← Κύπρος

Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd ν. Μέλπως Γρηγορίου κ.α., Αρ.Αγωγής: 1815/04, 9/11/2011

Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd ν. Μέλπως Γρηγορίου κ.α., Αρ.Αγωγής: 1815/04, 9/11/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A424 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1815/04 Μεταξύ: Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Ενάγουσα και 1.Δέσπως Γρηγορίου 2.Γρηγόρη Γρηγορίου Εναγόμενοι ------------------- Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.29.4.2004 Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd Ενάγουσα και 1.Μέλπως Γρηγορίου 2.Γρηγόρη Γρηγορίου Εναγόμενοι ------------------- 9 Νοεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Ι. Μαλέκου για Χρυσαφίνη και Πολυβίου. Για την Εναγόμενη 1: κ. Α. Πέτσας για Κιτρομηλίδη, Πέτσα ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Δώδεκα και πλέον χρόνια μετά την "έκρηξη" του χρηματιστηρίου και αναφύουσες οικονομικές διαφορές εξακολουθούν να ταλανίζουν τα Δικαστήρια. Μια τέτοια διαφορά είναι και η παρούσα υπόθεση. Σ' αυτή, η ενάγουσα η οποία είναι εταιρεία που παρέχει συμβουλές/υπηρεσίες για χρηματοοικονομικές συναλλαγές ως επίσης και υπηρεσίες αγοραπωλησίας μετοχών όλων των τύπων μέσω του χρηματιστηρίου, διεκδικεί ποσό £23.791,04 σεντ. Αρχικά η διεκδίκηση στρεφόταν εναντίον και των δύο εναγομένων (οι οποίοι είναι αντρόγυνο), αλλά στην πορεία και συγκεκριμένα μετά την πτώχευση του εναγομένου 2, η εναντίον του υπόθεση αποσύρθηκε άνευ βλάβης και η διεκδίκηση επικεντρώθηκε στην εναγόμενη

  1. Κατά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ο εναγόμενος 2 της παρουσιάστηκε ως αντιπρόσωπος της εναγομένης 1 και/ή ως ενεργών κατόπιν εντολών και οδηγιών της. Σ' αυτή τη βάση μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουλίου του 2000, κατόπιν εντολών του εναγομένου 2 που ενεργούσε πάντα ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1, η ενάγουσα διενήργησε για λογαριασμό της τελευταίας, αγορές και πωλήσεις διαφόρων μετοχών και έγιναν οι αντίστοιχες χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό που διατηρούσε με την ενάγουσα. Η εναγόμενη 1 ουδέποτε αμφισβήτησε τις διενεργηθείσες εκ μέρους της πράξεις. Στις 31.12.2002 ο λογαριασμός της εναγόμενης 1 έδειχνε χρεωστικό υπόλοιπο £23.791,04 σεντ, συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Το ποσό αυτό παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της ενάγουσας για πληρωμή, παραμένει οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Η εναγόμενη 1 στην κοινή Υπεράσπιση που καταχώρησε με τον εναγόμενο 2, αρνείται όλους τους κύριους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Συγκεκριμένα αρνείται ότι εξουσιοδότησε καθοιονδήποτε τρόπο τον εναγόμενο 2 να ενεργήσει ως αντιπρόσωπος της. Ομοίως αρνείται ότι του έδωσε οποιανδήποτε εντολή να διαβιβάσει στην ενάγουσα για την εκ μέρους της αγορά ή πώληση μετοχών και ότι αποδέχθηκε συνακόλουθα οποιανδήποτε διενεργηθείσα αγορά ή πώληση μετοχών. Ως εκ τούτου θεωρεί τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αβάσιμους και αστήρικτους και ζητά επομένως απόρριψη της αγωγής. Με βάση την πιο πάνω δικογραφημένη εικόνα των πραγμάτων η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατέθεσαν συνολικά έξι μάρτυρες, πέντε για λογαριασμό της ενάγουσας και η εναγόμενη
  2. Η μαρτυρία ήταν εκτενής και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν πολλά (51 στον αριθμό). Ως εκ τούτου η παράθεση της μαρτυρίας που θα ακολουθήσει, θα είναι απλώς μια σύνοψη των ουσιαστικών σημείων των λεχθέντων του κάθε μάρτυρα, ενώ αναφορά σε τεκμήρια θα γίνει εκεί και όπου χρειάζεται για καλύτερη κατανόηση της επίδικης διαφοράς. Αυτού λεχθέντος επισημαίνω το αυτονόητο, ότι δηλαδή, η ετυμηγορία που θα ακολουθήσει, παρά την απουσία εκτενούς επαναληπτικής παράθεσης της μαρτυρίας, είναι το απότοκο διεξοδικής μελέτης και στάθμισης του συνόλου της προσκομισθείσας μαρτυρίας, τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Ο πρώτος μάρτυρας που κατέθεσε ήταν ο κ. Σταύρος Αγρότης (Μ.Ε.1), ο οποίος από τον Φεβρουάριο του 2000 μέχρι τον Απρίλιο του 2006 που αποχώρησε, ήταν διευθυντής του χρηματιστηριακού τμήματος της ενάγουσας. Προγενέστερα ήταν ένας εκ των διευθυντών, χωρίς όμως άμεση ευθύνη για το τμήμα. Μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 1) και κατόπιν εντολής ανοίχθηκε εκ μέρους της λογαριασμός-trading account στην Τράπεζα Κύπρου (τεκμήριο 21). Παρόλα ταύτα, διευκρίνισε, ότι δεν ήταν σε θέση να πει αν η εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να ενεργεί ως αντιπρόσωπος της. Ο εναγόμενος 2 πάντως μαζί με τον Λ. Τιμινή ήταν διευθυντές της εταιρείας ZEST, η οποία κατόπιν σύστασης του χρηματιστή (Μ.Ε.3) (τεκμήριο 19) έγινε αντιπρόσωπος της ενάγουσας από 2.6.2000 με αναδρομική ισχύ από 1.3.
  1. Συγκεκριμένα η ενάγουσα διενεργούσε χρηματιστηριακές πράξεις εκ μέρους πελατών της ZEST (παραδόθηκε και πελατολόγιο-τεκμήριο 20), μεταξύ των οποίων και η εναγόμενη 1 και η ZEST ελάμβανε 40% της αναλογούσας προμήθειας. Αργότερα, η ενάγουσα δήλωσε επισήμως στις αρχές του Χρηματιστηρίου, τη ZEST ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπο της. Όλες οι πράξεις εκ μέρους της εναγόμενης 1 εκτελέστηκαν και ως προς τούτο παραδίδονταν τα contract notes (συμβατικές σημειώσεις) στον εναγόμενο 2 για να τα παραδώσει στην εναγόμενη
  2. Συναφώς ο μάρτυρας αναφέρθηκε στον τρόπο διενέργειας των χρηματιστηριακών πράξεων εκ μέρους της εναγόμενης 1 και στην ανάλογη χρεοπίστωση του λογαριασμού της. Εξήγησε ότι εκ μέρους της εναγόμενης 1 διενεργήθηκαν διάφορες πράξεις και καταβλήθηκαν διάφορά ποσά. Στις 13.7.2000 σημείωσε, η εναγόμενη 1 κατέβαλε το χρέος της οπότε και δεν όφειλε κανένα ποσό στην ενάγουσα. Η εναγόμενη 1 επανάρχισε συναλλαγές στις 25.7.2000 με την αγορά μετοχών της Τράπεζας Κύπρου, τις οποίες πώλησε με κέρδος στις 31.7.
  3. Το κέρδος αυτό της καταβλήθηκε οπότε ο λογαριασμός της έδειχνε μηδενικό υπόλοιπο. (παράγραφος 7 της γραπτής του δήλωσης-έγγραφο 1). Άλλες επισημάνσεις του μάρτυρα είναι ότι σε κάποια στιγμή (μετά τις 8.6.2000) έγινε διαχωρισμός των πελατών του εναγόμενου 2 και του Λ. Τιμινή και ο καθένας ανέλαβε να ασκήσει επιρροή για είσπραξη των οφειλομένων ποσών από τους αντίστοιχους πελάτες του. Ο εναγόμενος 2 μάλιστα επέλεξε να ευθύνεται προσωπικά για χρεωστικά υπόλοιπα των συγγενικών του προσώπων, μεταξύ αυτών και η εναγόμενη 1 (παράγραφος 14 γραπτής δήλωσης). Αυτό έγινε στις 3.4.2001 (παράγραφος 18 γραπτής δήλωσης) Η Μ.Ε.2, Ελευθερία Κουμουλή βρίσκεται στην υπηρεσία της ενάγουσας από τον Αύγουστο του
  4. Υπηρέτησε σε διάφορα πόστα και της ανατέθηκαν κατά καιρούς διάφορα καθήκοντα, μεταξύ των οποίων και η παρακολούθηση των υπολοίπων πελατών. Διετέλεσε και προϊστάμενη του Back Office το οποίο εξέδιδε τα contract notes. Επανέλαβε και αυτή ότι τα contract notes και στη συνέχεια οι τίτλοι αγορασθεισών μετοχών παραδίδονταν στον εναγόμενο
  5. Αργότερα βέβαια εκτυπώνονταν και καταστάσεις λογαριασμού. Αντιπρόσωπος της ενάγουσας ήταν η ZEST και το όνομα της αναγράφεται στις διάφορες πράξεις που διενεργούντο (τεκμήρια 30-34). Η εναγόμενη 1 περιλαμβάνετο στο πελατολόγιο της ZEST. Η ZEST εισέπραττε και την αναλογούσα προμήθεια (τεκμήρια 37-40) αν και από την 1.7.2000 και έπειτα, διαχωριζόταν η προμήθεια και πιστωνόταν στους εναγόμενο 2 και Λ. Τιμινή αντίστοιχα. Η εναγόμενη 1 έκαμνε συχνές καταθέσεις στον λογαριασμό της και οπισθογράφησε για σκοπούς είσπραξης επιταγές που της εκδόθηκαν από την ενάγουσα, όπως η επιταγή (τεκμήριο 27). Ομοίως για τον ίδιο σκοπό οπισθογράφησε επιταγές που της εκδόθηκαν και αφορούσαν μερίσματα που απέρρεαν από τις αγορασθείσες μετοχές όπως τα τεκμήρια 35 και
  6. Τούτο συνεχίστηκε ακόμα και μετά την καταχώρηση της αγωγής σε σχέση με μετοχές της εταιρείας Cytrustees που αγόρασε στις 10.10.2000 (τελευταία της πράξη). Άλλες επισημάνσεις της μάρτυρος ήταν ότι το τεκμήριο 1 αφορούσε την εκχώρηση χρηματιστηριακών εγγράφων και όχι τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Ότι η ZEST δηλώθηκε και στις αρχές του Χρηματιστηρίου ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας και ότι η ίδια προσωπικά δεν γνωρίζει από ποιο δόθηκαν οι διάφορες εντολές. Ως Μ.Ε.3 κατάθεσε ο χρηματιστής στην ενάγουσα από τον Αύγουστο του 1999, Μάριος Σούπασιης. Κατά τα λεγόμενα του, αυτός ήταν το πρόσωπο που εκτέλεσε τις διάφορες πράξεις της εναγομένης
  7. Επαγγελματικά βέβαια δεν ήξερε την εναγόμενη 1, αλλά ήξερε ότι ήταν πελάτιδα της ZEST η οποία ήταν αντιπρόσωπος της ενάγουσας. Οι εντολές δίδονταν από τον εναγόμενο 2 και σ' αυτό παραδίδονταν τα contract notes. Τον Σεπτέμβριο του 2000 για σκοπούς είσπραξης, έγινε διαχωρισμός των πελατών του εναγομένου 2 και του Λ. Τιμινή και ο καθένας απ' αυτούς ανέλαβε να εισπράξει τους δικούς του πελάτες. Άλλη σημαντική επισήμανση του μάρτυρα ήταν "ότι η εναγόμενη 1, με τον ένα ή άλλο τρόπο, εξόφλησε το χρεωστικό υπόλοιπο που δημιουργείτο στον λογαριασμό που διατηρούσαν οι ενάγοντες για αρκετό διάστημα και συγκεκριμένα από την πρώτη προς όφελος της εκτελεσθείσα συναλλαγή που έγινε την 13.1.2000 μέχρι την 11.9.2000" (παράγραφος 11 της γραπτής του δήλωσης). Ο Στέλιος Χριστοδούλου, Γενικός Διευθυντής της ενάγουσας από τον Ιανουάριο του 2000 μέχρι τον Ιούνιο του 2003 ήταν ο Μ.Ε.
  8. Αναφέρθηκε στη συνάντηση που έγινε με τους εναγόμενο 2 και Λ. Τιμινή τον Σεπτέμβριο του 2000 με σκοπό την είσπραξη των χρεών των πελατών τους. Έγινε και δεύτερη συνάντηση για τον ίδιο σκοπό και τον Δεκέμβριο του
  9. Κατά τις συναντήσεις αυτές δεν αμφισβητήθηκε κανένα οφειλόμενο ποσό. Υπήρξε και νέος γύρος συναντήσεων μεταξύ Ιανουαρίου 2001 και Απριλίου
  10. Στο πλαίσιο αυτό ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να εξοφλήσει προσωπικά τα χρέη των συγγενικών του προσώπων και για τον σκοπό αυτό του έγιναν προτάσεις για δανειοδότηση με ευνοϊκούς όρους, αλλά οι προτάσεις αυτές ουδέποτε υλοποιήθηκαν. Άλλες επισημάνσεις του μάρτυρα ήταν ότι η συνεργασία της ενάγουσας ήταν με τη ZEST και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει αν η εναγόμενη 1 έδινε εντολές στον εναγόμενο 2 για τη διενέργεια των διαφόρων πράξεων. Ο τελευταίος μάρτυρας που κλήθηκε από πλευράς ενάγουσας ήταν ο υπάλληλος του Χρηματιστηρίου, Παναγιώτης Χριστοφόρου (Μ.Ε.5). Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε στις ακολουθητέες διαδικασίες στο Χρηματιστήριο κατά τον ουσιώδη χρόνο και μετέπειτα και στα διάφορα προβλήματα που ανέκυψαν λόγω του μεγάλου όγκου χρηματιστηριακών πράξεων. Τόνισε ότι η υποχρέωση ηχογράφησης των εντολών επενδυτών για τη διενέργεια εκ μέρους τους χρηματιστηριακών πράξεων εισήχθη με εγκύκλιο του χρηματιστηρίου στις 27.10.2000 (μετά δηλαδή την τέλεση της τελευταίας πράξης για λογαριασμό της εναγόμενης 1 στις 10.10.2000). Κατά τον επίδικο χρόνο η αγορά μετοχών γινόταν με "αέρα" χωρίς δηλαδή την προπληρωμή του τιμήματος των μετοχών. Άλλη επισήμανση του μάρτυρα ήταν ότι στάλθηκαν από το Χρηματιστήριο, στη διεύθυνση κατοικίας της εναγομένης 1 στο Καϊμακλί, επτά τουλάχιστον καταστάσεις λογαριασμού επενδυτή (όπως το τεκμήριο 51). Η πρώτη κατάσταση στάλθηκε στις 12.6.2002 και καμιά εξ αυτών δεν επιστράφηκε πίσω. Στον αντίποδα έδωσε μαρτυρία μόνο η εναγόμενη 1, Μέλπω Γρηγορίου. Αναγνώρισε την υπογραφή της επί των τεκμηρίων 1 και 21 διευκρινίζοντας ότι, κατά τις αρχές του 2000 ο σύζυγος της, της ανέφερε (χωρίς λεπτομέρειες) ότι η εταιρεία που διατηρούσε με τον Λ.Τιμινή (η ZEST), άρχισε επί προμηθείας συνεργασία με την ενάγουσα. Στο πλαίσιο αυτό της έφερε για υπογραφή στο σπίτι τα τεκμήρια 1 και 21 για να συμπεριληφθεί στο πελατολόγιο της ZEST, έτσι και έγινε. Απ' εκεί και πέρα το μόνο που έκαμε ήταν να δώσει τον Μάρτιο του 2000, £2000 στη ZEST για την αγορά μετοχών. Απ' ότι φαντάζεται οι μετοχές θα αγοράζονταν στο όνομα της. Η ίδια πάντως ουδέποτε ενδιαφέρθηκε ή είχε οποιαδήποτε ενεργό ανάμειξη με το θέμα. Ουδέποτε έδωσε εντολές για την αγορά συγκεκριμένων μετοχών, ούτε και γνώριζε ότι διενεργήθηκαν εκ μέρους της αγοραπωλησίες μετοχών. Τις επιταγές τις υπόγραψε μεν αλλά τούτο το έκαμε κατόπιν υπόδειξης του συζύγου της για να μπορέσει, όπως της είπε, να τις εξαργυρώσει. Δεν γνώριζε πάντως, πως, κάποιες επιταγές αφορούσαν μερίσματα μετοχών. Ουδέποτε έλαβε τα contract notes, τις καταστάσεις λογαριασμού ή τις επιστολές της ενάγουσας. Το ότι υπήρχαν μετοχές στο όνομα της το έμαθε μετά την καταχώρηση της αγωγής το
  11. Προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων των πελατών τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κα Μαλέκου και κ. Πέτσας ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατάθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Πέτσας στη δική του αγόρευση στάθηκε ιδιαιτέρως στο βάρος απόδειξης, επισημαίνοντας ότι ανεξαρτήτως κρίσης του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας της εναγόμενης 1, το βάρος είναι πάντοτε στους ώμους της ενάγουσας να αποδείξει την υπόθεση της, κάτι το οποίο, κατά την εισήγηση του, απέτυχε να πράξει στην προκειμένη περίπτωση. Επί των γεγονότων και αφού αναφέρθηκε αναλυτικά στη μαρτυρία ενός εκάστου των μαρτύρων, υποστήριξε ότι δεν καταδείχθηκε σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ των εναγομένων 1 και 2, ούτε και ότι η εναγόμενη 1 έδωσε προσωπικά οποιεσδήποτε εντολές στον εναγόμενο
  12. Επί τούτου υπογράμμισε ότι ο μόνος αντιπρόσωπος στην υπόθεση ήταν η ZEST και όχι ο εναγόμενος 2 και μάλιστα, ως οι ίδιοι οι μάρτυρες της ανέφεραν, η ZEST ήταν αντιπρόσωπος της ενάγουσας και όχι της εναγόμενης
  13. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε και στις νομικές αρχές που διέπουν την αυτοτέλεια μιας νομικής οντότητας. Τέλος αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που άπτονται αγωγής που έχει ως βάση υπόλοιπο λογαριασμού (όπως εδώ) σε αντίθεση με παραδεδεγμένου λογαριασμού (account stated) για να καταλήξει ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Η κα Μαλέκου υποστήριξε ότι η εναγόμενη 1 ουσιαστικά δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην εναντίον της απαίτηση. Στο πλαίσιο αυτό θεώρησε σωστό να κάμει αναφορά στο δικόγραφο της εναγομένης 1 και στις αρχές που αφορούν την νομική αρχή του κωλύματος (promissory estoppel) και του κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας (extrinsic evidence). Κατά την κα Μαλέκου η εναγόμενη 1 κωλύεται από το να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση για μια σειρά από λόγους τους οποίους παραθέτει (σελ.4 της αγόρευσης της), μεταξύ των οποίων, είναι η υπογραφή των τεκμηρίων 1 και
  14. Απ' εκεί και πέρα προέβη και αυτή σε εκτενή αναφορά στη δοθείσα μαρτυρία για να εισηγηθεί ότι όλοι οι μάρτυρες της ενάγουσας είναι αξιόπιστοι σε αντίθεση με την εναγόμενη 1 η οποία είναι αναξιόπιστη. Στη βάση αυτή ζήτησε την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση. Από πλευράς αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα πράγματα κατά την κρίση μου, έχοντας κατά νου τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης, είναι ξεκάθαρα. Την αλήθεια στο Δικαστήριο, κρινόμενοι τόσο ατομικά όσο και σε συνάρτηση, την είπαν οι μάρτυρες της ενάγουσας. Αν και ενδεχομένως οι Μ.E.1-4 να επέδειξαν υπερβάλλοντα ζήλο σε κάποια θέματα για να αναδείξουν την ευθύνη των εναγομένων, φρονώ πως κατά βάση και επί των ουσιωδών θεμάτων υπήρξαν ειλικρινείς και κρίνονται έτσι αξιόπιστοι. Όπως βέβαια ειλικρινής και αξιόπιστος κρίνεται και ο ανεξάρτητος μάρτυρας του Χρηματιστηρίου, Μ.Ε.
  15. Η εναγόμενη 1 από την άλλη ακολούθησε τακτική υπεκφυγής, άρνησης και άγνοιας παντός ουσιαστικού ζητήματος. Επέδειξε ολιγωρία, διστακτικότητα και αοριστία στον τρόπο που απαντούσε, στοιχεία που καταδεικνύουν αναξιοπιστία. Δεν αποκλείω βέβαια τον πρώτο λόγο στα ζητήματα επένδυσης να τον είχε όντως ο σύζυγος της, εναγόμενος
  16. Αυτό όμως πόρρω απέχει από τα όσα ισχυρίστηκε. Δεν πιστεύω ότι δεν γνώριζε τι συνέβαινε, αφού πέραν του μη πιστευτού και πειστικού τρόπου με τον οποίο το υποστήριξε, η περί του αντιθέτου μαρτυρία είναι καταπέλτης. Υπέγραψε το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 1) και το άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού (τεκμήριο 21). Κατάθετε χρήματα στον εν λόγω επενδυτικό λογαριασμό. Για σκοπούς εξαργύρωσης, υπέγραψε επιταγές που αντιστοιχούσαν σε κέρδος επί των πωλήσεων μετοχών (τεκμήριο 27) και μερίσματος (τεκμήρια 36). Επ' αυτού να σημειώσω ότι η δικαιολογία ότι τάχατες, απλά τις υπέγραψε για να τις εξαργυρώσει ο άντρας της, χωρίς να ξέρει η ίδια τι αφορούσαν, ουδόλως πείθει. Ομοίως δεν πείθει ότι, ουδέποτε έλαβε οποιοδήποτε contract note, οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού που στάλθηκαν στη διεύθυνση κατοικίας της (επτά τουλάχιστον) ως επίσης και τις επιστολές της ενάγουσας και των δικηγόρων της. Γενικά η μάρτυρας μου προξένησε κακή εντύπωση και απορρίπτω έτσι τη μαρτυρία της. Αν η υπόθεση κρινόταν στη βάση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, τα συμπεράσματα μου θα ήταν, συνακόλουθα της θετικής αξιολόγησης των μαρτύρων της ενάγουσας, ως η προσκομισθείσα μαρτυρία τους. Ωστόσο δεν μπορώ να προχωρήσω στην εξαγωγή ολοκληρωμένων και ουσιαστικών συμπερασμάτων, καθ' ότι, ως θα εξηγήσω στη συνέχεια, υπάρχει ένα άλλο μείζονος σημασίας ζήτημα, το οποίο αφ' εαυτού θα καθορίσει την τελική έκβαση της υπόθεσης. Για να φτάσω σ΄ αυτό θα καταπιαστώ πρώτα με τη νομική βάση της αγωγής. Η προβαλλόμενη νομική βάση της αγωγής, ως προκύπτει από το σώμα της Έκθεσης Απαίτησης, φαίνεται να είναι το υπόλοιπο λογαριασμού. Αυστηρώς ομιλούντες τέτοια βάση αγωγής δεν αναγνωρίζεται στο νομικό μας σύστημα (βλ. D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263). Μια γραπτή κατάσταση όπου είναι καταχωρημένες οι πιστωτικές και χρεωστικές πράξεις που κατ' ισχυρισμό οδηγούν σε τελικό χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού, δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαράγει η κατάσταση λογαριασμού, θα πρέπει να αποδειχθούν με μαρτυρία (βλ. A.l. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α,
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 734). Με άλλα λόγια οι εκάστοτε καταχωρήσεις (πράξεις) στον λογαριασμό, δηλαδή οι χρεοπιστώσεις που κατά καιρούς ανέκυψαν, καθίστανται επίδικες και θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να τεκμηριωθεί πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού, είναι αυθεντική και όχι παραποιημένη. Υπό αυτή την έννοια η πραγματική και ουσιαστική βάση της αγωγής είναι ατομικά η κάθε μια πράξη που οδήγησε σε αντίστοιχη καταχώρηση αλλά και συλλογικά όλες μαζί. Στην προκειμένη περίπτωση οι καταχωρήσεις (πράξεις) που αντικατοπτρίζουν το υπόλοιπο του λογαριασμού δεν είναι άλλες από τις αγοραπωλησίες των μετοχών. Η επίδικη περίοδος όπου έλαβαν χώρα αυτές οι πράξεις προσδιορίζεται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης ως "μεταξύ της περιόδου Ιανουαρίου του 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2000". Η προσκομισθείσα μαρτυρία όμως από πλευράς της ίδιας της ενάγουσας, τόσο η γραπτή (κίνηση διαθεσίμων-τεκμήριο 6) όσο και η προφορική (μαρτυρία Μ.Ε.1 και Μ.Ε.3) κατέδειξε ότι δεν παρέμεινε κανένα απολύτως χρεωστικό υπόλοιπο με το πέρας αυτής της περιόδου. Ο Μ.Ε.1 ήταν σαφής, αναφέροντας ότι στις 31.7.2000 ο λογαριασμός της εναγόμενης 1 παρουσίαζε μηδενικό υπόλοιπο (βλ. υπογράμμιση αποσπάσματος της μαρτυρίας του ανωτέρω). Το ίδιο και ο Μ.Ε.3, ο οποίος το επέκτεινε ακόμα περισσότερο, λέγοντας ότι ο λογαριασμός μέχρι και τις 11.9.2000 ήταν εξοφλημένος (βλ. υπογράμμιση αποσπάσματος της δικής του μαρτυρίας ανωτέρω). Τούτο εξάλλου προκύπτει ξεκάθαρα και από την κίνηση διαθεσίμων (τεκμήριο 6), όπου εμφαίνεται ανάληψη ενός ποσού £234,88 σεντ στις 13.9.2000 και ακολούθως το ανακύπτον υπόλοιπο του λογαριασμού να είναι μηδέν (0,00). Κατ' ακολουθία των πιο πάνω προκύπτει πως οι χρηματιστηριακές πράξεις, ασχέτως του κατά πόσο η εναγόμενη 1 έδωσε τις εντολές για εκτέλεση τους ή όχι, μέχρι και το τέλος του Ιουλίου του 2000 (και ακόμα πιο πέρα) που είναι και οι μοναδικές επίδικες με βάση την Έκθεση Απαίτησης είναι εξοφλημένες. Το γεγονός τούτο αφήνει το προσδιορισθέν υπόλοιπο λογαριασμού των £23,791,04 σεντ (η απλή παράθεση του οποίου επαναλαμβάνω, δεν αποδεικνύει και τη γνησιότητα του), δικογραφικά ακάλυπτο και αναπόδεικτο. H προσκομισθείσα μαρτυρία, προφορική και γραπτή που αφορά χρονολογικά μεταγενέστερες χρηματιστηριακές πράξεις και συγκεκριμένα εκείνη που άπτεται της αγοράς των μετοχών της Cytrustees τον Οκτώβριο του 2000, είναι εμφανώς εκτός δικογράφων. Καμία απολύτως αναφορά δεν υπάρχει στην Έκθεση Απαίτησης για τη διενέργεια αγοράς ή πώλησης μετοχών τον Οκτώβριο του 2000. Οι αρχές που σχετίζονται με την υποχρέωση αυστηρής προσήλωσης στα δικόγραφα είναι χιλιοειπωμένες και πασίγνωστες. Τις υπενθυμίζω όμως εν τάχει. Είναι θεμελιακή αρχή του δικαίου μας ότι τα δικόγραφα αποτελούν τη μοναδική βάση της δίκης. Στην υπόθεση Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, 839 η αρχή αυτή διατυπώνεται ως εξής: "H δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Η σημασία των εγγράφων προτάσεων συνοψίζεται στο απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd (Πολιτική Έφεση 7367, αποφασίστηκε στις 14/1/90 και θα δημοσιευτεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.):- "Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία (δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει). Ο επακριβής προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και είναι απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής."" Από τα πιο πάνω προκύπτει πως μαρτυρία που είναι ασυμβίβαστη με τα δικόγραφα, ούτε εξετάζεται ούτε μπορεί να γίνει δεκτή. Αν τέτοια μαρτυρία παρεισφρήσει στη δίκη, τότε το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης του την αγνοεί πλήρως (βλ. Πούρικκος v. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, Νικολάου v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 2088 και Χριστοφόρου v. Χαραλάμπους
(2002)1 Α.Α.Δ. 33). Ακολουθώντας επομένως τη διαχρονική γραμμή που έχει χαράξει η Νομολογία, η μαρτυρία που παρείσφρησε και στη παρούσα δίκη και αφορά χρηματιστηριακές πράξεις μετά τον Ιούλιο του 2000 και συγκεκριμένα αυτή που άπτεται της πλέον σημαντικής αγοράς μετοχών της Cytrustees τον Οκτώβριο του 2000, θα αγνοηθεί, γεγονός το οποίο ως προανέφερα, αφήνει το κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο λογαριασμού αναπόδεικτο και την αγωγή έκθετη σε απόρριψη. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις ήδη έχουν σφραγίσει την τύχη της υπόθεσης. Ωστόσο θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω πως ακόμα και αν η προαναφερθείσα μαρτυρία καλυπτόταν από τα δικόγραφα, πάλι υπάρχει διάσταση μεταξύ προσκομισθείσας κατά τη δίκη μαρτυρίας και της δικογραφημένης εικόνας που εκπέμπει η Έκθεση Απαίτησης. Συγκεκριμένα στην Έκθεση Απαιτήσεως (παράγραφος 2) αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 παρουσιάστηκε στους ενάγοντες ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1. Η μαρτυρία όμως ουδόλως κατέδειξε κάτι τέτοιο. Η μαρτυρία κατέδειξε ότι η ενάγουσα στη βάση σύστασης του Μ.Ε.3, ξεκίνησε συνεργασία επί προμηθείας τον 6/2000 με αναδρομική μάλιστα ισχύ από τον 3/2000 με την εταιρεία ZEST, τη διεύθυνση της οποίας είχαν από κοινού ο εναγόμενος 2 και ο Λ. Τιμινής. Η ZEST ως νομική οντότητα από τη μια και οι διευθυντές και μέτοχοι της ως φυσικά πρόσωπα από την άλλη δεν μπορούν να ταυτιστούν. Στα μάτια του Νόμου διακρίνονται και διατηρούν την αυτοτέλεια τους με ξεχωριστές υποχρεώσεις και δικαιώματα (βλ. Salοmon & Co. v. Salοmon [1897] A.C.22, Michaelides v. Gavrielides
(1980)1 C.L.R. 244, Bank of Cyprus Holding v. The Republic
(1985)3 C.L.R. 1883, N. M. Michaelides v. Michael James Hickman
(1988)1 C.L.R. 98, Metro Shipping & Travel Ltd. v. Global Cruises S.A.
(1989)1 C.L.R. 182, Eros Travel & Tours v. DEL Kirzis Tourist Enterprises Ltd
(1997)1(B) A.A.Δ. 712 και Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλής των Αντιπροσώπων,
(1997)3 Α.Α.Δ. 36). Συνεπώς, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ο εναγόμενος 2 αντιπρόσωπος και σ' ότι αφορά την ουσία, η εναγόμενη 1 αντιπροσωπευόμενη του, αφ' ης στιγμής η μαρτυρία δεικνύει πως ιδιότητα αντιπροσώπου κατείχε η ξεχωριστή νομική οντότητα ZEST και όχι ο εναγόμενος
  1. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Διαφάνηκε ότι η ZEST δεν ήταν αντιπρόσωπος της εναγόμενης 1 αλλά της ίδιας της ενάγουσας. Τούτο προκύπτει όχι μόνο από τη γενικότερη ροή των γεγονότων αλλά και από πλειάδα αναφορών των μαρτύρων που επανειλημμένως χαρακτήρισαν τη ZEST ως αντιπρόσωπο της ενάγουσας. Με βάση τις αναφορές, η ενάγουσα ακόμα και στις επίσημες αρχές του Χρηματιστηρίου, δήλωσε τη ZEST ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της. Το γεγονός ότι στην πορεία, για σκοπούς είσπραξης, έγινε διαχωρισμός των πελατών του εναγομένου 2 και του Λ. Τιμινή και ότι ο καθένας απ' αυτούς ανέλαβε να ασκήσει την επιρροή του επί των δικών του πελατών για είσπραξη των οφειλών, ουδόλως αλλάζει τα πράγματα. Ομοίως ακόμα και αν ο εναγόμενος 2 ανέλαβε να επωμισθεί τα χρέη των συγγενικών του προσώπων, γεγονός που δεν είναι πλέον επίδικο μετά την απόσυρση της εναντίον του υπόθεσης, αυτό, για σκοπούς του Νόμου, δεν τον καθιστά αντιπρόσωπο της εναγόμενης 1 και μάλιστα με αναδρομική ισχύ, ασχέτως του ότι πρόκειται για αντρόγυνο. Συνεπώς η διαγραφομένη θέση ότι η εναγόμενη 1 έδωσε εντολές στον αντιπρόσωπο της εναγόμενο 2 για τη διαβίβαση και εκτέλεση των εκάστοτε αγοραπωλησιών των μετοχών, δεν βρίσκει απήχηση στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Παρενθετικά σχολιάζοντας κάποιες νομικές θέσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου της ενάγουσας να επισημάνω τα εξής: Η αρχή του κωλύματος (promissory estoppel) στην μορφή που το επικαλέστηκε η συνήγορος, αποτελεί υπεράσπιση. Ως χαρακτηριστικά έχει λεχθεί σε αγγλική Νομολογία δύναται να χρησιμοποιηθεί "ως ασπίδα και όχι δόρυ" "as a shield and not a sword". Συνεπώς δεν είναι δυνατό να προβάλλεται εδώ από την ενάγουσα προς αποστέρηση της προβολής οποιασδήποτε υπεράσπισης από την εναγόμενη
  2. Παρομοίως ο κανόνας που αποκλείει την προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας (extrinsic evidence) δεν νομίζω να έχει οποιαδήποτε εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Ο κανόνας άπτεται της ερμηνείας συμβάσεων. Εδώ η αξίωση της ενάγουσας, δεν είναι στενά συμβατική, υπό την έννοια ότι η υποβληθείσα απαίτηση δεν εδράζεται αποκλειστικά στις υποχρεώσεις που αναφύονται από ένα και μόνο νομικό έγγραφο (σύμβαση). Το πληρεξούσιο έγγραφο (τεκμήριο 1) το οποίο επικαλέστηκε η συνήγορος ή και το οποιοδήποτε άλλο έγγραφο της υπόθεσης, δεν αποτελεί το στενό και περιοριστικό πλαίσιο βάσει του οποίου προβάλλει την απαίτηση της η ενάγουσα, έτσι ώστε να αποκλειόταν η προσαγωγή οποιασδήποτε εξωγενούς μαρτυρίας. Το πληρεξούσιο έγγραφο δεν παρείχε στην ενάγουσα, αυτόματα και αυτόδηλα, δικαίωμα αγοράς ή πώλησης μετοχών - χρειάζονταν επιπλέον εντολές. Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, το πληρεξούσιο έγγραφο αποτελεί απλώς ένα μέρος ένας ευρύτατου πλαισίου γεγονότων, τα οποία βέβαια μπορούσαν και έπρεπε να αποσαφηνιστούν με την προσαγωγή σχετικής μαρτυρίας. Προτού προχωρήσω στην απόρριψη της αγωγής, να επισημάνω κλείνοντας, πως, ακόμα και αν η ενάγουσα κινείτο στα πλαίσια του δικογράφου της και αποδείκνυε την κύρια απαίτηση της, το ποσό που θα της επιδικαζόταν θα ήταν το αντίστοιχο σε ευρώ του ποσού των £19.908,93 που αντιπροσωπεύει κατ' ουσία το τίμημα αγοράς των μετοχών της Cytrustees. Το υπόλοιπο μέχρι τις £23.791,04 συναποτελείται από έξοδα διαχείρισης (£390,61) και τόκους (£3.491,50). Οι χρεώσεις αυτές ήταν μονομερείς, αυθαίρετες και δεν έχουν αποδειχθεί. Έτσι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αποδοθούν. Τούτο ίσως να το αντιλαμβάνεται και η ίδια η ενάγουσα αφού σε παρόμοιας φύσεως υπόθεση απέσυρε αντέφεση κατά πρωτόδικης απόφασης όπου δεν της είχαν αποδοθεί ανάλογες χρεώσεις (βλ. Ελένη Κωνσταντίνου v. Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd, Πολιτική Έφεση 269/2008, ημερ.22.9.2011.) Εν όψει των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η απόρριψη εδράζεται κυρίως στην ανομοιομορφία του δικογράφου της ενάγουσας και της προσκομισθείσας από μέρους της μαρτυρίας και όχι στη δικαίωση των θέσεων της εναγόμενης 1, η οποία υπενθυμίζω κρίθηκε αναξιόπιστη, θεωρώ, αποκλίνοντας από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα συνήθως ακολουθούν το αποτέλεσμα, ότι, στην προκειμένη περίπτωση η κάθε πλευρά θα πρέπει να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Αυτή συνεπώς είναι και η διαταγή μου. (Υπ) .............................. Στ. N. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.