← Κύπρος

Ιnci Hakki ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.α., Αγωγή αρ.: 7413/10., 12.12.2011.

Ιnci Hakki ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου κ.α., Αγωγή αρ.: 7413/10., 12.12.

  1. ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A469 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 7413/
  2. METAΞΥ : Ιnci Hakki, υπό την ιδιότητα διαχειριστή της βακουφικής περιουσίας του Barutcuzade Ahmet Vasif Efendi, Λευκωσία, Ενάγουσας, - και -
  3. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου,
  4. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
  5. Υπουργού Εσωτερικών υπό την ιδιότητα κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών, Εναγομένων. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12.12.
  6. Αίτηση ημερ. 24.6.2011 για Τροποποίηση της Ειδοποίησης Ένστασης ημερ. 4.5.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα : κ. Μurat M. Hakki. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1 : κ. Χρ. Φρακάλας. Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγόμενους 2 & 3: κα Φλουρέντζου. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή η Eνάγουσα υπό την ιδιότητα της ως διαχειριστή βακουφικής περιουσίας αξιοί εναντίον των Εναγομένων 1 ενοίκια και/ή αποζημιώσεις διά την περίοδο 1.11.75-31.12.78 σε σχέση με το ακίνητο που ευρίσκεται στη διασταύρωση των οδών Αιγύπτου και Ομήρου. Εναντίον του Εναγομένου 2 αξιοί το ποσό των €965.694,75 ως αποζημιώσεις διά παράνομη επέμβαση στο άνω ακίνητο από 1.1.79 και διαζευκτικά το ίδιο ποσό υπό μορφή αποζημιώσεων διά άδεια χρήσεως που παραχωρήθηκε από τον άνω Εναγόμενο 2 στον Εναγόμενο 3 διά την περίοδο 1.1.79-31.8.
  7. Περαιτέρω, αιτείται διατάγματος παράδοσης ελεύθερης κατοχής του άνω ακινήτου με την ταυτόχρονη πληρωμή αποζημίωσης από 1.9.10 μέχρι παράδοσης και/ή το ποσό των €8.500 μηνιαίως. Μετά την καταχώριση της άνω αγωγής με κλητήριο ένταλμα 0.2 r.1 ακολούθησε η αίτηση των Εναγομένων 1, ημερ. 15.3.11, με την οποία επιζητούν την απόρριψη της αγωγής λόγω του ότι η Ενάγουσα, σύμφωνα με τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 1991, Ν.139/91, δεν νομιμοποιείται στην έγερση της αγωγής. Η Ενάγουσα καταχώρησε στις 4.5.11 ένσταση. Εις αυτήν δεν αναφέρονται λόγοι ένστασης. Το Δικαστήριο κατά την ημέρα ακρόασης της πιο πάνω αίτησης παρατήρησε το γεγονός αυτό στον συνήγορο της Εναγούσης, ότι δηλαδή «δεν εξειδικεύονται σ΄ αυτήν οι συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης» σύμφωνα με την Δ.48 θ.
  8. Ως αποτέλεσμα αυτού καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα η υπό εξέταση αίτηση, με την οποία αιτείται την τροποποίηση της ένστασης ημερ. 4.5.11 διά: (α) Απάλειψη της νομικής βάσης που αναφέρεται σ΄ αυτήν και πρόσθεση νέας την οποία αναφέρει. (β) Πρόσθεση νέου τίτλου και λόγων ένστασης τους οποίους αναφέρει και είναι συνολικοί δέκα. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκος δήλωση της κας Inci Hakki, Ενάγουσας. Εις αυτήν αναφέρεται ότι ο δικηγόρος του, πλην της Τουρκικής γλώσσας, που είναι η μητρική του, γνωρίζει την Αγγλική και μερικώς τις Γαλλική και Αραβική. Η γνώση του σε σχέση με την Ελληνική γλώσσα δεν είναι επαρκής για να χειρίζεται τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς βοήθεια Ελληνόφωνου συναδέλφου του δεν κατανοεί τα έντυπα (forms) και άλλα έγγραφα που χρησιμοποιούνται στο Δικαστήριο. Συνεπεία της έκρυθμου καταστάσεως εις Κύπρο από το 1964 οι Νόμοι, Κανονισμοί και Τροποποιήσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν δημοσιεύονται και στην Τουρκική γλώσσα, που είναι μία από τις δύο επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας. Ως αποτέλεσμα, ο συνήγορος της είναι σε μειονεκτική θέση σε σχέση με άλλους Ελληνόφωνους δικηγόρους. Όταν ετοίμαζε την ένσταση ημερ. 4.5.11 δεν τέθηκε σε εγρήγορση από τον Ελληνόφωνο συνάδελφό του που τον συμβούλευε διά την υπόθεση, στα σχετικά άρθρα των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα οποία τροποποιήθηκαν το 1999 και δημοσιεύθηκαν μόνο στην Ελληνική γλώσσα με περαιτέρω αποτέλεσμα ο δικηγόρος της να μην είχε πρόσβαση σ΄ αυτούς. Το αίτημα διά τροποποίηση αφορά, ως αναφέρει, την προσθήκη των λόγων ένστασης και γίνεται ώστε αυτή να συνάδει με την form 47 και Δ.48 θ.4, όπως υπεδείχθη από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αλλά και για διόρθωση ενός τεχνικού λάθους ώστε να καταστεί δυνατή η δίκαιη εκδίκαση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Οι περισσότεροι προτεινόμενοι λόγοι ένστασης μπορούν να ανευρεθούν εις την ένορκο δήλωση, ημερ. 4.5.11, που συνοδεύει την ένσταση. Οι υπόλοιποι δεν αφορούν γεγονότα, αλλά νομικά και διαδικαστικά θέματα διά τα οποία το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση. Γίνεται προσπάθεια παρουσίασης τους ρητά ώστε να μην υπάρχει στοιχείο έκπληξης διά τους αντίδικους δικηγόρους. Όσον αφορά την προτεινόμενη τροποποίηση της νομικής βάσης της αίτησης, εις αυτήν επαναλαμβάνονται, κατά την ομνύουσα, όλοι σχεδόν οι νομικοί λόγοι της ένστασης, ημερ. 4.5.11, και η αναφορά στο άρθρο 169

(3)του Συντάγματος και οι πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Αποφάσεων του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων απλά συμπληρώνουν τον λόγο επί του Ν.39/62, ο οποίος ενσωματώνει την άνω Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο. Όλα αυτά, όπως και η αναφορά στο άρθρο 29 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, αφορούν τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Η αναφορά στη Δ.63 θ.1 αναφέρεται σε λάθος που φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου για τον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να έχει δικαστική γνώση. Συνεχίζοντας αναφέρει ότι η προτεινόμενη τροποποίηση γίνεται στο αρχικό στάδιο και δεν επηρεάζει ουσιωδώς την άλλη πλευρά και είναι αναγκαία για την ικανοποιητική παρουσίαση της ένστασης, της δίκαιης και ορθής εκδίκασης της διαφοράς σε μία σπουδαία πιλοτική υπόθεση που αφορά Τουρκοκυπριακή περιουσία και που θα έχει αξία δικαστικού προηγούμενου (precedential value). Eάν δεν εγκριθεί η αίτηση θα στερηθεί η Αιτήτρια της δυνατότητας να τύχει δικαιοσύνης και η αγωγή θα τερματισθεί χωρίς να έχει ευκαιρία να ακουστεί επί των επίδικων θεμάτων. Τέλος αναφέρεται ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα. Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγομένων 1-
  1. Η Εναγόμενη 1 εις τη δική της ένσταση προβάλλει τους ακόλουθους εννέα λόγους ένστασης: «
  2. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  3. Με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα νομική βάση στην αρχική ένσταση που είχε καταχωρηθεί από τον Ενάγοντα στις 4.5.2011, κάτι το οποίο οι Θεσμοί και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου απαγορεύουν ρητά.
  4. Η σκοπούμενη τροποποίηση εισάγει ισχυρισμούς και/ή περιέχει γεγονότα τα οποία διαφοροποιούν και/ή έρχονται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην αρχική Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ημερομηνίας 4.5.
  5. Η Ένορκη Δήλωση του κου Inci Hakki που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή αόριστη και/ή ακαθόριστη αφού δεν περιέχει και/ή συμπεριλαμβάνει και/ή επεξηγεί ισχυρισμούς για τους οποίους επιδιώκεται η εισαγωγή και δεν παρέχει κανένα υπόβαθρο για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αιτούμενης τροποποίησης.
  6. Ο Αιτητής δεν προβάλλει καμιά και/ή επαρκή δικαιολογία για την παράλειψη συμπερίληψης των προτεινόμενων προς προσθήκη ισχυρισμών και/ή για τη καθυστέρηση της υποβολής της αίτησης τροποποίησης.
  7. Η Ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την εν λόγω αίτηση είναι παράτυπη και/ή άκυρη και/ή καταχράται της διαδικασίας εισάγοντας νέους ισχυρισμούς οι οποίοι εν πάση περιπτώσει ήταν ήδη γνωστοί προγενέστερα της καταχώρησης της ένστασης.
  8. Η διαδικασία εισαγωγής νέων και/ή διαφορετικών ισχυρισμών στην Ένορκη Δήλωση γίνεται μόνο με την καταχώρηση Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης αφότου ληφθεί η απαιτούμενη άδεια του Δικαστηρίου.
  9. Διαζευκτικά, η νομική βάση αίτησης για τροποποίηση είναι λανθασμένη αφού δεν περιλαμβάνεται η δικονομική διάταξη που αφορά την εξασφάλιση άδειας για συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση.
  10. Η αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας αφού αποσκοπεί να πετύχει πέραν της συμπερίληψης των λόγων της αρχικής ένστασης και άλλους λόγους οι οποίοι απουσίαζαν από την αρχική ένσταση.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της κας Ντορίνας Παπαδοπούλου, Γραμματέας και Διευθύντριας Νομικών Υπηρεσιών της Εναγομένης
  11. Εις αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται μερικώς το ιστορικό της υπόθεσης και εν συνεχεία προβάλλεται ότι δόθηκε από το Δικαστήριο άδεια αποκλειστικά διά θεραπεία της παρατυπίας που αφορούσε τη μη αναφορά των λόγων ένστασης. Η Ενάγουσα με την αίτηση της αιτείται τροποποίηση της ένστασης επιδιώκοντας την εισαγωγή νέας νομικής βάσης που δεν είναι θεραπεύσιμη σύμφωνα με τους Δικονομικούς Θεσμούς και νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η αίτηση, ως αποτέλεσμα, είναι άκυρη και παράτυπη. Η μη αναφορά του νομικού υπόβαθρου επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση, καθιστά αυτή άκυρη και δεν μπορεί να υπάρξει διορθωτική επέμβαση εκ του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι με την σκοπούμενη τροποποίηση εισάγονται νέοι λόγοι ένστασης που δεν προκύπτουν από την επισυνημμένη εις αυτήν ένορκη δήλωση και χωρίς να δικαιολογείται γιατί να παραχωρηθεί τέτοια άδεια. Η Αιτήτρια επιδιώκει την προσθήκη ισχυρισμών και λόγων ένστασης οι οποίοι του ήσαν γνωστοί πολύ καιρό πριν και τους οποίους θα μπορούσε να συμπεριλάβει στην ένορκη δήλωσή της που συνοδεύει την αίτηση. Η εισαγωγή και επεξήγηση νέων ισχυρισμών μπορεί να γίνει με την καταχώριση συμπληρωματικής και/ή νέας ένορκης δήλωσης. Η καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως αποτελεί ξεχωριστή διαδικασία μη καλυπτόμενη από το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Επίσης προβάλλεται ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση μπορεί να προκληθεί αδικία στον Εναγόμενο 1, ο οποίος θα τοποθετηθεί σε χειρότερη θέση από ό,τι θα ήταν εάν αυτή εισαγόταν εξ αρχής στην ένσταση. Ενδεχόμενη αποδοχή της αίτησης θα ανάγκαζε τον Εναγόμενο 1 να ετοιμαστεί εκ νέου διά ακρόαση της αίτησης του ημερ. 15.3.11, όπως και της αίτησης για τροποποίηση για λόγους που ήταν γνωστοί και μπορούσαν να συμπεριληφθούν στην ένσταση ημερ. 4.5.
  12. Ως αποτέλεσμα, προκαλείται καθυστέρηση στη διαδικασία, που ενδεχόμενα να προκαλέσει βλάβη εις τον Εναγόμενο 1 η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Οι Εναγόμενοι 2-3 στη δική τους ένσταση προβάλλουν 5 λόγους, και συγκεκριμένα, ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, επιχειρείται με αυτήν η εισαγωγή νέων ισχυρισμών οι οποίοι είναι νομικά απαράδεκτοι και διαφοροποιούν τα γεγονότα ερχόμενοι σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην αρχική ένορκη δήλωση ημερ. 4.5.
  13. Περαιτέρω, με αυτή διαφοροποιούνται όχι μόνο οι λόγοι ένστασης, αλλά και η νομική βάση της ένστασης, ώστε να χρησιμοποιείται η δικονομική οδός της τροποποίησης των λόγων ένστασης για διόρθωση λαθών που στην πραγματικότητα εισάγουν νέα διευρυμένη ένσταση. Τέλος, προβάλλεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική καθότι με αυτή γίνεται προσπάθεια συμπερίληψης νέων λόγων που απουσιάζουν από την αρχική ένσταση. Την ένσταση των Εναγομένων 2 και 3 συνοδεύει ένορκος δήλωση της κας Ελένης Νεοφύτου, Γραμματειακού Λειτουργού, η οποία αφού αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας, εν συνεχεία προβάλλεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση δεν στοχεύεται η θεραπεία της παρατηρηθείσας παρατυπίας στην ένσταση της Καθ΄ ης-Εναγούσης, ημερ. 4.5.11, αλλά επιδιώκεται διαφοροποίηση του δικογράφου της με την προσθήκη νέας νομικής βάσης και νέων λόγων ένστασης. Αναφορικά με τη νομική βάση, παρατηρείται ότι δεν γίνεται αναφορά σε άρθρα και διατάξεις, με αποτέλεσμα η αίτηση να καθίσταται παράτυπη και εκτός δικονομικού πλαισίου. Η αναφορά επίσης σε Διεθνείς Συνθήκες για αίτημα τροποποίησης δεν έχει νομικό έρεισμα. Επίσης, η προσπάθεια εισαγωγής νέων λόγων ένστασης, εάν γίνει αποδεκτή, τότε η πλευρά των Εναγομένων θα είναι εκτεθειμένη με πρόκληση βλάβης εις αυτούς μη δυνάμενη να αποκατασταθεί με έξοδα. Εις την αγόρευση του ο συνήγορος της Αιτήτριας δέχθηκε ότι δύο από τους δέκα λόγους ενστάσεως προβάλλονται τώρα διά πρώτη φορά. Αυτοί είναι οι δύο πρώτοι στην αίτηση με αρίθμηση (i) (ii). Παρόλα ταύτα, η συμπερίληψη τους δεν είναι αντίθετη με όσα αναφέρονται εις την ένσταση. Όσον αφορά την εισήγηση της άλλης πλευράς για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ήτο η θέση του ότι αυτό δεν συνάδει με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, καθότι αυτή η καταχώριση προβλέπεται διά περιπτώσεις που τα γεγονότα δεν φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Επίσης, με αναφορά σε ηλεκτρονική επικοινωνία με τον αντίδικο δικηγόρο προώθησε θέση του διά καθυστέρηση καταχώρισης της αίτησης των Εναγομένων 1, στον λανθασμένο τίτλο της αίτησης και στην ευκαιρία που δίδεται στην άλλη πλευρά να γνωρίζει την υπόθεση της Εναγούσης, η οποία με την προτεινόμενη τροποποίηση παραθέτει την πλήρη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση. Επίσης ήταν η θέση του ότι η άλλη πλευρά δεν υφίσταται καμία ζημιά η οποία δεν δύναται να αποζημιωθεί με την επιδίκαση εξόδων και ότι η Αιτήτρια ενεργεί καλόπιστα. Αναφέρθηκε επίσης στο αντικείμενο και την σπουδαιότητα της υπόθεσης. Αντίθετα, ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση-Εναγομένων 1, αφού αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης, πρόβαλε ότι λανθασμένα η Αιτήτρια καταχώρησε αίτηση διά τροποποίηση της ένστασης αντί αίτηση διά άρση της παρατηρηθείσης υπό του Δικαστηρίου παρατυπίας και διά την οποία δόθηκε άδεια. Περαιτέρω, με την αίτηση της σκοπείται η πρόσθεση και νέων λόγων ένστασης, όπως και νέα νομική βάση. Η αίτηση της είναι μία προσπάθεια θεραπείας ουσιωδών και/ή θεμελιωδών παρατυπιών, κατά παράβαση της Δ.64 και νομολογίας. Αναφέρθηκε δε στους δύο συγκεκριμένους νέους λόγους ένστασης που σκοπεί η αίτηση της άλλης πλευράς. Όλα τα πιο πάνω, κατά τον συνήγορο, ήταν γνωστά στον Αιτητή πριν την 4.5.11, όταν κατεχώρησε την ένσταση και δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία για την παρατηρούμενη καθυστέρηση εις την υποβολή της αίτησης, αλλά και μη συμπερίληψη τους εις την ένσταση. Περαιτέρω, ήταν εισήγησή του ότι η εισαγωγή των νέων αυτών ισχυρισμών θα μπορούσε να γίνει με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να γίνει στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, λόγω του ότι η νομική βάση της αίτησης δεν επιτρέπει αυτό. Τέλος, προβάλλεται αντιφατικότητα κάποιων από τους νέους ισχυρισμούς με αυτούς «που προκύπτουν από την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την ένσταση ημερ. 24.6.11». Η δικηγόρος των Εναγομένων 2 και 3 δεν παρουσιάσθηκε κατά την ακρόαση της αίτησης και συνεπώς γραπτή αγόρευση που καταχωρήθηκε νωρίτερα, στις 14.10.11, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, καθότι ουδέποτε επετράπη κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.2 και Δ.64 θ.
  14. Οι Δ.25 και Δ.64 πιστεύω ότι παρέχουν δικονομική πρόσβαση εις τις αιτούμενες υπό του Αιτητή θεαπείες. Εις την απόφαση Bank for Foreign Tr. Of Russian Fed. V. ICC Chem. (UK) Ltd
(1999)1(Γ) 1728, 1732 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους Θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους Θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους Θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο.» Εις την παρούσα υπόθεση η υπό εξέταση ένσταση παρουσιάζει την ακόλουθη εικόνα. Εις τον κορμό της ένστασης (α) δεν αναφέρεται κανένας λόγος ένστασης, και (β) αναφέρεται η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται αυτή. Η μη αναφορά των λόγων ένστασης επί του κορμού της ενστάσεως αποτελεί παρατυπία. Η Δ.48 θ.4
(1)προβλέπει τα ακόλουθα: «4.
(1)Α πρόσωπο προς το οποίο επιδίδεται αίτηση προτίθεται να ενστεί, τουλάχιστο δύο ημέρες πριν από την ημερομηνία κατά την οποία ορίζεται η αίτηση για πρώτη εμφάνιση, θα καταχωρεί ειδοποίηση αυτής της πρόθεσης του σύμφωνα με τον Τύπο 47 και θα αφήνει αντίγραφο της για τον αιτητή στη διεύθυνση επίδοσης του. Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ενόρκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση.» Εις το Τύπο 47 που παραπέμπει ο άνω Θεσμός σαφώς ορίζει την παράθεση «των συγκεκριμένων λόγων της ένστασης». Σύμφωνα με τη Δ.64, θ.1, η μη συμμόρφωση με τον «τύπο» οιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή θεωρείται παρατυπία. Εις την απόφαση Dasaki Ent. Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης (Αρ. 2)
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ 356, 361, αναφέρεται: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 323 (απόφαση 11 από 13 Δικαστές), Λοίζου ν. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Καλιά κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1996)3 Α.Α.Δ. 149, Wunderlich κ.ά. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 και Μιχαήλ ν. Ττουνιά
(2004)1 Α.Α.Δ. 113). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Καλιά κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά., σελ. 151-152 διαβάζουμε τα εξής: «Με την κατάργηση της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάστασή της με τη Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.2.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. (Βλ. μεταξύ άλλων, Λοίζου ν. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Lion Insurance Agency Ltd
(1995)3 A.A.Δ. 338, Γιαννή ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 Α.Α.Δ. 334 και Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας (Αρ. 1)
(1995)3 Α.Α.Δ. 255).» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους Θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ΄ ανάγκη σε ακυρότητα.» Στην ίδια πιο πάνω απόφαση η παράβαση της Δ.2 θ.10, που αφορούσε μη καθορισμό της αξίας του ακινήτου στην Έκθεση Απαίτησης αντιμετωπίσθηκε ως παρατυπία θεραπεύσιμη με αίτηση διά τροποποίηση. Αυτό έπραξε και η Αιτήτρια εις την παρούσα υπόθεση. Κατεχώρησε την παρούσα αίτηση, με την οποία αιτείται την τροποποίηση της ένστασης κατά τον τρόπο που έχει αναφερθεί. Εις την απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδου κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, 1007, αναφέρεται: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R., Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ.
  1. Το πρωτόδικο Δικαστήριο τελικά συνόψισε τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία ως ακολούθως: «
  2. Η τροποποίηση δικογράφου εμπίπτει στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προκύπτει ως θεμελιακή αρχή ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και η αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών.
  3. Το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπ΄όψιν και τον παράγοντα καθυστέρηση. Ο παράγοντας όμως αυτός δεν είναι καθοριστικός αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που η νομολογία καθιέρωσε.
  4. Το Δικαστήριο δεν θα δώσει την άδεια για τροποποίηση μόνο με την διαπίστωση για το επανορθώσιμο της ζημιάς που επιφέρει στον αντίδικο αλλά θα πρέπει να συνεκτιμήσει όλους τους παράγοντες της υπόθεσης όπως καθιερώθηκαν από την Νομολογία.
  5. Δεν δίδεται άδεια για τροποποίηση στις περιπτώσεις που αυτή επιφέρει βλάβη στον αντίδικο που δεν αποζημιώνεται με χρήμα και όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Δεν εκδίδεται επίσης διάταγμα όπου με αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Εις την Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Shacola
(2002)1 (A) A.A.Δ. 223, 228, αναφέρεται: «Είναι η θέση της νομολογίας πως, όπου υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Στην SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε πως η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η πιο πάνω αρχή όμως περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Όσον αφορά το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, σχετική είναι και η απόφαση στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. Α.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726.» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν κρίνω ότι υπάρχει καθυστέρηση. Το λάθος στον τύπο της ένστασης που χρησιμοποίησε η Ενάγουσα εντοπίστηκε την 22.6.2011 και αυτή καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση την 24.6.2011. Συνεπώς, καθόλου καθυστέρηση δεν παρατηρείται στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η καταχώρηση της αίτησης διά εκτενέστερη τροποποίηση της ένστασης υπό της Αιτήτριας αντί αίτησης διά διόρθωση της παρατυπίας, ως ήταν οι οδηγίες του Δικαστηρίου, ημερ. 22.6.2011, δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα. Οι οδηγίες του Δικαστηρίου δεν εμποδίζουν την καταχώρηση αίτησης υπό τη μορφή που επέλεξε η Αιτήτρια και η οποία, μεταξύ άλλων, σκοπεί και την άρση της παρατηρηθείσας παρατυπίας διά την οποία δόθησαν οι οδηγίες. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης διά κάλυψη των κενών που παρατηρούνται και διόρθωση της παρατυπίας, ως ήταν η εισήγηση της άλλης πλευράς, δεν προσφέρεται και θα ήταν δικονομικά λανθασμένη ενέργεια η επιδίωξη κάτι τέτοιου. Η καταχώρηση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως γίνεται κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο διά προσφορά μαρτυρίας και όχι διά διόρθωση παρατυπίας ή διά τροποποίηση δικογράφου (βλ. Δ.48 θ.4
(2). Περαιτέρω, εξετάζοντας την σκοπούμενη τροποποίηση, είμαι της γνώμης ότι αυτή είναι καλόπιστη, με μοναδικό σκοπό τη σφαιρική παρουσίαση των θέσεων της Αιτήτριας. Η ακρόαση της αίτησης ημερ. 15.3.11 δεν έχει αρχίσει και δεν έχει υποδειχθεί από την άλλη πλευρά οιαδήποτε συγκεκριμένη βλάβη ή ζημία που υπέστη ή που θα υποστεί από την προτεινόμενη τροποποίηση και η οποία δεν δύναται να αποκατασταθεί με την επιδίκαση των εξόδων της. Είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη 1, βλ. Ένορκη Δήλωση Νεοφύτου, ότι στην καταχωρηθείσα ένσταση οι λόγοι ένστασης αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Το αίτημα διά πρόσθεση ακόμη δύο ή και περισσοτέρων λόγων ένστασης δεν δείχνει κακοπιστία, όπως ασφαλώς το ίδιο συμβαίνει και με την επέκταση της νομικής βάσης της αίτησης. Επίσης η δικαιολόγηση που προσφέρεται διά την παρατυπία της ένστασης (βλ. παρ. 2-4 Eνόρκου Δηλώσεως Hakki), άνκαι δεν μπορεί να κριθεί βάσιμος ενώπιον Δικαστηρίου, εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για απόρριψη του αιτήματος. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, αλλά και διότι η προτεινόμενη τροποποίηση κρίνεται αναγκαία διά προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και διά αποτροπή της πολλαπλότητας της νομικής διαδικασίας, καταλήγω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος διά τροποποίηση. Ως αποτέλεσμα, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της ένστασης ημερ. 4.5.11, ως η αίτηση, παρ. (α), (β) και (γ). Τροποποιημένη ένσταση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και αυτά που χάνονται συνεπεία της τροποποίησης, να είναι εις βάρος της Εναγούσης-Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή και πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.