ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ν. GEVOREST MATTRESS CO LTD, Αρ. Αγωγής: 714/05, 4.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A419 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 714/05 Μεταξύ: ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Ενάγοντα και GEVOREST MATTRESS CO LTD Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 5.7.2011: Μεταξύ: ΑΡΚΑΔΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Ενάγοντα και GEVOREST SLEEP DESIGNS LTD Εναγομένων ----- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4.11.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κα Στ. Ερωτοκρίτου Για τους Εναγόμενους: κ. Αντ. Δράκος (για να ακούσει απόφαση η κα Πίπη) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 24.2.2003 ο ενάγων (εργοδοτούμενος) των εναγομένων σαν εργάτης στην εκτέλεση των συνήθων καθηκόντων του και ενώ συμμετείχε στη φόρτωση στρωμάτων επί αρθρωτού φορτηγού αυτοκινήτου έπεσε από ύψος 1.30 m όταν η μεταλλική αυτοσχέδια πλατφόρμα που εχρησιμοποιείτο για τη φόρτωση μήκους 1.50 m και συνέδεε το πάτωμα της αποθήκης των εναγομένων με το μεταφορικό αυτοκίνητο που είχε πλησιάσει την αποθήκη για τη φόρτωση υπεχώρησε. Ο ενάγων, ηλικίας κατά τον ουσιώδη χρόνο 39 ετών, από την πτώση του υπέστη ενδοαρθρικό κάταγμα κάτω πέρατος δεξιάς κνήμης και περόνης, το οποίο εκτός του πόνου και της ταλαιπωρίας που προκάλεσε στον ίδιο είχε ως αποτέλεσμα μόνιμη σήμερα χωλότητα στο βάδισμα που υποστηρίζεται με πατερίτσα και φυσικά την απώλεια της εργασίας του. Με αγωγή ο ενάγων διεκδικεί ειδικές και γενικές αποζημιώσεις ως και απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων. ΕΥΘΥΝΗ Ο ενάγων ασχολείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο σε εργασία φόρτωσης στρωμάτων σε αρθρωτό όχημα επί του οποίου υπήρχε εμπορευματοκιβώτιο (container) αφού τα στρώματα προορίζονταν για εξαγωγή. Το όχημα πλησίασε με το πίσω μέρος του το έδαφος της αποθήκης σε απόσταση ενός μέτρου γιατί υπήρχε υψομετρική διαφορά μεταξύ εδάφους της αποθήκης και πατώματος φορτηγού που δεν επέτρεπε σε περίπτωση που το φορτηγό επλησίαζε περισσότερο το άνοιγμα των θυρών του εμπορευματοκιβωτίου. To ύψος του πατώματος της αποθήκης από το έδαφος ήταν 1.30 m. Η απόσταση όπως ήταν η συνηθισμένη πρακτική καλύφθηκε με μεταλλική κατηφορική (λόγω της υψομετρικής διαφοράς) πλατφόρμα μήκους 1.50 m και πλάτους 1 m ούτως ώστε να δημιουργείται διάδρομος πρόσβασης στο εσωτερικό του εμπορευματοκιβωτίου για τη φόρτωση. Ο ενάγων αφού ολοκληρώθηκε η φόρτωση έσπρωχνε - πατώντας στην πλατφόρμα η οποία δεν ήταν στερεωμένη - τα τελευταία στρώματα για να κλείσουν οι θύρες του εμπορευματοκιβωτίου και προφανώς σπρώχνοντας με τα χέρια του τα στρώματα προς το εσωτερικό του εμπορευματοκιβωτίου με τα πόδια του εξασκούσε αντίρροπη δύναμη και έσπρωχνε προς τα πίσω τη μεταλλική ράμπα (η οποία επαναλαμβάνω δεν ήταν στερεωμένη στο έδαφος της αποθήκης) με αποτέλεσμα αυτή να υποχωρήσει προς τα πίσω και ο ενάγων να βρεθεί μαζί με τη ράμπα στο κενό από ύψος 1.30 m και να υποστεί τον τραυματισμό που ανέφερα πιο πάνω. Η μήκους 1.50 m ράμπα (πλατφόρμα) που εχρησιμοποιείτο για τη φόρτωση, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 κ. Γεωργίου Καϊλα, επιθεωρητή εργασίας στο Υπουργείο Εργασίας, εστηρίζετο κατά 25 cm στο εμπορευματοκιβώτιο και κατά 25 cm στο έδαφος της αποθήκης, ενώ το υπόλοιπο 1 m ήταν η εναέρια γέφυρα που χρησιμοποιείτο από τους εργάτες για τη φόρτωση. Το σύστημα ασφάλειας που παρείχαν οι εναγόμενοι στον εργοδοτούμενο τους για να εργαστεί κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν ήταν ασφαλές. Σύμφωνα με το Μ.Ε.1 οι εναγόμενοι είχαν εύκολες, απλές και ασφαλείς εναλλακτικές επιλογές για να παρέχουν ένα ασφαλές σύστημα εργασίας στους εργοδοτούμενους εργάτες για τη φόρτωση, όπως π.χ. να τοποθετήσουν μόνιμη εξέδρα στερεωμένη στο έδαφος της αποθήκης, να κατασκευάσουν αριστερά και δεξιά της ράμπας κάγκελο για αποφυγή πτώσεων προσώπων που την χρησιμοποιούσαν δεξιά και αριστερά, να μεριμνήσουν για να αποφεύγεται η υποχώρηση της ράμπας προς τα πίσω κλπ. Ο εργοδότης έχει το καθήκον εφαρμογής ασφαλούς μεθόδου εργασίας και αποτροπής έκθεσης του εργοδοτούμενου σε αχρείαστους και περιττούς κινδύνους. Το τι συνιστά αχρείαστο κίνδυνο και ποιες οι παράμετροι του, εξηγήθηκαν στην απόφαση Παναγιώτης Ανάγνου ν. Αlco Filters (Cyprus) Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 918 στην οποία παρατίθεται πλούσια επί του θέματος νομολογία. Στην πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκαν οι αρχές της νομολογίας σύμφωνα με τις οποίες το πρωταρχικό κριτήριο, το οποίο προσδιορίζει κάθε έννοια καθήκοντος, εντοπίζεται στην ανάγκη συμπεριφοράς προς τον εργοδοτούμενο με ανθρωπισμό. Στην πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Το κριτήριο για τον προσδιορισμό του καθηκόντων επιμέλειας δεν εντοπίζεται στις πιθανότητες εκδήλωσης του κινδύνου αλλά στο προβλεπτό του και στη δυνατότητα αποτροπής του με λογικά προσιτά μέσα.» Αχρείαστος είναι ο κίνδυνος στον οποίο εκθέτει ο εργοδότης τον εργοδοτούμενο χωρίς λόγο. Περιττός είναι ο κίνδυνος, όπως εξηγείται στην Tziellas v. The Ship Nadalena H
(1982)1 C.L.R. 807, ο οποίος είναι αφενός προβλεπτός και αφετέρου αποφευκτός, με τη λήψη των κατάλληλων προφυλακτικών μέτρων. Στην ίδια απόφαση, τονίζεται ότι με την πρόοδο της τεχνολογίας και με την ανάπτυξη των μέσων για την αποτροπή κινδύνων, ευκολότερη καθίσταται τόσο η πρόβλεψη των κινδύνων όσο και η εξουδετέρωση τους. Σχετική επίσης για το καθήκον εργοδότη είναι η απόφαση που εξεδόθη στην υπόθεση L.P. Transbeton Ltd v. Kώστα Σταύρου κ.α.,
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 304 Στην πιο πάνω απόφαση λέχθηκε ότι ο εργοδότης έχει βασική υποχρέωση να μην εκθέτει τους εργοδοτούμενους του σε περιττούς ή μη αναγκαίους κινδύνους, να εργοδοτεί ικανό προσωπικό, να παρέχει ασφαλή εξοπλισμό, ασφαλές σύστημα εργασίας και ασφαλή χώρο εργασίας (δέστε Χριστοφή κ.α. ν. Θεοδούλου κ.α.,
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 512). Στην παρούσα υπόθεση, οι εναγόμενοι που δημιούργησαν ένα πρόχειρο εναέριο μεταλλικό διάδρομο, χωρίς κανένα προστατευτικό μέτρο, από πτώση δεξιά και αριστερά του που χρησιμοποίησαν τη μεταλλική βάση χωρίς να την έχουν στερεώσει καθόλου, γνωρίζοντας ότι κατά την χρήση αυτής θα μετακινούντο βάρη και εξασκούντο πιέσεις, είναι φανερό ότι εξέθεσαν τον ενάγοντα σε ένα περιττό και αχρείαστο κίνδυνο, ο οποίος ήταν προβλεπτός και κατά συνέπεια αποφευκτός. Οι εναγόμενοι περιφρονώντας το καθήκον επιμέλειας τους, έναντι του ενάγοντα, παρέλειψαν να προστατεύσουν τον ενάγοντα με μέτρα απλά, πρακτικά και ανέξοδα όπως τα εξήγησε ο Μ.Ε.
- Υπό το φως της προσαχθείσας μαρτυρίας και της εφαρμογής των αρχών της νομολογίας, οι εναγόμενοι φέρουν αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Ο ενάγων συνεπεία της πτώσης του από ύψος 1.30 m τραυματίστηκε στο πόδι. Διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 21.2.2003, υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση εξωτερικής οστεοσύνθεσης κάτω από γενική αναισθησία και εξήλθε του Νοσοκομείου στις 6.3.2003, ενώ αφαιρέθηκε η εξωτερική οστεοσύνθεση το Μάιο του
- Στις 25.6.2003, 4 μήνες μετά το ατύχημα, ο Δρ. Μαρουδιάς (στον οποίο ο ενάγων παραπέμφθηκε από τους εργοδότες του) διαπίστωσε ότι το κάταγμα δεν επορώθηκε. Η ίδια διαπίστωση έγινε 2 μήνες αργότερα (τον Αύγουστο του 2003) στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Έξι μήνες αργότερα (και ένα χρόνο μετά το ατύχημα) και συγκεκριμένα στις 26.2.2004 από σπινθιρογράφημα που έγινε από τον Δρα Σοφοκλέους διαγνώστηκε η μη πώρωση του κατάγματος ως επίσης αλγοδυστροφία. Τέσσερις μήνες αργότερα και συγκεκριμένα στις 7.6.2004 (16 μήνες μετά το ατύχημα) ο Δρ. Παπαγιάννης στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας υπέβαλε τον ενάγοντα σε νέα χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης με πλάκα κάτω από γενική αναισθησία και ετοποθέτησε το πόδι σε γύψινο νάρθηκα ο οποίος αφαιρέθηκε 3 ½ μήνες μετά (συγκεκριμένα στις 27.9.2004) οπότε διαπιστώθηκε πώρωση του κατάγματος αλλά και έντονη οστεοπόρωση η οποία κατά την τελευταία εξέταση του ενάγοντα από τον Δρα Παπαγιάννη στις 18.2.2005 συνέτεινε στον περιορισμό της κάμψης έκτασης της δεξιάς ποδοκνημικής και σε «ελαφρά» χωλότητα. Στη συνέχεια ο ενάγων απευθύνθηκε σε γιατρούς στο εξωτερικό και στις 6.8.2006 (3 ½ χρόνια από το ατύχημα και 2 χρόνια μετά τη χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης) αφαιρέθηκαν τα υλικά οστεοσύνθεσης σε Νοσοκομείο στην Καβάλα (τεκμήριο 7). Τον Ιανουάριο του 2007 ο ενάγων εξετάστηκε σε Νοσοκομείο στη Ρωσία και τον Ιανουάριο του2008 από τον Δρα Σιμόπουλο και έγινε εισήγηση-σύσταση προς τον ενάγοντα για αρθρόδεση της ποδοκνημικής. Τον Ιούλιο του 2009 ο ενάγων εξετάστηκε από τον Δρα Αθάνατο ο οποίος συνέστησε λόγω της χωλότητας και του άλγους που προκαλεί η οστεοπόρωση «χειρουργική επέμβαση με αρθρόδεση της άρθρωσης που θα έχει σκοπό την ελευθέρωση από τον πόνο με αντιστάθμισμα την ακινητοποίηση της άρθρωσης». Ο ενάγων υπέστη ένα σοβαρό τραυματισμό. Η κάκωση στην ποδοκνημική μπορεί να χαρακτηριστεί εκτεταμένη. Παρά το γεγονός ότι η αντιμετώπιση του τραυματισμού του δέχομαι ότι ήταν η ενδεδειγμένη στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, εν τούτοις χρειάστηκε μια μεγάλη περίοδος πώρωσης του κατάγματος, η δε ακινητοποίηση του ποδιού συνέτεινε στην ανάπτυξη της αλγοδυστροφίας και στη μη πλήρη αποκατάσταση του βαδίσματος του ενάγοντα. Δεν θα εξετάσω το υποθετικό ερώτημα κατά πόσο θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση ο ενάγων εάν επισπεύδετο η χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης και εγένετο σε μερικούς μόνο μήνες μετά τον τραυματισμό αφού είχε διαπιστωθεί έγκαιρα η μη πώρωση του κατάγματος, ούτε βέβαια θα εξετάσω τους λόγους που οδήγησαν τον ενάγοντα, και σε ποια κατάσταση θα ήταν εάν αποδέχετο την εισήγηση του Δρος Μαρουδιά εις τον οποίο παρεπέμφθη από τους εναγόμενους - εργοδότες του για αρθρόδεση της ποδοκνημικής. Έχουν εκφραστεί διιστάμενες ιατρικές απόψεις επί αμφοτέρων των θεμάτων αλλά αποδεχόμενος τη μαρτυρία των Δρα Παπαγιάννη - Αθάνατου δεν θεωρώ ότι θα έπρεπε είτε να επισπευτεί η χειρουργική επέμβαση εσωτερικής οστεοσύνθεσης, είτε να εξαναγκαστεί ουσιαστικά ο ενάγων να υποβληθεί σε αρθρόδεση αφού δεν έχω πειστεί (ούτε βέβαια και οι γιατροί) ότι κανένα όφελος δεν θα προέκυπτε στη βάδιση αλλά μόνο στον περιορισμό του πόνου με κόστος την περαιτέρω ακινητοποίηση του μέλους και την επιδείνωση της υπάρχουσας αλγοδυστροφίας. Δεν θεωρώ κατά συνέπεια ότι ο ενάγων που επέλεξε να μην υποβληθεί σε αρθρόδεση, γιατί σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων μετά την αρθρόδεση, θα μπορούσε να εργαστεί σε καθιστική εργασία, συνέτεινε ουσιαστικά στη σημερινή αναπηρία του ενώ θα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να περιορίσει τη ζημιά που υπέστη από τον τραυματισμό του. Η σοβαρότητα του τραυματισμού, ο πόνος, η οδύνη, η διάρκεια της δυσχέρειας και κατά συνέπεια η ταλαιπωρία είναι οι παράμετροι που προσμετρούν στον καταμερισμό της αποζημίωσης για σκοπούς αποζημιώσεων (βλ. Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ. 420). Η βλάβη στην ποδοκνημική του ενάγοντα πρέπει 8 χρόνια μετά το ατύχημα να θεωρείται μόνιμη, κάτι που εμποδίζει τη βάδιση (υπάρχει χωλότητα) η δε ανικανότητα προς εργασία όπως αποφάνθηκε το Ιατροσυμβούλιο δεδομένη. Δεν θα συμφωνήσω με τον κ. Δράκο ότι ο ενάγων είναι δυνατό να εργοδοτηθεί σε καθιστική εργασία επειδή ανέφερε στο Δικαστήριο ότι αν βρεθεί τέτοια εργασία θα την έκανε. Θεωρώ ότι είναι δύσκολο αν όχι αδύνατον να βρεθεί τέτοια εργασία για τον ενάγοντα που είναι εργάτης αλλά και επιπρόσθετα ότι θα ήταν αδύνατο να την εκτελέσει. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έδειξε την αυξητική τάση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το παρελθόν και την ευαισθησία στον ανθρώπινο πόνο και την αγωνία της ανικανότητας με αρχή την υπόθεση Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd and another v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789. Από τότε καλύφθηκε αρκετός δρόμος και εκδόθηκαν σειρά από αποφάσεις ώστε να πρέπει να θεωρούμε πως δεν αντιμετωπίζεται πλέον η θέση αυτή σαν δόγμα. Χαρακτηριστικά το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Aρετούλα Μερακλή ν. Αυγερινού Ταλιώτη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1148, είχε να πει τα εξής: «Είναι γεγονός ότι τα Δικαστήρια με την πάροδο του χρόνου πρέπει να ακολουθούν μια ανοδική πορεία στο θέμα της χορήγησης αποζημιώσεων σε υποθέσεις πρόκλησης σωματικών βλαβών. Η τάση όμως αυτή δεν θα πρέπει να είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα στα σωστά πλαίσια της λογικής και δίκαιης για όλους τους διαδίκους αποζημίωσης.» Προχώρησε μετά το Ανώτατο Δικαστήριο και μείωσε ποσό αποζημιώσεως Λ.Κ. 3.500 για τραυματισμό του αυχένα σε Λ.Κ. 1.500. Πολύ πιο χαρακτηριστική η επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ανδρέας Χριστοδούλου ν. Θεοδώρας Αγαθοκλέους
(1997)1(Α) Α.Α.Δ.
- Το ποσό των αποζημιώσεων των Λ.Κ.20.000 για σοβαρά τραύματα με κατάγματα στη λεκάνη και τον ακρόποδα και μετατραυματικές συνέπειες μειώθηκε στις Λ.Κ. 10.
- Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δικαστής Πικής που με τις αποφάσεις του στις υποθέσεις Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789 και Μαυροπετρή ν. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 έδειξε τον δρόμο προς τη δίκαιη και λογική αποζημίωση με πολλές άλλες αποφάσεις του έδωσε και τα δείγματα της πρακτικής εφαρμογής του κανόνα. Στην υπόθεση Ανδρέας Χριστοφόρου ν. Τάσου Χαραλάμπους κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 560 αυξήθηκε το ποσό των επιδικασθέντων αποζημιώσεων από Λ.Κ.8.000 σε Λ.Κ.12.000 για σοβαρότατο τραυματισμό κατάγματος της άρθρωσης του ισχίου που είχε συνέπειες (α) βράχυνση του ποδιού, (β) νέκρωση της κεφαλής του μηριαίου οστού (γ) οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις που θα κατέληγαν σε ανάγκη για ολική αντικατάσταση του ισχίου με αρθροπλαστική. Οι πιο πάνω υποθέσεις καταδεικνύουν αφού ληφθούν υπόψη και άλλα στοιχεία όπως η μείωση της αξίας του χρήματος αλλά και ο τόκος που επιδικάζεται, την πορεία του Δικαστηρίου στην επίτευξη του στόχου για επιδίκαση δίκαιου και εύλογου ποσού αποζημίωσης. Η αποζημίωση θα πρέπει να είναι επαρκής αλλά την ίδια στιγμή δεν πρέπει να τιμωρεί τον αδικοπραγούντα ή να εναποθέτει στους ώμους του βάρος απαράδεκτο κοινωνικά. Αυτό που στην προκειμένη περίπτωση αποτελεί ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ήταν η άρνηση του ενάγοντα να υποστεί την εγχείρηση στο χρόνο που τον συμβούλευε ο Δρ. Ν. Μαρουδιάς και στη συνέχεια η άρνηση του να προχωρήσει σε αρθρόδεση της ποδοκνημικής άρθρωσης όπως τον συμβούλευσαν μεταγενέστερα με τη σταθεροποίηση της κατάστασης του ποδιού του οι άλλοι γιατροί που τον εξέτασαν και κυρίως οι Δρ. Σ. Σιμόπουλος και Δρ. Κέσοβ. Σύμφωνα με τον κ. Δράκο το θέμα της άρνησης του ενάγοντα να υποβληθεί σε εγχείρηση αρθρόδεσης εξετάστηκε με αναφορά σε σειρά Αγγλικών αποφάσεων στην υπόθεση Τelemachou v. Papakyriacou
(1986)1 C.L.R. 705 και οι εναγόμενοι δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι και να κληθούν να καταβάλουν αποζημιώσεις σε περίπτωση τέτοιας άρνησης. Στη σελίδα 725 της απόφασης, στην παράγρ. 3, ο Δικαστής Σαββίδης έλεγε: «From what emanates from a line of decided cases in England is that if an injured person unreasonably refuse to have an operation which might improve his condition the continuing effects are not chargeable against the defendants.» Ως παρεπόμενα του τραυματισμού του ενάγοντα παρέμειναν τεράστια προβλήματα και ταλαιπωρία που επηρεάζουν καθημερινά τη ζωή του. Θα διαφωνήσω όμως με τον κ. Δράκο ότι ο ενάγων είχε υποχρέωση να υποβληθεί σε μια δύσκολη εγχείρηση «αρθρόδεσης» και να θέσει τον εαυτό του σε περιπέτειες και περαιτέρω κινδύνους με μόνο ουσιαστικό όφελος τη μείωση του πόνου. Ο ενάγων ακολούθησε πιστά τις εισηγήσεις του θεράποντα ιατρού του στο Νοσοκομείο ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι είναι δυνατό ένα κάταγμα να πορωθεί μετά από πολλούς μήνες (μέχρι και 2 χρόνια) γι΄ αυτό ανέμενε πριν προβεί σε εσωτερική οστεοσύνθεση. Στην Geest v. Lansiquot
(2003)1 All E.R. 383, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «A plaintiff is under no duty to mitigate his loss, despite the habitual use by the lawyers of the phrase "duty to mitigate". He is completely free to act as he judges to be in his interests.» Λαμβάνοντας υπόψη μου τις σοβαρές και μόνιμες βλάβες του ενάγοντα, τον πόνο, την ταλαιπωρία, την επιδεινούμενη προϊόντος του χρόνου κατάσταση της ποδοκνημικής άρθρωσης και έχοντας υπόψη μου τη νομολογία θεωρώ ότι το ποσό των €100.000 αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση για τον ενάγοντα (βλ. Γεννάδιος Τσιβιτανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 218 και Ανδρέας Χριστοφόρου ν. Τάσου Χαραλάμπους κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 560). Στην Constantinou v. Salachouris
(1969)1 C.L.R. 416 (που ακολούθησε την απόφαση του Lord Denning στη Fletcher n. Autocar & Transportes Ltd
(1968)1 All E.R. 726) υποστηρίχθηκε η αρχή ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια (και ούτε πρέπει να γίνεται προσπάθεια να αποδοθεί) ιδανική (perfect) χρηματική αποζημίωση αλλά μια δίκαιη αποζημίωση. ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ - ΑΠΩΛΕΙΑ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΑΠΟΛΑΒΩΝ Ο ενάγων μετά την ολοκλήρωση της περίθαλψης του από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και την πώρωση του κατάγματος μετά την εγχείρηση της εσωτερικής οστεοσύνθεσης εκρίθη ανίκανος για εργασία και λαμβάνει σχετικό επίδομα από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (από 25.11.2004). Οι απολαβές του κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν £9.914,31 ή €16.939,60 ετησίως (βλέπε Τεκμήριο 14Γ για το 2002) περιλαμβανομένης και της υπερωριακής εργασίας. Αμφότεροι οι συνήγοροι συμφωνούν ότι στην παρούσα υπόθεση ως μέθοδος υπολογισμού της απώλειας (μελλοντικών απολαβών) προσφέρεται η μέθοδος με πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέο. Εισηγούνται μάλιστα με βάση την ηλικία του ενάγοντα (40 ετών κατά τον ουσιώδη χρόνο) και τη νομολογία που παραθέτουν των υποθέσεων ως πολλαπλασιαστή τα 10 χρόνια (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718). Διαφωνώ στο ότι ο κ. Δράκος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ήταν ικανός για ελαφρά ή/και καθιστική εργασία και κατά συνέπεια το πολλαπλασιαστέο ετήσιο εισόδημα του ενάγοντα πρέπει να είναι μειωμένο με ένα κατ΄ αποκοπήν ποσό ετήσιου εισοδήματος το οποίο θα μπορούσε να έχει ο ενάγων εάν απασχολείτο σε ελαφρά ή/και καθιστική εργασία. Η θέση αυτή του κ. Δράκου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο ενάγων εκρίθη 100% ανίκανος προς εργασία από το Ιατροσυμβούλιο. Η απόφαση του να μην υποβληθεί σε εγχείρηση αρθρόδεσης δεν μπορεί να έχει σχέση με την ικανότητα του για εργασία ή θα τον καθιστούσε έστω με μειωμένη ικανότητα προς εργασία. Τα κατάλοιπα του σοβαρού τραυματισμού του ήταν τέτοια (καυσαλγία, πόνος έντονος, ψηλά το πόδι όταν κάθεται, να μην μπορεί να μείνει σε παρατεταμένη καθιστική θέση λόγω του προβλήματος στην οσφύ του) που κατά την ταπεινή μου άποψη δεν του επιτρέπουν ούτε θα του επέτρεπαν αν υποβαλλόταν σε αρθρόδεση να εργαστεί σε ελαφρά ή καθιστική εργασία. Κατά συνέπεια θεωρώ ότι ο ενάγων είναι πλήρως ανίκανος προς εργασία, παρά την επιθυμία του να εργαστεί σε ελαφρά ή καθιστική εργασία, εάν τέτοια εργασία εξευρεθεί και η μέθοδος πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου είναι η καταλληλότερη στην παρούσα περίπτωση για να υιοθετηθεί προς εξεύρεση της απώλειας μελλοντικών απολαβών του ενάγοντα. Η ουσιαστική διαφωνία των δικηγόρων των διαδίκων όμως στην παρούσα υπόθεση είναι η αξίωση της κας Ερωτοκρίτου ότι για τον ενάγοντα πρέπει εκτός των ειδικών ζημιών που έχουν γίνει παραδεκτές και/ή έχουν αποδειχθεί και συμποσούνται σε £20.712,13 ή €35.388,78 (βλέπε §15 (
- i)- (
- xi)της Έκθεσης Απαίτησης) να επιδικαστούν προς όφελος του ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια εισοδημάτων από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης (και ακολούθως να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος πολλαπλασιαστή και πολλαπλασιαστέου για να αποφανθεί το Δικαστήριο για την απώλεια μελλοντικών απολαβών) ενώ αντίθετη θέση εκφράζει ο κ. Δράκος, ότι δηλαδή θα πρέπει να μην υπολογιστούν ως ειδικές αποζημιώσεις οι απώλειες εισοδημάτων του ενάγοντα από την καταχώρηση της αγωγής μέχρι την έναρξη της δίκης. Για το σκοπό αυτό η κα Ερωτοκρίτου προσέφερε στο Δικαστήριο μαρτυρία για τη μισθοδοσία του ενάγοντα (βασικός μισθός, τιμαριθμικό επίδομα, ταμείο προνοίας, εισφορές εργοδότη) τον ουσιώδη χρόνο, τις συλλογικές συμβάσεις για τις προβλεπόμενες ετήσιες μισθολογικές αυξήσεις ως επίσης και τα εισοδήματα από υπερωριακή εργασία στην οποία ασχολείτο. Η εισοδηματική απόδοση είναι το σύνολο των χρηματικών ποσών που ένας έχει την ικανότητα να παράξει είτε από τη μια είτε από δύο εργασίες ή από υπερωριακή απασχόληση (βλέπε A. Panayides Contracting Ltd v. Xαραλάμπους,
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 416). Το θέμα της απώλειας εισοδήματος από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης μέχρι την ημέρα της δίκης έχει ξεκαθαρίσει στην πιο πάνω υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1718, όπου αποφασίστηκε στη σελ. 1739: «Θα πρέπει ακόμα, οι απώλειες των εισοδημάτων μέχρι την ημερομηνία της ακρόασης να επιδικάζονται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων και οι υπόλοιπες υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, αφού βέβαια προηγουμένως γίνει σχετική αναφορά στην έκθεση απαίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Fysco Constructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014, 1030: «Στις περιπτώσεις που από την ημερομηνία καταχώρισης της έκθεσης απαιτήσεως μέχρι την ημέρα της δίκης αποκρυσταλλώνεται ζημιά ή απώλεια επιδεκτική αριθμητικού υπολογισμού, αναμένεται πως θα γίνεται κατάλληλη τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως ώστε, κατά την ακρόαση, οι γραπτές προτάσεις να αντικατοπτρίζουν τα επίδικα θέματα στο σύνολό τους και η απαίτηση να είναι ολοκληρωμένη. Δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο, όμως, να οδηγείται η υπόθεση σε ακρόαση χωρίς τη μεσολάβηση τέτοιας τροποποίησης. Το ίδιο συνηθισμένο είναι να αφήνεται να εισαχθεί, χωρίς ένσταση, μαρτυρία σε σχέση με τέτοια ζημιά που αναφέρεται σε χρόνο που δεν καλύπτεται από την έκθεση απαιτήσεως.» Και στη Μιχαήλ κ.ά. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 1049: «Ανεξάρτητα από τη δυνατότητα εναρμόνισης της δικογραφίας με τα δεδομένα της μαρτυρίας και της απόφασης ως προς την απόδοση αποζημιώσεων υπό μορφή ειδικής ζημίας, η ανάκτηση της ζημίας, την οποία υφίσταται ο ενάγων, ως αποτέλεσμα του αστικού αδικήματος, στο χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ του δυστυχήματος και της δίκης, δύναται να διεκδικηθεί ως αποζημιώση. Είναι λόγοι δικονομικής τάξης και όχι οποιαδήποτε αρχή δικαίου, που επιβάλλει την εξειδίκευση ζημίας η οποία είναι μετρήσιμη. Το κριτήριο για την ανάκτηση ζημίας είναι το ίδιο σ' όλες τις περιπτώσεις. η απόρροιά της από τη ζημιογόνο πράξη.» Και πιο κάτω: «Η απόδοση στον ενάγοντα αποζημίωσης, ίσης προς τη ζημία την οποία αποδεδειγμένα υπέστη από τη βλάβη που στοιχειοθετείται στην απαίτησή του, αποτελεί το μέτρο της αποκατάστασής του. Εφόσον αποκρυσταλλώνεται η ζημία σε συγκεκριμένο τομέα, αποτελεί τη δικαία αποζημίωση κάτω από εκείνο το κεφάλαιο αποζημιώσεων. Η παράλειψη διεκδίκησης συγκεκριμένης ζημίας, ως ειδικής ζημίας, δεν αποτελεί κώλυμα στην επιδίκαση της αριθμητικά αποτιμούμενης ζημίας. Το εγχείρημα τροποποίησης της έκθεσης απαιτήσεως ενέχει τυπικό χαρακτήρα.» ............................. Η τελευταία χειρουργική επέμβαση στον ενάγοντα έγινε ένα περίπου χρόνο μετά τον τραυματισμό του και από την ιατρική μαρτυρία προκύπτει ότι ένα σχεδόν χρόνο αργότερα τα τραύματά του είχαν επουλωθεί πλήρως. Συνεπώς, θεωρούμε ότι για περίοδο δύο χρόνων μετά το δυστύχημα ο ενάγων είχε πλήρη απώλεια απολαβών (£18.000). Για άλλα 6 χρόνια, μέχρι δηλαδή την ημερομηνία απόφασης (που δικαιούται την απώλεια εισοδημάτων του υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων), θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν ότι η ανικανότητά του υπολογίστηκε στο 75%. Έτσι με απώλεια ετήσιων απολαβών ύψους £6.750, η απώλεια εισοδημάτων του ανέρχεται συνολικά στις £40.500. Έτσι η συνολική απώλεια εισοδημάτων του στην οποία δικαιούται υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων και μέχρι τις 22.5.2000, ημερομηνία της απόφασης, ανέρχεται στις £58.500. Κατά την ημέρα της απόφασης ο ενάγων ήταν ήδη 49 χρόνων. Θεωρούμε ότι η ηλικία του και το επάγγελμά του, καθώς και οι λοιπές περιστάσεις είναι τέτοιες που δικαιολογούν τον καθορισμό συντελεστή 8 (Ioannou and Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789, Τζιάνναρος ν. Καμηλάρη(*), Π.Ε. 6771, ημερ. 11.7.1989, Odysseos v. A. L. Mantovani & Sons Ltd and Another
(1989)1 C.L.R. 321, Νικολάου ν. Πέτρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1). Έτσι, οι απώλειες μελλοντικών εισοδημάτων ανέρχονται σε £54.
- Ως αποτέλεσμα οι ολικές απώλειες απολαβών του ενάγοντα θα πρέπει να υπολογιστούν στις £112.
- Αν στο ποσό αυτό προστεθεί και το ποσό των £50.000 που έχει επιδικαστεί υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων, το ποσό στο οποίο ο ενάγων δικαιούται, ανέρχεται στις £162.500.» Η κα Ερωτοκρίτου ορθά κατά συνέπεια συμπεριέλαβε στην Έκθεση Απαίτησης και αξίωσε υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων τη ζημιά που υπέστη ο ενάγων από την απώλεια των εισοδημάτων του από το ατύχημα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Ακολουθέντων των πιο πάνω αυθεντιών θεωρώ ότι το ποσό της εισοδηματικής απώλειας του ενάγοντα (συμπεριλαμβανομένης της υπερωριακής εργασίας) είναι €16.939 ετησίως κατά το 2002 (λέγε €17.000). Κατά συνέπεια δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να υπεισέλθει στην εξεύρεση περαιτέρω λεπτομερειών, αν π.χ. με τις υπάρχουσες συλλογικές συμβάσεις η μισθοδοσία του θα αυξάνετο ή θα εμειώνετο. Δεν θεωρώ επιβεβλημένο να υπεισέλθω σε πολύπλοκες μαθηματικές πράξεις και υποθετικούς συλλογισμούς για τα απωλεσθέντα ετήσια εισοδήματα του ενάγοντα και τις παραμέτρους που τα επηρεάζουν. Πολλοί αστάθμητοι παράγοντες μπορούσαν να αυξήσουν ή να μειώσουν τις ετήσιες απολαβές του ενάγοντα. Αν γίνει π.χ. αποδεκτή η μαρτυρία του κ. Σταύρου Ιωαννίδη των εναγομένων είναι φανερό ότι η μισθοδοσία του ενάγοντα και κατά συνέπεια τα εισοδήματα του θα είχαν φθίνουσα πορεία (αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος εναγομένων, αλλαγή στις συνθήκες αγοράς, διάλυση τμήματος στο οποίο ο ενάγων εργοδοτείτο, καμιά υπερωριακή εργασία από το 2007). Οι απολαβές που έχουν σημασία για σκοπούς καθορισμού αποζημίωσης είναι αυτές που αποδεικνύεται ότι ελάμβανε ο ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο που είναι ο Φεβρουάριος του 2003 και το Δικαστήριο έχει ικανοποιητική και καλή μαρτυρία ότι ήσαν €16.939 για το έτος 2002 (βλέπε Τεκμήριο 14Γ). Κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται από 31.12.2004 (ουσιαστικά από 27.1.2005 - ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής - αφού για την απώλεια εισοδήματος από 21.2.2003 - 31.12.2004 αξιώνονται και είναι παραδεκτές £18.176,23 της παραγράφου 15(i) της έκθεσης απαίτησης υπό μορφή επίσης συμφωνηθέντων ειδικών αποζημιώσεων) μέχρι 9.2.2010 (έναρξη της δίκης) σε 5 χρόνια υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων τις ετήσιες απολαβές του που είναι όπως έχω αναφέρει πιο πάνω €17.000 Χ 5 ήτοι €85.000 ως επίσης και σε ένα άλλο ποσό €136.000 υπό μορφή απώλειας μελλοντικών απολαβών. Υιοθετώ ως και στη Γενικός Εισαγγελέας κ.α. ν. Στυλιανού κ.α. (ανωτέρω) συντελεστή 8 αφού ο ενάγων είναι σήμερα 48 ετών ως και στην πιο πάνω υπόθεση (8 Χ €17.000 = €136.000) λαμβανομένης υπόψη της 100% ανικανότητας του προς εργασία. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση προς όφελος ενάγοντα εις βάρος εναγομένων για (α) ποσό €19.537,66 ήτοι ποσό €15.510 ως διαλαμβάνεται στην §15 (i) - (xi) της Έκθεσης Απαίτησης υπό μορφή ειδικών αποζημιώσεων (ήτοι ποσό €35.388,78 αφαιρουμένου του ποσού των €19.877,87 που ο ενάγων παραδέχθηκε ότι έλαβε έναντι των μισθών του από τους εναγόμενους και ποσό €4.027,66 που απέδειξε ο ενάγων με τα κατατεθέντα τεκμήρια 16-22 (ήτοι 15.510 + 4027,66 = 19.537,66) πλέον τόκους προς 4% από 27.1.2005 μέχρι εξόφλησης. (β) ποσό €100.000 γενικές αποζημιώσεις με τόκο προς 8% από 27.1.2005 (ημερομηνία καταχώρισης αγωγής) μέχρι εξόφλησης (βλέπει όσον αφορά τον τόκο τις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 473 και Στεφανή ν. Λαμπή
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1847. (γ) ποσό €85.000 ως ειδικές αποζημιώσεις απώλεια απολαβών μέχρι την έναρξη της δίκης με τόκο προς 4% από 27.1.2005 μέχρι εξόφλησης. (δ) ποσό €136.000 ως μελλοντική απώλεια απολαβών με νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξόφλησης. (ε) πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο