Χριστίνας Περικλέους ν. Ellinas Finance Public Company Ltd κ.α., Αριθ. Αγωγής: 4117/02, 5/12/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A458 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Σ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 4117/02 Μεταξύ: Χριστίνας Περικλέους Ενάγουσας Και
- Ellinas Finance Public Company Ltd
- Ellinas Finance (Custodian) Limited
- Share Link Securities Limited Εναγομένων . . . . . . Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης λόγω καταχώρησης έφεσης Ημερομηνία: 5/12/2011 Εμφανίσεις Για την ενάγουσα/αιτήτρια: ο κ. Γεωργίου για κ. Μ. Σωφρονίου. Για τους εναγόμενους/καθ΄ων η αίτηση: ο κ. Λ. Παπαχαραλάμπους για Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας (Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ.) το οποίο εκδίκασε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή, εξέδωσε στις 9/8/2010, μετά από ακρόαση, απόφαση δια της οποίας απέρριψε την αξίωση της ενάγουσας, και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εναγομένης 1 και εναντίον της ενάγουσας στα πλαίσια ανταπαίτησης. Εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 9/8/10 καταχωρήθηκε από την ενάγουσα η Πολιτική Έφεση με αρ. 283/10 στις 8/10/
- Στην Ειδοποίηση Έφεσης υπάρχουν 37 λόγοι έφεσης. Η εναγόμενη 1 καταχώρησε στις 20/12/10 αίτηση έρευνας εναντίον της καθ΄ης η αίτηση ενάγουσας με την οποία αξιώνει τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με την οικονομική της κατάσταση και, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποπληρωμής του ποσού της απόφασης δια μηνιαίων δόσεων ύψους €2000 (ευρώ) εκάστη. Ενώ η εν λόγω αίτηση βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, στις 14/9/11 ο συνήγορος της ενάγουσας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητεί διάταγμα του δικαστηρίου δια του οποίου να αναστέλλεται η εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 9/8/10 μέχρι την εκδίκαση της Πολιτικής Έφεσης με αρ. 283/10 και την έκδοση τελεσίδικης απόφασης και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Νομική βάση της αίτησης είναι τα άρθρα 4 & 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα άρθρα 31, 32, 43 & 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.35 θ.18, Δ.40 θ.θ.9 & 11, Δ.48 θ.θ.1-4 & 8, και η αίτηση στηρίζεται ακόμη στις αρχές της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της ενάγουσας αιτήτριας στην οποία ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου ημερ. 9/8/10, τότε η συνέχιση της έφεσης υπ΄αρ. 283/10 που έχει καταχωρήσει θα είναι άνευ αντικειμένου και δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Αναφέρει επίσης ότι έχει πολύ καλούς λόγους έφεσης με βεβαιότητα επιτυχίας, αφού για πολλά από τα θέματα που εγείρει στην έφεση δεν υπάρχει νομολογία από το Ανώτατο Δικαστήριο και είναι επίσης θέση της ότι υπάρχει αοριστία και ασάφεια στην απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε ότι αφορά το επιδικαζόμενο ποσό το οποίο θα πρέπει να τύχει διευκρίνισης από το Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι καταληκτικά η θέση της ότι είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα αναστολής καθότι σε αντίθετη περίπτωση η αναμενόμενη επιτυχία της έφεσης της θα χάσει τη σημασία της και δεν θα έχει πλέον αντίκρισμα. Περαιτέρω, πιστεύει ότι καμία ζημιά δεν θα υποστεί η εναγόμενη 1 από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ενώ, σε αντίθετη περίπτωση, εάν κληθεί να καταβάλει το ποσό της απόφασης και μετά η πρωτόδικη απόφαση ανατραπεί θα είναι πολύ δύσκολο να ανακτήσει το οποιοδήποτε ποσό θα έχει ήδη καταβάλει. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι οι διάφορες νομικές διαδικασίες εκτέλεσης της απόφασης, εκκρεμούσης της έφεσης της, θα την αναγκάσουν να υποστεί δοκιμασίες και ταλαιπωρία και θα επηρεαστεί επίσης δυσμενώς η προσωπική, οικογενειακή και εργασιακή της ζωή. Η εναγόμενη 1 αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση η οποία έχει την ίδια νομική βάση με την αίτηση και στην οποία προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι η αιτήτρια δεν έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια της νομολογίας για έκδοση του διατάγματος αναστολής, ο λόγος για τον οποίο επικαλείται την έκδοση διατάγματος δεν εξυπηρετείται με την έκδοση του, η αιτήτρια δεν έχει αποκαλύψει όλα τα γεγονότα στην ένορκη δήλωση της και προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο το οποίο δεν θα πρέπει να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αιτήτριας. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του διευθυντή της εναγομένης 1 Αιμίλιου Έλληνα ο οποίος αρνείται ότι η αιτήτρια διατρέχει κίνδυνο να μην ανακτήσει τυχόν ποσό που θα πληρώσει προς την εναγόμενη 1 εάν τελικά επιτύχει η έφεση της λόγω του ότι η εναγόμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χ.Α.Κ., φερέγγυα και με οικονομική ευρωστία. Ισχυρίζεται επίσης ότι σε καμία περίπτωση η έφεση που έχει καταχωρήσει δεν μπορεί να έχει επιτυχία αφού οι ίδιοι ακριβώς λόγοι έφεσης έχουν εγερθεί από το συνήγορο της ενάγουσας εκ μέρους άλλου πελάτη τους στα πλαίσια των Πολιτικών Εφέσεων 21/08 και 315/07 οι οποίες έχουν απορριφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και συνεπώς υπάρχει δεδικασμένο, γεγονός το οποίο η αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει στην ένορκη δήλωση της με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Είναι επίσης η θέση του κ. Έλληνα ότι η αιτήτρια δεν είναι σε καμία θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της με βάση την απόφαση και γι΄αυτό επιχειρεί με αχρείαστες δικαστικές διαδικασίες να καθυστερήσει, να κερδίσει χρόνο, και να αποστερήσει από την εναγόμενη 1 τους καρπούς της απόφασης της. Οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν γραπτώς στο Δικαστήριο τις αγορεύσεις τους στο στάδιο ακρόασης της αίτησης, έκαμαν αναφορά στη νομολογία, ενώ κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν έχει αντεξεταστεί. Με βάση τη Δ.35 θ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η έφεση δεν ενεργεί ως αναστολή της εκτέλεσης της διαδικασίας εκτός και στο βαθμό που διατάξει προς τούτο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ή το Εφετείο ούτε και ακυρώνει καμία ενδιάμεση ενέργεια ή διαδικασία εκτός εάν έτσι διατάξει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η Δ.35 θ.18 είναι πανομοιότυπη με την αγγλική Δ.58(θ)12 η οποία έχει αναλυθεί εν εκτάση σε αποφάσεις αγγλικών Δικαστηρίων. Πλούσια νομολογία υπάρχει και από τα κυπριακά Δικαστήρια. Από όλες τις αποφάσεις προκύπτει ότι η έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης εν όψει καταχώρησης έφεσης επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να λάβει υπόψη του τους εξής δύο σημαντικούς παράγοντες. Από τη μια, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποστερεί από ένα διάδικο τα φρούτα της επιτυχίας του στη δικαστική διαδικασία που προηγήθηκε (σχετική είναι η υπόθεση Monk v. Bartram
(1981)1 Q. B. 346), και από την άλλη θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης δεν θα παραμένει χωρίς αντίκρισμα (βλ. Wilson v. Church No.2
(1879)12 Ch. D. 458). Οι αρχές επίσης καθορίζουν ότι η δικαστική απόφαση πρέπει να παραμένει ισχυρή και να διατηρεί τον τελεσίδικο χαρακτήρα της μέχρι την ακύρωση ή τροποποίηση της από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αναφέρω ενδεικτικά τις αποφάσεις Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, A.B.P. Holdings Ltd & άλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη & άλλων (αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287, και την Αγωγή Ναυτοδικείου 87/87, Μέγας Χατζηευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & others. Στην αγγλική υπόθεση Atkins v. Great Western Railway
(1886)2 T.LR. 400, έχει λεχθεί πολύ χαρακτηριστικά ότι «As a general rule the only ground for a stay of execution is an affidavit showing that if the damages and costs were paid there is no reasonable probability of getting them back if the appeal succeeds.» Στην απόφαση Loucos Trading Co. Ltd. & άλλοι ν. Rainbow Bleaching and Dying Co. Ltd.
(2000)1(B) Α.Α.Δ. 1014 το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε σωρεία προηγούμενης νομολογίας του και επανέλαβε την αρχή που έχει διατυπωθεί και στην Αγγλία για την εξισορρόπηση δύο παραγόντων, πρώτον της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε και δεύτερο, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα. Σχετική είναι η υπόθεση Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ.
- Με βάση λοιπόν τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας έρχομαι να εξετάσω τους λόγους που επικαλείται η ενάγουσα για έκδοση του διατάγματος. Ο λόγος ότι, σε περίπτωση που η απόφαση εκτελεσθεί και εν τω μεταξύ επιτύχει η έφεση της, δεν θα μπορεί να λάβει πίσω τυχόν χρήματα που έχει καταβάλει στην εναγόμενη 1 φαίνεται να μην ευσταθεί εφόσον αναντίλεκτα η εναγόμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία, οι μετοχές της είναι εισηγμένες στο Χ.Α.Κ., και με βάση τις οικονομικές καταστάσεις της για το έτος που έχει λήξει 31/12/10 που έχουν επισυναφθεί στην ένσταση της παρουσιάζει κέρδη μετά τη φορολογία της τάξης των €574.772.-, συνεπώς είναι φερέγγυα και εύρωστη και μπορεί να αποδώσει πίσω στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό τυχόν κληθεί να επιστρέψει σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Ο λόγος ότι υπάρχουν πολύ ισχυρές πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης ο οποίος είναι άμεσα συνυφασμένος με τη θέση ότι το Ανώτατο Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει θέματα για τα οποία δεν υπάρχει νομολογία, φαίνεται να καταρρίπτεται από την έκδοση αποφάσεων από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια των Εφέσεων 21/08 και 315/
- Επομένως ούτε και αυτός ο λόγος ευσταθεί. Ο τρίτος και τελευταίος λόγος που προβάλλει η αιτήτρια είναι ότι σε περίπτωση που προχωρήσουν διαδικασίες εκτέλεσης εναντίον της, και επαναλαμβάνω ότι έχει ήδη καταχωρηθεί εναντίον της αίτηση μηνιαίων δόσεων η οποία εκκρεμεί, τότε θα υπάρχουν για την ίδια δυσάρεστες επιπτώσεις στην προσωπική και οικογενειακή της ζωή αλλά και στην εργασία της. Με όλο το σεβασμό προς την ενάγουσα το μόνο που ζητεί από αυτήν η εναγόμενη 1 με την αίτηση μηνιαίων δόσεων είναι να εισπράξει το λαβείν της το οποίο έχει σφραγιστεί με δικαστική απόφαση. Τυχόν αδυναμία της ενάγουσας να ανταποκριθεί μπορεί να εξυπακούει δυσκολία και/ή δυσμενείς επιπτώσεις για την ίδια αλλά ζυγίζοντας και το δικαίωμα της εναγόμενης 1 να εισπράξει τα ποσά που της οφείλονται αλλά και την ανάγκη σεβασμού των δικαστικών αποφάσεων, θεωρώ ότι ούτε αυτός ο ισχυρισμός της ενάγουσας αιτήτριας μπορεί να επιτύχει. Εν όψει των ανωτέρω η αίτηση της ενάγουσας αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 1 καθ΄ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αίτηση μηνιαίων δόσεων εναντίον της ενάγουσας καθ΄ης η αίτηση είναι ορισμένη στις 12/12/11 και εκείνη την ημέρα η ενάγουσα καθ΄ης η αίτηση πρέπει να είναι παρούσα στο Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΜΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο