντα-καθ' ού η αίτηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση στις 11.5.2010 σε κανένα Δικονομικό διάβημα. (δ) Περαιτέρω το Δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της Εναγομένης-αιτήτριας είναι εκπρόθεσμα καταχωρημένο καθότι καταχωρήθηκε στις 07/05/2009 ενώ το Σημείωμα Εμφάνισης της εναγομένης καταχωρήθηκε στις 17/03/
  3. (ε) Το θέμα που προκύπτει από την προθεσμία καταχώρισης των Δικογράφων θεραπεύεται αυτόματα από τη στιγμή που ο άλλος διάδικος δεν προχώρησε έγκαιρα και προτού την καταχώριση του καθυστερημένου Δικογράφου σε οποιοδήποτε Δικονομικό μέτρο. (στ) Υπό τας περιστάσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση της εναγομένης - αιτήτριας με έξοδα σε βάρος της καθότι είναι άνευ αντικειμένου και χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό νόημα." Επανερχόμενος στην αίτηση σημειώνω ότι υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας. Όπως εκεί αναφέρεται την 07/05/09 η αιτήτρια καταχώρισε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ενώ το δικόγραφο του καθ' ού η αίτηση καταχωρίστηκε μετά πάροδο ενός έτους, δηλαδή την 11/05/10, και κατά παράβαση των προθεσμιών που τάσσουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Αναφέρεται περαιτέρω ότι πριν την καταχώριση του επίδικου δικογράφου δεν εξασφαλίστηκε διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρισής του, και τέλος, ότι η αλλαγή συνηγόρου δεν δικαιολογεί την εκπρόθεσμη καταχώριση του δικογράφου εφόσον ο νυν συνήγορος του καθ' ού η αίτηση χειρίζεται όλες τις υποθέσεις τούτου και ιδιαίτερα ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σε αυτή όμως την περίπτωση ο καθ' ού η αίτηση είναι ο ομνύων τούτης. Αποφεύγω εκτεταμένη ανάλυση του περιεχομένου τούτης εφόσον σε μεγάλο βαθμό αναπαράγει τους λόγους ένστασης, οι οποίοι έχουν ήδη αναφερθεί. Ό,τι αξίζει να υπομνησθεί είναι πως σύμφωνα με τον καθ' ού η αίτηση την εν λόγω αγωγή χειρίζετο άλλος συνήγορος με τον οποίο διαφώνησε. Το γεγονός της μη καταχώρισης του επίδικου δικογράφου το πληροφορήθηκε περί τα τέλη Απριλίου 2010 όταν του επιδόθηκε σχετική ειδοποίηση από το πρωτοκολλητείο. Αμέσως, σύμφωνα με τον ίδιο, έδωσε οδηγίες στο νυν συνήγορό του να αναλάβει περαιτέρω χειρισμό της αγωγής και την 11/05/10 προχώρησε στην καταχώριση του επίδικου δικογράφου. Σύμφωνα με την αιτήτρια ό,τι χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο το επίδικο δικόγραφο είναι αποδεκτό και μπορεί να θεωρηθεί εμπρόθεσμο και νόμιμο. Προκειμένου να υποστηρίξει ότι η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα είναι αρνητική, παραπέμπει στον κανονισμό 14 της Διαταγής 21 ο οποίος αναφέρει∙ 'where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence'. Περαιτέρω, παραπέμποντας στην ημερομηνία καταχώρισης αφενός της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και αφετέρου του δικογράφου του καθ' ού η αίτηση, επισημαίνει ότι η επίδικη καταχώριση διενεργήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Τέλος, είναι η θέση της αιτήτριας πώς το γεγονός και μόνο ότι δεν αιτήθηκε έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση ενόσω ο καθ' ού η αίτηση παρέλειπε καταχώριση του επίδικου δικογράφου, δεν αίρει το παράτυπο και εκπρόθεσμο τούτου, ενώ η όποια καθυστέρηση από την ίδια στην καταχώριση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης δεν νομιμοποιεί την καθυστέρηση στην καταχώριση του επίδικου δικογράφου. Στον αντίποδα ο καθ' ού η αίτηση υποστηρίζει ότι∙ λόγω της διαφωνίας του με τον πρώην συνήγορό του δεν γνώριζε ό,τι σχετικό της μη καταχώρισης του επίδικου δικογράφου, καθώς ότι ειδοποίηση δυνάμει του κανονισμού 13

(1)της διαταγής 26, όπως και στην προκείμενη περίπτωση, θεραπεύει την καθυστέρηση εφόσον το Δικαστήριο είναι εκείνο που δίδει νέες οδηγίες για καταχώριση του δικογράφου. Περαιτέρω, ο καθ' ού η αίτηση υποστηρίζει ότι η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στο αιτούμενο διάταγμα καθ' ότι και η ίδια καταχώρισε εκπρόθεσμα το δικόγραφό της και περαιτέρω, επειδή η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε έξι και πλέον μήνες μετά που η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες δυνάμει αιτήματος που υπέβαλε ο καθ' ού η αίτηση. Ό,τι προκύπτει από τις δύο ένορκες δηλώσεις είναι πως η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της αιτήτριας καταχωρίστηκε την 07/05/09 ενώ το επίδικο δικόγραφο καταχωρίστηκε την 11/05/10. Εξέταση του φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι το δικόγραφο του καθ' ού η αίτηση καταχωρίστηκε αφότου στάληκε στον ίδιο ειδοποίηση δυνάμει του κ.13
(1)της Δ.26 (ως προς το θεμιτό και επιτρεπτό τέτοιας εξέτασης βλ. Νέμιτσας v. Chaparian, Πολ. Έφεση 284/08, ημερομηνίας 10/05/11). Παρ' ότι το ζήτημα επιλύεται αλλιώς υποδεικνύω ότι ο κανονισμός 13
(1)της διαταγής 26 τάσσει συγκεκριμένη προθεσμία, ήτοι 14 ημέρες, ενώ προβλέπει και απόρριψη της αγωγής εάν ο ενάγων δεν συμμορφωθεί με τη σχετική οδηγία. Έχω τη γνώμη πως ο σχετικός κανονισμός αίρει τυχόν καθυστέρηση, νοουμένου βέβαια ότι το δικόγραφο καταχωρείται εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας που αναφέρει ο κ.13
(1)της Δ.26. Στη δοσμένη περίπτωση ο σχετικός κανονισμός δεν επιλύει το ζήτημα που ηγέρθη εφόσον το δικόγραφο του καθ' ού η αίτηση καταχωρίστηκε αφότου εξέπνευσε ο χρόνος των 14 ημερών από την ημερομηνία που απεστάλη η σχετική ειδοποίηση, δηλαδή κατά παράβαση και του κ.13
(1)της Δ.26. Στη δοσμένη περίπτωση όπως και αν εξετάσει κανείς το ζήτημα το επίδικο δικόγραφο καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα εφόσον δεν τηρήθηκε η προθεσμία του κ.14 της Δ.21 αφενός, και του κ.13
(1)της Δ.26 αφετέρου, ενώ αναμφισβήτητο είναι ότι δεν εξασφαλίστηκε διάταγμα παράτασης του χρόνου καταχώρισης τούτου. Αξίζει βέβαια να υπομνησθεί εδώ πως η τροποποιημένη Δ.64 καθιστά παράτυπο, και όχι άκυρο, οιονδήποτε διάβημα που δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσουν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή φερόμενη έναρξη. Παρ' ότι το λεκτικό της Δ.64 καθιστά σαφές ότι η εκπρόθεσμη καταχώριση του επίδικου δικογράφου καλύπτεται από τις πρόνοιες της σχετικής διαταγής, και συνεπώς το Δικαστήριο δύναται να επιλύσει το ζήτημα δυνάμει των σχετικών αρχών της νομολογίας (βλ. Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1Α Α.Α.Δ.366), εν τούτοις ο καθ' ού η αίτηση απεμπόλησε τούτη την ευχέρεια εφόσον επέλεξε προώθηση του επίδικου δικογράφου δίχως να υποβάλει αίτηση, έστω και εκ των υστέρων, για παράταση του χρόνου καταχώρισης τούτου. Υπο το φώς όλων των πιο πάνω κρίνω πως καθοριστική για την επίλυση του αιτήματος είναι η απόφαση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 942. Εκεί υπεβλήθη αίτημα για επιτόπια εξέταση αφότου η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες. Η εφεσείουσα αμφισβήτησε το νομότυπο της αίτησης επικαλούμενη ότι υπεβλήθη εκπρόθεσμα, δηλαδή μετά που η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες. Ανατρέποντας την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η καταχώριση της αίτησης, όντας εκπρόθεσμη, συνιστούσε παρατυπία. Επιπλέον ανέφερε ότι το εκπρόθεσμο της αίτησης ήτο θεραπεύσιμο δυνάμει της Δ.57, μέτρο όμως που ο αιτητής επέλεξε να μην επικαλεστεί και προώθησε μέχρι τέλους την παράτυπη, λόγω χρόνου καταχώρισης, αίτηση. Αυτή η επιλογή του αιτητή ήταν ότι οδήγησε την εκπρόθεσμη αίτηση σε αποτυχία. Για ό,τι όμως αφορά την παρούσα αίτηση ιδιαίτερη σημασία αποκτούν οι ακόλουθες αναφορές του Δικαστηρίου στην υπόθεση Αθανασιάδη. Λέχθηκε εκεί ότι∙: "Αναγνωρίζουμε την ύπαρξη αναλογίας μεταξύ της περίπτωσης της υπόθεσης Macfoy και της παρούσας υπόθεσης και δεν θα λέγαμε ότι η εκπρόθεσμη καταχώριση μιας αίτησης ή κάποιου δικόγραφου αποτελεί ελάττωμα θεμελιακό τέτοιας μορφής έτσι που, ανεξάρτητα από όσα θα επακολουθήσουν, ό,τιδήποτε κτιστεί πάνω τους θα πρέπει να καταρρεύσει ως αιωρούμενο στο κενό. Θα σημειώναμε εδώ ως ανάλογη και την περίπτωση της Nigerian Produce v. Sonora Shipping
(1979)1 CLR 409 στην οποία παρά τις πρόνοιες των κανονισμών σύμφωνα με τις οποίες κανένα κλητήριο ένταλμα θα παραμένει σε ισχύ μετά τη πάροδο 12 μηνών από την έκδοση του, η επίδοση του μετά την περίοδο αυτή, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλιστεί παράταση της ισχύος του κλητηρίου, αποτελεί απλή παρατυπία που μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει θεραπευθεί με την καταχώριση εμφάνισης χωρίς όρους....... Η κατάταξη μιας παράβασης των κανονισμών στην κατηγορία των παρατυπιών που μπορούν να θεραπευθούν δεν σημαίνει αυτόματα και ανοχή της. Οι κανονισμοί είναι θεσπισμένοι για να τηρούνται. Ειδικά σε ό,τι αφορά τις προθεσμίες επανειλημμένα τονίστηκε η ανάγκη τήρησής τους. (Βλ. μεταξύ άλλων The attorney General Cooperative Carob Marketing Society Ltd v. Lufti Kiamil and Another
(1973)1 CLR 1.......Η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. Η Δ.64 δεν είναι εναλλακτικός τρόπος για την εξασφάλιση τέτοιου αποτελέσματος. Θα λέγαμε ότι η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο, μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία είτε επειδή καθυστέρησε να το κάμει είτε επειδή έκαμε άλλα διαδικαστικά διαβήματα μετά τη γνώση της παρατυπίας, (Βλ. Δ.64 κ.2), το Δικαστήριο, ασκώντας της διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό". Η υπόθεση Αθανασιάδη δεν είναι η μόνη η οποία αναγνωρίζει ότι ενέργειες οι οποίες έπονται συγκεκριμένου διαβήματος ενδέχεται να εκληφθούν ως παραίτηση από δικαίωμα αμφισβήτησης τούτου. Στην υπόθεση Wunderlich (πιο πάνω) με πλέον κατηγορηματικό τρόπο αναφέρεται ότι∙ '
  1. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία................Μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας (Boyle v. Sacker [1888] 39 Ch. D. 249 C.A., Fry v. Moore [1889] 23 Q.B.D. 395 C.A.) ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η έκταση της παραίτησης από το δικαίωμα εξαρτάται και από τη φύση της παρατυπίας (Rendell v. Grurdy [1895] 1 Q.B. 16 C.A. - Βλ. και Supreme Court Practice 1999, σελ. 12). ......... Η μη έγερση θέματος παρατυπίας ισοδυναμεί με εξυπακουόμενη παραίτηση από το δικαίωμα που εγείρεται από την σχετική παρατυπία. Το πρωτόδικο δικαστήριο είχε, παρά την απουσία ένστασης ή αίτησης για παραμερισμό της παρατυπίας, εξουσία να εξετάσει τις επιπτώσεις της παρατυπίας και να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται από τη Δ.64 θ.2.' Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι τυχόν ενέργειες της αιτήτριας αφότου έλαβε το εκπρόθεσμο δικόγραφο του καθ' ού η αίτηση μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσης, επιδρούν καταλυτικά στην τύχη του αιτήματος. Ό,τι προκύπτει από το περιεχόμενο του φακέλου είναι πως το επίδικο δικόγραφο καταχωρίστηκε την 11/05/
  2. Περαιτέρω, την 17/05/10 ο καθ' ού η αίτηση αποτάθηκε στον πρωτοκολλητή αιτούμενος ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης. Συνακόλουθα το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση την 13/09/10 για οδηγίες. Σε εκείνη την ημερομηνία η υπόθεση επαναορίστηκε για οδηγίες την 13/10/10, οπόταν οι συνήγοροι ζήτησαν νέα ημερομηνία οδηγιών και η αγωγή ορίστηκε την 22/11/10 και στη συνέχεια την 20/12/
  3. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 21/12/
  4. Έχοντας κατά νου τα λεχθέντα στις υποθέσεις Αθανασιάδη (πιο πάνω) και Wunderlich (πιο πάνω) και υπαγάγοντας τούτα στα γεγονότα της παρούσης, οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι η αιτήτρια κωλύεται, λόγω της συμπεριφοράς της από την πρώτη στιγμή που έλαβε το εκπρόθεσμο δικόγραφο και μέχρι την 21/12/10 που καταχώρισε την επίδικη αίτηση, να επικαλείται τούτη την καθυστέρηση και δή να αιτείται διαγραφή του δικογράφου που καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Προτού ολοκληρώσω και εφόσον έχω διαπιστώσει ότι το επίδικο δικόγραφο καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα, κρίνω ότι επιβάλλεται η έκδοση διατάγματος απαλλαγής τούτου από τη σχετική παρατυπία, δυνάμει της Δ.64 κ.
  5. Τέτοια ενέργεια όχι μόνο λόγω του κωλύμματος της αιτήτριας αλλά και δια το λόγο ότι δεν επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα τούτης. Ως εκ τούτου, εκδίδω διάταγμα θεραπείας της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση από την εκπρόθεσμη καταχώριση. Παρ' ότι όλα τα πιο πάνω ολοκληρώνουν την απόφαση του Δικαστηρίου νιώθω υποχρεωμένος να αναφέρω και τα εξής∙ είναι γεγονός πως ο καθ' ού η αίτηση επέδειξε υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση του δικογράφου του και συνεπώς στην προώθηση της υπόθεσής του. Από την άλλη, χωρίς ποσώς να υποβαθμίζονται, να αγνοούνται, ή να υποτιμόνται οι προθεσμίες που τάσσουν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, θα ανέμενε κανείς ότι κύριο μέλημα των διαδίκων είναι η σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης, έστω και την υστάτη, και όχι η ταλαιπωρία τούτης στο λαβύρινθο δικονομικών διατάξεων. Όλα τα πιο πάνω αποκτούν ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς ότι η καταχώριση των δικογράφων και από τους δυο διάδικους διενεργήθηκε έξω από τις προβλεπόμενες προθεσμίες ενώ και η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και αύξησε το χρόνο που διέρρευσε ανεκμετάλλευτος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ού η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως χρόνος καταβολής των εξόδων καθορίζεται η αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.