← Κύπρος

Martin John Coward ν. Cyproman Services Ltd, Αρ. Αγωγής: 7206/2010, 6 Δεκεμβρίου, 2011

Martin John Coward ν. Cyproman Services Ltd, Αρ. Αγωγής: 7206/2010, 6 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A461 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7206/2010 Μεταξύ: Martin John Coward Ενάγοντα και Cyproman Services Ltd Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 20 Οκτωβρίου 2011 για Διαγραφή Ενόρκων Δηλώσεων 6 Δεκεμβρίου,

  1. Για τον ενάγοντα-Αιτητή: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης μαζί με κα Χρ. Κότσαπα Για τους εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ν. Μακρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Συνοπτική παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης θα καταστήσει ευκολότερη την παρακολούθηση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 20.8.2010 και με αυτή ο ενάγοντας αξιώνει δηλωτικές αποφάσεις σε σχέση με την ορθή ερμηνεία και ιδιοκτησία καταπιστεύματος. Εξαιτείται επίσης διατάγματος με το οποίο να εξαναγκάζονται οι εναγόμενοι να του παρουσιάσουν όλα τα έγγραφα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή και/ή έλεγχό τους σε σχέση με τη διεύθυνση και διαχείριση του καταπιστεύματος αυτού. Οι εναγόμενοι, μετά την καταχώρηση εμφάνισης, προχώρησαν, στις 9.5.2011, στην καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Ταυτόχρονα, καταχώρησαν και αίτηση διά κλήσεως, με την οποία επιδιώκουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων, δέσμευσης κινητής και ακίνητης περιουσίας του ενάγοντα εντός και εκτός Κύπρου, μέχρι ποσού USD131.871.
  2. Τέσσερις μήνες αργότερα, στις 9.9.2011, ο ενάγων καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητά τη διαγραφή και/ή παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της ανταπαίτησης των εναγομένων, ως μη αποκαλύπτουσα λογικό αγώγιμο δικαίωμα και/ή ως επιπόλαιης και/ή ενοχλητικής. Εδράζεται η αίτηση αυτή στη Δ.27, θθ3 και 4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι προχώρησαν στην καταχώρηση ένστασης, η οποία υποστηρίζεται από δύο ένορκες δηλώσεις, του κ. Κώστα Χριστοφόρου, Γενικού Διευθυντή τους, και της κας Έλενας Χρυσάνθου, υπαλλήλου τους στο τμήμα νομικής διαχείρισης εταιρειών. Δύο μέρες μετά την καταχώρηση της ένστασης, την 20.10.2011, εισήχθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Ο ενάγων-Αιτητής εξαιτείται την έκδοση διατάγματος διαγραφής και/ή παραμερισμού ολόκληρης της ένορκης δήλωσης της κας Χρυσάνθου, μέρους της παραγρ. 4 και των παραγρ. 5-11 αυτής του κ. Χριστοφόρου, καθώς επίσης και όλων των επισυνημμένων σε αυτή τεκμηρίων, ως σκανδαλωδών και άσχετων (scandalous and irrelevant). Νομική στήριξη της Αίτησης συνιστούν η Δ.27 θθ 3 και 4 και η Δ.39 θ.
  3. Τη, λιτή, συνοδευτική ένορκο δήλωση ορκίζεται δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Αιτητή. Προβάλλει ότι το κατά πόσο ένα δικόγραφο, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ανταπαίτηση, αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (resasonable cause of action), αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο με βάση τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στο συγκεκριμένο δικόγραφο και δεν λαμβάνονται υπόψη οποιαδήποτε άλλα γεγονότα ή μαρτυρία ή ισχυρισμοί ή έγγραφα. Ολοκληρώνοντας θέτει πως και οι δύο ένορκες δηλώσεις αναφέρονται σε γεγονότα άσχετα με την ανταπαίτηση και ουδεμία σχέση έχουν με τα επίδικα θέματα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση, μέσα από την αντίστοιχη ένστασή τους, θέτουν ότι τα γεγονότα των οποίων ζητείται η διαγραφή αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των δεδομένων που περιβάλλουν την αγωγή, την υπεράσπιση και την ανταπαίτηση. Προβάλλουν, περαιτέρω, ότι αυτά δεν είναι άσχετα, ούτε σκανδαλώδη, συνιστούν στοιχεία ουσιώδους σημασίας και αποτελούν, εν πάση περιπτώσει, μέρος των παραμέτρων των δικογραφημένων ισχυρισμών που τόσο ο ενάγων όσο και οι εναγόμενοι θα επικαλεστούν κατά την ακρόαση της μεταξύ τους διαφοράς. Ολοκληρώνοντας εισηγούνται ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική. Ως προς το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η ένσταση, οι Καθ΄ ων η Αίτηση παραπέμπουν στο φάκελο της υπόθεσης και, πιο συγκεκριμένα, στα δικόγραφα, τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από και/ή εκ μέρους των διαδίκων προς υποστήριξη των αιτήσεων για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και διαγραφής της ανταπαίτησης και των αντίστοιχων ενστάσεών τους. Η ουσία των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Αιτητή μπορεί να αποτυπωθεί, επιγραμματικά, στη θέση ότι το κατά πόσο μια αγωγή ή, γενικότερα, ένα δικόγραφο, αποκαλύπτει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή όχι, εξετάζεται και αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο από το περιεχόμενό του, χωρίς να είναι επιτρεπτή η προσαγωγή οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας. Επιπρόσθετη εισήγηση του κ. Τριανταφυλλίδη ήταν ότι η διαδικασία του προσωρινού διατάγματος είναι εντελώς άσχετη και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος για διαγραφή της ανταπαίτησης. Με τα πιο πάνω ως βάση, κάλεσε το Δικαστήριο να διαγράψει τις δύο ένορκες δηλώσεις ως άσχετες με το επίδικο θέμα της συγκεκριμένης Αίτησης, με την οποία επιζητείται η διαγραφή της ανταπαίτησης. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Καθ΄ ων η Αίτηση εισηγήθηκε ότι η επίκληση ως νομικής βάσης της Δ.27, θ.3, είναι λανθασμένη, αφού αυτή αφορά ζητήματα διαγραφής δικογράφων, οι δε ένορκες δηλώσεις δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό «δικόγραφο». Αναλύοντας στη συνέχεια τη Δ.39, θ.18, εισηγήθηκε ότι η διαγραφή συνιστά εξαιρετικό μέτρο και διατάγματα αυτής της μορφής εκδίδονται με φειδώ και μόνο εφόσον διαπιστώνεται σωρευτικά και αναντίλεκτα η ύπαρξη των προβλεπόμενων από τους θεσμούς προϋποθέσεων. Ολοκληρώνοντας ο κ. Μακρίδης, και αφού ασχολήθηκε εκτεταμένα με τις δικογραφημένες θέσεις, έθεσε πως οι επιχειρούμενες προς διαγραφή παράγραφοι και των δύο ενόρκως δηλούντων περιλαμβάνουν δικογραφημένα γεγονότα τα οποία, εν πάση περιπτώσει, αποτελούν και συνιστούν μέρος των παραμέτρων των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου και αποτελούν την ουσία των διαφορών τους. Είναι ορθή η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου για τους Καθ΄ ων η Αίτηση, σύμφωνα με την οποία η μόνη διάταξη των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών που προβλέπει τη διαγραφή περιεχομένου ενόρκων δηλώσεων, είναι η Δ.39 θ.
  4. Κατ΄ ακολουθία της «το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί να διατάξει τη διαγραφή από οιανδήποτε ένορκο δήλωση οιουδήποτε θέματος που είναι σκανδαλώδες και άσχετο». Τα προβλεπόμενα όμως από τη Δ.27 θ.3 συναρτώνται άμεσα με την υπό κρίση Αίτηση. Υπό την έννοια ότι είναι με βάση την πιο πάνω διάταξη που ο ενάγοντας αξιώνει διάταγμα για διαγραφή και/ή απόρριψη της ανταπαίτησης των εναγομένων. Τα προβλεπόμενα λοιπόν στη Δ.27, θ.3 και οι προϋποθέσεις που περιβάλλουν το πεδίο εφαρμογής της σχετίζονται άρρηκτα με τη φύση της υπό κρίση Αίτησης, δεδομένου ότι καθορίζουν και το πλαίσιο της σχετικότητας των αμφισβητούμενων ενόρκων δηλώσεων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.27, θ.3 «το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή η υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή ανάλογα να εκδώσει απόφαση που θα είναι δικαία». Με αυτά ως δεδομένα, είναι ορθή η θέση που προβάλλει η πλευρά του Αιτητή ότι το κατά πόσο ένα δικόγραφο ή μια αγωγή αποκαλύπτει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή όχι, εντοπίζεται και αποφασίζεται αποκλειστικά και μόνο από το περιεχόμενο του δικογράφου, χωρίς να είναι επιτρεπτή η προσαγωγή οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας. Όπως κρίθηκε στην απόφαση Έρμος Χατζηκυριάκος v. Διομήδη Κυθρεώτη

(1992)1 ΑΑΔ 1119, 1121, στην οποία εξεταζόταν κατά πόσο η ειδική οπισθογράφηση του κλητηρίου εντάλματος αποκάλυπτε εύλογη αιτία αγωγής: «Ορθά η συζήτηση είχε περιστραφεί γύρω από το αν οι ισχυρισμοί που ο ίδιος ο ενάγων προέβαλε, όπως φαίνονται στην ειδική οπισθογράφηση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν, στην περίπτωση που θα αποδεικνύονταν, παραδεκτή νομική βάση των θεραπειών που επιδίωξε ή κάποιες από αυτές». Παρόμοια προσέγγιση αποτυπώνεται και στο σχολιασμό στο White Book του 1956, της αντίστοιχης με τη Δ.27, θ.3, Αγγλικής Δ.25, θ.4. Αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 421: "Under this Rule the nature of the action or the defect in pleading must appear by the pleadings or particulars (Davey v. Bentinck,
(1983)1 Q.B. p.188), and no affidavit is admissible". H ένορκη δήλωση της κας Χρυσάνθου, περιστρέφεται, στο σύνολό της, γύρω από μία συνάντηση που έλαβε χώρα στη Λεμεσό στις 9.2.2010, προκειμένου να τεκμηριώσει ότι ποσό χρημάτων συνολικού ύψους USD131.871.147, το οποίο έλαβε ο ενάγων από την MFP Limited και, κατ΄ επέκταση, από το Εμπιστευματικό Ταμείο, δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί οτιδήποτε άλλο εκτός από δάνειο, για το οποίο μέχρι σήμερα ο ενάγων αρνείται να υπογράψει σχετικές συμβάσεις δανείου με την πιο πάνω εταιρεία. Κατά παρόμοιο τρόπο, το σχετικό μέρος της ένορκης δήλωσης του κ. Χριστοφόρου, του οποίου ζητείται η διαγραφή, ασχολείται με τη φύση της MFP Limited. Την καθορίζει ως εταιρεία επένδυσης κεφαλαίων του καταπιστεύματος και όχι μέσο διοχέτευσης χρημάτων υπό μορφή διανομής προς τους δικαιούχους του εμπιστεύματος, προκειμένου να θέσει ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να λάβει χρήματα από την πιο πάνω εταιρεία υπό μορφή μερίσματος, αλλά μόνο υπό μορφή δανείου. Καταλήγει δε, παραθέτοντας σχετικά τεκμήρια, ότι τα χρήματα που έλαβε ο ενάγων από την MFP Limited ήταν σειρά δανείων και παρά τις συνεχείς οχλήσεις των εναγομένων αυτός αρνείται να υπογράψει συνακόλουθες συμφωνίες δανείων. Εισηγήθηκε ο κ. Μακρίδης ότι τα πιο πάνω γεγονότα που καταγράφονται στις υπό αναφορά ένορκες δηλώσεις είναι θέματα που ηγέρθησαν από την πλευρά του ενάγοντα στην ένστασή του στην αίτηση των εναγομένων ημερ. 9.5.2011 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ότι συνιστούν δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομένων και ότι εν πάση περιπτώσει σχετίζονται άμεσα με τις παραμέτρους της ουσίας των διαφορών των διαδίκων. Με όλο το σεβασμό οι πιο πάνω προσεγγίσεις είναι άνευ ουσίας στα πλαίσια κρίσης της υπό εκδίκαση Αίτησης. Αφενός διότι η μεν διαδικασία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων είναι εντελώς άσχετη με την παρούσα, και, αφετέρου, για το θεμελιακό λόγο ότι η εξέταση του ζητήματος αποκάλυψης εύλογου αγώγιμου δικαιώματος στην ανταπαίτηση συναρτάται αποκλειστικά και μόνο από την εξέταση του ίδιου του περιεχομένου του δικογράφου αυτού. Αν δηλαδή όπως είναι διατυπωμένη η ανταπαίτηση αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του ενάγοντα. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, το αίτημα για διαγραφή της ένορκης δήλωσης της κας Χρυσάνθου ημερ. 18.10.2011 και του συγκεκριμένου μέρους της παραγρ. 4, η οποία αρχίζει με τις λέξεις «Από μελέτη των πιο πάνω» και τελειώνει με τις λέξεις «ημερομηνίας 08.09.2011», και των παραγρ. 5-11, καθώς επίσης και των συνακόλουθων επισυνημμένων τεκμηρίων της ένορκης δήλωσης του κ. Χριστοφόρου, είναι βάσιμο. Ανάλογο διάταγμα και εκδίδεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.