← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέως, Αγωγή αρ.: 5191/2010, 10 Νοεμβρίου, 2011

ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέως, Αγωγή αρ.: 5191/2010, 10 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A426 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5191/2010 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΟΝΟΥΦΡΙΟΥ Ενάγων και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέως Εναγομένων 10 Νοεμβρίου, 2011 Για τον ενάγοντα-αιτητή, εμφανίζεται ο κ. Η. Κονναρής για τους κ.κ. Γεώργιος Η. Κονναρής και Σία. Για τους εναγομένους-καθ'ων η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Α. Χριστοφόρου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α'. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 3.3.11 (αίτημα για την προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται δια της υπεράσπισης) __________________________________ Ο ενάγων-αιτητής («ο αιτητής») προσέφυγε ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («το Ε.Δ.Α.Δ.») εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας παραπονούμενος για τις συνθήκες κράτησής του σε κελί απομόνωσης σε φυλακές της Δημοκρατίας για περίοδο σαράντα-επτά

(47)ημερών, από τις 21.9.03 έως και τις 7.11.
  1. Πρόκειται για τη αίτηση αρ. 24407/2004 Ονουφρίου ν. Κύπρου. Με απόφασή του ημερ. 7.1.10 το Ε.Δ.Α.Δ απεφάνθηκε υπέρ του ενάγοντος κρίνοντας πως στην περίπτωση του υπήρξε, πράγματι, παραβίαση των Άρθρων 3, 8 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»). Επικαλούμενος τα ευρήματα του Ε.Δ.Α.Δ. για τα κρίσιμα γεγονότα και επικαλούμενος τις διαπιστωθείσες, από το Ε.Δ.Α.Δ., παραβιάσεις των συγκεκριμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων του, ο αιτητής προσέφυγε στον παρόν Δικαστήριο και διεκδικεί γενικές, παραδειγματικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Δια των δικογράφων του ισχυρίζεται πως οι συνθήκες κράτησης του σε κελί απομόνωσης σε φυλακές της Δημοκρατίας κατά την περίοδο από τις 21.9.03 έως και τις 7.11.03 (οι οποίες κρίθηκαν από το Ε.Δ.Α.Δ. ως παραβιάζουσες τα Άρθρα 3, 8 και 13 της Σύμβασης), ήσαν βάναυσες και εξευτελιστικές, του προεκάλεσαν συγκεκριμένο τραυματισμό, ψυχολογική αναστάτωση και ταλαιπωρία και προσέβαλαν την προσωπικότητά του. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, πως δεν αξίωσε από το Ε.Δ.Α.Δ. αποζημιώσεις για τις παραβιάσεις αυτές. Δια της υπεράσπισής τους οι καθ'ων η αίτηση δέχονται ότι ο αιτητής προσέφυγε στο Ε.Δ.Α.Δ. δια της αίτησης αρ. 24407/2004 Ονουφρίου ν. Κύπρου και δέχονται ότι, στα πλαίσια αυτής, εξεδόθηκε απόφαση ημερ. 7.1.10 αναγνωρίζουσα παραβίαση των Άρθρων 3, 8 και 13 της Σύμβασης. Οι καθ'ων η αίτηση δέχονται, ακόμη, πως ο αιτητής δεν αξίωσε από το Ε.Δ.Α.Δ αποζημιώσεις για τις παραβιάσεις αυτές. Όμως, εγείρουν τα εξής προκριματικά νομικά ζητήματα: «
  2. ...η αγωγή του ενάγοντα δεν περιέχει καμία αιτία αγωγής, είναι ενοχλητική, μηδαμινή και δικονομικά απαράδεκτη.
  3. Τα ευρήματα του Ε.Δ.Α.Δ. δεν δεσμεύουν τους διαδίκους και ούτε το δικαστήριο, δεν δημιουργούν αγώγιμο δικαίωμα το δε Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιδικάσει αποζημιώσεις υπέρ του ενάγοντα αφού αποκλειστική δικαιοδοσία για το ζήτημα αυτό κατ' επιλογήν του ενάγοντα είχε το Ε.Δ.Α.Δ.» Δια της αίτησης που καταχώρισε στις 3.3.11 («η αίτηση») ο αιτητής επιδιώκει την προδικαστική εκδίκαση των νομικών αυτών ζητημάτων. Η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, την Δ.27 θ.θ. 1 και 2 και τη Δ.48 θ.θ.1 έως και 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Οι καθ'ων η αίτηση συναίνεσαν στο αίτημα και, έτσι, ακολούθησε η προδικαστική εκδίκαση. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή υπεστήριξε πως τόσον οι διάδικοι όσον και το παρόν Δικαστήριο δεσμεύονται από τα ευρήματα του Ε.Δ.Α.Δ. Θα πρέπει δε να προχωρήσει η εκδίκαση του ζητήματος των αποζημιώσεων. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ'ων η αίτηση. Ο κ. Χριστοφόρου προσέθεσε πως «είτε ο (αιτητής) ζήτησε και δεν του επιδικάστηκαν αποζημιώσεις ενώπιον του Ε.Δ.Α.Δ, είτε δεν ζήτησε την επιδίκαση αποζημιώσεων, εμποδίζεται να προσφύγει σε άλλο Δικαστήριο με βάση τις αρχές του δεδικασμένου». Επιπλέον των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων, κατά την ακροαματική διαδικασία, κατετέθη, εκ συμφώνου, η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ στην αίτηση αρ. 24407/2004 Ονουφρίου ν. Κύπρου (τεκμήριο 1). Ανατρέχοντας στο κείμενό της διαπιστώνω πως πρόκειται για οριστική απόφαση η οποία εξεδόθηκε μετά από διαδικασία στην οποίαν και οι δύο διάδικοι συμμετέσχαν ενεργώς. Διαπιστώνω, επίσης, πως δια της απόφασης αυτής το Ε.Δ.Α.Δ. απεφάνθηκε επί της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων που σχετίζεται με τις συνθήκες κράτησης του αιτητή σε φυλακές της Δημοκρατίας κατά την περίοδο από τις 21.9.03 οι έως και τις 7.11.
  4. Το Ε.Δ.Α.Δ. ανεγνώρισε πως οι καθ'ων η αίτηση παρεβίασαν συγκεκριμένα ανθρώπινα δικαιώματα του αιτητή, αποφαινόμενο ως εξής: (α) «..το αυστηρό καθεστώς στο οποίο ο αιτητής είχε υποβληθεί κατά τη διάρκεια της απομόνωσης του, μαζί με την απαγόρευση των επισκέψεων και τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες τέθηκε υπό κράτηση, προξένησαν ταλαιπωρία που σαφώς υπερβαίνει το αναπόφευκτο επίπεδο που είναι συμφυές με το καθεστώς της κράτησης. Η έκθεση του σε αυτές τις συνθήκες για μια περίοδο σαράντα-επτά ημερών αποτελεί ταπεινωτική μεταχείριση αντιβαίνουσα το άρθρο 3 της Σύμβασης», (β) «..η αναστολή των δικαιωμάτων επισκέψεων στην περίπτωση του αιτητή δεν είναι σύμφωνη προς το νόμο. Συνεπώς, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 παρα. 1 της Σύμβασης» και (γ) «.η παρακολούθηση της αλληλογραφίας του αιτητή δεν ήταν σύμφωνη με το νόμο και ως εκ τούτου υπήρξε παραβίαση του άρθρου 8 σε αυτό το θέμα». Περαιτέρω, το Ε.Δ.Α.Δ εξέτασε αυτεπαγγέλτως το κατά πόσον, δυνάμει του εθνικού συστήματος, παρείχετο στον αιτητή αποτελεσματική θεραπεία εν σχέσει με τα παράπονά του για παραβίαση των Άρθρων 3 και 8 της Σύμβασης. Το Ε.Δ.Α.Δ εξέτασε συγκεκριμένα «κατά πόσο θα μπορούσε ο αιτητής βάσει της Κυπριακής νομοθεσίας να εγείρει τα παράπονα του υπό το φως της σύμβασης αναφορικά με τις αποφάσεις τοποθέτησής του σε καθεστώς απομόνωσης, τις συνθήκες απομόνωσής του και τον έλεγχο της αλληλογραφίας του, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διαδικαστικών παρατυπιών και κατά πόσον οι εσωτερικές θεραπείες ήταν «αποτελεσματικές», υπό την έννοια ότι θα μπορούσαν να αποτρέψουν να συμβεί ή να συνεχιστεί η επικαλούμενη παραβίαση ή με την προοπτική ότι θα μπορούσαν να παράσχουν στον αιτητή ορθή αποκατάσταση για οποιαδήποτε παραβίαση που έχει ήδη προκύψει». Έκρινε δε πως στην περίπτωση του αιτητή υπήρξε παραβίαση και του Άρθρου 13 της Σύμβασης. Έχω εξετάσει τα ενώπιόν μου προκριματικά νομικά ζητήματα: Σημειώνω, κατ' αρχάς, πως η Σύμβαση, η οποία κυρώθηκε δια του περί Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δια την Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικού) Νόμου του 1962 (Ν.39/1962)αποτελεί ημεδαπό νομοθέτημα αυξημένης ισχύος έναντι κοινού νόμου. Τα ανθρώπινα δικαιώματα τα οποία η Σύμβαση κατοχυρώνει συχνά ταυτίζονται, ως προς την έννοια και το εύρος, με δικαιώματα που κατοχυρώνονται από το Mέρος II του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («Μέρος ΙΙ-Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών»). Ειδικότερα, το Άρθρο 3 της Σύμβασης, το οποίο αφορά στην απαγόρευση υποβολής προσώπου σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, εκφράζει θέσεις και αρχές ταυτόσημες με αυτές που εκφράζει το Άρθρο 8 του Συντάγματος. Το δε Άρθρο 8 της Σύμβασης, το οποίο αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της οικίας και της αλληλογραφίας, εκφράζει θέσεις και αρχές ταυτόσημες με αυτές που εκφράζουν τα Άρθρα 15, 16 και 17 του Συντάγματος (δείτε Α.Ν. Λοΐζου, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Λευκωσία 2001, σελ. 46-9 και 104-12). Η Κυπριακή νομολογία έχει αναγνωρίσει πως η παραβίαση ατομικού δικαιώματος, κατοχυρωμένου δια του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, θεμελιώνει, άνευ ετέρου, αγώγιμο δικαίωμα και επάγεται έννομη προστασία μέσω της δικαστικής οδού. Η παραβίαση ατομικού δικαιώματος, κατοχυρωμένου δια του Μέρους ΙΙ του Συντάγματος, θεραπεύεται στη Δημοκρατία, ως η έννομη τάξη προβλέπει, χωρίς απαραιτήτως αυτό να αποτελεί το αντικείμενο προστασίας του δικαίου των αστικών αδικημάτων (Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 558). Κατ' αναλογίαν, αυτοδύναμη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος και συνακόλουθη έννομη προστασία του μέσω της δικαστικής οδού επάγεται και η παραβίαση ατομικού δικαιώματος κατοχυρωμένου δια της Σύμβασης. Εν πάση περιπτώσει, αυτοδύναμη θεμελίωση αγώγιμου δικαιώματος και συνακόλουθη έννομη προστασία του δια της δικαστικής οδού επάγεται και η παραβίαση ατομικού δικαιώματος κατοχυρωμένου εκ παραλλήλου από την Σύμβαση και από το Σύνταγμα. Συνεπώς, εφ' όσον δια της αγωγής του ο αιτητής εγκαλεί τους καθ'ων η αίτηση για παραβίαση συγκεκριμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων του, κατοχυρωμένων εκ παραλλήλου από τη Σύμβαση (Άρθρα 3 και 8) και από το Σύνταγμα (Άρθρα 8, 15, 16 και 17), υφίσταται αιτία αγωγής (αγώγιμο δικαίωμα). Η αγωγή δεν είναι ενοχλητική ούτε μηδαμινή. Περαιτέρω, δεδομένων των ευρημάτων του Ε.Δ.Α.Δ. στην απόφασή του ημερ. 7.1.10 στην αίτηση αρ. 24407/2004 Ονουφρίου ν. Κύπρου (τεκμήριο 1), το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα τεκμαίρεται, για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, αποδεδειγμένο: Διεξήλθα τη δικογραφία καθώς και την κρίσιμη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου (τεκμήριο 1) και, επιπλέον της ταυτότητας των μερών, διαπιστώνω την ταυτότητα των επίδικων παραβιάσεων. Το Διεθνές Δικαστήριο, στο οποίο προσέφυγε ο αιτητής εφ' όσον οι καθ'ων η αίτηση υπήχθησαν εκουσίως στη δικαιοδοσία του, εξέτασε και, εν συνεχεία, διεπίστωσε παραβιάσεις ταυτόσημες με τις επίδικες. Διαπιστώνω, επίσης, πως, κατά την διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου, οι καθ'ων η αίτηση συμμετέσχαν ενεργώς προβάλλοντας την υπεράσπισή τους. Σημειώνω πως η υποχρέωση των καθ'ων η αίτηση να συμμορφώνονται με κάθε οριστική απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. επί διαφοράς στην οποία αυτοί είναι διάδικοι (Άρθρο 46 της Σύμβασης) είναι ανεξαίρετη. Η επιλογή να κριθεί το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα ως αποδεδειγμένο είναι συμβατή με την διακηρυγμένη ετοιμότητα των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας να σέβονται και να εφαρμόζουν τις αποφάσεις του συγκεκριμένου Διεθνούς Δικαστηρίου (Πάνοβιτς κ.α. ν. Δημοκρατία
(2003)2 Α.Α.Δ. 310,323). Η επιλογή αυτή είναι, επίσης, συμβατή με την αρχή της αβρότητας (comity) που πρέπει να επικρατεί στις σχέσεις μεταξύ των εθνικών και των διεθνών Δικαστηρίων (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση G. P. Michaelides and Sons Ltd v. Transmarcom N.Y κ.α
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 863,870). Τέλος, η υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία δημιουργείται δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει την προβολή μίας αξίωσης, όχι μόνον όταν η αξίωση αυτή προεβλήθηκε σε προηγηθείσα διαδικασία αλλά και όταν αυτή θα μπορούσε να προβληθεί στην προηγηθείσα διαδικασία και δεν προεβλήθηκε (Μιχαήλ ν. Σκουτέλλα
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1125, 1130), δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις αξιώσεων για αποζημιώσεις που πηγάζουν από απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. αναγνωρίζουσα την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και αυτό δεδομένης της αρχής του διεθνούς δικαίου, η οποία αντανακλάται και στο Άρθρο 50 της Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία η ευκαιρία να προβεί σε αποκατάσταση/αποζημίωση του ζημιωθέντος προσώπου δίδεται, κατά πρώτον, στο κράτος που ευθύνεται για την ζημιογόνα αδικοπραξία (D.J. Harris, M. O' Boyle, C. Wαrbrick, Law of the European Convention on Human Rights, 1995, Buttewarths, p. 683). Έτσι, η επιλογή του αιτητή να μην ζητήσει από το Ε.Δ.Α.Δ. την επιδίκαση αποζημιώσεων δεν δημιουργεί κώλυμα για την επίδικη αξίωσή του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, τα προδικαστικά νομικά ζητήματα που εγείρονται δια των παρα. 1 και 2 της υπεράσπισης κρίνονται ως αβάσιμα και απορρίπτονται. Η αγωγή θα προχωρήσει σε ακρόαση επί της ουσίας. Τα έξοδα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος-αιτητή και εναντίον των εναγομένων-καθ'ων η αίτηση. Να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.