← Κύπρος

Fortis Bank SA ν. Aurium Capital Holdings Inc., Αρ. Αγωγής: 7064/10, 30 Νοεμβρίου, 2011

Fortis Bank SA ν. Aurium Capital Holdings Inc., Αρ. Αγωγής: 7064/10, 30 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A454 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7064/10 Μεταξύ: Fortis Bank SA, από το Βέλγιο Ενάγουσα -και- Aurium Capital Holdings Inc., από τη Δομίνικα Εναγομένη Αίτηση ημερ. 27.4.2011 για παραμερισμό απόφασης υπό Εναγομένης-Αιτητρίας 30 Νοεμβρίου, 2011 Για την Αιτήτρια - Εναγόμενη: κος N. Αγγελίδης Για την Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσα: κα M. Τζιούτ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια - Εναγομένη ζητά ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης που εξεδόθη στην πιο πάνω αγωγή, ημερ. 7.12.2010, λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17, θ.θ. 1-14, Δ.26, Θ.14, Δ.33, θ.θ. 1-5, Δ.34, θ.θ. 1-6, Δ.40 θ.θ. 1-7, Θ.11, Δ.48 θ.θ. 1-9, Δ.64, στα άρθρα 30 και 179 του Συντάγματος, στο Νόμο 127(Ι)/06, στα άρθρα 169 στους Κανονισμούς 14/2001 και 1393/07 και στις συμφυείς εξουσίες και/ή πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Μαρίας Άννας Στυλιανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείου του δικηγόρου που εμφανίζεται για την Εναγομένη, στην οποία αφενός παρατίθενται οι λόγοι παράλειψης της Εναγομένης να καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης και αφετέρου αναφέρεται στην Υπεράσπιση της Εναγομένης στην αγωγή. Η παράλειψη της Εναγομένης να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου έγκαιρα, αποδίδεται στο ότι ούτε η αγωγή ούτε κανένα άλλο έγγραφο δεν επιδόθηκε στην Εναγομένη και ούτε είχε ειδοποιηθεί για την ύπαρξη της, υπό αναφορά, αγωγής. Η υπεράσπιση της Αιτήτριας αναφέρεται στις παραγράφους 11 και 12 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, στην οποία αναφέρεται ότι η Εναγόμενη στις 16.7.2010 κατόπιν παραγγελίας από νέο πελάτη εξέδωσαν τιμολόγιο για κάποιο Philippe Tollenaire, για το ποσό των €54.300, σε σχέση με παροχή αγαθών και υπηρεσιών λογισμικού, η πληρωμή του οποίου θα γινόταν στο λογαριασμό της Εναγομένης που διατηρούσε στην FBME Bank Ltd, Λευκωσίας. Επειδή η παραγγελία ήταν από νέο πελάτη της Εναγομένης, αυτή πήρε διαβεβαιώσεις από την Τράπεζα της (FBME), στις 21.7.2010, ότι η πληρωμή είχε ήδη γίνει από τον πελάτη και ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ανακληθεί και τους διαβεβαίωσε επίσης ότι τα χρήματα θα τα επέστρεφε στον αγοραστή, μόνο κατόπιν εξουσιοδότησης της Αιτήτριας και ειδικότερα του κ. Pilipis προς τη Τράπεζα. Ακολούθως, η Εναγόμενη παρείχε τα εν λόγω αγαθά και υπηρεσίες στους αγοραστές. Η Εναγομένη στις 23.7.2010 έδωσε οδηγίες για μη επιστροφή οποιουδήποτε ποσού των εν λόγω χρημάτων στην Τράπεζα της, καθότι ο πελάτης προσπαθούσε να τους εξαπατήσει. Η Τράπεζα της (FBME), παρά τις διαβεβαιώσεις της προς την Εναγομένη ότι δεν θα επέστρεφε το εν λόγω χρηματικό ποσό, στις 29.7.2010 ενημέρωσε την Εναγομένη ότι ήταν ευθύνη της για να διερευνήσει κατά πόσο η εν λόγω συναλλαγή ήταν νόμιμη, και έτσι προέβη σε αυθαίρετη παγοποίηση και αναστολή λειτουργίας του λογαριασμού της Εναγομένης που διατηρούσε στη Τράπεζα της. Στις 2.9.2010 η Τράπεζα της Εναγόμενης, την πληροφόρησε για διάταγμα που της είχε επιδοθεί σε σχέση με αγωγή που ήγειρε η Ενάγουσα, κατά της Εναγομένης για ποσό €50.000 και ότι ήταν υπόχρεα να παγοποιήσει τον εν λόγω λογαριασμό. Η πληροφόρηση αυτή προκάλεσε στην Εναγομένη περαιτέρω σύγχυση και ασάφεια γιατί δεν της είχε επιδοθεί τέτοια Αγωγή. Ήταν περαιτέρω η θέση της, ότι από το Τεκμήριο 10 προκύπτει ότι έγινε προσπάθεια εξαπάτησης της Εναγομένης από τον αγοραστή, ο οποίος ενώ εξόφλησε το τιμολόγιο που εξέδωσε η Εναγόμενη και εξασφάλισε τις υπηρεσίες που ζήτησε προσπαθεί να αποσύρει την πληρωμή. Η Ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση την οποία στηρίζουν στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 θθ. 1-2, Δ.5, θ.θ. 7 και 9, Δ.5Α, Δ.6 θθ.1-9, Δ.17, θ.θ. 1-14, Δ.26, Θ.14, Δ.33, θ.θ. 1-5, Δ.34, θ.θ. 1-6, Δ.39 Θ.2, Δ.40 θ.θ. 1-7, Θ.11, Δ.48 θθ. 1-9, Δ.51 θθ. 1-7 και Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομία Νόμο Κεφ. 6 Άρθρο 3, στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 372 του Κεφ. 113, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, τη διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται ως ακολούθως: (α) Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή δεν ακολουθεί τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως. (β) Η Εναγόμενη δεν έχει καταδείξει κανένα σοβαρό και εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση και/ή μη έγκαιρη καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, παρόλο που η αγωγή επεδόθη δεόντως και νομότυπα στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης. (γ) Η Εναγόμενη επέδειξε αδικαιολόγητη αδιαφορία για την παρούσα Αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου. (δ) Η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει πως έχει εκ πρώτης όψεως καλόπιστη υπεράσπιση και/ή συζητήσιμη υπεράσπιση. (ε) Εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί της Εναγομένης στην προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι αόριστοι και/ή γενικοί και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή τίθενται χωρίς κανένα υπόβαθρο. (στ) Η Εναγόμενη απέτυχε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό ότι η ειδοποίηση του κλητήριου εντάλματος όπως επίσης και των λοιπών δικαστικών εγγράφων δεν της έχει επιδοθεί δεόντως. (ζ) Η Ενάγουσα ακολουθούσε πάντοτε την ορθή και/ή ενδεδειγμένη διαδικασία και συμμορφώθηκε με τις διαταγές του Δικαστηρίου για επίδοση των δικαστικών εγγράφων στο εξωτερικό. (η) Η Ενάγουσα επέδωσε δεόντως τα δικαστικά έγγραφα τόσο κατά το στάδιο της Αγωγής όσο και κατά το στάδιο της εκτέλεσης της Απόφασης ημερομηνίας 7/12/2010 στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης συμμορφούμενη με τα Διατάγματα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13/8/2010 και 30/3/2011 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. (θ) Η Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας-Άννας Στυλιανού ημερομηνίας 27/4/2011 που υποστηρίζει την αίτηση, είναι παράτυπη και/ή βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη Δ.39 Θ.2 και/ή τη Νομολογία καθότι μεταξύ άλλων προβάλλει αόριστους και γενικούς ισχυρισμούς και/ή εμπεριέχει ανεπίτρεπτη εξ ακοής μαρτυρία, καθότι δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών της. (ι) Δεν αποκαλύπτονται και/ή αποκρύβονται και/ή παραποιούνται ουσιώδη γεγονότα και δεν έχει προβεί η Εναγόμενη σε πλήρη αποκάλυψη των πραγματικών γεγονότων. (κ) Ο παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα προκάλεσα ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα, παρεμποδίζοντας την από το να εισπράξει το λαβείν της από την προς όφελος της νομότυπα εκδοθείσας απόφασης. (λ) Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. (μ) Υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, το Δικαστήριο πρέπει να μην ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της Αιτήσεως αλλά να απορρίψει αυτήν με έξοδα εναντίον της Εναγομένης/ Αιτήτριας και υπέρ της Ενάγουσας/Καθ' ης η Αίτηση. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Πυρκώτη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της Ενάγουσας. Σε αυτή αρνείται τις θέσεις της Εναγομένης τόσο για το ότι η επίδοση της αγωγής ήταν κακή όσο και ότι υπάρχει οποιαδήποτε Υπεράσπιση από την Εναγομένη. Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων με γραπτές αγορεύσεις. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί όταν απόφαση εκδοθεί ενώ υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία ο Εναγόμενος δικαιούται ex debito justitiae σε παραμερισμό απόφασης χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (Βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1(Α) ΑΑΔ 247, 259). Ιδιαίτερα η κακή επίδοση αγωγής παραβιάζει το συνταγματικό δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια που κατοχυρώνει το άρθρο 30.3 που περιλαμβάνει το δικαίωμα εκάστου (α) να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους τον εγκαλούν στο Δικαστήριο και (β) να αναπτύξει σε αυτούς τους ισχυρισμούς του (άρθρο 30
(3)(α) και (β) [Δέστε Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd]. Το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξετασθεί είναι αν η αγωγή επιδόθηκε νομότυπα. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η αίτηση, στις 13.8.2010, εξασφάλισε διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας με DHL στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης εταιρείας, στη διεύθυνση, η οποία εντοπίσθηκε από την Ενάγουσα, μέσω έρευνας στο διαδίκτυο. Η πιο πάνω διεύθυνση, επιβεβαιώνεται και από έγγραφο αλληλογραφίας που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση και δεν έχει αμφισβητηθεί από την Αιτήτρια. Επίσης, εξασφάλισε διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 30.3.2011 για τη τελική απόφαση του Δικαστηρίου και κάποια άλλα έγγραφα και το Δικαστήριο διέταξε παράλληλα αποστολή των εγγράφων αυτών και με ηλεκτρονικό μήνυμα και αυτά απεστάλησαν στις 11/4/2011 στην ηλεκτρονική διεύθυνση της Αιτήτριας, (βλ. μέρος Τεκμηρίου 6Β της ένορκου δηλώσεως και αντίγραφο της εκτύπωσης ιστοσελίδας της Αιτήτριας βλέπε Τεκμήριο 5). Όπως επίσης προκύπτει από το Τεκμήριο 13 που συνοδεύει την ένορκο δήλωση για απόδειξη που είναι καταχωρημένη στο φάκελο της παρούσας αγωγής, τα έγγραφα στάληκαν με DHL στη διεύθυνση της Εναγομένης, τα οποία 18.8.2010 παρελήφθησαν από κάποιο ALEX JAMES, ίδιο πρόσωπο στο οποίο επιδόθηκαν και η τελική απόφαση και τα σχετικά έγγραφα που αποστάληκαν ως εμφαίνονται στη συμπληρωματική ένορκο δήλωση ημερ. 2.5.2011, (βλ. Τεκμήριο 6Α της επίδικης ενόρκου δηλώσεως της Καθ΄ ης η Αίτηση) και ο οποίος ως διαπιστώθηκε από τηλεφωνική επικοινωνία της κα Τζουντ, δικηγόρο της Ενάγουσας, ήτο υπάλληλος της εταιρείας, αρμόδιας για παραλαβή των εγγράφων της Εναγομένης. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα και τα στοιχεία που η Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση παρουσίασε και δεν αμφισβητήθηκαν από την Αιτήτρια - Εανγομένη, είτε με αντεξέταση είτε με συμπληρωματική ένορκο δήλωση, είμαι της γνώμης ότι η επίδοση προς την Αιτήτρια - Εναγομένη ήταν σύμφωνη με το διάταγμα του Δικαστηρίου και θεωρείται καλή επίδοση. Μετά την πιο πάνω κατάληξη, θα προχωρήσω επί της ουσίας της αίτησης. Η Δ.17 θ.10 που καθορίζει το δικαιοδοτικό πλαίσιο παραμερισμού ερήμην εκδοθείσας απόφασης λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Είναι φανερό από το λεκτικό της Δ.17 θ.10 ότι το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης παραμερισμού απόφασης, έχει πλατιά διακριτική εξουσία. Οι αρχές που διέπουν τον τρόπο άσκησης της εξουσίας του έχουν διατυπωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου οι οποίες υιοθετούν τις αρχές όπως διατυπώθηκαν στην Αγγλική απόφαση Evans v. Bartlam
(1937)2 All ER 646, (βλ. Phylactou and others ν Michael
(1982)1 CLR 204, Ζήνων Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns Ltd κ.ά.
(1994)1 ΑΑΔ 736, Χρύσανθου και άλλων v. Mariala Constructions Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 1129, Vica Pica Disco Ltd v. Happy Streets Disco Ltd
(1997)1(A) ΑΑΔ 28, Milouca Motor Agency Trading Ltd v. KoupTnc
(1997)1 ΑΑΔ 941, Mine Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 2, Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. To Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, από την μια την ανάγκη να διατηρήσει το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και από την άλλη την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων με τη βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Δύο είναι τα στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν για να ασκηθεί, υπέρ του Αιτούντος τον παραμερισμό απόφασης, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.Πρώτον, ο Αιτητής θα πρέπει να αποκαλύψει επαρκή θετικά στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη ή βάσιμη υπεράσπιση χωρίς να απαιτείται απόδειξη της υπεράσπισης του. Το Δικαστήριο κατά την εξέταση αυτής της πτυχής της υπόθεσης δεν προχωρεί στην αξιολόγηση της ενώπιον του μαρτυρίας. Περιορίζεται στην διαπίστωση συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση. Στην υπόθεση Χρύσανθου v. Mariala Construction Ltd (ανωτέρω) τονίσθηκε ότι το Δικαστήριο εξετάζει τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιον του για να διαγνώσει αν δημιουργείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο στοιχείο χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Στην υπόθεση Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd (ανωτέρω) στη σελίδα 9 αναφέρθηκαν τα εξής: "Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας, υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον αυτή η υπεράσπιση έχει αυτά τα στοιχεία, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται". Δεύτερον, ο Αιτητής πρέπει επίσης να πείσει για τους λόγους μη εμφάνισης του ή για τυχόν καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος του. Στην υπόθεση Milouca (ανωτέρω) επεξηγείται η σημασία της διαγωγής του εναγομένου ως παράγοντας που μπορεί να επενεργήσει κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ανεξάρτητα από την διαπίστωση της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Στη σελίδα 945 της πιο πάνω απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσον διαπιστωθεί ότι ο Εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου". Επίσης, στην υπόθεση Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω) στη σελίδα 30 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Από σχετική νομολογία προκύπτει ότι η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται άμεσα με την ανάγκη τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων χάρη του δημοσίου συμφέροντος. Phylactou ν. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεση του". Ως προς την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης στην αγωγή η Αιτήτρια προσπάθησε να καλυφθεί πίσω από τον ισχυρισμό ότι δεν της επιδόθηκε η αγωγή και/ή οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο, ισχυρισμός ο οποίος έχει ήδη απορριφθεί με βάση τα ενώπιον μου γεγονότα. Η Αιτήτρια αντέδρασε μετά από επτά μήνες από τις 18.8.2010 που έγινε επίδοση της αγωγής με DHL. Οι λόγοι τους οποίους επικαλέσθηκε δεν τεκμηριώθηκαν και δεν κρίνονται ικανοποιητικοί. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και καθοδηγούμενη από την πιο πάνω νομολογία κρίνω ότι η Αιτήτρια επέδειξε πλήρη αδιαφορία που προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας γεγονός που με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, έχοντας ως γνώμονα τις πιο πάνω αρχές καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ούτε η προϋπόθεση για αποκάλυψη της συζητήσιμης ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεν ικανοποιείται. Η Αιτήτρια δεν έχει θέσει τέτοιο υπόβαθρο γεγονότων που να δικαιολογεί την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης αφού στην προκειμένη περίπτωση, η Αιτήτρια προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση επισυνάπτει το Τεκμήριο 10 στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Το Τεκμήριο 10 αποτελείται από αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ της FBME Bank και της Αιτήτριας με τους δικηγόρους της, στην οποία η Αιτήτρια εξιστορεί τη θέση που προβάλλει. Παρά το ότι υπήρχε ισχυρισμός και καταγγελία από τον Philippe Tollenaire για υποκλοπή στοιχείων του τραπεζικού του λογαριασμού και υποκλοπή του επίδικου ποσού χρημάτων, από λογαριασμό που διατηρούσε στην Ενάγουσα Τράπεζα, η Αιτήτρια παρέλειψε να επισυνάψει οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της για ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της ιδίας και του Philippe Tollenaire. Κανένα έγγραφο εκτός από ένα τιμολόγιο που ετοιμάσθηκε από την ίδια, δεν υπάρχει που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς για παροχή υπηρεσιών εκ μέρους της Αιτήτριας, ούτε αλληλογραφία που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι αντάλλαξε με τον Philippe Tollenaire και καμία απολύτως απόδειξη δεν επισυνάπτεται προς υποστήριξη των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Όπως έχει νομολογηθεί το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη και/ή καλή υπεράσπιση το φέρει ο αιτητής ο οποίος θα πρέπει να εξειδικεύσει με την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων ώστε να ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι λογικά εγείρεται η υπεράσπιση την οποία ο Εναγόμενος επικαλείται (Βλ. K.C.P. Commission Agents & Importers v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). Γι΄ αυτό καταλήγω ότι δεν τέθηκε ικανοποιητικό υπόβαθρο γεγονότων που να δείχνει ότι η Αιτήτρια Εναγόμενη έχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη ή καλή υπεράσπιση στην υπόθεση ή υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να δικαιολογούν την επανάνοιξη της, αφού οι όλοι ισχυρισμοί της παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει για την τελεσιδικία μιας απόφασης που εκδόθηκε νομότυπα. Ως εκ τούτου και εφόσον η Εναγόμενη δεν απέδειξε ως εξηγήθηκε πιο πάνω εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση ενώ είχε το βάρος απόδειξης, αλλά και δεν δικαιολόγησε δεόντως την παράλειψη της να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, συμπεριφορά που προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η επανάνοιξη της υπόθεσης και η αίτηση της Αιτήτριας - Εναγομένης απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της και υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση - Ενάγουσας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΚ/ΘΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.