Μαρούλλα Κυπριανού Παπαμάρκου ή Μαρούλλα Κωνσταντίνου ν. Γιαννούλλας Αποστόλου Σάββα, Αίτηση/Έφεση αρ.: 613/2008, 8 Νοεμβρίου,2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A422 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση αρ.: 613/2008 Επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224, άρθρο 80 Μεταξύ: Μαρούλλα Κυπριανού Παπαμάρκου ή Μαρούλλα Κωνσταντίνου Εφεσείουσα/Αιτήτρια και Γιαννούλλας Αποστόλου Σάββα Εφεσίβλητης/Καθ'ης η Αίτηση 8 Νοεμβρίου,2011 Για την αιτήτρια/εφεσείουσα, εμφανίζεται ο κ. Κ. Χατζιηωάννου για τους κ.κ. Α. Κ. Χατζιηωάννου και Υιοί. Για την καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητη, εμφανίζεται ο κ. Κ. Λοϊζου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δια της αίτησης/έφεσης που κατεχώρισε στις 3.7.08 («η αίτηση/έφεση»), η αιτήτρια/εφεσείουσα επιδιώκει την ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας («ο Διευθυντής») ημερ. 6.6.08. Η απόφαση αυτή καθόρισε δίοδο επηρεάζουσα την ακίνητη ιδιοκτησία της αίτητριας/εφεσείουσας που φέρει αριθμόν εγγραφής 6187 και περιγράφεται ως τεμάχιον υπ' αριθμόν 350, Φύλλο/Σχέδιο 1425V στην κοινότητα Γερακιές («το δουλεύον κτήμα») προς όφελος της ακίνητης ιδιοκτησίας της καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητης που φέρει αριθμόν εγγραφής 5870 και περιγράφεται ως τεμάχιον υπ' αριθμόν 353 Φύλλο/Σχέδιο 1425 στην κοινότητα Γερακιές («το δεσπόζον κτήμα»). Η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 εξεδόθηκε κατόπιν σχετικής αίτησης της καθ'ης η αίτηση/εφεσίουσας εφ' όσον το δεσπόζον κτήμα είναι περίκλειστο. Η αίτηση/έφεση καταγράφει, ως νομική της βάση, το άρθρο 80 του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου (Κεφ. 224, ως αυτό τροποποιήθηκε), τον Καν. 6 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμών του 1967, τους Καν. 5, 7, 8, 14, 15 και 17 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956, την Δ.48 θ.θ.1 έως και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τη νομολογία και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Παραθέτω εξ αρχής τα κάτωθι εν σχέσει με το πλαίσιο εκδίκασης ένδικου μέσου ως το επίδικο και το εύρος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Αριστοτέλους ν. Χ' Κυριάκου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 100, 108-9, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο μηχανισμός για τον έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου που εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου προσφέρεται από το άρθρο 80 του Κεφ. 224. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι καλώς θεμελιωμένες. Έχει νομολογηθεί ότι κατά τον καθορισμό του δικαιώματος διόδου ο Διευθυντής έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια. Εκδίδει απόφαση η οποία εμπίπτει εντός της σφαίρας του ιδιωτικού δικαίου. Επομένως το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή πρέπει να εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. Ωστόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν θα αντικαταστήσει εύκολα την δική του διακριτική ευχέρεια με εκείνη του Διευθυντή. Θα υιοθετήσει τέτοια πορεία μόνο εφόσον υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση (βλ. Kafieros (πιο πάνω) σελ. 643, 644, Peyiotis and Another v. Polemides
(1982)1 C.L.R. 442, 450, Λιασίδης v. Γενικού Εισαγγελέα
(1989)1 Α.Α.Δ. 185, Αθανάση κ.α ν. Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208, 210, Σολωμόντος ω. ΠαΠανεοκλή
(1992)1 Α.Α.Δ. 906, 912, Παύλου κ.α. ν. Νεοφύτου
(1995)1 Α.Α.Δ. 973, 977. Βλ. και Georghiou ν. Hjiphesa
(1970)1 C.L.R. 58)." Στην πρόσφατη απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 118/2008
- Επί τοις αφορώσι στην έφεση του Σοφρωνίου Χρίστου Χ' Σοφρωνίου ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Αντώνη Χρίστου Χ' Σοφρωνίου κ.α. ν. Παναγιώτας Ονησιφόρου Δημοσθένους, ημερ. 20.5.11, διευκρινίσθηκαν και τα ακόλουθα: «..λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη από το Ανώτατο Δικαστήριο για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και σε υποθέσεις όπως την παρούσα. Αναφορικά με την αιτιολογία αυτή επιβάλλεται και από τον Καν. 6 των περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμών του 1956». Περαιτέρω, και παρά την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή να αποφασίζει επί αιτήσεων καθορισμού διόδου [Αριστοτέλους ν. Χ' Κυριάκου (ανωτέρω)], εντούτοις, αυτός οφείλει να συμμορφώνεται προς το δεδικασμένο σχετικής προηγούμενης απόφασης. Αυτό επιβάλλουν η αρχή της νομιμότητας και η αρχή της καλής πίστης οι οποίες οριοθετούν τις αποφάσεις κάθε διοικητικού οργάνου, ως είναι ο Διευθυντής. Έτσι, κατά την εξέταση αίτησης για καθορισμό διόδου, ο Διευθυντής οφείλει να αποκηρύξει, ως παράνομη, κάθε λύση η οποία, στα πλαίσια προηγηθείσας δικαστικής διαδικασίας μεταξύ των ιδίων προσώπων, έχει κηρυχθεί ως άκυρη. Εν προκειμένω οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 και οι οποίοι εκτίθενται στο σώμα της αίτησης/έφεσης συνοψίζονται ως εξής: 1) Το ζήτημα καλύπτεται από δεδικασμένο εφ' όσον ταυτόσημη απόφαση του Διευθυντή ημερ.10.10.03 ακυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 4.7.06 στα πλαίσια της αίτησης/έφεσης αρ.631/2003 (Ε.Δ. Λευκωσίας). 2) Η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 παραβιάζει το δεδικασμένο που δημιούργησε η εκδίκαση της αγωγής αρ. 8803/1995 (Ε.Δ. Λευκωσίας) και καταστρατηγεί ή αποπειράται να καταστρατηγήσει την απόφαση και τα διατάγματα που εξεδόθηκαν στην αγωγή αυτή. 3) Επί της ουσίας, η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 θα πρέπει να ακυρωθεί γιατί (I) η καθορισθείσα δίοδος δεν είναι η πλέον πρόσφορη ούτε η λιγότερο επαχθής, (II) κατά τον καθορισμό της επίδικης διόδου δεν λήφθηκαν υπ' όψιν η είσοδος και τα παράθυρα της οικίας που ευρίσκεται εντός του δουλεύοντος κτιρίου, (ΙΙΙ) δίοδος διαμέσου άλλων τεμαχίων θα ήταν λιγότερο επαχθής, (ΙV) η υφιστάμενη δίοδος διαμέσου των τεμαχίων 349 και ή 354 είναι καταλληλότερη εφ' όσον η είσοδος της οικίας που ευρίσκεται εντός του δεσπόζοντος κτήματος είναι στραμμένη προς τα τεμάχια αυτά, (V) το δεσπόζον κτήμα προέκυψε από τον διαχωρισμό ενιαίου τεμαχίου και, άρα, αυτό θα μπορούσε να εξασφαλίσει δίοδο διαμέσου άλλων τεμαχίων που, επίσης, προέκυψαν από τον διαχωρισμό αυτόν και τα οποία εφάπτονται δρόμου. 4) Η καθορισθείσα αποζημίωση είναι ανεπαρκής. Στην αίτηση/έφεση επισυνάπτεται η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.
- Επιπλέον, η αίτηση/έφεση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αντώνη Θεοφάνους, ανηψιού της αιτήτριας/εφεσείουσας, ημερ. 3.7.
- Στην ένορκη δήλωση του Αντώνη Θεοφάνους επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Η έφεση/αίτηση αντιμετωπίζει την ένσταση της καθ'ης η αίτηση/εφεσείβλητης η οποία καταχωρίστηκε στις 14.11.
- Oι λόγοι ένστασης, οι οποίοι αφορούν στην ουσία της υπόθεσης, συνοψίζονται ως εξής: 1) Ο Διευθυντής καθόρισε την επίδικη δίοδο κατόπιν επιτόπιας εξέτασης και ενδελεχούς έρευνας όλων των κρίσιμων δεδομένων και εφαρμόζοντας τα νόμιμα κριτήρια και την νόμιμη διαδικασία και πρακτική του Τμήματός του. 2) Η επίδικη δίοδος είναι δίκαιη και η προσφορότερη. Προκαλεί την μικρότερη δυνατή ζημία, οχληρία και ταλαιπωρία και ουδόλως μειώνει την οικονομική αξία του δουλεύοντος κτήματος. Ούτε εμποδίζει την αξιοποίησή του. 3) Η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. 4) Το δεσπόζον κτήμα δικαιούται να εξασφαλίσει δίοδο εφ' όσον αυτό είναι περίκλειστο και εφ' όσον σε αυτόν υπάρχει κατοικία όπου διαμένουν οι ηλικιωμένοι γονείς της καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητης. 5) Ο καθορισμός διόδου διαμέσου των γειτονικών τεμαχίων υπ' αριθμόν 349, 351 και 352 θα ήταν εσφαλμένος για συγκεκριμένους λόγους. 6) Η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 ουδόλως καταστρατηγεί την απόφαση στην αγωγή αρ. 8803/1995 (Ε.Δ. Λευκωσίας) η οποία αφορούσε σε παράνομη επέμβαση των ιδιοκτητών του δεσπόζοντος κτήματος εις βάρος του δουλεύοντος. Περαιτέρω, και όσον αφορά στο προκριματικό ζήτημα του δεδικασμένου, οι λόγοι ένστασης υπ' αριθμόν 5,6,7 και 13 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
- Αναφορικά με την Αίτηση/Έφεση 631/03, η Εφεσίβλητη/Καθ' ής η Αίτηση κατά την εκδίκαση της αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να δεχθεί ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή για να περιοριστούν τα έξοδα της δίκης, χωρίς να αποποιηθεί του δικαιώματος της να αποταθεί εκ νέου στο Διευθυντή για απόκτηση διόδου για το περίκλειστο ακίνητο της δυνάμει του άρθρου 11Α ΚΕΦ.224 και των σχετικών Κανονισμών.
- Η ανάγκη αποδοχής της ακύρωσης της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 13/10/2003 υπαγορεύθηκε από το γεγονός ότι η μάρτυρας του Κτηματολογίου που κλήθηκε για να υποστηρίξει την απόφαση του Διευθυντή αρνήθηκε να το πράξει και δήλωσε ότι διαφωνούσε με την απόφαση.
- Το Δικαστήριο δεν έκρινε επί της ουσίας την πιο πάνω υπόθεση για να αποφασίσει για την νομιμότητα και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή, ούτε απεφάσισε επί της ουσίας της διαφοράς που αναφύηκε λόγω της ρηθείσας απόφασης. ................................
- Η διαφορά που προέκυψε λόγω της προσβαλλόμενης με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο απόφασης του Διευθυντή, δεν είναι διαφορά που καλύπτεται από το δεδικασμένο. Είναι νέα διαφορά που προέκυψε από νέα απόφαση του Διευθυντή ως αποτέλεσμα νέας επιτόπιας εξέτασης, κατά την οποία ο Διευθυντής έλαβε υπόψιν του όλα τα κατά τον χρόνο της νέας επιτόπιας εξέτασης δεδομένα και στοιχεία καθώς επίσης και τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά όλων των δουλευόντων ακινήτων που περιλήφθηκαν στην αίτηση της Εφεσίβλητης/Καθ'ής η Αίτηση, καθώς και των γύρω ακινήτων και ο Διευθυντής απεφάσισε αφού έλαβε υπόψιν του την αρχή της πρόκλησης της μικρότερης δυνατής ζημιάς, οχληρίας και ταλαιπωρίας.» Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της αιτήτριας/εφεσείουσας ημερ. 14.11.
- Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου και προς υποστήριξη των θέσεων της καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητης, καταχωρίστηκε, στις 6.3.09, και ένορκη δήλωση του Νικόλα Χριστοδούλου, Κτηματολογικού Γραφέα ο οποίος ασκεί καθήκοντα Κτηματολόγου Επιτόπιων Ερευνών. Επιπλέον, ευρίσκεται εντός του φακέλου της διαδικασίας καταχωρισμένη η αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή ημερ. 9.7.08, στην οποία επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Όπως καταγράφεται στη σχετική καλυπτική επιστολή, η καταχώριση, στον φάκελο της διαδικασίας, της αιτιολογημένης απόφασης του Διευθυντή ακολούθησε την επίδοση της αίτησης/έφεσης σε αυτόν, ως ο Καν. 5
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956 επιβάλλει. Διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, ο προρρηθείς Αντώνης Θεοφάνους απεβίωσε. Ορθώς ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ'ης η αίτησης/εφεσίβλητης επισημαίνει πως το γεγονός αυτό κατέστησε την μαρτυρία του αποβιώσαντος, ως αυτή παρατίθεται στην ένορκη δήλωσή του ημερ. 3.7.08, ανεπίδεκτη δικαστικής αξιολόγησης εφ' όσον είναι εξ αντικειμένου αδύνατη η αντεξέτασή του. Συναφώς αναφέρω πως το δικαίωμα διαδίκου να αντεξετάσει μάρτυρα του αντιδίκου του είναι θεμελιώδες και ο σεβασμός του αποτελεί προϋπόθεση για τη δίκαιη δίκη. Το δικαίωμα αντεξέτασης προστατεύεται από το Άρθρο 30.3(γ) του Συντάγματος καθώς και από το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Κυρωτικός Νόμος 39/1962) (δείτε την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 239/2009 Ανδρέας Επιφανείου, ημερ. 25.10.10). Όμως, ο θάνατος του αρχικού μάρτυρος της αιτήτριας/εφεσείουσας και η παράλειψη αυτής να καταχωρήσει άλλη ένορκη δήλωση προς το σκοπό απόδειξης των γεγονότων που επικαλείται, δεν καθιστούν το ένδικο μέσο της άκυρο. Ούτε εμποδίζουν την εξέταση της βασιμότητάς του εφ' όσον: 1) Η αίτηση/έφεση υπεβλήθηκε στον τύπο και εντός του χρονικού πλαισίου που ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1956 καθορίζει. 2) Στην αίτηση/ έφεση επισυνάπτεται το αντικείμενό της, δηλαδή η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08. 3) Στην έφεση/αίτηση προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους επιδιώκεται η δικαστική αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 6.6.08. 4) Η έφεση/αίτηση επεδόθηκε στους επηρεαζομένους (Κάκουλου ν. Παχουζούρη κ.α. (Αρ. 2)
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1503). Εν πάση περιπτώσει ο κ. Λοΐζου ουδέποτε έθεσε θέμα ακυρότητας του υπό συζήτησιν ένδικου μέσου. Με αυτά τα δεδομένα η μαρτυρία επί τη βάσει της οποίας θα εξετασθεί η αίτηση/έφεση αποτελείται από τις ένορκες δηλώσεις της καθ'ης η αίτησης/εφεσίβλητης ημερ. 14.11.08 και του προρρηθέντος Νικόλα Χριστοδούλου ημερ. 6.3.09, τα όσα προκύπτουν από την αντεξέταση και επανεξέταση των μαρτύρων αυτών και τα όσα προκύπτουν από τα τεκμήρια που οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Ως τεκμήρια κατετέθηκαν η απόφαση στην αγωγή αρ. 8803/1995 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Μαρούλλα Κυπριανού Παπαμάρκου ν. Αντωνίας Χαραλάμπους Πουσπουτή κ.α. ημερ. 14.5.01 (τεκμήριο 1), η επιστολή του δικηγόρου της καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητης προς τον Κτηματολογικό Λειτουργό ημερ. 12.6.06 δια της οποίας κοινοποιείται και σχολιάζεται η απόφαση στην αίτηση/έφεση αρ. 631/2003 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Μαρούλλα Κυπριανού Παπαμάρκου ή Μαρούλλα Κωνσταντίνου ν. Γιανούλλα Αποστόλου Σάββα ημερ. 4.7.06 (τεκμήριο 2) και ο διοικητικός φάκελος του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας υπ' αριθμόν Α.Ε.Δ. 617/2001 ο οποίος αφορά στην αρχική αίτηση της καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητης για παροχή διόδου υπέρ του επίδικου κτήματός της και ο οποίος περιέχει την απόφαση που έλαβε ο Διευθυντής επί της αίτησης αυτής στις 10.10.03 («η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 10.10.03») (τεκμήριο 3). Μαρτυρία, επίσης, αποτελούν και τα όσα καταγράφονται στην απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 και την αιτιολογημένη απόφασή του ημερ. 9.7.08. Άλλωστε, οι αποφάσεις αυτές αποτελούν το αντικείμενο του δικαστικού ελέγχου. Παραθέτω τη σχετική πρόνοια του Καν. 10
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956: «10
(3).Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Διεξήλθα τη μαρτυρία και εντοπίζω τα ακόλουθα:
(1)Η συνημμένη στην αίτηση/έφεση επίδικη απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 αναφέρει πως παραχωρήθηκε υπέρ του δεσπόζοντος κτήματος και εναντίον του δουλεύοντος το εξής δικαίωμα διόδου: «Έκταση του δικαιώματος χρησιμοποιήσεως της διόδου: Δικαίωμα διάβασης, ασκούμενο πεζή μόνο σε λωρίδα γης πλάτους 1.53 μ. Επηρεαζόμενη έκταση 21τ.μ.» Στο ενσωματωμένο στην ίδια απόφαση, σχεδιάγραμμα παρουσιάζονται, μεταξύ άλλων, το δεσπόζον και το δουλεύον κτήμα και χρωματισμένη με ροζ/κόκκινο χρώμα η επίδικη δίοδος. Αυτή έχει διαγώνια κατεύθυνση από τα ανατολικά προς τα νότια και εφάπτεται, καθ' όλον το μήκος της, με το βορειοδυτικό σύνορο του τεμαχίου υπ' αριθμόν 349. Στην αφετηρία και το τέρμα της, η επίδικη δίοδος παρουσιάζεται να έχει πλάτος 1.53 τ.μ.
(2)Με εξαίρεση το μέρος που αφορά στην καταβλητέα αποζημίωση, η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 10.10.03 (ερυθρό 42 στο τεκμήριο 1) ταυτίζεται με την επίδικη απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08. Όσον αφορά στην «Έκταση του δικαιώματος χρήσεως της διόδου», η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 10.10.03 αναφέρει, ομοίως: «Δικαίωμα διάβασης, ασκούμενο πεζή μόνο σε λωρίδα γης πλάτους 1.53 μ. Επηρεαζόμενη έκταση 21τ.μ.» Εξετάζοντας δε το ενσωματωμένο, στην απόφαση του Διευθυντή ημερ. 10.10.03, σχεδιάγραμμα παρατηρώ πως η εκεί καθορισθείσα δίοδος, χρωματισμένη με πράσινο χρώμα, ταυτίζεται με την επίδικη.
(3)Αντικείμενο αναθεώρησης στα πλαίσια της αίτησης/έφεσης αρ. 631/2003 (Ε.Δ. Λευκωσίας) υπήρξε η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 10.10.03. Εν τέλει, η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 10.10.03 ακυρώθηκε. Η ακυρωτική απόφαση στην αίτηση/έφεση 631/2003 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 4.7.06 (καταχωρισμένη στο τεκμήριο 1) διαλαμβάνει τα εξής: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΕΚΔΙΔΕΙ ΔΗΛΩΣΗ ότι η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας δια της οποίας αυτός καθόρισε κατεύθυνση διόδου) την έκταση του δικαιώματος και τον τρόπο χρησιμοποίησης αυτής και την αποζημίωση που θα καταβληθεί, δια μέσου του κτήματος της αιτήτριας υπ' αρ. τεμ. 350, Φ.Σχ.37/9 χωριό Γερακιές, ως δουλεύοντος μέρους υπέρ του αποκτόντος μέρους τεμ. 353 του ιδίου Φ.Σχ. της καθ'ης η αίτηση είναι άκυρη. ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερ. 10.10.2003 ακυρωθεί και δια του παρόντος ακυρώνεται».
(4)Εν σχέσει με τα όσα προηγήθηκαν και ακολούθησαν την έκδοση της ακυρωτικής απόφασης στα πλαίσια της αίτησης/έφεσης αρ. 613/2003 (Ε.Δ. Λευκωσίας), η καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητη αναφέρει τα ακόλουθα: «
- Κατά την ακρόαση της Έφεσης 631/03 κλήθηκε ως μάρτυρας η πρώην υπάλληλος του Κτηματολογίου κα Ανδρούλλα Αριστοδήμου, η οποία είχε κάμει την επιτόπια εξέταση που οδήγησε στην απόφαση του Διευθυντή και η οποία στο μεταξύ είχε αφυπηρετήσει. Η κα Αριστοδήμου αρνήθηκε να υποστηρίξει την απόφαση του Διευθυντή και δήλωσε ότι δεν συμφωνούσε με αυτή.
- Λόγω της εχθρικής μαρτυρίας του βασικού μάρτυρα που κλήθηκε να υποστηρίξει την απόφαση του Διευθυντή, μετά από συμβουλή του Δικαστηρίου δέχτηκα ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή για να περιορισθούν τα έξοδα της δίκης, χωρίς να αποποιηθώ του δικαιώματος μου να υποβάλω νέα αίτηση για απόκτηση διόδου για το περίκλειστο ακίνητο μου σύμφωνα με το Νόμο. .................................
- Μετά την πιο πάνω κατάληξη της αίτησης μου για απόκτηση διόδου για το σπίτι μου, έκαμα νέα αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με αρ. ΑΕΔ2 18/07 για απόκτηση διόδου με το άρθρο 11Α, ΚΕΦ.224, επειδή το ακίνητο μου συνέχιζε να είναι περίκλειστο χωρίς την αναγκαία δίοδο προς δημόσιο δρόμο. Στην αίτηση μου συμπερίλαβα κατόπιν νομικής συμβουλής όλα τα ακίνητα που' συνόρευαν με το σπίτι μου μεταξύ των οποίων και το ακίνητο με αρ. τεμαχίου 350 της Εφεσείουσας/Αιτήτριας καθώς και τα ακίνητα με αρ. τεμαχίων 349, 352, 354 και 446.»
(5)Στην αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή ημερ. 9.7.08 αναφέρεται πως η επίδικη απόφαση ελήφθηκε επί τη βάσει των μετρήσεων και παρατηρήσεων στις οποίες προέβηκε επί τόπου ο Κτηματολογικός Λειτουργός Νικόλας Χριστοδούλου.
(6)Ο Νικόλας Χριστοδούλου αναφέρει τα εξής στην παρα. 9 της ένορκης δήλωσής του ημερ. 6.3.09: «
- Κατά την επιτόπια εξέταση έλαβα υπόψη μου τα φυσικά και νομικά χαρακτηριστικά των δουλευόντων και των γύρω ακινήτων. Κατά την επιτόπια εξέταση είχα υπόψη μου ότι για την ίδια δίοδο εκδόθηκε απόφαση του Διευθυντή και σε προηγούμενο στάδιο, με την αίτηση αρ. φακ. 617/2001, η οποία εφεσιβλήθηκε με την αίτηση/έφεση 631/2003 και ακυρώθηκε εκ συμφώνου με απόφαση ημερ. 4.7.
- Επειδή με την εν λόγω εκ συμφώνου απόφαση, η απόφαση του Διευθυντή δεν ακυρώθηκε από το Δικαστήριο ως λανθασμένη για λόγους ουσίας, ήμουν υποχρεωμένος να εισηγηθώ τη δημιουργία διόδου προς το ακίνητο της εφεσίβλητης/καθ'ης η αίτηση λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της πρόκλησης της μικρότερης δυνατής ζημίας, οχληρίας και ταλαιπωρίας, σύμφωνα με τα κριτήρια που καθορίζουν η περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Παροχή Διόδου) Κανονισμοί του 1967 και η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Γι αυτό εισηγήθηκα προς το Διευθυντή τον καθορισμό διόδου δια του ακινήτου της εφεσείουσας/αιτήτριας σε λωρίδα γης πλάτους 1.53 κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του.»
(7)Κατά την αντεξέταση υπεβλήθηκε στο Νικόλα Χριστοδούλου ότι η επίδικη δίοδος δεν είναι η λιγότερο επαχθής εφ' όσον εφάπτεται παραθύρων και της θύρας εισόδου της οικίας που ευρίσκεται επί του δουλεύοντος ακινήτου. Ο μάρτυρας απήντησε, επί λέξει, τα εξής: «Δεν είμαι σε θέση να απαντήσω γιατί δεν περπάτησα το πέρασμα για να μετρήσω ακριβώς τις αποστάσεις από το σύνορο μέχρι την οικία για να γνωρίζω αν αυτό εφάπτεται. Όμως με το μάτι διαπίστωσα να υπάρχει το απαιτούμενο πλάτος της διόδου». Ερωτηθείς, στη συνέχεια, εάν ο ίδιος προέβηκε σε χωρομέτρηση ή αν υιοθέτησε προηγούμενες μετρήσεις, ο Νικόλας Χριστοδούλου απήντησε πως ο ίδιος δεν προέβηκε σε νέες μετρήσεις, απλώς υιοθέτησε την επί τόπου κατάσταση ως αυτή αποτυπώνεται από τις μετρήσεις στις οποίες προέβηκαν προηγουμένως συνάδελφοι του για σκοπούς έκδοσης της απόφασης του Διευθυντή ημερ. 10.10.2003. Η μαρτυρία αυτή δίδει έρεισμα και αποδεικνύει δύο λόγους ακύρωσης: Πρώτον, η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 εξεδόθηκε κατά παράβασιν του δεδικασμένου που δημιούργησε η απόφαση στην αίτηση/έφεση 631/2003 (Ε.Δ. Λευκωσίας) ημερ. 4.7.06 (καταχωρισμένη στο τεκμήριο 3). Δεύτερον, η απόφαση αυτή εξεδόθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα όσον αφορά στην ακριβή επιβάρυνση που προκαλείται στο δουλεύον κτήμα. Όσον αφορά στον πρώτο λόγο ακύρωσης, σημειώνω, κατ' αρχάς, πως οι δικαστικές αποφάσεις οι οποίες εκδίδονται επί αιτήσεων/εφέσεων και οι οποίες έχουν ως αντικείμενο απόφαση του Διευθυντή επί δικαιώματος διόδου είναι αποφάσεις in rem εφ' όσον με αυτές καθορίζεται η νομική κατάσταση ακινήτων (του δεσπόζοντος και του δουλεύοντος) εν σχέσει με τον κόσμο γενικώς. Ως αποφάσεις in rem, οι αποφάσεις αυτές είναι, κατ' αρχήν, δεσμευτικές έναντι οιουδήποτε και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Το γεγονός πως συγκεκριμένη τέτοια απόφαση εξεδόθηκε εκ συμφώνου, και όχι μετά από ακρόαση, είναι αδιάφορο. Δεσμευτικό δεδικασμένο δημιουργείται σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Εταιρεία «ο Φιλελεύθερος Λτδ» κ.α. ν. Σοφοκλέους
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 549, 556: «Σε εκατέρα των περιπτώσεων η δικαστική απόφαση ενέχει τις ίδιες συνέπειες και υποδηλώνει τα ίδια πράγματα. Ο συναινών στην έκδοση δικαστικής απόφασης ή διατάγματος αναγνωρίζει το βάσιμο της αγωγής και το δικαιολογημένο της θεραπείας η οποία επιζητείται. Και στις δύο περιπτώσεις, απόφαση δικαστηρίου η οποία εκδίδεται μετά την ακρόαση της υπόθεσης ή εκ συμφώνου, δημιουργεί δεδικασμένο το οποίο αποσβαίνει το αγώγιμο δικαίωμα και συναρτά μετά ταύτα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων με την εκδοθείσα δικαστική απόφαση. Αποσβαίνεται το αγώγιμο δικαίωμα διότι απορροφάται από την εκδιδόμενη απόφαση. Η εξαφάνιση επέρχεται λόγω της συνάρτησης της απόφασης ή του διατάγματος που εκδίδεται με το επίδικο θέμα της αγωγής». Όσον αφορά στον δεύτερο λόγο ακύρωσης, σημειώνω πως οι δηλώσεις του Νικόλα Χριστοδούλου, του Λειτουργού ο οποίος διενήργησε την κρίσιμη επιτόπια έρευνα και υπέβαλε τις σχετικές εισηγήσεις στο Διευθυντή, μαρτυρούν πως η απόφαση του Διευθυντή ημερ. 6.6.08 εξεδόθηκε χωρίς να διερευνηθεί επαρκώς η απόσταση μεταξύ αφ' ενός της επίδικης διόδου και αφετέρου της θύρας εισόδου και παραθύρων της οικίας που ευρίσκεται εντός του δουλεύοντος κτήματος. Η παράλειψη αυτή οδήγησε σε έκδοση απόφασης υπό το καθεστώς πλάνης ως προς την ακριβή επιβάρυνση που υπέστη το δουλεύον ακίνητο εξ αιτίας του καθορισμού της επίδικης διόδου. Η επιτυχία των δύο συγκεκριμένων λόγων ακύρωσης καθιστά αχρείαστη τη συζήτηση των υπολοίπων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση/έφεση επιτυγχάνει. Η απόφαση του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερ. 6.608 η οποία καθόρισε δίοδο επηρεάζουσα την ακίνητη ιδιοκτησία της αιτήτριας/εφεσείουσας που φέρει αριθμόν εγγραφής 6187 και περιγράφεται ως τεμάχιον υπ' αριθμόν 350, Φύλλο/Σχέδιο 1425V, στην κοινότητα Γερακιές, προς όφελος της ακίνητης ιδιοκτησίας της καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητης που φέρει αριθμόν εγγραφής 5870 και περιγράφεται ως τεμάχιον υπ' αριθμόν 353 Φύλλο/Σχέδιο 1425, στην κοινότητα Γερακιές, ακυρώνεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας/εφεσείουσας και εναντίον της καθ'ης η αίτηση/εφεσίβλητης. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο