← Κύπρος

Αρέστης Αρέστη ν. Μιχαλάκης Σαββίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1072/2011, 29.11.2011

Αρέστης Αρέστη ν. Μιχαλάκης Σαββίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 1072/2011, 29.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A449 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1072/2011 Μεταξύ: Αρέστης Αρέστη Ενάγοντας και

  1. Μιχαλάκης Σαββίδης
  2. Λένια Μιτα Σαββίδου
  3. Κωστάκης Πολυδώρου
  4. Γιώργος Ζεμπύλας
  5. Χρυστάλλα Στυλιανού Εναγoμένων Αίτηση ημερ. 17.5.2011 για συνοπτική απόφαση 29.11.2011 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κος Παπαλοΐζου. Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2: κος Πόλεως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες - Αιτητές ζητούν εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εναγομένων 1 και 2, την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η απαίτησή τους. Η αγωγή αυτή καταχωρήθηκε στις 16.2.2011 με κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση καταχώρηση εμφάνισης στις 21.4.2011 και της Υπεράσπισης τους ημερ. 3.5.
  6. Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 θ.1-2 και 9 και Δ.48 θ.1-4, 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συνοδεύεται δε από ένορκη δήλωση του Αρέστη Αρέστη, Ενάγοντα ημερ. 17.5.2011, o οποίος είναι ο Ενάγων στην αγωγή και έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση. Ο ομνύων αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος 1 και η Εναγομένη 2, ως εγγυητής, του οφείλουν το ποσό των € 60.000 πλέον τόκους 7% από 5/8 μέχρι εξοφλήσεως. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1: Το γραμμάτιο συνήθους τύπου ημερ. 5.8.
  7. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 - 3 : Επιστολές ημερομηνίας 4.11.2010 και 13.1.2011, προς ένα έκαστο των Εναγομένων. ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4: Επιστολή δικηγόρου Καθ΄ ων η Αίτηση ημερ. 16.11.2010 προς συνήγορο. Επίσης αναφέρει ότι το χρέος υφίσταται και εξακολουθεί να παραμένει απαιτητό, αν και οι Εναγομένοι 1 και 2 κλήθηκαν να εξοφλήσουν με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 13.1.
  8. Οι Εναγομένοι 1 και 2, καταχώρησαν ένσταση. Τα βασικά θέματα που εγείρονται στην ένσταση των Εναγομένων 1 και 2 στη βάση των οποίων ζητούν την απόρριψη του αιτήματος για έκδοση συνοπτικής απόφασης και να τους δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν είναι τα ακόλουθα: (α) Η αίτηση είναι παράτυπη, παράνομη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα της Δ.18 και Δ.
  9. (β) Οι Εναγόμενοι διαθέτουν πολύ καλή υπεράσπιση. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2 στην οποία ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και ότι έχουν καλή βάση υπεράσπισης και πολύ καλή συζητήσιμη υπόθεση η οποία έχει ήδη εκτεθεί στην Υπεράσπιση. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι δεν έγινε καλή επίδοση στον Εναγόμενο 1, γιατί ο Εναγόμενος 1 έπαυσε να διαμένει στην οικία όπου θυροκολλήθηκε η αγωγή πριν δύο χρόνια. Επί της ουσίας αναφέρεται ότι, η Εναγόμενη 2 δεν οφείλει το εν λόγω ποσό στον Ενάγοντα, ούτε θυμάται να υπέγραψε και ότι ο Εναγόμενος 1 αρνείται ότι το ποσό του γραμματίου θα πληρώνετο με 3 μηνιαίες δόσεις και ότι ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στον Ενάγοντα ότι αν το ποσό των €60.000 δεν μπορούσε να πληρωθεί στη λήξη του, θα ίσχυε η μεταξύ τους προφορική συνεννόηση για την αποπληρωμή του με μηνιαίες δόσεις εκ €1.000 εκάστη αρχομένη από λήξη του γραμματίου μέχρι εξοφλήσεως και για αυτό συμφωνήθηκε τόκος 7%. Κατά την ακρόαση της παρούσας οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπισή του (βλέπε Jones v. Stones

(1984)AC 122). H Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία για καθορισμό δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης σε τρόπο που να αποκλείει τον Εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και για το λόγο αυτό αν ο Ενάγων δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ή όχι ο Εναγόμενος προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς που να του εγείρουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση δεν εγείρεται. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18 1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες:
  1. i)Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6
  2. ii)Ο Εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση. iii) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του Ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερόμενων προκαταρκτικών προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του Εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 CLR 265, CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333). Εξετάζοντας εν πρώτοις την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Εναγομένων ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, αυτή δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε επιχειρηματολογία και ως εκ τούτου η πιο πάνω εισήγηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Προχωρώντας, θα πρέπει να εξετασθούν οι προϋποθέσεις που θέτουν οι διαδικαστικοί κανονισμοί. Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρισθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2, θ.6 και οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρίσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 CLR 130, 135-7, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ
  1. Η Δ.18, θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α)της Δ.
  2. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτησή του. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39, θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18, θ.1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Επανερχόμενη στο λεκτικό που χρησιμοποιεί ο ομνύων, διαπιστώνω ότι διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αγωγή. Προκύπτει από τα λεχθέντα του πως είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18, θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής, όπως και έπραξε. Ο Ενάγων συνεπώς ικανοποιεί και τις τρεις προϋποθέσεις όπως θέτει η Δ.18, θ.1 και, ως εκ τούτου, το βάρος απόδειξης σύμφωνα με τη νομολογία μετατοπίζεται στους ώμους των Εναγομένων για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που τους δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των Εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση (δέστε Jacobs v. Booths Distillery Co
(1901)85 LB 262 και Knap - Fisher v. Crish
(1936)3 All E.R. 500). Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους των Εναγομένων, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς τους για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. [Δέστε Hermes Insurance Co. Ltd v. Theodorides (πιο πάνω)]. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον Εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρίσει υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους: (
  1. i)Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση αυτών εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έπρεπε να έχει ενώπιον του για να τα εξέταζε με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια. (
  2. ii)Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός Εναγομένου προσκρούει στη νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο λεκτικό της Δ.18, θ.1(α) ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του Εναγομένου ("condescend upon particulars"). H αναγκαιότητα να εκτίθενται συγκεκριμένα γεγονότα και ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, τονίστηκε επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Νέστωρα Χ" Νέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 204. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (πιο πάνω), ο Εναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Όπου τα νομικά και πραγματικά ζητήματα είναι τέτοιας φύσης που καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη αμέσως, χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση κατά το στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση. Η αρχή αυτή έχει τεθεί στην Nichimen Corporation v. Gatoil Overseas Inc (C.A.)
(1987)2 Lloyd´s Rep. 4651 ως πιο κάτω: «Εάν η υπόθεση αφορά σε νομικά ζητήματα ή σε άλλο υλικό τα οποία καθιστούν δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει μια οριστική άποψη αμέσως δεν είναι αρκετό για το Δικαστήριο να συμπεράνει ότι οι εναγόμενοι έχουν συζητήσιμη υπόθεση.» Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα και η απλή δήλωση του Εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. [Βλέπε Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239]. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1, ότι δεν υπάρχει καλή επίδοση αυτός δεν ευσταθεί, αφού έγινε σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου και ο Εναγόμενος 1 είχε την ευκαιρία να διορίσει δικηγόρο και να ακουσθεί στο Δικαστήριο. Σημειώνω ότι ενώ είχε την ευκαιρία να καταχωρήσει αίτηση ακύρωσης της επίδοσης δεν το έπραξε εντός της προθεσμίας που προνοείται, με αποτέλεσμα η εμφάνιση του να θεωρείται χωρίς διαμαρτυρία. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα της υπό εκδίκαση υπόθεσης, η απαίτηση του Ενάγοντα, στηρίζεται μεταξύ άλλων, σε γραμμάτιο συνήθους τύπου. Οι Εναγομένοι, δεν αμφισβητούν ότι το εν λόγω έγγραφο είναι γραμμάτιο συνήθους τύπου, αλλά ότι η Εναγομένη 2 δεν θυμάται αν το υπέγραψε και ότι ο Εναγόμενος 1 έκανε προφορική συμφωνία αποπληρωμής του. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω γεγονότα και τις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές, σε σχέση με την αναγκαιότητα παρουσίασης λεπτομερειών που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης από την πλευρά των Εναγομένων και γενικότερα το βάρος που θα πρέπει να αποσείσει η πλευρά των τελευταίων, θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, στοιχεία ικανά να του επιτρέψουν να διαβλέψει την ύπαρξη καλόπιστα εγειρόμενης υπεράσπισης, θα προχωρήσω να εξετάσω τους ισχυρισμούς τους. Σύμφωνα με το άρθρο 80 του Περί Συμβάσεως Νόμου: «Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό. Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στη πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη». Έτσι, οι διαθέσιμες υπερασπίσεις στους Εναγόμενους είναι προβλεπόμενες στο πιο πάνω άρθρο. Οι γενικές και χωρίς καμία επεξήγηση από πλευράς της Εναγόμενης 2 αναφορές της, ότι δεν οφείλει και δεν θυμάται αν υπέγραψε, δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν την υπόθεση της, ούτε μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση, αφού δεν ισχυρίσθηκε ευθέως ότι δεν υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο, ούτε βεβαίως οι αόριστοι ισχυρισμοί του Εναγομένου
  1. Αλλά ακόμη και αν το επίδικο έγγραφο δεν αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου και πάλι δεν θα μπορούσαν να επιτύχουν οι ισχυρισμοί των Εναγομένων. Θα αναμένετο από την Εναγομένη 2 να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου με σαφήνεια και τέτοιες λεπτομέρειες, στοιχεία και γεγονότα που να ικανοποιούν σε αυτό το στάδιο ότι έχει υπεράσπιση στην απαίτηση ώστε να δημιουργείται στέρεο βάθρο της προβληθείσας υπεράσπισης. Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση ούτε παρέχεται η αναγκαία θεμελίωσή της. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τους αόριστους ισχυρισμούς του Εναγόμενου
  2. Όπως αναφέρεται στην πιο πάνω νομολογία, ισχυρισμός ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να εξειδικεύεται με την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων ώστε να ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι λογικά τα γεγονότα εγείρουν την υπεράσπιση την οποία οι Εναγόμενοι επικαλούνται. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχουν προβάλει οι Εναγόμενοι. Είναι η τελική και γενική μου διαπίστωση από τα πιο πάνω ότι η υπεράσπιση των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ενδεικτική γενικής αοριστίας και ασάφειας. Η αίτηση επομένως επιτυγχάνει. Κατ΄ ακολουθία, εκδίδεται απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και ξεχωριστά, ως οι παράγραφοι 11 (Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης και με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και σε βάρος των Εναγομένων 1 και 2, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΗ/ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.