← Κύπρος

FESFORO CO LTD ν. ADVANTAGE CAPITAL HOLDINGS PLC, Αρ. Αγωγής: 5998/2010., 25 Νοεμβρίου, 2011

FESFORO CO LTD ν. ADVANTAGE CAPITAL HOLDINGS PLC, Αρ. Αγωγής: 5998/2010., 25 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A443 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5998/

  1. Μεταξύ FESFORO CO LTD, εκ Λευκωσίας Εναγόντων/Αιτητών. Και ADVANTAGE CAPITAL HOLDINGS PLC, εκ Λευκωσίας Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση. 25 Νοεμβρίου,
  2. Αίτηση και διάταγμα ημερομηνίας 19.11.2010 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Α. Φλουρένζου. Για Εναγόμενους-Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Μ. Μάρκου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή και αξιώνουν από τους εναγομένους την καταβολή ποσού €3.340.000 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από την 1.4.
  3. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως η αξίωση, ανωτέρω, των εναγόντων φέρεται να προέκυψε δυνάμει «γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου και/ή συναλλαγματικής και/ή εγγράφου αναγνωρίσεως χρέους και/ή συμφωνίας ημερομηνίας 10.12.2009.» Και, περαιτέρω, ότι συνεπεία της παράλειψης των εναγομένων να καταβάλουν οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες δόσεις, ολόκληρο το προαναφερθέν ποσό έχει καταστεί πληρωτέο και απαιτητό. Τέσσερις μήνες, περίπου, μετά την καταχώρηση της αγωγής στις 9.7.2010, οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αίτηση επιδιώκοντας διασφάλιση της είσπραξης της ισχυριζόμενης προς αυτούς οφειλής, εάν και εφόσον αυτή τύχει της αναγνώρισης του δικαστηρίου με την έκδοση σχετικής απόφασης. Προς τούτο δε πέτυχαν, στα πλαίσια της προαναφερθείσας αίτησης, την έκδοση, μονομερώς, διαταγμάτων με τα οποία εμποδίζονται οι εναγόμενοι να αποξενώσουν ή να επιβαρύνουν τις μετοχές τις οποίες φέρεται να κατέχουν σε δύο συγκεκριμένες εταιρείες καθώς και ενός ακινήτου το οποίο επίσης τους ανήκει και βρίσκεται στη Λεμεσό. Ως νομική βάση της αίτησης αναφέρονται, μεταξύ άλλων, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, τα άρθρα 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, και το άρθρο 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31/(Ι)/
  4. Τα γεγονότα τα οποία έχουν προβληθεί προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων, κατ' ισχυρισμό γνώστη των όσων αναφέρονται σ' αυτή. Επιχειρώντας δε να συγκεκριμενοποιήσει περαιτέρω την αιτία στην οποία εδράζεται η αγωγή, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τις 10.12.2009 οι εναγόμενοι ανέλαβαν να καταβάλουν στους ενάγοντες έναντι νόμιμου ανταλλάγματος το προαναφερθέν ποσό των €3.340.
  5. Και συμπληρώνει, «δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου και/ή συναλλαγματικής και/ή έγγραφου αναγνώρισης χρέους και/ή συμφωνίας», χωρίς να αναφέρει τελικώς σε τι συνίστατο το νόμιμο αντάλλαγμα το οποίο οι ενάγοντες είχαν παραχωρήσει στους εναγομένους έναντι της προαναφερθείσας υπόσχεσης των τελευταίων. Στη συνέχεια και αφού περιορίζει την αναφορά του μόνο σε γραμμάτιο, προσθέτει πως αυτό προέβλεπε ότι το πιο πάνω ποσό θα καταβάλλετο από τους εναγoμένους σε δώδεκα ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις. Η πρώτη θα ήταν πληρωτέα την 1.4.2010 και η τελευταία την 1.12.
  6. Όμως, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να πληρώσουν την πρώτη δόση παρά την γραπτή προειδοποίηση των εναγόντων, με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 9.4.
  7. Με αυτή τους προειδοποιούσαν ότι αν δε συμμορφώνονταν θα καθιστούσαν ολόκληρο το ποσό του γραμματίου συνήθους τύπου, όπως το περιγράφουν στην επιστολή, πληρωτέο και απαιτητό. Και έτσι με μια δεύτερη επιστολή, ημερομηνίας 11.6.2010, οι ενάγοντες ενεργοποίησαν την προειδοποίηση τους προς τους εναγομένους και ένα μήνα, περίπου, αργότερα καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Οι εν λόγω δύο επιστολές κατατέθηκαν ως τεκμήρια και είναι ενώπιον του δικαστηρίου. Συνεχίζοντας την κατάθεση του ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων, τα οποία έχουν δεσμευθεί με τα διατάγματα. Συγκεκριμένα, σε σχέση με το μετοχικό κεφάλαιο το οποίο οι εναγόμενοι φέρεται να κατέχουν στην εταιρεία Whitemoon Services Ltd αυτό ανέρχεται σε 93% περίπου του συνόλου, είναι πλήρως πληρωθέν και είναι μεγάλης αξίας. Η τελευταία πληροφόρηση αποδίδεται στο γεγονός ότι η εταιρεία Whitemoon Services Ltd κατέχει δικαίωμα χρήσης για περίοδο πενήντα ετών ενός ακινήτου στην Έγκωμη Λευκωσίας η ενοικίαση του οποία της αποφέρει μεγάλο εισόδημα υπό μορφή ενοικίων. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι φέρεται να κατέχουν εξ ολοκλήρου το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Vananen Investments Ltd η οποία κατέχει μετοχές της εισηγμένης εταιρείας A.L. Prochoice Group Public Ltd αξίας, στις 18.11.2010, €379.997,
  8. ΄Οσον αφορά το ακίνητο στη Λεμεσό, από πληροφόρηση την οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είχε από τους εναγομένους, είναι αξίας €5.000.000, όμως, είναι υποθηκευμένο για εξασφάλιση ποσού, περίπου €4.000.
  9. Όπως δε τον έχει πληροφορήσει κάποιος Λάμπρος Χριστοφή, σχετιζόμενος με τους εναγομένους κατά τρόπο που δεν έχει διευκρινιστεί, οι τελευταίοι προτίθενται να προβούν στην πώληση του εν λόγω ακινήτου για εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους. Και τότε υπολογίζεται ότι θα περισσέψει ποσό περί το €1.000.
  10. Συνυπολογιζόμενο με την αξία των μετοχών της δεύτερης από τις δύο προαναφερθείσες εταιρείες, η αξία των δύο αυτών παγοποιηθέντων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία δυνατό να είναι διαθέσιμα για εκτέλεση στην περίπτωση λήψης απόφασης εναντίον των εναγομένων για το ποσό της αξίωσης, ανέρχεται σε €1.380.000, περίπου. Στο ποσό αυτό θα πρέπει να προστεθεί και η αξία των μετοχών της πρώτης από τις εν λόγω δύο εταιρείες την οποία, όμως, ο ενόρκως δηλών ανάφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αφού δεν γνωρίζει το εισόδημα της από τα ενοίκια. Όμως, δεν κατέθεσε και οποιαδήποτε εκτιμητική έκθεση για την ενοικιαστική αξία της εν λόγω περιουσίας. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί πως ο ενόρκως δηλών, όπως ισχυρίζεται, πληροφορήθηκε ότι οι εναγόμενοι είναι κάτοχοι μετοχών της Whitemoon Services Ltd από τον προαναφερόμενο Λάμπρο Χριστοφή. Και συμπληρώνει πως το ίδιο αυτό πρόσωπο τον πληροφόρησε πως οι εναγόμενοι κατείχαν μετοχές και σε μια άλλη εταιρεία τις οποίες είχαν πωλήσει μερικούς μήνες προηγουμένως. Όπως επισημαίνεται, τα πιο πάνω έχουν αναφερθεί για να διαφανεί και η ευκολία με την οποία οι εναγόμενοι μπορεί να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, δεδομένης της φύσης τους, αλλά και για να καταδειχθούν οι προθέσεις προς τούτο των τελευταίων. Και όπως συμπληρώνεται, για να διαφανεί και η ανεπάρκεια της αξίας των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων για πλήρη ικανοποίηση τυχόν απόφασης νοουμένου ότι οι ενάγοντες θα δικαιωθούν όσον αφορά την αξίωση τους. Αποδεικνύεται έτσι το ενδεχόμενο οι ενάγοντες να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, και επίσης το κατεπείγον της υπόθεσης που δικαιολογούσε την έκδοση των προσωρινών απαγορευτικών διαταγμάτων μονομερώς. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση προβάλλοντας διάφορους λόγους γιατί τα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν, υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση ενός των διευθυντών τους. Με αυτή γίνεται παραδεκτή η έκδοση στις 10.12.2009 του γραμματίου συνήθους τύπου προς όφελος των εναγόντων για το ποσό και με τους όρους που έχουν αναφερθεί στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Επισυνάπτεται και αντίγραφο του στο οποίο αναγράφεται διαγώνια του κειμένου, χειρόγραφα και με μεγάλα γράμματα, η λέξη «cancel». Σημειώνεται πως το συγκεκριμένο τιτλοφορείται «Παράρτημα Α» και δε φέρει την υπογραφή μαρτύρων. Ενώ ας σημειωθεί, επίσης, πως οι ενάγοντες ουδέποτε έθεσαν το εν λόγω έγγραφο ή και οποιοδήποτε έγγραφο στο οποίο, κατ' ισχυρισμό, βασίζουν την αξίωση τους ενώπιον του δικαστηρίου. Συνεχίζοντας την αναφορά του ο διευθυντής των εναγομένων ισχυρίζεται ότι στις 12.7.2010 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι ανέλαβαν υποχρέωση και τελικώς μεταβίβασαν στους ενάγοντες 200.000 μετοχές τις οποίες κατείχαν στην εταιρεία Morcego Ltd, ιδιοκτήτριας ενός ξενοδοχείου στην Ελλάδα, συμφωνηθείσας αξίας €1.700.
  11. Η εν λόγω συμφωνία η οποία έχει κατατεθεί και είναι τεκμήριο Β προβλέπει περαιτέρω πως η πιο πάνω αξία θα καταλογίζετο έναντι του χρέους των εναγομένων προς τους ενάγοντες. Και συμπληρώνεται στον όρο 3 αυτής ότι οι εναγόμενοι δεσμεύοντο να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους «για το οποιοδήποτε υπόλοιπο ποσό ήθελε φανεί ότι οφείλεται μετά την εκτίμηση της αξίας της εταιρείας Morcego Ltd .." Ενώ η πληρωμή του ποσού αυτού συμφωνήθηκε ότι θα γινόταν εντός έξι μηνών, περίοδος κατά την οποία η απόφαση θα ήταν σε αναστολή. Περαιτέρω, όπως προβλέπεται στην εν λόγω συμφωνία η υποχρέωση των εναγομένων για συμμόρφωση με την απόφαση, παρελθούσης της αναστολής, θα εξασφαλίζετο με την ενεχυρίαση προς όφελος των εναγόντων μετοχών τις οποίες οι εναγόμενοι φέρεται να κατείχαν σε μια ελληνική ασφαλιστική εταιρεία. Η σύμβαση σύστασης ενεχύρου επί των μετοχών αυτών έχει επίσης τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου ως τεκμήριο Ε, φέρουσα τις υπογραφές των διαδίκων. Ενώ μια έρευνα στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών ημερομηνίας 11.1.2011, τεκμήριο Δ αποκαλύπτει ότι έχει ήδη γίνει η μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας Morcego Ltd στους ενάγοντες. Μετά την καταχώρηση και της ένστασης, δόθηκε επανειλημμένα άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Καταχωρίστηκαν δύο εκ μέρους των εναγόντων και μία εκ μέρους των εναγομένων. Όπως γίνεται αντιληπτό με τα όσα αναφέρονται σ΄ αυτές, οι μεν προσπαθούν να αντικρούσουν και διαψεύσουν τους ισχυρισμούς των δε και αντιστρόφως. Σε ορισμένα σημεία η αντιπαράθεση των δύο πλευρών είναι ιδιαίτερα έντονη. Στο επίκεντρο όλων αυτών βασικά βρίσκεται η συμφωνία της 12.7.2010, στην οποία γίνεται μνεία για πρώτη φορά στα πλαίσια της ένστασης των εναγομένων, ενώ οι ενάγοντες, μέσω των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων τους, αποδέχονται τη συνομολόγησή της. Ό,τι δε επιχειρείται στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις οι οποίες καταχωρήστηκαν για λογαριασμό των εναγόντων, ουσιαστικά ισοδυναμεί με προσπάθεια να καταδειχθεί ότι υπήρξε κατάφορη παραβίαση των όρων της εν λόγω συμφωνίας από μέρους των εναγομένων. Στα πλαίσια των αγορεύσεων η συνήγορος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι με βάση τη μαρτυρία η οποία έχει παρουσιαστεί από την πλευρά των πελατών της ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτουν οι πρόνοιες των άρθρων που έχουν αναφερθεί προηγουμένως. Ενώ ο συνήγορος των εναγομένων επικέντρωσε όλη την προσπάθεια του στο να καταδείξει ότι υπήρξε σοβαρή μη αποκάλυψη γεγονότων από μέρους των εναγόντων, τέτοιας σημασίας ώστε το διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να πρέπει να ακυρωθεί. Ιδιαίτερη ήταν η αναφορά του σε σχέση με την πτυχή αυτή στη συμφωνία της 12.7.
  12. Η αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως σε οφειλή η οποία προέκυψε δυνάμει κάποιου αξιόγραφου, έστω και αν διαζευκτικά είναι που γίνεται αναφορά σ' αυτό, είναι αρκούντος ικανοποιητική για διαπίστωση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557). Στην προκειμένη περίπτωση η αναφορά είναι σε γραμμάτιο συνήθους τύπου, στην οποία αιτία περιόρισε τελικώς την αξίωση των εναγόντων η συνήγορος τους με τη γραπτή εισήγηση της. Αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση την οποία θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960, προκειμένου να είναι δυνατή η έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. Ταυτίζεται πλήρως με την πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη καλής αιτίας αγωγής, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5
(2)του Νόμου Κεφ. 6, (βλ. Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1Β Α.Α.Δ. 782). Στο άρθρο 32 προβλέπονται ακόμα δύο προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, θα πρέπει επίσης να καταδειχθεί ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Αυτό έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd, ανωτέρω, να σημαίνει ότι ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει ότι η υπόθεση του έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η πιο πάνω προϋπόθεση ταυτίζεται, ως προς το βάρος που εναποθέτει στον αιτητή με την προϋπόθεση για «βάσιμη αξίωση» που προβλέπει το άρθρο 9
(2)του Νόμου 31(Ι)/1992, σε σχέση με την έκδοση προσωρινού επιβαρυντικού διατάγματος. Υπενθυμίζεται πως με ένα από τα διατάγματα εμποδίζονται οι εναγόμενοι να προβούν στην αποξένωση μετοχών που φέρεται να κατέχουν σε δύο συγκεκριμένες εταιρείες. Και στις δύο περιπτώσεις η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, ή όπως διαφορετικά μπορεί να τεθεί το βάσιμο της αξίωσης του αιτητή, θα πρέπει να μπορεί να διαπιστωθεί αντικειμενικά με βάση τη μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί για σκοπούς έκδοσης του διατάγματος. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυτάλα v. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 αυτό συνεπάγεται «ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας». Όταν δε η κατάδειξη της ίδιας της αιτίας αγωγής επιβάλλει την προσαγωγή, ως μαρτυρία, του εγγράφου που φέρεται να αποτελεί την πηγή της τότε η «ακρίβεια σε γεγονότα» που αναφέρεται πιο πάνω, ισοδυναμεί με ανάγκη για παρουσίαση του εγγράφου αυτού. (βλ. Cobelfret Ro - Ro Services N.V. v. Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1B A.A.Δ. 733) Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μόνο η μαρτυρία η οποία έχει παρατεθεί πιο πάνω, προερχόμενη και από τις δύο πλευρές και, βεβαίως, εξεταζόμενη ως έχει στην όψη της ιδιαίτερα όπου υπάρχει διαφωνία σχετικά μεταξύ των αντιδίκων. Αν και, όπως θα διαφανεί, αυτό δε συμβαίνει όσον αφορά τη μαρτυρία η οποία είναι σχετική για την εξέταση η οποία θα διενεργηθεί στη συνέχεια. Το πρώτο δε που διαπιστώνεται σχετικά είναι ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου η πλέον σημαντική μαρτυρία για απόδειξη της ισχυρισθείσας επανειλημμένα από τους ενάγοντες πηγής της βάσης αγωγής τους, δηλαδή το γραμμάτιο συνήθους τύπου. Και ούτε έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την παράλειψη αυτή. Το έγγραφο το οποίο παρουσίασε ως τέτοιο η πλευρά των εναγομένων δεν το έχουν αμφισβητήσει οι ενάγοντες με τις δύο συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τους, οι οποίες ακολούθησαν την καταχώρηση της ένστασης. Προφανώς, το έλαβαν ως δεδομένο και ασχολήθηκαν με τις παραβιάσεις, που ισχυρίζονται, της συμφωνίας ημερομηνίας 12.7.
  1. Όμως, σαφώς το εν λόγω έγγραφο δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Κατ' αρχάς, δε φέρει υπογραφές μαρτύρων, όπως προνοείται από το άρθρο 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  2. Ενώ δεν αναφέρει και ποιο ήταν το αντάλλαγμα που είχε δοθεί από το δανειστή. Αυτό που αναφέρει είναι ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να πληρώσουν σε διαταγή των εναγόντων το ποσό των €3.3340.000 «ως οι συμφωνίες ημερομηνίας 2/12/2009 .. και 10/12/2009» μεταξύ των εναγόντων και της Πρώτης Ασφαλιστικής Α.Ε. και μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων και είχε επισυναφθεί ως παράρτημα σε μια από αυτές. Όμως, η αναφορά αυτή, σε συμφωνίες που είχαν συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων, δεν αποτελεί ανταλλάγματα, όπως το αντιλαμβάνεται το δίκαιο των συμβάσεων, αλλά παραπέμπει σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ των διαδίκων. Έπειτα, και αν ακόμα το έγγραφο αυτό αποτελούσε αξιόγραφο του είδους που αναφέρεται πιο πάνω ή κάποιου άλλου είδους ή κάποιας μορφής γραπτή αναγνώριση χρέους ή και συμφωνία, δεν εξηγήθηκε η χειρόγραφη αναφορά σ' αυτό ότι έχει ακυρωθεί, όπως καταδεικνύει η λέξη «cancel» μεταξύ μονογραφών διαγώνια του κειμένου. Καταλήγοντας διαπιστώνεται ότι υπάρχει σοβαρή απουσία μαρτυρίας αναφορικά με την πιο πάνω πτυχή ώστε να μην μπορεί να διαπιστωθεί στο στάδιο αυτό η ύπαρξη δυνατότητας επιτυχίας της αγωγής. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 προβλέπει ότι θα πρέπει επίσης το δικαστήριο να ικανοποιηθεί πως εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η διατύπωση της προϋπόθεσης αυτής με τον πιο πάνω γενικό τρόπο δεν τη διαφοροποιεί από την όμοια σε περιεχόμενο προϋπόθεση που θέτουν το άρθρο 5
(2)του Νόμου Κεφ. 6 και το άρθρο 9
(2)του Νόμου 31(Ι)/1992). Αναφέρονται στη πτυχή αυτή από την άποψη του ενδεχομένου να μην ικανοποιηθεί ειδικά απόφαση η οποία τυχόν να εκδοθεί υπέρ του αιτητή. Αποτελεί δε η συγκεκριμένη αυτή πρόνοια έκφανση της γενικότερης πρόνοιας στο άρθρο 32, ανωτέρω. Όσον αφορά λοιπόν την προϋπόθεση αυτή, διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει τη θέση των εναγόντων ότι αν δεν εκδίδοντο τα διατάγματα θα υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο αυτοί να προέβαιναν σε αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων τους τα οποία δεσμεύτηκαν με αυτά. Τουναντίον παραδέχονται ότι προέβηκαν σε αποξένωση των μετοχών της εταιρείας Whitemoon Services Ltd. Είναι δε υπό αμφισβήτηση αν αυτό συνέβηκε πριν ή μετά την έκδοση του διατάγματος, με τους ενάγοντες να λαμβάνουν υπόψη ως χρόνο αναφοράς για το γεγονός αυτό την ημερομηνία κοινοποίησης του διατάγματος στον Έφορο Εταιρειών στις 22.11.
  1. Ενώ οι εναγόμενοι αναφέρονται σε συμφωνία πώλησης η οποία συνομολογήθηκε πολύ πιο νωρίς, στις 13.9.
  2. Πάντως γεγονός παραμένει ότι οι μετοχές της εν λόγω εταιρείας έχουν αποξενωθεί. Και δεν είναι γνωστές οι συνθήκες υπό τις οποίες τις αγόρασε ο τρίτος. Άρα δεν μπορούν να μείνουν δεσμευμένες αν όντως είχαν πωληθεί κατά την τελευταία πιο πάνω ημερομηνία. Ενώ εξίσου σημαντικό είναι και το γεγονός ότι δεν κατέστη ποτέ γνωστό και ειδικά από τους ενάγοντες ποια ήταν η αξία του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι θα μπορούσε η δέσμευση του να αποτελέσει εξασφάλιση για απόφαση την οποία οι ενάγοντες τυχόν να λάβουν εναντίον των εναγομένων. Παρόμοια είναι η κατάληξη και για τη χρησιμότητα της ακίνητης περιουσίας στη Λεμεσό. Μετά την τροποποίηση του παρόντος διατάγματος προς όφελος του ενυπόθηκου δανειστή στις 20.9.2011 δεν είναι γνωστό αν θα απομείνει οποιοδήποτε υπόλοιπο μετά και την εκποίηση του εν λόγω ακινήτου προς ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους. Ασφαλώς, ένα διάταγμα όπως είναι το παρόν θα πρέπει να δεσμεύει περιουσιακό στοιχείο κάποιας αξίας έστω και αν η αξία αυτή είναι προϊόν εκτίμησης. Όμως, δεν υπάρχει οποιαδήποτε τέτοια μαρτυρία στην προκειμένη περίπτωση. Ενώ πλέον σημαντικό είναι το γεγονός ότι με το τροποποιηθέν διάταγμα, όπως διαμορφώθηκε εκ συμφώνου, δεν εμποδίζεται η αποξένωση του οποιουδήποτε υπολοίπου θα προκύψει από την εκποίηση του ενυπόθηκου ακινήτου. Βασικά το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε αρχικά σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο έπαυσε να βρίσκεται σε ισχύ. Το μόνο άλλο περιουσιακό στοιχείο που έχει δεσμευτεί είναι οι μετοχές της εταιρείας Vananen Investments Ltd. Η αξία τους είναι συνδεδεμένη με την αξία των μετοχών εισηγμένης εταιρείας τις οποίες κατέχει και είναι διαφορετική η αξία τους ανά πάσα στιγμή. Αυτό όμως δεν αποτελεί εμπόδιο και το παρόν διάταγμα θα μπορούσε να παραμείνει σε ισχύ σε σχέση με τις εν λόγω μετοχές δηλαδή της εταιρείαs Vananen Investments Ltd, εφόσον συνέτρεχαν και οι άλλες προϋποθέσεις τις οποίες θέτει ο νόμος σε περιπτώσεις, όπως είναι η παρούσα. Είναι περιουσιακό στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να αποξενωθεί με σχετική ευκολία και, όπως προκύπτει από τη σχετική μαρτυρία οι εναγόμενοι έχουν την τάση να προβαίνουν σε αποξενώσεις περιουσιακών τους στοιχείων. Όμως, υπάρχει ακόμα μια πτυχή η οποία χρήζει εξέτασης. Διαπιστώθηκε προηγουμένως ότι υπήρξε σοβαρή παράλειψη για αποκάλυψη ενός σημαντικού, σε σχέση με την υπόθεση, εγγράφου, ήτοι του γραμματίου συνήθους τύπου, η οποία παράλειψη επεκτείνεται στη συμφωνία των μερών ημερομηνίας 12.7.
  3. Ανεξάρτητα από το αν οι εναγόμενοι την έχουν παραβεί, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, είναι προφανές ότι με αυτή οι διάδικοι είχαν θέσει το θέμα της αποπληρωμής του ποσού των €3.340.000 πάνω σε μια εντελώς διαφορετική βάση, ουσιαστικά καταργώντας κάθε προηγούμενη μεταξύ τους συμφωνία για το ίδιο θέμα. Περιλαμβανομένης και αυτής η οποία φέρεται να αποτυπώνεται στο γραμμάτιο συνήθους τύπου. Υπενθυμίζεται ότι το αξιόγραφο αυτό προέβλεπε ένα πολύ διαφορετικό τρόπο πληρωμής, με τριμηνιαίες δόσεις, από ό,τι η συμφωνία της 12.7.
  4. Ενδεχόμενα η συμφωνία αυτή να αποτελεί εμπόδιο και στην περαιτέρω πορεία της ίδιας της αγωγής, εξουδετερώνοντας την αιτία επί της οποίας εδράζεται. Δεν χρειάζεται να αποφασιστεί τώρα αυτή η πτυχή. Όμως, με δεδομένο ότι η εν λόγω συμφωνία συνομολογήθηκε αρκετά πριν την καταχώρηση της αίτησης με βάση την οποία εκδόθηκαν τα υπό εξέταση διατάγματα, θα έπρεπε να είχε γίνει αναφορά σ' αυτή. Προέβλεπε κάποια νέα ρύθμιση για αποπληρωμή του χρέους και δεν διαπιστώνεται, από το περιεχόμενο της, η ισχύς της να υπόκειται σε οποιαδήποτε αίρεση. Επομένως, θα ήταν σημαντική για την κρίση του δικαστηρίου όταν εξέταζε την εν λόγω αίτηση. Δεδομένου του περιεχομένου της, το δικαστήριο θα αποφάσιζε ποια σημασία θα απέδιδε στους ισχυρισμούς των εναγόντων για παραβίαση της από τους εναγομένους. Όμως, οι ενάγοντες επέλεξαν να αποφασίσουν οι ίδιοι τι ήταν σημαντικό να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου στο στάδιο εκείνο παραβιάζοντας έτσι την αρχή της αποκάλυψης όπως αυτή εφαρμόζεται σε διαδικασία όπως η παρούσα. Είναι χρήσιμη η παράθεση της όπως διατυπώνεται στη νομολογία ακριβώς για να διαφανεί η φύση και το μέγεθος της παράλειψης των εναγόντων, που περιγράφεται πιο πάνω. Μια καθ' όλα σαφής διατύπωση της γίνεται στην υπόθεση M & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. The Timberland Co
(1997)1Γ A.A.Δ. 1791 Διατυπώνεται στη σελίδα 1797 ως εξής: «..το καθήκον προς αποκάλυψη συναρτάται προς την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε ζητείται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες, για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/
  1. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις ουσιώδη είναι τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος.» Με βάση τα όσα έχουν διαπιστωθεί πιο πάνω οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποκαλύψουν δύο ζωτικής σημασίας έγγραφα τα οποία θα επιδρούσαν αποφασιστικά στην κρίση του δικαστηρίου όταν εξέταζε την αίτηση, την οποία τελικώς ενέκρινε, μονομερώς: το γραμμάτιο συνήθους τύπου και τη συμφωνία τους με τους εναγομένους ημερομηνίας 12.7.
  2. Η παράλειψη αυτή όπως έχει πιο πάνω επεξηγηθεί είναι από μόνη της καλός λόγος για να ακυρωθούν τα διατάγματα. Ενώ πρόσθετα όπως επίσης διαπιστώθηκε δε διαφαίνεται στο παρόν στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να υπάρχει και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Για όλους λοιπόν τους πιο πάνω λόγους τα διατάγματα ακυρώνονται και παύουν να βρίσκονται σε ισχύ. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων, καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων, αιτητών. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.