← Κύπρος

, ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣΗΣ ΑΡ.396/11, 9.12.2011

, ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣΗΣ ΑΡ.396/11, 9.12.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A466 ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΟΚΡΑΤΗΣΗΣ ΑΡ.396/11 (ΚΕΦ. 155, Άρθρο 24) Η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων προσωποκράτησης περιέχεται στο άρθρο 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, οι διατάξεις του οποίου πρέπει να διαβάζονται και να ερμηνεύονται υπό το φως των προνοιών του Άρθρου 11.6 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και του Άρθρου 5

(1)(γ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαικωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, την οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυρώσει με το Νόμο 39/62. Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης προσωποκράτησης, έχουν παρουσιασθεί επτά
(7)ύποπτοι, των οποίων τα ονοματεπώνυμα, ο αριθμός ταυτότητας, η ημερομηνία γέννησης και η διεύθυνση προσδιορίζονται σαφώς στην αίτηση. Ζητείται από την Αστυνομία Κύπρου η κράτησή τους για οκτώ
(8)μέρες. Σημειώνω ότι, όλοι οι ύποπτοι εκπροσωπήθηκαν στη δικαστική διαδικασία από δικηγόρους. Εξ' αυτών, ο συνήγορος του 1ου υπόπτου περιόρισε την ένσταση του υπόπτου μόνο σε ό,τι αφορά τον αριθμό ημερών για τον οποίον ζητείται η κράτηση. Ειδικότερα, εισηγήθηκε ότι, εάν το Δικαστήριο ήθελε διατάξει την κράτηση του 1ου υπόπτου, τότε δύο
(2)μέρες είναι υπέραρκετες για τη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο ύποπτο. Ο συνήγορος των υπόπτων αρ. 2 και 7 επί της αίτησης σημείωσε ότι έχει ένσταση σε ό,τι αφορά την ίδια την κράτηση και των δύο υπόπτων που εκπροσωπεί. Ακολούθως, όμως, στο στάδιο της τελικής του αγόρευσης, εισηγήθηκε ότι, εάν το Δικαστήριο ήθελε διατάξει την κράτηση του 2ου υπόπτου, τότε δύο
(2)μέρες είναι αρκετές. Ο συνήγορος των υπόπτων αρ. 3, 4 και 5 επί της αίτησης σημείωσε ότι έχει ένσταση σε ό,τι αφορά την ίδια την κράτηση και των τριών υπόπτων που εκπροσωπεί. Δεν διαφοροποίησε την έκταση της ένστασής του στην τελική του αγόρευση. Η ίδια ένσταση ηγέρθηκε μέχρι τέλους και από το συνήγορο του 6ου υπόπτου. Ανεξαρτήτως του αν υπάρχει ή δεν υπάρχει ένσταση από ύποπτο πρόσωπο στην αίτηση προσωποκράτησής του, αποτελεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να αιτιολογήσει την απόφαση τυχόν διαταγής προσωποκράτησης του υπόπτου, εφόσον τέτοιο Διάταγμα προσωποκράτησης επηρεάζει θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, εκείνο της ελευθερίας του ατόμου. Το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η άσκηση εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει την κράτηση ατόμων για σκοπούς ανακρίσεων αφορά στην εξισορρόπηση της ανάγκης, αφενός, της παροχής λογικής ευκαιρίας στις ανακριτικές αρχές για να διερευνήσουν τα ποινικά αδικήματα και, αφετέρου, της προστασίας της ελευθερίας του ατόμου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση ατόμου χάριν των αστυνομικών ανακρίσεων, συγκεφαλαιώνονται στην απόφαση στην υπόθεση Stamataris v Police
(1983)2 CLR 107 και αντανακλούνται σε μεταγενέστερες αποφάσεις, όπως η Aeroporos & Another v Police
(1987)2 CLR 232, Khoury v Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 56, Μάρκος Σιημητράς ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 397, Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, Δημητριάδης ν Αστυνομίας Π.Ε. 6361, ημερ. 31.07.1997, Νικολαΐδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6810, ημερ. 29.10.1998, Παντελή Ιωάννου ν Αστυνομίας Π.Ε.6643, ημερ. 30.12.1998, Σάββα Μεζερίδη κ.α. ν Αστυνομίας Π.Ε. 6685, 6686 και 6687, ημερ. 22.03.1999 και Χ. Αγαθοκλέους ν Αστυνομίας Π.Ε. 6677, ημερ. 14.1.2000. Οι αρχές που καθιερώθηκαν από την προμνησθείσα νομολογία συνίστανται στο ότι η Αστυνομία - αιτούσα την κράτηση - φέρει το βάρος να αποδείξει ότι׃ Πρώτον, έχουν διαπραχθεί τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η κράτηση∙ Δεύτερον, υπάρχει μαρτυρία που να δημιουργεί «εύλογες υποψίες» ότι ο ύποπτος συνδέεται με αυτά∙ Τρίτον, υπάρχει ανακριτικό έργο που δεν συμπληρώθηκε∙ και Τέταρτον, η απόλυση του υπόπτου δυνατόν να επηρεάσει τις ανακρίσεις, όπως π.χ. τη μαρτυρία, ή δυνατόν να οδηγήσει στην εξαφάνιση τεκμηρίων ή στη διαφυγή του υπόπτου στο εξωτερικό ή εκτός των ελέγχόμενων από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχών. Σε σχέση με την υπό εκδίκαση αίτηση στην παρούσα περίπτωση, δεν αντιλήφθηκα να ηγέρθηκε η ένσταση στην κράτηση των υπόπτων με αναφορά στο πρώτο και το τρίτο κριτήριο. Δεν αμφισβητήθηκε το ότι τελέστηκαν τα υπό διερεύνηση αδικήματα, ούτε το ότι υπάρχει ανακριτικό έργο - σε ότι αφορά τη σφαιρική θεώρηση της υπόθεσης - που δεν συμπληρώθηκε. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι, οι λεπτομέρειες που δόθηκαν με την ένορκη μαρτυρία εκ μέρους της Αστυνομίας για τα αδικήματα που διερευνώνται αφορούν στο ότι, στις 6.12.2011, ενόσω βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία της ψηφοφορίας στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας που βρίσκεται στην Έγκωμη, με σκοπό την εκλογή αντιπροσώπων των φοιτητών, των σχολών και των τμημάτων του εν λόγω πανεπιστημίου, και περί ώρα 17׃15, περί τα 15 άτομα, τα οποία φορούσαν μαύρα ρούχα, μαύρες κουκούλες και μαύρα κράνη, κρατώντας ρόπαλα στα χέρια και συσκευή εκκένωσης επιβλαβούς αερίου, εισήλθαν εντός των χώρων του Πανεπιστημίου, στην αίθουσα όπου διεξάγονταν οι εκλογές και αφού τρομοκράτησαν τους παρευρισκόμενους με τα ρόπαλα και διοχέτευσαν το επιβλαβές υγρό, εξήλθαν της αίθουσας κλέβοντας τέσσερις συνολικά κάλπες. Εγκατέλειψαν τη σκηνή πεζοί και θεάθηκαν να τοποθετούν τις κάλπες στο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΕΑ729, στο οποίο επιβιβάστηκαν μερικοί. Περί τα 5 άτομα στη σκηνή υπέστησαν εγκαύματα από την εκκένωση του αερίου. Κατά κύριο λόγο, η αντεξέταση του μάρτυρα της Αστυνομίας από μέρους των συνηγόρων των υπόπτων επικεντρώθηκε σε ό,τι αφορά στο δεύτερο κριτήριο. Αμφισβητήθηκε η ύπαρξη «μαρτυρίας», η οποία να είναι ικανή να δημιουργήσει «εύλογες υπόνοιες» σύνδεσης των υπόπτων με τα αδικήματα. Επίσης, αμφισβητήθηκε η αναγκαιότητα του χρόνου που η Αστυνομία αιτείται σε συνάρτηση με το τί απομένει προς διερεύνηση. Τέλος, οι συνήγοροι των υπόπτων προσπάθησαν να αναδείξουν το περιορισμένο του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων ή εξαφάνισης τεκμηρίων, με αναφορά στο ότι οι ίδιοι οι ύποπτοι - με εξαίρεση τον 4ο ύποπτο - παραδόθηκαν οικειοθελώς στην Αστυνομία και συνεργάστηκαν με αυτή σε ό,τι αφορά τη μέχρι σήμερα διενεργηθείσα έρευνα. Θα αναφερθώ πιο κάτω σε μεγαλύτερη λεπτομέρεια σε ό,τι λέχθηκε σχετικά. Θα εξετάσω πρώτα το ζήτημα της ύπαρξης «μαρτυρίας», η οποία να είναι ικανή να δημιουργήσει «εύλογες» υποψίες σύνδεσης των υπόπτων με τα αδικήματα. Σε ό,τι αφορά το νομικό υπόβαθρο για την αντιμετώπιση τέτοιου ζητήματος, οι συνήγοροι των υπόπτων, πολύ ορθά, με παρέπεμψαν στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση, ημερομηνίας 30.12.1998, στην Ποινική Έφεση 6643, Παντελή Ιωάννου ν Αστυνομίας, την οποία προανέφερα και στην οποία τονίστηκαν τα εξής׃ «Η πίστη των Αστυνομικών αρχών, ως προς την ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα πρέπει να είναι καλοπροαίρετη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Αστυνομικές αρχές έδωσαν, όπως κατατέθηκε, πίστη στην πληροφορία που πήραν. Η παρατήρηση που θέλουμε να κάνουμε είναι ότι δεν πρέπει να δίδεται αβασάνιστα πίστη σε πληροφορίες, μη θεμελιωμένες σε ενοχοποιητικά γεγονότα. Εν πάση περιπτώσει, η καλόπιστη υπόνοια και μόνο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κράτηση. Η υπόνοια πρέπει να είναι εύλογη. Προσλαμβάνει αυτό το χαρακτήρα, όπως επισημάναμε στη Stamataris v Police
(1983)2 CLR 107 σελ. 113, «εάν μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας εύλογα συνδέει τον ύποπτο με τη διάπραξη του εγκλήματος υπό διερεύνηση». Όπως εξηγήσαμε στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, δεν αξιολογείται στο στάδιο της πρωσοποκράτησης η αποδεικτική αξία των στοιχείων στη διάθεση της Αστυνομίας ή η δραστικότητά τους. Ό,τι εξετάζεται είναι το εύλογο, υπό το φως των στοιχείων, της υπόνοιας για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα. Δεν δημοσιοποιούνται οι καταθέσεις στα χέρια της Αστυνομίας, όπως υπέδειξε το Εφετείο στη Συμιλλίδης ν Αστυνομίας, Π.Ε.6336, ημερ. 13.06.1997, γεγονός που «είναι δυνατό να υπερφαλαγγίσει ή να εξουδετερώσει για ευνόητους λόγους το σκοπό της αστυνομικής ανάκρισης». Πρέπει, όμως, τα στοιχεία αυτά να υπάρχουν και σ' αυτά να θεμελιώνεται το αίτημα της Αστυνομίας. Στοιχεία τα οποία δεν μπορεί, αφ' εαυτών, να διεγείρουν υπόνοιες, μπορεί να προσλάβουν διαφορετική υφή, αθροιστικά θεωρούμενα. Αυτό μπορεί να επέλθει, εφόσον υπάρχει συνεκτικός κρίκος, ο οποίος τείνει να τα συνδέσει. Εφόσον τέτοια στοιχεία ανάγονται σε κοινό ενοχοποιητικό παρονομαστή, μπορεί να προσμετρήσουν ως επιβαρυντικά. Στην προκειμένη περίπτωση, απουσίαζε το κοινό στοιχείο, που θα μπορούσε να συνδέσει τα γεγονότα και σωρευτικά να τα καταστήσει πηγή υπονοιών. Η πληροφορία για ανάμειξη του εφεσείοντα στο έγκλημα, απογυμνωμένη από κάθε ίχνος μαρτυρίας, δεν μπορούσε να αποτελέσει το βάθρο για την κράτησή του.». Ο συνήγορος των υπόπτων αρ. 3, 4 και 5 επί της αίτησης με παρέπεμψε επίσης στις παραγράφους 68 και μετέπειτα της τελικής απόφασης, ημερομηνίας 6.2.2008, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Αίτηση αρ. 8207/06, Stepuleac v Moldova. Εκεί αναφέρεται ότι׃ «
  1. The Court reiterates that "the reasonableness" of the suspicion on which an arrest must be based forms an essential part of the safeguard against arbitrary arrest and detention which is laid down in Article 5.1(c) of the Convention. Having a "reasonable suspicion" presupposes the existence of facts or information which would satisfy an objective observer that the person concerned may have committed the offence. What may be regarded as "reasonable" will however depend upon all the circumstances. [...]
  2. The Court notes that the only ground cited by the prosecuting authority when arresting the applicant and when requesting the court to order the pre-trial detention was that the victim (G.N.) had directly identified him as the perpetrator of the crime. However, it also notes that the complaint lodged by G.N. did not directly indicate the applicant's name, nor did it imply that all the employees of the applicant's company were involved. [.]
  3. In the light of the above, in particular of the prosecutor's decision to include the applicant's name in the list of suspects without a statement by the victim or any other evidence pointing to him (see Elci and Others v Turkey, nos. 23145/93 and 25091/94, para.674, 13 November 2003), as well as the prosecutor's failure to make a genuine inquiry into the basic facts, in order to verify whether the complaint was well-founded, the Court concludes that the information in its possession does not "satisfy an objective observer that the person concerned may have committed the offence".» Τέλος, ο συνήγορος των υπόπτων αρ. 3, 4 και 5 επί της αίτησης με παρέπεμψε, επίσης, στο ακόλουθο απόσπασμα της Βουλής των Λόρδων από την απόφαση στην υπόθεση Liversidge v J. Anderson and Another [1942] A.C. 206׃ "Thus having established, as I hope, that the plain and natural meaning of the words "has reasonable cause" imports the existence of a fact or state of facts and not the mere belief by the person challenged that the fact or state of facts existed". Η υπάρχουσα στην παρούσα υπόθεση μαρτυρία Όπως προκύπτει από την ένορκη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου χθες (8.12.2011) από τον Υπαστυνόμο που παρουσίασε την υπόθεση εκ μέρους της Αστυνομίας, η υπάρχουσα μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση διακρίνεται - (α) (βλ. τρίτη παράγραφο, σελ. 2 αυτής της ένορκης μαρτυρίας) σε «γραπτή μαρτυρία παριστάμενου προσώπου» στην οποία κατονομάζονται τέσσερα συνολικά πρόσωπα, τα οποία αναγνωρίστηκαν από αυτό το πρόσωπο τόσο από τη φωνή όσο και από το σωματότυπό τους, τον οποίο περιγράφει, καθώς και από τον τρόπο βαδίσματός τους, αφού το πρόσωπο αυτό τους έχει δει αρκετές φορές και τους γνωρίζει καλά. Πρόκειται για τους ύποπτους υπ΄αριθμό 1, 2,3 επί της υπό εκδίκαση αίτησης, καθώς και ένα άλλο ύποπτο, για τον οποίο εκδόθηκε διάταγμα 8ήμερης προσωποκράτησής του στις 7.12.2011∙ και (β) (βλ. τέταρτη παράγραφο, σελ. 4, της εν λόγω ένορκης μαρτυρίας) σε «πληροφορία που λήφθηκε στην Αστυνομία στις 7.12.2011» από πρόσωπο το οποίο ήταν παρών στο χώρο του Πανεπιστημίου κατά το χρόνο που διαδραματίστηκε το συμβάν και το οποίο ανέφερε ότι, πέραν των υπόπτων 1, 2 και 3, μεταξύ των δραστών της επιδρομής, βρίσκονταν οι ύποπτοι 4, 5, 6 και 7, όπως και ενός ακόμα προσώπου, τους οποίους αναγνώρισε από τις κινήσεις και τις ομιλίες τους, αφού συχνάζουν στη καφετέρια του πανεπιστημίου και τους γνωρίζει. Στο εξής θα αναφέρομαι στην εν λόγω πληροφορία με τη χρήση της φράσης «η πρώτη πληροφορία». Πέραν των πιο πάνω, ενώπιον του Δικαστηρίου, δόθηκε χθες (8.12.2011), προφορική και ένορκη μαρτυρία από τον Υπαστυνόμο που παρουσίασε την υπόθεση ότι, μεσούσης της δικαστικής διαδικασίας για την αίτηση προσωποκράτησης - δηλαδή, κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, αυτός ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από την Ανακριτική ομάδα ότι υπάρχει «και δεύτερη πληροφορία», η οποία πληροφορία εμπλέκει τους υπόπτους 1 έως 6 στα υπό διερεύνηση αδικήματα. Αναμένεται να ληφθεί γραπτή κατάθεση από το πρόσωπο που έδωσε την πληροφορία αυτή. Προσθέτω ότι (βλ. τέταρτη παράγραφο, σελ. 3, της ένορκης μαρτυρίας εκ μέρους της Αστυνομίας), σε σχέση με τον 1ο ύποπτο, υπάρχει και η γραπτή κατάθεση του πατέρα του, που είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος ΚΕΑ729, στο οποίο οι δράστες θεάθηκαν να τοποθετούν τις κάλπες. Στη γραπτή κατάθεση, ο πατέρας του 1ου υπόπτου αναφέρει ότι κατά το χρόνο της επιδρομής των δραστών στο Πανεπιστήμιο, το συγκεκριμένο όχημα βρισκόταν στην κατοχή και οδηγείτο από το γιο του. Όπως διαφάνηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αντεξέτασης του Υπαστυνόμου που έδωσε ενόρκως τη μαρτυρία στο Δικαστήριο εκ μέρους της Αστυνομίας, το πρόσωπο που έδωσε τη γραπτή κατάθεση βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο μέσα στην αίθουσα του πανεπιστημίου όπου εισέβαλαν οι δράστες, ενώ το πρόσωπο που έδωσε την «πρώτη πληροφορία» ήταν πρόσωπο που βρισκόταν στο χώρο του Πανεπιστημίου, αλλά εκτός της αίθουσας. Ο μάρτυρας της Αστυνομίας δήλωσε στο πλαίσιο της αντεξέτασής του, ότι μέχρι στιγμής δεν έχει ληφθεί γραπτή κατάθεση από τον πληροφοριοδότη που έδωσε την «πρώτη πληροφορία» και η οποία αναφέρεται σε «αναγνώριση» από μέρους του των υπόπτων 4, 5, 6 και
  4. Ο λόγος για τον οποίο δεν λήφθηκε γραπτή κατάθεση από το συγκεκριμένο πληροφοριοδότη είναι επειδή «δεν είναι γνωστός». Σημειώνω ότι ο συνήγορος των υπόπτων αρ. 3, 4 και 5 υπέβαλε αίτημα προς το μάρτυρα της Αστυνομίας να αναγνώσει ενώπιον του Δικαστηρίου το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας η οποία αφορά στην αναγνώριση του 3ου υπόπτου από μέρους αυτού που καταθέτει. Το Δικαστήριο δεν επέτρεψε να γίνει κάτι τέτοιο, επεξηγώντας ότι δεν είναι αρμοδιότητα του Δικαστηρίου τούτου να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μαρτυρίας ή τη δραστικότητα του περιεχομένου της. Το Δικαστήριο εισηγήθηκε, αντ' αυτού, να επιθεωρήσει το ίδιο το κείμενο της γραπτής μαρτυρίας, για να επιβεβαιώσει αν πράγματι κατονομάζεται ο 3ος ύποπτος στην εν λόγω κατάθεση. Αυτό έγινε, με τη σύμφωνη άποψη της συνηγόρου της Αστυνομίας και του συνηγόρου του 3ου υπόπτου. Επιβεβαιώθηκε ότι ο 3ος ύποπτος κατονομάζεται και δίδεται η σχετική περιγραφή του. Κατόπιν αιτήματος του συνηγόρου του 6ου υπόπτου όπως του δοθεί το κείμενο της γραπτής μαρτυρίας επί της οποίας στηρίχθηκε η Αστυνομία για να εξασφαλίσει το δικαστικό ένταλμα σύλληψης του εν λόγω υπόπτου, αίτημα το οποίο στηρίχθηκε από το συνήγορο στη βάση του σκεπτικού ότι η υπό εκδίκαση αίτηση προσωποκράτησης δεν είναι δυνατόν να προωθείται στη βάση γεγονότων αποσυναρτημένων από εκείνα που αποτέλεσαν το υπόβαθρο για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης, το Δικαστήριο έκρινε ορθό να το επιθεωρήσει και πάλιν το ίδιο. Κατά την επιθεώρηση της εν λόγω γραπτής μαρτυρίας από το Δικαστήριο, διαφάνηκε ότι σε αυτήν γινόταν αναφορά στο πρόσωπο αυτού που κατέθεσε και ενέπλεξε τους ύποπτους αρ. 1, 2 και
  5. Για χάριν διαφύλαξης της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών της Αστυνομίας, το Δικαστήριο δεν επέτρεψε να αποκαλυφθεί το περιεχόμενο της εν λόγω γραπτής μαρτυρίας στο συνήγορο του 6ου υπόπτου. Ζητήθηκε τότε από τον Υπαστυνόμο να εξηγήσει αν η «πρώτη πληροφορία», η οποία εμπλέκει τους 4, 5, 6 και 7, έχει καταχωρηθεί σε κάποιο Αρχείο της Αστυνομίας. Παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο το λεγόμενο «Έντυπο Καταγραφής Πληροφοριών Ασυνομίας» Έντυπο Αστ. 320, το οποίο είναι εμπιστευτικό. Ζητήθηκε να γίνει επιθεώρηση του εν λόγω εντύπου από το Δικαστήριο με σκοπό να εξετασθεί από το ίδιο αν ικανοποιείται ως προς την ύπαρξη της πληροφορίας. Το Δικαστήριο επιθεώρησε το εν λόγω έντυπο και ήταν σε θέση να διαπιστώσει, όπως ανέφερε, ότι υπάρχει καταχωρημένη, σε έντυπο που φέρει ημερομηνία σύνταξης την 7.12.2011 και τόπο σύνταξης τη Λευκωσία, πληροφορία η οποία αφορά στο θέμα «Συμμετοχή στα επεισόδια Πανεπιστημίου Λευκωσίας» και αναφέρεται σε πληροφορία η οποία κατονομάζει, μεταξύ άλλων, τον 6ον ύποπτο ως πρόσωπο που «εμπλέκεται στα επεισόδια». Ζητήθηκε, ακολούθως, από το Δικαστήριο να επιθεωρήσει το εν λόγω έντυπο για να διαπιστώσει αν τα πρόσωπα που κατονομάζονται σε αυτό συσχετίζονται με τις συγκεκριμένες δράσεις που διερευνούνται από την Αστυνομία ή αν περιορίζεται η πληροφορία στην άοριστη και γενικόλογη αναφορά του τύπου «εμπλέκονται στα επεισόδια». Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι η αποκάλυψη αυτού του στοιχείου συνδέεται με το ζητούμενο του «εύλογου των υπονοιών που να συνδέουν τον ύποπτο με τα υπό διερεύνηση αδικήματα», χωρίς τέτοια αποκάλυψη να θίγει την εμπιστευτικότητα της πηγής της πληροφορίας, διάβασε από το εν λόγω έντυπο την αναφορά που περιέχεται σε αυτό και η οποία συγκεκριμενοποιεί τα επεισόδια στα οποία αφορά, δηλαδή αυτά που έγιναν στις 6/12/2011 στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, όπου διεξάγονταν φοιτητικές εκλογές με σκοπό την ανάδειξη αντιπροσώπων των φοιτητικών σχολών. Ερωτήθηκε ο μάρτυρας της Αστυνομίας από το συνήγορο του 6ου υπόπτου αν έχει εξετάσει το αξιόπιστο της πληροφορίας αυτής και απάντησε ότι, αφενός, πρόκειται για πληροφορία καταχωρημένη σε επίσημο αρχείο της Αστυνομίας και, αφετέρου, ότι δεν είναι αρμοδιότητα του ιδίου να ελέγχει την αξιοπιστία των πληροφοριών. Είναι αρμοδιότητα του χειριστή που καταχωρεί την πληροφορία. Επί τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ορθό να αποκαλύψει στο στάδιο της παρούσας απόφασής του ότι στο εν λόγω έντυπο παρατίθεται το ακόλουθο σχόλιο του χειριστή αναφορικά με την πηγή της πληροφορίας׃ «Η πηγή είναι αξιόπιστη και συνεργάτης της Αστυνομίας». Υπάρχει, επίσης, καταγραμμένη η ένδειξη «Β» σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση της πηγής, η οποία ένδειξη αντιστοιχεί στην περιγραφή «Κατά το πλείστον αξιόπιστη. Η πληροφορία είναι προσωπικά γνωστή στην πηγή, αλλά δεν είναι προσωπικά γνωστή στον χειριστή». Σε ό,τι αφορά τη «δεύτερη πληροφορία», το Δικαστήριο κρίνει ορθό να επισημάνει ότι δεν έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος σε ό,τι αφορά τη γνησιότητα της ύπαρξης της, της πηγής της κ.λπ., αφού όπως προαναφέρθηκε, ο Υπαστυνόμος ενημερώθηκε γι' αυτήν μεσούσης της διαδικασίας, χωρίς να υπάρχει στη διάθεσή του οποιοδήποτε έντυπο καταχώρησής της, όμοιο με το προαναφερθέν. Τα υπάρχοντα ενοχοποιητικά στοιχεία Ο 1ος ύποπτος έχει αναγνωριστεί από το πρόσωπο που έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία και από το πρόσωπο που έδωσε τη «δεύτερη πληροφορία». Συνδέεται με τα υπό διερεύνηση αδικήματα μέσω της κατοχής κατά τον ουσιώδη χρόνο - την οποία μαρτυρεί γραπτώς ο πατέρας του -του οχήματος το οποίο θεάθηκε στην περιοχή του «ΜALL» στην Έγκωμη προς το οποίο κατευθύνθηκαν οι δράστες και στο οποίο όχημα οι δράστες θεάθηκαν να τοποθετούν τις κλαπείσες κάλπες και να επιβιβάζονται, κάποιοι από αυτούς, στο όχημα αυτό. Έρευνα έγινε στην οικία της οικογένειάς του κατόπιν δικαστικού εντάλματος και σε άλλη οικία όπου αυτός διαμένει βάσει συγκατάθεσης και στην παρουσία συγγενών του, αλλά δεν εντοπίστηκε εκεί κάτι άλλο ενοχοποιητικό. Ο 2ος ύποπτος έχει αναγνωριστεί από το πρόσωπο που έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία και από το πρόσωπο που έδωσε τη «δεύτερη πληροφορία». Ο ίδιος επέτρεψε οικειοθελώς να διεξαχθεί έρευνα στο διαμέρισμά του, τη διεύθυνση του οποίου δε γνώριζε εξ΄αρχής η Αστυνομία, και στο οποίο δεν βρέθηκε τελικά οποιοδήποτε ενοχοποιητικό στοιχείο. Ο 3ος ύποπτος έχει αναγνωριστεί από το πρόσωπο που έδωσε γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία και από το πρόσωπο που έδωσε τη «δεύτερη πληροφορία». Πέραν της πληροφορίας περί αναγνώρισής του, δεν έχει εντοπισθεί οποιοδήποτε ενοχοποιητικό στοιχείο μέχρι στιγμής. Για την αναγνώριση των υπόπτων 4, 5 και 6 υπάρχει η «πρώτη» και η «δεύτερη» πληροφορία». Πέραν της πληροφορίας περί αναγνώρισής του, ουδέν ενοχοποιητικό στοιχείο. Για τον 7ο ύποπτο, δεν υπάρχει οτιδήποτε, πέραν της «πρώτης πληροφορίας», το οποίο να τον συνδέει με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Σημειωτέον, ότι ο Υπαστυνόμος αποκάλυψε στο Δικαστήριο ότι ο συγκεκριμένος ύποπτος προέβαλε στο στάδιο προφορικής ανάκρισής του μετά τη σύλληψή του, ισχυρισμό για άλλοθι, ο οποίος υποστηρίζεται από κατάθεση που λήφθηκε από το οικογενειακό του περιβάλλον, και ο οποίος ισχυρισμός διερευνάται. Με έχει προβληματίσει έντονα το γεγονός ότι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη πληροφορία ήταν, μέχρι και τη στιγμή που επεφύλαξα την παρούσα απόφαση, απογυμνωμένες οποιασδήποτε μαρτυρίας. Πρόκειται για απλές πληροφορίες. Μη θεμελιωμένες σε ενοχοποιητικά στοιχεία. Κρίνω ότι, υπό το φως των όσων λέχθηκαν στην προμνησθείσα απόφαση στην Ποινική Έφεση 6643, Παντελής Ιωάννου ν Αστυνομίας, οι πληροφορίες αυτές δεν μπορούν να στηρίξουν «εύλογη υπόνοια σύνδεσης των υπόπτων» κατά τα απαιτούμενα βάσει του άρθρου 24 του Κεφ.
  6. Το ότι στις εν λόγω πληροφορίες κατονομάζονται ως «αναγνωρισθέντα» συγκεκριμένα πρόσωπα, δεν μπορεί αφ' εαυτού να στηρίξει το εύλογο της υπόνοιας σύνδεσης των συγκεκριμένων προσώπων με τα υπό διερεύνηση αδικήματα. Για τον πιο πάνω λόγο, κρίνω ότι δεν μπορώ να διατάξω την κράτηση των υπόπτων αρ. 4, 5, 6 και 7, εφόσον επιζητείται στη βάση εκείνων και μόνο των πληροφοριών. Εν σχέση προς τους ύποπτους αρ. 1, 2 και 3, κρίνω ότι υπάρχει η γραπτή μαρτυρία που τους συνδέει και είναι δικαιολογημένο να προχωρήσω να εξετάσω το εύλογο του χρόνου για τον οποίο ζητείται η κράτησή τους. Δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο ή κατάλληλο στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας να αξιολογήσω την ποιότητα της αναγνώρισής τους, η οποία στο κατάλληλο στάδιο θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να γίνει με βάση την Αστυνομική Διάταξη αρ. 8 και σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που έθεσε η υπόθεση R. v. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549, οι οποίες υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό αποφάσεων του, μεταξύ των οποίων είναι οι αποφάσεις στις υποθέσεις Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ 172, Πουτζιουρής κ.α. v. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 309, Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 259, Χ'' Γεωργίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104, Σοφοκλέους v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ 259 , Θεοδωρίδης v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 και Χ'' Μάρκου v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 482. Έχει αναφερθεί από τον Υπαστυνόμο ότι υπάρχει λίστα 39 ατόμων από τους οποίους αναμένεται να ληφθούν καταθέσεις. Ότι συνολικά αναμένεται να ληφθούν 60 καταθέσεις. Ότι χρειάζεται να γίνουν έρευνες για εντοπισμό των κλοπιμαίων, και ότι θα αναζητηθεί επιστημονική μαρτυρία. Αποδέχομαι, ως εκ τούτου, την εισήγηση της Αστυνομίας ότι υπολείπεται σημαντικό ανακριτικό έργο, καθώς και την εισήγηση ότι υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεασθούν μάρτυρες, να καταστραφούν τεκμήρια ή και να διαφύγουν στο εξωτερικό οι ύποπτοι, αν αφεθούν ελεύθεροι προτού συμπληρωθεί το εν λόγω ανακριτικό έργο. Για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, με βάση την ενώπιόν μου μαρτυρία, και έχοντας λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι ύποπτοι παρέμειναν ήδη για μια μέρα (8.12.2011) υπό κράτηση, διατάσσω την παραπομπή σε αστυνομική κράτηση μόνο των υπόπτων αρ. 1, 2 και 3 για περίοδο έξι
(6)ημερών, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του Κεφ. 155. Αν οι ανακρίσεις περατωθούν προηγουμένως, ο/οι ύποπτος/οι να αφεθεί/ούν ελεύθερος/οι. (Υπ.) ................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Προσ. Ε. Δ. 9.12.2011 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.