← Κύπρος

Kyriakos Andreou Arsiotis Developments Constructions Ltd ν. Touch Blue Residences Ltd, Αρ. Αγωγής: 10729/10, 28 Νοεμβρίου, 2011

Kyriakos Andreou Arsiotis Developments Constructions Ltd ν. Touch Blue Residences Ltd, Αρ. Αγωγής: 10729/10, 28 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A446 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10729/10 Μεταξύ: Kyriakos Andreou Arsiotis Developments & Constructions Ltd Εναγόντων και Touch Blue Residences Ltd Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 9.5.2011 για Αναστολή της Διαδικασίας 28 Νοεμβρίου,

  1. Για τους εναγόμενους-Αιτητές: κ. Μ. Δράκος μαζί με κ. Λ. Παρπαρίνο Για τους ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χρ. Κληρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή εισήχθηκε με Κλητήριο Ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο στις 21.12.
  2. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν την εμφάνισή τους στις 29.12.2010 και δύο περίπου μήνες αργότερα, στις 21.2.2011, καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Σύμφωνα με αυτή κατά ή περί την 21.8.2008 οι διάδικοι κατέληξαν σε γραπτή σύμβαση Εργολαβίας για την ανέγερση οικιστικού συγκροτήματος στην παραλιακή περιοχή Πύλας στη Λάρνακα. Δυνάμει της συμφωνίας αυτής συμφωνήθηκε το ποσό του €1.900.000, πλέον ΦΠΑ για αποπεράτωση από την ενάγουσα εταιρεία των οικοδομικών εργασιών. Στην πορεία του έργου, κατά ή περί την 9.8.2010, εκδόθηκαν πιστοποιήσεις των εκτελεσθεισών εργασιών από επιμετρητή του έργου και στη συνέχεια ο αρχιτέκτων, εκ μέρους της εναγόμενης εταιρείας, εξέδωσε πιστοποιητικό για το ποσό των €684.610,00 πλέον ΦΠΑ 15%. Είναι η θέση των εναγόντων ότι έναντι αυτού του πιστοποιητικού οι εναγόμενοι κατέβαλαν, στις 23.8.2010, μόνο το ποσό των €5.000 συν ΦΠΑ, με αποτέλεσμα να εκκρεμεί η πληρωμή του υπολοίπου, €679.610, το οποίο και αξιώνουν. Ας σημειωθεί ότι το πιο πάνω πιστοποιητικό καθορίζεται ως πιστοποιητικό πληρωμής Αρ.
  3. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε πέντε περίπου μήνες μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης και αντικείμενό της είναι αίτημα των εναγομένων για έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου αναστολής της διαδικασίας της παρούσας αγωγής, ούτως ώστε το επίδικο θέμα να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Τίθεται δε ως βάση στήριξης η αναφορά στο άρθρο 36 της μεταξύ των μερών συμφωνίας εργολαβίας, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, υπογράφηκε τον Αύγουστο του
  4. Το άρθρο 36 έχει ως εξής: «Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφ΄ενός και του Εργολάβου αφ΄ ετέρου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Άρθρου 14Α των παρόντων Όρων) είτε κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά τη συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πριν είτε μετά τη λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου.» Είναι, συνοπτικά, η θέση των Αιτητών, όπως αυτή προβάλλει τόσο μέσα από την Αίτηση, τη συνοδευτική ένορκο δήλωση, αλλά και τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους ότι η ρήτρα διαιτησίας καλύπτει τη διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της δικαστικής διαμάχης και πως η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας καθώς μέσω αυτής απαιτούνται χρήματα τα οποία ήδη διεκδικούνται σε διαδικασία διαιτησίας που εκκρεμεί μεταξύ των μερών. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση προβάλλουν ως βασική τους θέση ότι το άρθρο 36 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, αφού η διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της διαδικασίας της αγωγής προκύπτει από την έκδοση από τον αρχιτέκτονα εκ μέρους των εργοδοτών-εναγομένων πιστοποιητικού το οποίο κατέστη πληρωτέο και δεν συνιστά διαφορά μεταξύ των διαδίκων. Προβάλλουν επίσης πως το πιστοποιητικό Αρ.17 δεν καλύπτεται από την υπάρχουσα ήδη διαιτησία μεταξύ των μερών. Θέτουν, τέλος, πως οι Αιτητές, λόγω της συμπεριφοράς τους, της λήψης δηλαδή περαιτέρω διαβημάτων στη διαδικασία και της καθυστέρησής τους να αξιώσουν παραπομπή σε διαιτησία, δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με όση λεπτομέρεια είναι απαραίτητη θα αναπτυχθούν οι θέσεις των μερών στην πορεία της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου. Προέχει η καταγραφή της νομικής διάστασης του ζητήματος της αναστολής της διαδικασίας, εκκρεμούσης της αγωγής, προκειμένου το επίδικο θέμα να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, ορίζει: «Αν οποιοσδήποτε συμβαλλόμενος σε συνυποσχετικό ή οποιοδήποτε πρόσωπο που προβάλλει αξίωση μέσω του ή βάσει οδηγιών του, αρχίζει οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου κατά οποιουδήποτε άλλου προσώπου που είναι συμβαλλόμενος στο συνυποσχετικό ή κατά οποιουδήποτε προσώπου που προβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει οδηγιών του, αναφορικά με οποιοδήποτε από τα θέματα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθούν σε διαιτησία, τότε οποιοσδήποτε από τους διάδικους στην εν λόγω διαδικασία δύναται οποτεδήποτε μετά την εμφάνιση και πριν παραδώσει οποιεσδήποτε γραπτές προτάσεις ή να προβεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο της διαδικασίας, να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναστολή της διαδικασίας και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα για αναστολή της διαδικασίας αν ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει λόγος που να δικαιολογεί τη μη παραπομπή του θέματος σε διαιτησία σύμφωνα με το συνυποσχετικό και ότι ο αιτητής ήταν, όταν άρχισε η διαδικασία, και εξακολουθεί να είναι, έτοιμος και πρόθυμος να πράξει οτιδήποτε το αναγκαίο για την κανονική διεξαγωγή της διαιτησίας.» Οι πιο πάνω πρόνοιες έχουν αναλυθεί διεξοδικά σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από τις οποίες προκύπτει ότι αριθμός προϋποθέσεων θα πρέπει να ικανοποιηθεί προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία και αναστείλει τη διαδικασία (Yiola Skaliotou v. Christoforos Pelekanos

(1976)1CLR 251, Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Στέλιος Κουρουκλίδης κ.ά.
(2002)1ΑΑΔ 1374). Θα πρέπει, συνοπτικά: (α) Να υπάρχει έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. (β) Να έχει αρχίσει η διαδικασία στο Δικαστήριο. (γ) Η διαδικασία να ξεκίνησε από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών. (δ) Η δικαστική διαδικασία να αφορά τη διαφορά η οποία συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. (ε) Η αίτηση για αναστολή να γίνεται από διάδικο στη διαδικασία και να καταχωρείται αμέσως μετά την εμφάνιση του διάδικου και προτού λάβει χώρα η ανταλλαγή εγγράφων προτάσεων ή η λήψη οποιουδήποτε άλλου διαβήματος στη διαδικασία. Και (στ) Ο διάδικος που εξαιτείται την αναστολή να ήταν και είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει κάθε τι αναγκαίο για την ορθή διεξαγωγή της διαιτησίας. Η αναστολή της διαδικασίας εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο μπορεί ακόμη και να αρνηθεί τέτοια αναστολή εάν υπό το φως όλων των δεδομένων εντοπίζεται ότι αυτό συνιστά την ορθότερη πορεία (Yiola Skaliotou, ανωτέρω). Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να διαπιστωθεί είναι η ακριβής φύση της διαφοράς που προκύπτει και στη συνέχεια το κατά πόσο η επίδικη διαφορά εμπίπτει εντός των όρων της ρήτρας διαιτησίας (Heyman v. Darwins Ltd
(1942)1 All E.R. 377). Έχει εκτεθεί ανωτέρω το πλήρες κείμενο της ρήτρας διαιτησίας, όπως αυτό προβάλλει μέσα από το άρθρο 36 της μεταξύ των μερών συμφωνίας εργολαβίας. Εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών ότι η διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας αγωγής καλύπτεται από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου. Προεκτείνοντας, έθεσαν ότι ναι μεν η έκδοση του πιστοποιητικού είναι ζήτημα του αρχιτέκτονα, αλλά το κατά πόσο αυτό είναι συμφώνως των προνοιών της μεταξύ των μερών συμφωνίας είναι άλλο ζήτημα. Θέτουν δε ότι οι Αιτητές, ως εργοδότες, δικαιούνται να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του πιστοποιητικού, ότι ο αρχιτέκτονας δεν μπορεί να κινείται εκτός των πλαισίων που θέτει το συμβόλαιο και ότι τα πιστοποιητικά του πρέπει να εναρμονίζονται με τους όρους αυτού του συμβολαίου. Προσθέτουν, καταλήγοντας, ότι το πιστοποιητικό δεν εκδόθηκε καλόπιστα και αμερόληπτα από τον αρχιτέκτονα και πως η έκδοσή του μετά τον τερματισμό του συμβολαίου εργολαβίας το καθιστά ανύπαρκτο και δεν δεσμεύει πλέον τους Αιτητές με κανένα τρόπο. Ως αποτέλεσμα, εισηγούνται ότι εναπόκειται στους Καθ΄ ων η Αίτηση να διεκδικήσουν μέσω διαιτησίας τις απαιτήσεις τους. Δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η πιο πάνω προσέγγιση. Η αξίωση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση εδράζεται στην απαίτηση σημαντικών ποσών στη βάση εκτελεσθείσας εργασίας, η επιτέλεση της οποίας πιστοποιείται από τον αρχιτέκτονα μέσω του εκδοθέντος επίδικου πιστοποιητικού Αρ.
  1. Το άρθρο 36 ξεκάθαρα αναφέρεται σε διαφορά που προκύπτει μεταξύ του εργοδότη και του εργολάβου ή μεταξύ του αρχιτέκτονα εκ μέρους του εργοδότη και του εργολάβου. Στην παρούσα περίπτωση - και είναι ορθή επί του ζητήματος η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - η διαφορά που αποτελεί το αντικείμενο της δικαστικής διαδικασίας, προκύπτει από την έκδοση από τον αρχιτέκτονα εκ μέρους του εργοδότη του πιστοποιητικού Αρ.
  2. Οι αναφορές των Αιτητών, όπως αυτές εντοπίζονται και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτησή τους, κινούνται γύρω από τις θέσεις ότι το υπό αναφορά πιστοποιητικό εκδόθηκε αντίθετα με τους όρους του συμβολαίου και κακόπιστα. Η προσέγγιση όμως αυτή επιμαρτυρεί ότι γίνεται επίκληση διαφοράς μεταξύ του εργοδότη και του αρχιτέκτονά του και όχι μεταξύ ενός εκ των δύο και του εργολάβου, ούτως ώστε να εμπίπτει στα όρια του άρθρου 36 και να τυγχάνει αυτό εφαρμογής. Υπό το πρίσμα αυτό, τα όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστή Πική στην υπόθεση Tradax v. Gueensea Marine Co
(1986)1 CLR 559, είναι απόλυτα σχετικά: «. The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute, the arbitration clause was inapplicable and the right of plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended or defeated by reference thereto.» Είναι με βάση τα πιο πάνω η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ρήτρα διαιτησίας δεν καλύπτει τις αγώγιμες αξιώσεις των εναγόντων και η δικαστική διαδικασία δεν αφορά διαφορά η οποία συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Εισηγήθηκαν περαιτέρω οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Αιτητές ότι η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση διαδικασίας καθότι αξιώνονται ποσά τα οποία απαιτούνται σε διαδικασία διαιτησίας μεταξύ των μερών, η οποία ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη. Έθεσαν ότι το ζήτημα του πιστοποιητικού έχει συγχωνευθεί στα ποσά που απαιτούν οι Καθ΄ ων η Αίτηση γενικότερα σχετικά με την εκτέλεση του έργου. Με αυτά ως δεδομένα, καταλήγουν, το ζήτημα της κατάχρησης δεν εξαρτάται από το κατά πόσο η πληρωμή του πιστοποιητικού αυτή καθαυτή έχει παραπεμφθεί σε διαιτησία, αλλά κατά πόσο επιδιώκονται όμοιοι σκοποί με πολλαπλότητα διαδικασιών. Συνεπώς, εισηγούνται, η προώθηση της παρούσας αγωγής όχι μόνο είναι καταχρηστική, αλλά δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε σκοπό, αφού η εν εξελίξει διαιτησία θα επιλύσει τελεσίδικα τις μεταξύ των μερών διαφορές. Σειρά αποφάσεων έχει θέσει νομολογιακά τα πλαίσια και τις διάφορες μορφές που προσλαμβάνει η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επιχειρώντας να συνοψίσω τις βασικές παραμέτρους, αναφέρω ότι η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση ή απόρριψη διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας. Τα δε μέσα για την αποτροπή κατάχρησης, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. Η παράλληλη προώθηση δύο διαδικασιών συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, όπως επίσης και η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων. Η προώθηση, σε γενικές γραμμές, της πολλαπλότητας διαδικασιών με σκοπό την επίτευξη του ιδίου αποτελέσματος, συνιστά κλασσική περίπτωση τέτοιας κατάχρησης. Το Δικαστήριο έχει σύμφυτη δικαιοδοσία απόρριψης αγωγών οι οποίες συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, προκειμένου να αποτρέψει επανειλημμένη κλήση διάδικου να υπερασπιστεί παρόμοιων αξιώσεων. Είναι, εν τέλει, επιθυμητό να συζητείται σε ένα και μόνο Δικαστήριο ένα επίδικο θέμα και να αποφεύγεται η παράλληλη αντιμετώπιση ουσιαστικά παρόμοιου ζητήματος από άλλο Δικαστήριο (Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Αναφορικά με Αίτηση της Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, Ηλίας Τσιακλίδης v. Ευάγγελου Ανδρέου Ευαγγέλου
(2004)1 ΑΑΔ 119). Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα δεν στηρίζουν τις εισηγήσεις των Αιτητών περί κατάχρησης. Όπως παραμένει χωρίς αντίκρουση οι ίδιοι οι διαιτητές των δύο πλευρών επιβεβαιώνουν ότι δεν έχει παραπεμφθεί σε διαιτησία το θέμα της πληρωμής ή όχι του υπολοίπου του πιστοποιητικού Αρ. 17, όπως αυτό έχει εκδοθεί από τον αρχιτέκτονα. Συγκεκριμένα, έχει ως εξής η απάντηση των διαιτητών προς το συνήγορο των εναγόντων, Τεκμ. 2 στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση: «Κύριοι, Διαιτησία Arsiotis Development & Contructions - Touch Blue Residences Ltd Και αγωγή Αριθμός 10729/10 Αναφορικά με την Επιστολή σας ημερομηνίας 13 Μαϊου 2011 σε σχέση με ερωτήσεις που αφορούν την πληρωμή του Πιστοποιητικού Αρ. 17 διευκρινίζουμε τα ακόλουθα:
  1. Δεν έχει παραπεμφθεί στην Διαιτησία το θέμα της Πληρωμής ή όχι του υπολοίπου του Πιστοποιητικού Αριθμός 17, όπως αυτό έχει εκδοθεί από τον Αρχιτέκτονα.
  2. Σε σχέση με το Πιστοποιητικό Αριθμός 17 έχουν παραπεμφθεί σε Διαιτησία τα ακόλουθα: α. Τα ποσά που έπρεπε να είχαν πιστοποιηθεί σε σχέση με αίτηση που υποβλήθηκε από τον Εργολάβο. β. Πότε έπρεπε να είχε εκδοθεί το Πιστοποιητικό αυτό σε σχέση με τις ημερομηνίες που υποβλήθηκε. γ. Τις τυχόν αποζημιώσεις που δικαιούται ο Εργολάβος από την τυχόν καθυστέρηση στην έκδοση του πιο πάνω Πιστοποιητικού. Εκ μέρους των Διαιτητών Κίκης Καλοψιδιώτης» Το σύνολο των πιο πάνω ιχνηλατεί και το αποτέλεσμα της υπό κρίση Αίτησης. Προτού όμως καταλήξει το Δικαστήριο κρίνει ορθό να επισημάνει τα ακόλουθα σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης της Αίτησης για αναστολή. Η εμφάνιση των εναγομένων καταχωρήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, πέντε περίπου μήνες πριν την καταχώρηση της υπό εκδίκαση Αίτησης. Οι Αιτητές, γνωρίζοντας την ύπαρξη του άρθρου 36, είχαν υποχρέωση να κινηθούν τάχιστα, προκειμένου να διεκδικήσουν παραπομπή και της δικαστικής διαφοράς στη διαιτησία που εκκρεμεί. Αντί αυτού αδράνησαν αδικαιολόγητα. Ο χρόνος καταχώρησης αίτησης αυτής της μορφής αποτελεί σημαντικό στοιχείο στην τελική κρίση του Δικαστηρίου. Όπως εντοπίζεται στο σύγγραμμα Russel on Arbitration 22η Έκδοση, 2003, σελ. 296: "Where the other party wishes to have the dispute referred to arbitration he must apply without delay to the court for a stay of the proceedings brought in breach of the agreement to arbitrate." Καταληκτικά και για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των Αιτητών-εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.