Φώφης Γ. Καλησπέρα κ.α. ν. Ζήνωνα Ηλιάδη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3449/08, 29 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A491 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3449/08 Μεταξύ:
- Φώφης Γ. Καλησπέρα
- Ιωάννας Κ. Λοϊζου Εναγουσών και
- Ζήνωνα Ηλιάδη
- Σωκράτη Ηλιάδη
- Αγνής Ηλιάδη
- Χρίστου Μαυρέλλη
- Κυριάκου Χριστοφή
- Ακίνητα Σ. Ζ. Ηλιάδης Λτδ Εναγομένων ----------------------- Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος ημερ. 1.3.2011: Μεταξύ:
- Φώφης Γ. Καλησπέρα
- Ιωάννας Κ. Λοϊζου Εναγουσών και
- Ζήνωνα Ηλιάδη
- Νίκου Παπακυριακού (ως διαχειριστή της περιουσίας του Σωκράτη Ηλιάδη, αποβιώσαντος)
- Αγνής Ηλιάδη
- Χρίστου Μαυρέλλη
- Κυριάκου Χριστοφή
- Ακίνητα Σ. Ζ. Ηλιάδης Λτδ Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 14 Απριλίου 2009 για Περιφρόνηση του Δικαστηρίου και Έκδοση Ενδιάμεσων Διαταγμάτων 29 Δεκεμβρίου,
- Για τις Αιτήτριες-ενάγουσες: κ. Π. Ιωαννίδης με κ. Χρ. Φρακάλα Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους 1, 3, 5, 6: κ. Α. Χαβιαράς Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενο 2: κα Αλ. Παντελίδου για Γεωργιάδη & Πελίδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή συνιστά, στην ουσία της, μέρος σειράς δικαστικών διαδικασιών και προστριβών μεταξύ των μελών της οικογένειας του αποβιώσαντος, στο μεσοδιάστημα, Σωκράτη Ηλιάδη. Διαφορές που περιστρέφονται, κατά κύριο λόγο, γύρω από δύο, όμορα, οικόπεδα που βρίσκονται στο κέντρο της Λευκωσίας και επί αυτών έχει ανεγερθεί κτιριακό συγκρότημα σημαντικής αξίας, η διαχείριση του οποίου και τα οφέλη που αποφέρει διαιωνίζουν τις μεταξύ των μερών διαμάχες. Οι ενάγουσες είναι κόρες του αποβιώσαντος και της Αγνής Ηλιάδη, εναγόμενης 3 και αδελφές του Ζήνωνα Ηλιάδη, εναγόμενου
- Με αυτή την αγωγή, την οποία οι ενάγουσες χαρακτηρίζουν ως παράγωγη, διεκδικούν θεραπείες εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 5, προς όφελος της εναγόμενης 6 εταιρείας (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως η εταιρεία), λόγω δολίων και άλλων παράνομων ενεργειών των πιο πάνω εναγομένων και σε παράβαση των νομίμων καθηκόντων τους ως διευθυντές της εταιρείας. Ως μέτοχοι, εγείρουν επίσης προσωπικές απαιτήσεις για ζημιές που υφίστανται και αξιώνουν σειρά άλλων θεραπειών. Όπως επεξηγείται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1, οι μετοχές της εταιρείας είναι δύο κατηγοριών, 100.000 συνήθεις και 100 ιδρυτικές. Οι ενάγουσες κατέχουν συνολικά το 60% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας. Ας σημειωθεί ότι μόνο οι συνήθεις μετοχές έχουν δικαιώματα σε μερίσματα, επιστροφή κεφαλαίου κλπ, δεν έχουν όμως δικαίωμα ψήφου. Τέτοιο δικαίωμα, χωρίς οποιοδήποτε άλλο, έχουν μόνο οι ιδρυτικές μετοχές. Ο εναγόμενος 1 κατέχει το υπόλοιπο 40% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και το σύνολο των ιδρυτικών μετοχών, για μέρος των οποίων οι ενάγουσες προβάλλουν τη θέση ότι παράνομα μεταβιβάστηκαν από τον πατέρα τους στον αδελφό τους. Για το ζήτημα αυτό ηγέρθη άλλη αγωγή, η υπ΄ αρ. 943/2005, με αξίωση την επανάκτηση των εν λόγω μετοχών. Ο εναγόμενος 1 είναι διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας. Διευθυντές είναι επίσης η εναγόμενη 3 και ο εναγόμενος
- Προβάλλουν οι ενάγουσες ότι ο εναγόμενος 1 έχει τον απόλυτο έλεγχο της εταιρείας, οι δε δύο άλλοι διευθυντές είναι απλά φερέφωνα. Θέτουν, περαιτέρω, πως ο αδελφός τους, κατά συρροή και συστηματικά, με δόλιες και έκνομες ενέργειές του και σε πλήρη κατάχρηση και παραβίαση των καθηκόντων του ως διευθυντής, «καταληστεύεται την εταιρεία και τα συμφέροντα των εναγουσών». Όλα τα πιο πάνω αποτυπώθηκαν προκειμένου να καταγραφεί το ευρύτερο πλαίσιο των γεγονότων προς διευκόλυνση αφενός της ευκολότερης παρακολούθησης της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, και, αφετέρου, για απλούστευση της δομής της. Τα δεδομένα που καλύπτουν την υπό κρίση Αίτηση έχουν ως βάση αίτηση η οποία καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την εισαγωγή της αγωγής, στις 9.6.2008, και με στήριγμα την οποία εκδόθηκε, αυθημερόν, προσωρινό διάταγμα το οποίο, υπό τις συνθήκες που να αναφερθούν αμέσως πιο κάτω, κατέστη απόλυτο στις 15.9.
- Έχει σημασία να καταγραφεί, αυτούσιο, το μέρος της Αίτησης ημερ. 9.6.2008, που αποτέλεσε το υπόβαθρο έκδοσης του προαναφερθέντος διατάγματος: «Α. Διαταγήν του Δικαστηρίου με την οποία (α) να αναστέλλεται η ισχύς και εφαρμογή της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 6 ημερομηνίας 14.5.2008 για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου και για έκδοση και παραχώρηση νέων μετοχών στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγομένης 6, είτε μέσω απόφασης της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης 6 ή άλλως, και (β) να απαγορεύεται η αύξηση του ονομαστικού ή/και του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 6 εταιρείας ή/και η λήψη οποιασδήποτε απόφασης από την Εναγομένη 6, σε επίπεδο γενικής συνέλευσης ή διοικητικού συμβουλίου της Εναγομένης 6 ή άλλως, ή/και η διενέργεια οποιασδήποτε πράξης για τέτοια αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ή για έκδοση ή παραχώρηση νέων μετοχών της Εναγομένης 6, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπό τον ως άνω τίτλο αγωγής ή/και μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Όπως προαναφέρθηκε, και παρά την ένσταση στη συνέχιση ισχύς του πιο πάνω διατάγματος, στις 15.9.2008 τα μέρη κατέληξαν σε ενδιάμεση διευθέτηση, ως ακολούθως: «Χαβιαράς: Έχουμε καταλήξει σε ενδιάμεση διευθέτηση, την έχουμε καταγράψει, και εισηγούμαστε να γίνει κανόνας του Δικαστηρίου, αφού κατατεθεί. Το προσωρινό διάταγμα γίνεται απόλυτο, όπως καταγράφεται στο τέλος του κειμένου. Επιθυμώ να προσθέσω ότι ο εναγόμενος 1 έχει ήδη αρχίσει διαβήματα για την υλοποίηση των όρων 1 και 2 του εγγράφου που καταθέτουμε στο Δικαστήριο. Ιωαννίδης: Επιβεβαιώνω ότι έχουμε καταλήξει σε ενδιάμεση διευθέτηση με βάση τους όρους του εγγράφου που κατάθεσε ο κ. Χαβιαράς και ζητείται όπως οι εν λόγω όροι γίνουν κανόνας του Δικαστηρίου, το δε προσωρινό διάταγμα καταστεί απόλυτο. Τα έξοδα της διαδικασίας του προσωρινού διατάγματος θα καταβληθούν από την εναγόμενη 6 εταιρεία, σύμφωνα με τον Κατάλογο Β στο κείμενο που έχουμε καταθέσει. Χαβιαράς: Συμφωνώ. Δικαστήριο: Οι όροι ενδιάμεσης διευθέτησης κατατίθενται εκ συμφώνου ως Τεκμ. «Χ» και τα όσα περιλαμβάνει αυτό το Τεκμήριο καθίστανται κανόνας Δικαστηρίου. Με βάση τα πιο πάνω το προσωρινό διάταγμα γίνεται απόλυτο. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας θα βαρύνουν την εναγόμενη 6, όπως έχει συμφωνηθεί.» Το Τεκμ. «Χ», αυτολεξεί, έχει ως εξής: «Όροι Ενδιάμεσης Διευθέτησης Έχει συμφωνηθεί η ακόλουθη ενδιάμεση διευθέτηση:
- Ο Εναγόμενος 1, Ζήνων Ηλιάδης, θα προβεί σε πλήρη αποκατάσταση όλων των πληρωμών, δαπανών, εξόδων και ζημιών που υπέστη η εταιρεία Ακίνητα Σ.Ζ. Ηλιάδης Λτδ («Εταιρεία») σε σχέση με την αγορά του κτήματος («Ακίνητο») της εταιρείας Atlas, ως αναφέρεται πιο κάτω υπό 2 και
- Η αποκατάσταση θα γίνει με την πώληση και μεταβίβαση του Ακινήτου σε εταιρεία που ελέγχει ο κ. Ζήνωνας Ηλιάδης (ο «Αγοραστής»)με την ταυτόχρονη απόδοση/επιστροφή στην Εταιρεία των ακολούθων ποσών/εξόδων/ζημιών που πλήρωσε ή υπέστη η Εταιρεία ή δυνατόν να πληρώσει ή υποστεί η Εταιρεία: (α) Το τίμημα πωλήσεως ΛΚ250.000 (β) Το ποσό ΛΚ350.000 που καταβλήθηκε στην Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με υποχρεώσεις της Atlas. (γ) Μεταβιβαστικά έξοδα για την μεταβίβαση του Ακινήτου στο όνομα της Εταιρείας. (δ) Όλες οι δαπάνες, αποπληρωμή κεφαλαίου, τόκοι ή άλλα ποσά σε σχέση με το δάνειο που συνήψε η Εταιρεία από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος. (ε) Οποιοιδήποτε φόροι, τέλη και δικαιώματα με τα οποία επιβαρύνθηκε η Εταιρεία λόγω της αγοράς του Ακινήτου και που ενδεχομένως θα επιβαρυνθεί υπό τύπον κεφαλαιουχικών κερδών ή άλλως λόγω πώλησης του Ακινήτου στον Αγοραστή. (στ) Όλες οι δαπάνες της Εταιρείας σε σχέση με την πώληση του Ακινήτου στον Αγοραστή. (ζ) Κάθε άλλη δαπάνη, έξοδα και ζημιά, έστω και μη ειδικά αναφερόμενη πιο πάνω, που η Εταιρεία υπέστη ή θα υποστεί λόγω της αγοράς ή πώλησης του Ακινήτου εξαιρουμένης μόνο ζημιάς υπό τύπον κέρδους λόγω υπεραξίας του Ακινήτου από της αγοράς του μέχρι την πώληση του από την Εταιρεία. (η) Όλες οι προαναφερόμενες ή άλλες δαπάνες, πληρωμές, έξοδα και ζημιές που υπέστη ή θα υποστεί η Εταιρεία λόγω της αγοράς ή της πώλησης του Ακινήτου θα επιστραφούν στην Εταιρεία με τόκο ίσο με τον επιτόκιο που χρεώνεται στο δάνειο της Εταιρείας από την Εθνική Τράπεζα Ελλάδος έτσι ώστε να επέλθει πλήρης αποκατάσταση. 3.1 Όλα τα ποσά που είναι καταβλητέα στην Εταιρεία ως αναφέρεται στη παράγραφο 2 θα χρησιμοποιηθούν ως ακολούθως: (α) Για την εξόφληση του δανείου, μετά των τόκων ή/και άλλων δαπανών και την πλήρη απαλλαγή της Εταιρείας από τη σχετική δανειοδότηση με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. (β) Κάθε υπόλοιπο θα χρησιμοποιηθεί για πληρωμή των οφειλών του συνημμένου Καταλόγου Β και αν ,μετά την εξόφληση τους, υφίσταται περαιτέρω πιστωτικό υπόλοιπο θα διανεμηθεί: · 50% στην Εταιρεία και · 50% στους
(1)Σωκράτη Ηλιάδη και Αγνή Ηλιάδη (1/4),
(2)Φώφη Καλησπέρα (1/4),
(3)Ιωάννα Λοΐζου (1/4) και
(4)Ζήνωνα Ηλιάδη (1/4). 3.2 Η πώληση και μεταβίβαση του Ακινήτου και η διενέργεια των πληρωμών ως ανωτέρω υπό 2 και 3.1 θα γίνει εντός 30 ημερών από σήμερα. Η Εταιρεία και ο κ. Ζήνωνας Ηλιάδης θα αποδώσουν στις Ενάγουσες, κα Φώφη Καλησπέρα και καν Ιωάννα Λοΐζου λεπτομερείς καταστάσεις και στοιχεία (μαζί με τα υποστηρικτικά έγγραφα, συμφωνίες, αποδείξεις κλπ) της πώλησης και μεταβίβασης του Ακινήτου και της διενέργειας των πληρωμών για την αποκατάσταση των πληρωμών, δαπανών, εξόδων και ζημιών της Εταιρείας και για τις οφειλές του Καταλόγου Β και άλλως ως προαναφέρεται υπό 2. και 3.1, εντός 10 ημερών από την πώληση και μεταβίβαση του Ακινήτου ως προαναφέρεται. 4.1 Για τα ενοίκια που εισπράττονται από την Εταιρεία για το οικοδομικό συγκρότημα Ηλιάδη στην Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ', Λευκωσία από την Εθνική Τράπεζα ,για τα ενοίκια του 7ου ορόφου και για τα εισοδήματα της Εταιρείας υπό τύπον δικαιωμάτων χρήσης του χώρου στάθμευσης έχει συμφωνηθεί, εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου, ότι: (α) Η Εταιρεία θα μπορεί να πληρώνει τα έξοδα/δαπάνες με βάση τον Κατάλογο Α που είναι σχετικός ετήσιος προϋπολογισμός της Εταιρείας, και (β) σε μηνιαία βάση η Εταιρεία θα κρατεί το 50% του υπολοίπου και θα αποδίδει το υπόλοιπο 50% στους
(1)Σωκράτη Ηλιάδη και Αγνή Ηλιάδη (1/4),
(2)Φώφη Καλησπέρα (1/4),
(3)Ιωάννα Λοΐζου (1/4) και
(4)Ζήνωνα Ηλιάδη (1/4). 4.2 Η Εταιρεία θα αποδίδει λεπτομερείς μηνιαίες καταστάσεις (μαζί με τα υποστηρικτικά έγγραφα, συμφωνίες και αποδείξεις) στην κα Φώφη Καλησπέρα και κα Ιωάννα Λοΐζου για τις διενεργούμενες δαπάνες του Καταλόγου Α και της διάθεσης των ενοικίων και εισοδημάτων και των άλλων εσόδων και εξόδων της Εταιρείας ως προαναφέρεται. Τα ενοίκια από την ενοικίαση στη Woolworth θα συνεχίσουν να πληρώνονται σύμφωνα με την ακολουθούμενη σήμερα πρακτική.
- Η παρούσα διευθέτηση γίνεται χωρίς επηρεασμό των ισχυρισμών και δικαιωμάτων των μερών στην αγωγή 3449/08 ή σε οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία μεταξύ ή εναντίον οποιωνδήποτε από τους διαδίκους στην εν λόγω αγωγή. Ειδικότερα και χωρίς περιορισμό της προαναφερομένης γενικότητας οι Ενάγουσες στην αγωγή 3449/08, με την παρούσα διευθέτηση δεν θα θεωρούνται ότι αποδέχονται την ορθότητα ή καταλληλότητα οποιωνδήποτε ενεργειών των Εναγομένων σε σχέση με τα προαναφερόμενα ή και την ορθότητα και καταλληλότητα της πρόκλησης ή της διενέργειας ή του ύψους των δαπανών και πληρωμών στις οποίες η Εταιρεία θα προβεί με βάση τους Καταλόγους Α και Β ή τον διαμοιρασμό των ενοικίων στη βάση 50% και 50% ως αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3 ανωτέρω.
- Οι ελεγκτές της Εταιρείας KPMG θα εποπτεύσουν τη διενέργεια της πώλησης και μεταβίβασης του Ακινήτου και τη διενέργεια των εισπράξεων και πληρωμών ως οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 για την ορθή εφαρμογή της παρούσας ενδιάμεσης διευθέτησης και προς τούτο η Εταιρεία και ο Ζήνωνας θα θέτουν στην διάθεση τους όλα τα σχετικά έγγραφα, στοιχεία και πληροφορίες.
- Το προσωρινό διάταγμα στην αγωγή 3449/08 καθίσταται απόλυτο.» Σημειώνεται ότι οι Καταλόγοι Α και Β που αναφέρονται στο πιο πάνω τεκμήριο, επισυνάπτονται σε αυτό. Είναι όμως αχρείαστη η παράθεσή τους για τους σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης απόφασης. Μήνες αργότερα, στις 14.4.2009, καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση, με την οποία οι Αιτήτριες-ενάγουσες αιτούνται: «Α. Διαταγή του Δικαστηρίου για επιβολή στον Εναγόμενο 1 φυλάκισης ή/και χρηματικής ποινής ή/και για κατάσχεση της περιουσίας του για περιφρόνηση του Δικαστηρίου λόγω παράβασης ή/και μη συμμόρφωσης με τον Κανόνα του Δικαστηρίου ημερ. 15.9.2008 στην πιο πάνω αγωγή. Β. Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να απαγορεύεται στον Εναγόμενο 1 να διαχειρίζεται ή/και επεμβαίνει στη διαχείριση και διεύθυνση των ακινήτων υπ΄αρ. τεμαχίου 949 Φύλλο/Σχέδιο XXI/54.3.1 στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ, Λευκωσία και υπ΄ αρ. τεμαχίου 687, Φύλλο/Σχέδιο ΧΧΙ/54.2.ΙΙ, στην οδό Μνασιάδου, Λευκωσία με όλα τα επ΄αυτών οικοδομήματα (συλλογικά το «Οικοδομικό Συγκρότημα») ή/και να εισπράττει οποιαδήποτε ενοίκια ή άλλα εισοδήματα του Οικοδομικού Συγκροτήματος, προσωπικά ή μέσω υπαλλήλων ή αντιπροσώπων του ή μέσω εταιρείας ελεγχόμενης από τον Εναγόμενο 1 ή άλλως πως, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της πιο πάνω αγωγής ή/και μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται όπως, μέχρι νεώτερη διαταγή του Δικαστηρίου: (α) η εταιρεία Cyproman Services Ltd, από τη Λευκωσία, (ή οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο πρόσωπο) διορισθεί παραλήπτης («Παραλήπτης») του Οικοδομικού Συγκροτήματος που αναφέρεται υπό Β. πιο πάνω και όπως ο Παραλήπτης έχει τις εξουσίες που εκτίθενται στο συνημμένο Πίνακα Α τις οποίες θα μπορεί να ασκήσει ως κρίνει πρέπον για την προστασία και την πρέπουσα διαχείριση του Οικοδομικού Συγκροτήματος. (β) Όπως ο Παραλήπτης υποβάλλει λογαριασμούς στις Ενάγουσες και στους Εναγομένους ανά μήνα με αρχή ένα μήνα μετά τον διορισμό του ως Παραλήπτη. (γ) Όπως οι Εναγόμενοι παραδώσουν στον Παραλήπτη όλα τα βιβλία, έγγραφα και στοιχεία που σχετίζονται με την μέχρι σήμερα διαχείριση του Οικοδομικού Συγκροτήματος που ευρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο τους. (δ) Όπως οι Εναγόμενοι υπογράφουν κάθε έγγραφο που απαιτείται από τον Παραλήπτη για την άσκηση των εξουσιών του με βάση τον συνημμένο Πίνακα Α. (ε) Όπως η αμοιβή του Παραλήπτη καθορισθεί από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο κατάλληλο στάδιο. Δ. Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να απαγορεύεται στους Εναγομένους 1-5 να διαχειρίζονται ή/και επεμβαίνουν στην διαχείριση του Οικοδομικού Συγκροτήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό Β. ή/και στα περιουσιακά στοιχεία και στην επιχείρηση της Εναγομένης 6, ή/και να εισπράττουν οποιαδήποτε ενοίκια ή άλλα εισοδήματα του Οικοδομικού Συγκροτήματος, προσωπικά ή μέσω αντιπροσώπων ή υπαλλήλων τους ή εταιρειών ελεγχομένων από οποιοδήποτε από αυτούς ή άλλως πως, μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της πιο πάνω αγωγής ή/και μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Ε. Διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται όπως, μέχρι νεώτερη διαταγή του Δικαστηρίου, (α) η εταιρεία Cyproma Services Ltd, από τη Λευκωσία, (ή οποιοδήποτε άλλο κατάλληλο πρόσωπο) διορισθεί παραλήπτης («Παραλήπτης») των περιουσιακών στοιχείων και της επιχείρησης της Εναγομένης 6 και όπως ο Παραλήπτης έχει τις εξουσίες που εκτίθενται στο συνημμένο Πίνακα Β τις οποίες θα μπορεί να ασκήσει ως κρίνει πρέπον για την προστασία και την πρέπουσα διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και την άσκηση της επιχείρησης της Εναγομένης
- (β) Όπως ο Παραλήπτης υποβάλλει λογαριασμούς στις Ενάγουσες και στους Εναγομένους ανά μήνα με αρχή ένα μήνα μετά τον διορισμό του ως Παραλήπτη. (γ) Όπως οι Εναγόμενοι παραδώσουν στον Παραλήπτη όλα τα βιβλία, έγγραφα και στοιχεία που σχετίζονται με την μέχρι σήμερα διαχείριση του Οικοδομικού Συγκροτήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό Β., ή/και των περιουσιακών στοιχείων και της επιχείρησης της Εναγομένης 6, που ευρίσκονται στην κατοχή ή υπό τον έλεγχο τους. (δ) Όπως οι Εναγόμενοι υπογράφουν κάθε έγγραφο που απαιτείται από τον Παραλήπτη για την άσκηση των εξουσιών του με βάση τον συνημμένο Πίνακα Β. (ε) Όπως η αμοιβή του Παραλήπτη καθορισθεί από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο κατάλληλο στάδιο.» Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης εντοπίζεται, ουσιαστικά, στη συνοδευτική ένορκο δήλωση της ενάγουσας 1 και σε συμπληρωματική της, η οποία καταχωρήθηκε μετά από σχετική άδεια του Δικαστηρίου. Θέτει, και καταγράφω τηλεγραφικά τους σχετικούς ισχυρισμούς της - οι οποίοι και διαχέουν τόσο την αρχική όσο και τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση - ότι ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με βάση τον Κανόνα του Δικαστηρίου. Παραθέτοντας δε λεπτομέρειες του Κανόνα και των καταστάσεων με τις οποίες προμήθευσε τις ενάγουσες ο εναγόμενος 1, ισχυρίζεται πως αυτές είναι ελλιπείς και καταστρατηγούν, στην ουσία τους, τον πιο πάνω Κανόνα. Τις χαρακτηρίζει ως «πρόχειρες, ανεπαρκείς και γριφώδεις» και αποδίδει στον εναγόμενο 1 πλήρη αυθαιρεσία στη διαχείριση τόσο των υποθέσεων της εναγόμενης 6, όσο και του κύριου περιουσιακού στοιχείου, του οικοδομικού δηλαδή συγκροτήματος, στο οποίο οι ενάγουσες είναι συνιδιοκτήτριες. Ολοκληρώνοντας, υποβάλλει ότι η εναγόμενη 6 και το προαναφερθέν οικοδομικό συγκρότημα βρίσκονται στο έλεος του εναγόμενου 1 και προβάλλει ότι χωρίς την παροχή των αιτούμενων θεραπειών αυτός θα συνεχίζει να ενεργεί αυθαίρετα, με αποτέλεσμα να κερδοσκοπεί εις βάρος των εναγουσών και της εναγόμενης 6, οι οποίοι και θα υφίστανται τεράστια και ανεπανόρθωτη ζημιά. Προβάλλονται σειρά λόγων ένστασης, οι οποίοι περιστρέφονται γύρω από ισχυρισμούς ύπαρξης παρατυπιών, με βάση το χαρακτήρα της διαδικασίας περιφρόνησης του Δικαστηρίου, αλλά και προεκτείνονται σε ισχυρισμούς περί ανυπαρξίας των προϋποθέσεων έκδοσης διαταγμάτων ως Β-Ε της Αίτησης. Τη συνοδευτική ένορκο δήλωση ορκίζεται ο εναγόμενος 1, ο οποίος προέβη, επίσης μετά από άδεια του Δικαστηρίου, και σε συμπληρωματική. Οι βασικοί ισχυρισμοί του, οι οποίοι καταγράφονται και πάλι συνοπτικά, είναι πως η Αίτηση είναι κακόπιστη, αφού, όπως θέτει, ο ίδιος προμήθευσε τις ενάγουσες με τους απαραίτητους λογαριασμούς και προς επίρρωση κατέθεσε ως τεκμήριο βεβαίωση του ελεγκτικού οίκου KPMG ημερ. 5.6.
- Μέσω δε της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης παραθέτει λεπτομέρειες των εξόδων στα οποία προέβη, εισηγούμενος ότι οι όποιες πληρωμές έλαβαν χώρα έγιναν κατ΄ ακολουθία του υπό αναφορά κανόνα. Καταγράφει επίσης, σε επισυνημμένα τεκμήρια, και περιγράφει τις εισπράξεις που έγιναν σε προηγούμενους μήνες, αρνούμενος ότι χρησιμοποιεί περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης 6 για χρηματοδότηση δικών του δραστηριοτήτων. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για τις Αιτήτριες εισηγήθηκε, ως προς το ζήτημα της περιφρόνησης του Δικαστηρίου, που καλύπτεται από την Παράγρ. Α της υπό κρίση Αίτησης, ότι η υποχρέωση που αναλήφθηκε, ειδικά με το δεύτερο σκέλος του Κανόνα του Δικαστηρίου, συνιστά ανάληψη υποχρέωσης επί Δικαστηρίω (undertaking to the court), στα πλαίσια και εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής, με αποτέλεσμα, τυχόν παράβασή της, να συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου. Έθεσε, συνακόλουθα, ότι ο εναγόμενος 1 είχε άριστη γνώση της αναληφθείσας υποχρέωσης, ήταν το πρόσωπο που ενεργούσε εκ μέρους της εναγομένης 6, και από τα ίδια τα γεγονότα που αποτυπώνει στη συμπληρωματική του ένορκο δήλωση, και ιδίως τα επισυνημμένα σε αυτή Τεκμήρια ΖΕ6-ΖΕ10, καθίσταται έκδηλη, αναντίλεκτη και αυταπόδεικτη πέραν πάσης αμφιβολίας η εκ μέρους του παραβίαση της υποχρέωσης που ανέλαβε. Ως προς το θέμα της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, τα Αιτητικά Β-Ε δηλαδή της υπό εκδίκαση Αίτησης, ήταν η εισήγηση του κ. Ιωαννίδη ότι η προσωρινή ενδιάμεση διευθέτηση που έλαβε χώρα μεταξύ των μερών και καταγράφεται στο Τεκμ. «Χ», δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα αφού, όπως εισηγείται, αυτό δικαιολογείται λόγω των συνθηκών και των γεγονότων που μεσολάβησαν. Υπό αυτές τις παραμέτρους, κάλεσε το Δικαστήριο να επέμβει και να αναστείλει την «απροκάλυπτη αυθαιρεσία από μέρους του Εναγόμενου 1 και των φερεφώνων του Εναγομένων 3 και 5, την οποία προωθούν ως οι Διευθυντές και ελέγχοντες την Εταιρεία και να διατηρήσει το status quo εκκρεμούσης της εκδίκασης της αγωγής». Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν, βεβαίως, η προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου για τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Έθεσε, πρωταρχικά, ότι ως πρώτο ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο οι Αιτήτριες δύνανται να προωθούν αίτημα παρακοής και αίτημα έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων με την ίδια Αίτηση, όπως έχουν πράξει. Εισηγήθηκε ότι, δεδομένης της διαφοράς της φύσης των δύο αιτημάτων, αλλά και ιδιαίτερα του βαθμού απόδειξης, αυτό δεν είναι επιτρεπτό. Ως προς το θέμα της παρακοής διατάγματος προέβαλε, επικαλούμενος τη νομική διάσταση του Κανόνα Δικαστηρίου, ότι δεν χωρεί διαδικασία παρακοής, πλην της περίπτωσης στην οποία καταδεικνύεται πως ο Κανόνας είναι ανάληψη υποχρέωσης. Προεκτείνοντας, έθεσε ότι στην παρούσα περίπτωση ο εν λόγω Κανόνας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάληψη υποχρέωσης και επομένως δεν τίθεται θέμα παρακοής. Με την επιφύλαξη δε αυτής του της θέσης, εισηγήθηκε ότι ούτως ή άλλως παρακοή δεν έχει στοιχειοθετηθεί, αφού ούτε οι κατηγορίες διατυπώθηκαν με σαφήνεια, αλλά ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία προς απόδειξη. Ως προς το ζήτημα των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων έθεσε ότι αυτό το οποίο ουσιαστικά αξιώνουν οι Αιτήτριες είναι η επανεγγραφή του Καταστατικού της εναγόμενης 6, έτσι που να διευθύνουν οι ίδιες τις εργασίες της, κατά τρόπο που αυτές θα ήθελαν. Πρόσθεσε περαιτέρω ότι η εν λόγω αγωγή στρέφεται εναντίον συγκεκριμένων αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 6, και συνεπώς, εάν αυτές είναι επιλήψιμες, το Δικαστήριο θα παρέμβει προς διόρθωσή τους, χωρίς όμως να δικαιολογείται η επέμβασή του στην καθημερινή διαχείριση της εναγόμενης
- Ολοκληρώνοντας, εισηγήθηκε ότι τυχόν παράβαση του Κανόνα επί Δικαστηρίω οδηγεί στην προσφυγή στο Δικαστήριο με νέα αγωγή και δεν είναι επιτρεπτή η διαδικασία της μορφής που επέλεξαν οι Αιτήτριες. Με το Αιτητικό Α οι Αιτήτριες αξιώνουν την τιμωρία του εναγόμενου 1 για περιφρόνηση του Δικαστηρίου, στη βάση ισχυριζόμενης παράβασης ή και μη συμμόρφωσης με τον Κανόνα ημερ. 15.9.
- Το γεγονός ότι στον Κανόνα και τις δεσμεύσεις που απορρέουν από αυτόν εμπλέκεται η εταιρεία, δεν θα αποτελούσε αποφασιστικό παράγοντα ο οποίος θα οδηγούσε στην απαλλαγή του εναγόμενου
- Καθότι είναι ορθή επί του προκειμένου η θέση που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητριών, σύμφωνα με την οποία η εταιρεία, ως νομικό πρόσωπο, ενεργεί μέσω φυσικών προσώπων και ειδικά των διευθυντών της. Διευθυντής δε εταιρείας ή άλλος αξιωματούχος της είναι δυνατό να τιμωρηθεί για παρακοή διατάγματος. Αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 9, παράγρ. 75: «A director or other officer of the company may also be punishable in contempt in respect of the company's breach of undertaking provided that such director or officer has proper notice of the terms of the undertaking». Ούτε θα εντοπιζόταν εμπόδιο σε σχέση με την έκταση και καταλληλότητα της πληροφόρησης που είχε ο εναγόμενος 1 σε αναφορά με τους όρους και το περιεχόμενο του επί Δικαστηρίω Κανόνα. Πέραν του ότι ο εν λόγω διευθυντής της εταιρείας ήταν παρών στο Δικαστήριο, παραμένει αναντίλεκτο, και σχετική τεκμηρίωση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου - Τεκμ. 3 στην αρχική ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1 - ότι του επιδόθηκε το πρακτικό ημερ. 15.9.2008 και ο επισυνημμένος σε αυτό Κανόνας, Τεκμ. «Χ». Όπως αναντίλεκτος παραμένει και ο κυρίαρχος ρόλος του εναγόμενου αυτού, τόσο σε σχέση με τη διεύθυνση της λειτουργίας της εταιρείας, όσο και σε αναφορά με τη λήψη των οποιωνδήποτε αποφάσεων την ενδιαφέρουν, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του οικοδομικού συγκροτήματος. Ανυπέρβλητα όμως προβλήματα αναφύονται στη συνέχεια για την προσπάθεια της πλευράς των Αιτητριών να τεκμηριώσουν την αξιούμενη παρακοή. Προβλήματα διαδικασίας και ουσίας. Επεξηγώ: Εντοπίζεται παράλειψη των Αιτητριών να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του θ.3 της Δ.42Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, ο οποίος προβλέπει προσωπική επίδοση της αίτησης για επίτευξη συμμόρφωσης με διάταγμα Δικαστηρίου. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 AAΔ.750, η Δ.42A πραγματεύεται αποκλειστικά τη διαδικασία για την αναφορά παρακοής διατάγματος στο Δικαστήριο και είναι η μόνη διάταξη η οποία προβλέπει γι΄ αυτό το θέμα. Οι πρόνοιές της συνιστούν τις δικονομικές διατάξεις που διέπουν και ρυθμίζουν την άσκηση της πολιτικής δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο 42 του Νόμου 14/60. Η επιταγή για προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου διατάγματος, όσο και της ίδιας της Αίτησης για παρακοή, είναι επιτακτική και δεν επιτρέπεται παρέκκλιση, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά (Antonis Mouzouris and Another v. Xylophaghou Plantations Ltd.
(1977)1 CLR 267). Εν τέλει, η φύση της διαδικασίας παρακοής και οι κυρώσεις που μπορεί να προκύψουν, επιβάλλουν, τη σχολαστική τήρηση των δικονομικών κανόνων που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας που παρέχει το άρθρο
- Η προσωπική λοιπόν επίδοση της Αίτησης συνιστούσε απαρέγκλιτο όρο και η αδυναμία των Αιτητριών να τον στοιχειοθετήσουν εκθεμελιώνει τη βάση στήριξης για την καταδίκη του εναγόμενου
- Υπό την επιφύλαξη αυτής της κατάληξης, ορθό είναι να καταγραφεί ότι η πιο πάνω αδυναμία δεν είναι η μοναδική για την πλευρά των Αιτητριών. Είναι αποδεκτό - και αν χρειάζεται νομολογιακή κατοχύρωση είναι αρκετή η παράθεση του δικαστικού λόγου των αποφάσεων Αντρέας Μιχαήλ Απαισιώτη κ.ά. v. Στασούλλας Ραγιά κ.ά.
(1993)1 C.L.R. 882, 886 και Φωτεινή Μούχτου v. Κατελούς Χείμαρου
(2001)1 ΑΑΔ 1794, 1799 - ότι ένας Κανόνας Δικαστηρίου συνιστά απλά και μόνο σύμβαση, η οποία δηλώνεται στο Δικαστήριο και δεν μεταβάλλεται η υπόστασή της, λόγω του χαρακτηρισμού της ως Κανόνα, από σύμβαση σε δικαστική απόφαση. Ως αποτέλεσμα, ζήτημα παρακοής τίθεται στην περίπτωση και μόνο κατά την οποία ο Κανόνας ή μέρος του συνιστά και ανάληψη υποχρέωσης επί Δικαστηρίω. Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, και ορθά, αφού είναι εμπεδωμένη νομική προσέγγιση, ότι η παράβαση ανάληψης υποχρέωσης επί Δικαστηρίω σε εκκρεμούσα διαδικασία συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου [Halsbury's (ανωτέρω), Τόμος 9, παράγρ. 75]. Όπως όμως επεξηγείται στο σύγγραμμα Contempt of Court του C. J. Miller, στο κεφάλαιο «Civil Contempt of Court», κάτω από τον υπότιτλο «Breach of undertakings», στις σελ. 235-6: "It frequently happens that the defendant undertakes to comply with the terms of the order or injunction which is sought with the result that the court finds it unnecessary to enjoin him to do that which he is in any event seemingly willing to do. If however there is a subsequent failure to comply with the undertaking on the faith on which the court considered it unnecessary to make a formal order (or the opposing party to press for it) the consequences will nonetheless be the same as on a breach of an injunction. The position in this respect was clearly explained by Brightman, J. in Biba, Ltd v. Stratford Investments, Ltd in the following terms. It is a common practice for a plaintiff in these sort of proceedings to accept an undertaking offered by a defendant as a substitute for the imposition of an injunction. I think that it would be a pity to disturb that practice by giving a lesser quality to an undertaking than to an injunction. Again there is no lack of modern authority to illustrate the point. Thus in recent years contempt applications have followed upon alleged breaches of undertakings not to infringe patent rights and registered trade marks, and not to enforce or give effect to restrictions in an agreement which had been found by the Restrictive Practices Court to be contrary to the public interest. Several of the cases in point are of assistance in resolving the problems which arise where it is a corporate body which is allegedly in breach of an order or undertaking, and they will be examined in more detail below". Υπό το φως των ανωτέρω επισημάνσεων, είναι ορθή η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η ανάληψη υποχρέωσης, ως λόγο έχει την αναφορά σε διάταγμα που αξιώνει η αντίδικη πλευρά, και το οποίο τελικά δεν εκδίδεται αφού, ακριβώς λόγω της ανάληψης υποχρέωσης, δεν είναι αναγκαίο. Στην παρούσα περίπτωση, και με βάση τη συμφωνία των μερών, ημερ. 15.9.2008, το εκδοθέν μονομερώς διάταγμα ημερ. 9.6.2008 κατέστη απόλυτο. Υπενθυμίζεται δε ότι το διάταγμα αυτό και οι πρόνοιές του δεν καλύπτονται από το περιεχόμενο του Τεκμ. «Χ» και τους όρους που αυτό προνοούσε, αλλά ούτε και συνιστά μέρος της διαδικασίας περιφρόνησης, όπως αυτή τίθεται από τις Αιτήτριες στην υπό κρίση Αίτηση. Τελικά ο Κανόνας Δικαστηρίου αφορούσε θέματα πέραν και εκτός της σφαίρας του πιο πάνω διατάγματος. Ζητήματα δηλαδή για τα οποία δεν επιζητήθηκε με αίτημα των Αιτητριών η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος, αλλά καλύφθηκαν με συμφωνία των μερών, όπως αυτή αποτυπώνεται στον επί Δικαστηρίω Κανόνα. Υπό αυτές τις αδιαμφισβήτητες συνθήκες δεν είναι δυνατό να στοιχειοθετηθεί νομικά ύπαρξη ανάληψης υποχρέωσης επί Δικαστηρίω, τέτοιας μορφής ούτως ώστε να είναι δυνατή η έναρξη διαδικασίας παρακοής και περιφρόνησης του Δικαστηρίου. Εντοπίζεται και περαιτέρω αδυναμία στην υπόθεση των Αιτητριών. Η διαδικασία τιμωρίας για ανυπακοή είναι οιωνεί ποινική με ανάλογο το βάρος και το επίπεδο απόδειξης (Ασπασίας Πέτσα v. Οδυσσέα Πιερίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 362/2008, ημερ. 7.10.2011). Συνακόλουθα, η διατύπωση των όποιων κατηγοριών επιβάλλεται να γίνει με σαφήνεια, ούτως ώστε να προσδιορίζονται οι επικαλούμενες παραβιάσεις του διατάγματος, κατά τρόπο ανάλογο με την παράθεση των αδικημάτων σε κατηγορητήριο ποινικής υπόθεσης (Krashias, ανωτέρω, και Μάριος Ιωάννου v. Έλλης Μανώλη κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1423). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα της απόφασης Chiltern District Council v. Keane
(1985)2 All E.R. 118, 119-120: «The notice of motion was personally served on Mr Keane, but it only stated the grounds of the application to commit in general terms. It recited the undertaking and the injunction, and then alleged that there had been a breach. This, on the authorities, is not sufficient. It has been said in many cases that what is required is that the person alleged to be in contempt shall know, with sufficient particularity to enable him to defend himself, what exactly he is said to have done or omitted to do which constitute a contempt of court. The particular undertakings and injunctions in this case cover a wide range of activities. Mr Keane was entitled to know whether it was said by the council that he was in breach of every single requirement of those orders or only some, and if so which, of them and the notice failed to give him that information. Every notice of application to commit must be looked at against its own background. The test, as I have said, is: does it give the person alleged to be in contempt enough information to enable him to meet the charge? If, for example, a defendant is subject to an injunction to leave a stated house not later than a particular time on a particular day, then it would be sufficient to say that he had failed to comply with that order, because it only permits of one breach, namely failure to leave the house by the time stated. But where the order is not in such a simple form and it is possible for the defendant to be in doubt what breach is alleged then the notice is defective». Με βάση τα πιο πάνω, και με δεδομένη την έκταση, αλλά και πολυπλοκότητα του περιεχομένου του Τεκμ. «Χ» και των υποχρεώσεων που απέρρεαν από τον Kανόνα του Δικαστηρίου, επιβεβλημένη ήταν η ανάγκη παράθεσης και επακριβούς προσδιορισμού στο σώμα της Αίτησης των ισχυριζόμενων παραβιάσεων, ούτως ώστε να γνωρίζει η αντίδικη πλευρά με ικανοποιητική λεπτομέρεια την εναντίον της κατηγορία και, ανάλογα, να υπερασπίζεται. Τέλος, η γενικότητα και αοριστία με την οποία περιβάλλεται το αίτημα για περιφρόνηση έχει προεκτάσεις και στην ίδια την ουσία, την απόδειξη δηλαδή των ισχυριζόμενων παραβιάσεων. Καθότι, παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση, το αίτημα για καταδίκη, αφού αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη, έχει ως αποτέλεσμα την κάλυψή του με χαρακτήρα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος (Μιχαήλ Παπαχρυσοστόμου v. Μιράντας Σιδερά
(1993)1 ΑΑΔ 309, 314-5 και Διαμάντω Χριστοδούλου v. Πανίκκου Χριστοδούλου
(2003)1 ΑΑΔ 1085, 1089). Έτσι εχόντων των πραγμάτων και με δεδομένη την παντελή έλλειψη λεπτομερειών ως προς τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις, καθίσταται αδύνατη η τεκμηρίωση ηθελημένης ανυπακοής και η απόδειξη της κατηγορίας με αναφορά σε γενικόλογες τοποθετήσεις, όπως αυτές προβάλλονται είτε στις ένορκες δηλώσεις των Αιτητριών, είτε σε αυτές του ίδιου του εναγόμενου
- Απόρροια όλων των πιο πάνω και της αδυναμίας των Αιτητριών να θεμελιώσουν καταδίκη του εναγόμενου 1, είναι η απόρριψη του Αιτητικού Α της υπό κρίση Αίτησης. Όπως έχει προαναφερθεί, το υπόλοιπο μέρος της υπό κρίση Αίτησης στοχεύει στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, μέσω των οποίων να απαγορεύεται στους εναγόμενους να διαχειρίζονται το υπό αναφορά οικοδομικό συγκρότημα, τις εργασίες και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας-εναγόμενης
- Αξιώνεται επίσης ο διορισμός παραλήπτη, υπό τους όρους και εξουσίες που καταγράφονται λεπτομερώς τόσο στο αιτητικό όσο και σε συνημμένους στην Αίτηση πίνακες. Εδράζεται βεβαίως νομικά το αίτημα στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Εισηγήθηκε, προς θεμελίωση των πιο αιτημάτων, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τις Αιτήτριες ότι οι εναγόμενοι 1, 3 και 5, διευθυντές της εταιρείας, είναι άκρως επικίνδυνοι για να συνεχίσουν να διαχειρίζονται τις εργασίες και τα περιουσιακά στοιχεία της. Προς επίρρωση της θέσης του υπενθύμισε ότι το μόνο ουσιαστικό περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας είναι το οικοδομικό συγκρότημα, το οποίο συνίσταται σε υποστατικά που είναι ενοικιασμένα ή και προσφέρονται προς ενοικίαση. Επικαλούμενος δε ισχυρισμούς περί κακοδιαχείρισης εκ μέρους των πιο πάνω διευθυντών, και ιδίως του εναγόμενου 1, εισηγήθηκε ότι με την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων θα διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων και θα διασφαλιστούν οι εργασίες και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η παράγωγη αγωγή πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και εγείρεται από μέτοχο εταιρείας και προς όφελός της. Η συνύπαρξη δύο καίριων στοιχείων είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εισαχθεί παράγωγη αγωγή: Του δόλου και του ελέγχου της εταιρείας από τους αδικοπραγούντες κατά τρόπο που να αποτρέπει την ίδια την εταιρεία να εγείρει αγωγή στο δικό της όνομα. Ας σημειωθεί ότι το νοηματικό εύρος του δόλου στην περίπτωση αυτή δεν έχει τη στενή έννοια που καλύπτει το κοινοδίκαιο, αλλά την ευρύτητα που προσδίδει το δίκαιο της επιείκειας (Palmer's Company Law, Second Edition, p.81-86, para. 8.814). Το στοιχείο βέβαια του ελέγχου ικανοποιείται όταν οι λοιποί διευθυντές, είτε με τον έλεγχο που διατηρούν στις μετοχές, είτε με την πλειοψηφία που έχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο, είναι σε θέση να εμποδίσουν την έγερση αγωγής. Έτσι, εάν η εταιρεία, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να είναι ενάγοντας, θα πρέπει να είναι εναγόμενος. Στην υπό κρίση περίπτωση, χωρίς αμφιβολία, ο έλεγχος της εταιρείας βρίσκεται στα χέρια των εναγομένων διοικητικών συμβούλων της και ιδίως του εναγόμενου 1, ο οποίος έχει καθοριστικό ρόλο ως προς τη λήψη αποφάσεων που την αφορούν. Τα ενώπιον δε του Δικαστηρίου δεδομένα, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τις συνοδευτικές της Αίτησης ένορκες δηλώσεις, αλλά και όπως εντοπίζονται στην εκτενή έκθεση απαίτησης, αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητα επιτυχίας στην έκταση που απαιτείται στο παρόν στάδιο. Ανυπέρβλητα όμως προβλήματα δημιουργούνται για την πλευρά των Αιτητριών, προκειμένου να αποδείξουν τη συνδρομή και της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, της κατάδειξης δηλαδή δυσκολίας ή αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση διαταγμάτων. Γίνεται, γενικόλογη, επίκληση κινδύνου πρόκλησης τεράστιας και ανεπανόρθωτης ζημιάς στις ενάγουσες και στην εταιρεία, εάν συνεχίσει η ανεξέλεγκτη διαχείριση των εργασιών της από τον εναγόμενο
- Η προβαλλόμενη αυτή θέση όχι μόνο δεν πείθει, αλλά πρόδηλα προσκρούει σε αδιαμφισβήτητα δεδομένα: Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.6.2008, προκειμένου να δώσει έδαφος στήριξης αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, η οποία καταχωρήθηκε ταυτόχρονα. Όπως προαναφέρθηκε, αυθημερόν εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο αναστέλλετο η ισχύς και εφαρμογή απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας ημερ. 14.5.2008 και, συνάμα, απαγορευόταν η αύξηση του ονομαστικού και/ή εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της. Οι Αιτήτριες δεν αποτάθηκαν τότε στο Δικαστήριο για έκδοση οποιουδήποτε άλλου διατάγματος, της φύσης που αξιώνουν με την υπό κρίση Αίτηση. Αυτό, παρά το γεγονός ότι γίνεται εκτεταμένη αναφορά στη συνοδευτική της παρούσας Αίτησης ένορκο δήλωση - στις παραγρ. 11.3, 14 και 18, με υιοθέτηση της ένορκης δήλωσης ημερ. 9.6.2008 - σε γεγονότα που προηγήθηκαν του κανόνα του Δικαστηρίου, προκειμένου να στηριχθεί η θέση περί ανεπανόρθωτης ζημιάς. Προφανώς δεν υφίστατο τέτοια ανάγκη για έκδοση διατάγματος. Αντί αυτού, και με αναφορά στον Κανόνα Δικαστηρίου, και στις ισχυριζόμενες παραβιάσεις του, τίθεται ως προφανής ο κίνδυνος αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η διαφορά όμως που εντοπίζεται μεταξύ των μερών, αφορά αμφισβήτηση της ορθότητας των αναλυτικών καταστάσεων και λογαριασμών που παρουσίασε ο εναγόμενος
- Είναι ζήτημα το οποίο στη βάση του μπορεί να παρέχει έδαφος για αντίκρουση και διαφορετικές οικονομικές προσεγγίσεις, δεν καλύπτει όμως τα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
- Προς επίρρωση της κατάληξης αυτής του Δικαστηρίου, παραπέμπω στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1, ημερ. 29.3.2010, όπου αναλύονται και σχολιάζονται οι πιο πάνω καταστάσεις και λογαριασμοί και παρουσιάζεται η θέση των Αιτητριών ως προς το ύψος των ισχυριζόμενων αυθαιρεσιών και το λανθασμένο των ποσών. Συνεπώς, δεν υφίσταται ζήτημα τυχόν ανυπολόγιστης ζημιάς, η οποία και θα οδηγούσε σε αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης στο τελικό στάδιο. Έστω όμως κι αν είχε ικανοποιηθεί η συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, θα προέκυπτε ζήτημα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας. Παρεμβάλλω ότι η ίδια φράση "balance of convenience" αφήνει ανοικτό το πεδίο κρίσης ως προς την ορθότητά της. Είναι μια πρακτική συντομογραφία, αλλά, όπως εντοπίσθηκε από τον May L.J. στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225 at 237h: "Τhe balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that, although the phrase may well be substantially less elegant, the 'balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved" Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 WLR 892, ως ατυχής έκφραση. Tέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice" δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το ισοζύγιο λοιπόν δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη» [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd [1996] 1(B) AAΔ.788, 795]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ή, ορθότερα, όπως είναι ο πλήρης όρος του, status quo ante bellum. Της κατάστασης δηλαδή πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Ο εναγόμενος 1 κατέχει το σύνολο των εκατό ιδρυτικών μετοχών στην εταιρεία. Με αυτό τον τρόπο και το δικαίωμα ψήφου που του παρέχουν, διευθύνει για χρόνια ουσιαστικά τις εργασίες της. Οι ενάγουσες, στα πλαίσια της αγωγής 943/2005, όπου αξιώνουν την επανάκτηση μέρους των πιο πάνω ιδρυτικών μετοχών, δεν αναζήτησαν διάταγμα ελέγχου των εργασιών της εταιρείας με το διορισμό παραλήπτη. Χρόνια μετά, και ενώ οι εργασίες της εταιρείας διευθύνονται από το διοικητικό συμβούλιο, εισήγαγαν την παρούσα Αίτηση, επιδιώκοντας την έκδοση δραστικών διαταγμάτων με τα οποία η καθημερινή διαχείριση της εταιρείας να διεξάγεται από παραλήπτη, παρακάμπτοντας έτσι την καταστατική δομή της εταιρείας αυτής. Με καθοδήγηση τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του ισοζυγίου και ενόψει των όσων έχουν ήδη αναλυθεί, σταθμίζοντας το όλο το φάσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο κλίνει σαφώς υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση. Ολοκληρώνοντας, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί η νομολογιακά αναγνωρισμένη υποχρέωση κάθε ενάγοντα ετοιμασίας, χωρίς καθυστέρηση, του πεδίου για εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, Goody's Evagorou Ltd (Γκούτις Ευαγόρου Λτδ) v. Lani Restaurants Ltd (Λάνι Ρέστοραντς Λτδ)
(1998)1 ΑΑΔ 1572, Χριστόφορος Κίτσιος κ.ά. και A. C. Kitsios Motors Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 100/2008, ημερ. 14.7.2010). Η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ο διάδικος που επιδιώκει την τελική θεραπεία έχει βασική υποχρέωση να προετοιμάσει το συντομότερο το έδαφος για εκδίκαση της υπόθεσης. Σημειώνω ότι η αγωγή καταχωρήθηκε πριν από τρία περίπου χρόνια, η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε την 18.4.2011, η δε έκθεση υπεράσπισης ακόμη αναμένεται. Καταληκτικά, η Αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο