← Κύπρος

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Βασιλείου κ.α., Αρ. Αγωγής5341/96, 19 Ιανουαρίου, 2011

Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Ανδρέα Βασιλείου κ.α., Αρ. Αγωγής5341/96, 19 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A8 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 5341/96 Μεταξύ: Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ Εναγόντων και

  1. Ανδρέα Βασιλείου
  2. Δώρου Χαραλάμπους
  3. Χρίστου Κοντολέμη
  4. Πανίκου Πολυκάρπου
  5. Ανδρέα Κωνσταντίνου
  6. Nicos Anastasiou Motors Ltd Eναγομένων Ημερομηνία: 19 Ιανουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Κ. Καρατζής Για Εναγόμενο 5 : κ. Μ. Ιωάννου (για να ακούσει απόφαση, κα Ε. Ιωάννου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Mε την παλιά, αλλά και περίεργη αυτή υπόθεση, η οποία προχώρησε σε ακρόαση μετά τον παραμερισμό της απόφασης που παλαιότερα είχε εκδοθεί εναντίον του εναγομένου 5, οι ενάγοντες διεκδικούν από τον τελευταίο (ο οποίος από τώρα και στο εξής θα καλείται ο εναγόμενος), το ποσό που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, οφείλει ως εγγυητής σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ημερ. 18/9/1995, με το οποίο εγγυήθηκε ως ενοικιαγοραστή κάποιον Ανδρέα Βασιλείου για την ενοικιαγορά του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής DA
  7. Εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η θέση του εναγομένου, ο οποίος αρνείται ότι υπέγραψε το επίδικο συμβόλαιο και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τον Ανδρέα Βασιλείου, τον οποίο ούτε καν γνωρίζει. Ότι συνέβη σύμφωνα πάντα με τα όσα ισχυρίζεται είναι ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπέγραψε ως εγγυητής για την ενοικιαγορά του αυτοκινήτου με αριθμούς DA101, εγγυούμενος όμως ως ενοικιαγοραστή όχι τον Ανδρέα Βασιλείου, αλλά κάποιον Ιωάννη Μιχαήλ. Κατά την ακροαματική διαδικασία και προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων, κατέθεσαν η Γαλήνη Παμπόρη (Μ.Ε.1), ο Πάρης Ηρακλέους (Μ.Ε. 2), η Βασιλική Τζιάρα (Μ.Ε.3) και ο Πανίκος Σαββίδης (Μ.Ε.4). Για την υπεράσπιση εκτός από τον εναγόμενο, κλήθηκαν και κατέθεσαν προς υποστήριξη της εκδοχής του, οι τρείς από τους τέσσερεις συνεγγυητές του, δηλαδή οι Πανίκος Πολυκάρπου (Μ.Υ.2), ο Χρίστος Κοντολαίμης (Μ.Υ.4), ο Δώρος Χαραλάμπους (Μ.Υ. 5), καθώς και ο Ν. Νεοφύτου (Μ.Υ. 1). Μετά δε την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί προβάλλοντας ο καθένας αντίστοιχες θέσεις και επιχειρήματα. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) ΑΑΔ 454,, αλλά και το σύνολο της δοθείσας μαρτυρίας όπως αυτή είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και την οποία για το λόγο αυτό, δεν θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω, θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Οι Μ.Ε.1, 2 και 3 και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το άρθρο 25 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 όπως έχει τροποποιηθεί με το Νόμο 32
(1)/04, κατέθεσαν και υιοθέτησαν ως μέρος της κύριας εξέτασης τους, τις δηλώσεις τις οποίες ετοίμασαν για σκοπούς της υπόθεσης (Τεκμήρια Α, Β και Γ αντίστοιχα) και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου. Η μαρτυρία της Μ.Ε.1, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους ακόλουθους λόγους. Αντίθετα από τα όσα στη δήλωση της αναφέρει, ότι δηλαδή είναι σε θέση να δώσει «θετική μαρτυρία» για την υπόθεση, όπως διαφάνηκε στη συνέχεια από την αντεξέταση, για πάρα πολλά θέματα στα οποία είχε αναφερθεί και τα οποία είναι ουσιαστικής σημασίας, δεν είχε καμία απολύτως προσωπική γνώση. Αυτά ήταν όσα διαδραματίσθηκαν πριν τον Φεβρουάριο του 2003, χρόνο κατά τον οποίο η ίδια ενεπλάκη στο χειρισμό της υπόθεσης, όταν όπως η ίδια ανέφερε ανέλαβε μαζί με άλλους λειτουργούς το χειρισμό της. Αυτά είχαν σχέση με το εάν ο εναγόμενος υπέγραψε πράγματι το συμβόλαιο ενοικιαγοράς, ποιοί ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του και άλλα. Παρά το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή κατά την κύρια εξέταση της αναφέρθηκε σε αυτά με πλήρως θετικό τρόπο ως και να γνώριζε τι είχε συμβεί και μπορούσε να τα βεβαιώσει με άμεσο και θετικό τρόπο, δέχθηκε κατά την αντεξέταση, ότι τα όσα είχε αναφέρει για το προηγούμενο χρονικό διάστημα, προέκυπταν μόνο, από τις συνήθεις διαδικασίες που ακολουθούν οι ενάγοντες σε παρόμοιες περιπτώσεις. Σε κάποια άλλα δε σημεία, η μαρτυρία της, ήταν γενική και αόριστη. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν ρωτήθηκε να απαντήσει πότε και πως οι ενάγοντες κάλεσαν «επανειλημμένα» όπως η ίδια είχε αναφέρει τους εναγομένους να πληρώσουν. Αρχικά είπε ότι θα πρέπει να το διερευνήσει μέσω του αρχείου των εναγόντων και στη συνέχεια λέγοντας κατά λέξη «δεν μπορώ να απαντήσω στο παρών στάδιο». Με τον ίδιο αόριστο και ασαφή τρόπο απάντησε σε ερώτηση που της υποβλήθηκε για τις προσπάθειες που έγιναν για είσπραξη του χρέους και στην οποία επίσης είπε ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει. Και αυτά παρά το ότι ήταν όπως ανέφερε μία από τις λειτουργούς στην οποία είχε ανατεθεί ο έλεγχος και παρακολούθηση της συγκεκριμένης συμφωνίας ενοικιαγοράς και ήταν σε θέση όπως προέβαλε και προαναφέρεται να δώσει θετική μαρτυρία για την υπόθεση. Προέβαλε επίσης τη θέση ότι, ο εναγόμενος, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες επισκέφθηκε τους ενάγοντες στα γραφεία τους και στην παρουσία της, πρότεινε διάφορους τρόπους καταβολής κάποιων ποσών και απαλλαγής του από τις υποχρεώσεις εγγύησης. Προς επιβεβαίωση της θέσης της αυτής είπε ότι οι επισκέψεις αυτές του εναγομένου, είναι «καταγεγραμμένες σε γραπτή μορφή και αποτελούν εσωτερική αλληλογραφία των εναγόντων και βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης». Όμως παρά την επιμονή της στον ισχυρισμό της αυτό και παρά την έντονη αμφισβήτηση του από την υπεράσπιση, παρέλειψε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη γραπτή αυτή καταγραφή, ώστε να πείσει για την αλήθεια των όσων προέβαλε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία της, εκτός μόνο και σύμφωνα με τη δυνατότητα που προσφέρεται από τη νομολογία από το ότι οι ενάγοντες εκχώρησαν και μεταβίβασαν ολόκληρη την επιχείρηση και ιδιοκτησία τους στη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Ο Μ.Ε.2, μαζί με τη δήλωση την οποία ετοίμασε και κατέθεσε ως μέρος της κύριας του εξέτασης (Τεκμήριο Β), κατέθεσε και κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, συνοδευόμενη από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 (Τεκμήριο 6). Ούτε του μάρτυρα αυτού μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του για τους ακόλουθους λόγους. Ενώ στη γραπτή του δήλωση, αναφέρεται σε διάφορα θέματα που αφορούν την υπόθεση, ως ένας από τους λειτουργούς στον οποίο ανατέθηκε ο έλεγχος και η παρακολούθηση της επίδικης σύμβασης ενοικιαγοράς, αντεξεταζόμενος απέφευγε να απαντά επί των θεμάτων αυτών, λέγοντας ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει μόνο σε σχέση με την κατάσταση του λογαριασμού. Υπήρξε μάλιστα σε κάποιες στιγμές εριστικός και απόλυτος όταν εκαλείτο να απαντήσει επί άλλων, πλην της κατάστασης θεμάτων που σχετίζονται με την υπόθεση, όπως όταν ρωτήθηκε εάν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση του πρωτοφειλέτη. Παρά ταύτα σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης παρουσιάσθηκε απόλυτα βέβαιος ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν τη σύμβαση ενοικιαγοράς, έστω και αν δεν γνώριζε όπως είπε σε ποιά διεύθυνση είχε αποσταλεί η επιστολή τερματισμού. Παρά τη θέση που προέβαλε ότι ήλθε στο Δικαστήριο έτοιμος για να μαρτυρήσει επί της κατάστασης αυτής, επί της οποίας μάλιστα ανάφερε ότι είναι σε θέση να δώσει θετική μαρτυρία και να δώσει απαντήσεις για όλα τα θέματα που σχετίζονται με αυτή, όπως διαφάνηκε επίσης κατά την αντεξέταση, δεν είχε προσωπική γνώση για την κίνηση του λογαριασμού μέχρι και τις 14/2/2008, ημερομηνία κατά την οποία ανέλαβε καθήκοντα στην υπηρεσία διακανονισμού χρεών των εναγόντων. Δεν γνώριζε επίσης, ουσιώδη στοιχεία για την κίνηση του λογαριασμού και ούτε μπορούσε να υποστηρίξει με την απαιτούμενη θετικότητα τα όσα περιέχονται στην κατάσταση αυτή. Μια τέτοια περίπτωση, ήταν όταν ρωτήθηκε για πίστωση Λ.Κ.2.000= που φαίνεται να έγινε στις 11/2/1998. Αντί να απαντήσει με σταθερό και θετικό τρόπο, είπε μόνο, «από ότι ξέρω ήταν προιόν πλειστηριασμού», χωρίς όμως να αναφέρει πως το γνώριζε και να δώσει λεπτομέρειες για τον πλειστηριασμό. Σε ερώτηση επίσης κατά πόσο γνώριζε εάν οι εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν γραπτώς για τον πλειστηριασμό, αντί άλλης απάντησης είπε, «είπαμε θα απαντώ για τις καταστάσεις λογαριασμού». Σε άλλη περίπτωση όταν ρωτήθηκε ποιοί από τους εναγόμενους προέβησαν σε καταθέσεις στον επίδικο λογαριασμό, δεν ήταν και πάλι σε θέση να απαντήσει λέγοντας μόνο ότι, για τις καταθέσεις αυτές υπάρχουν σχετικά έντυπα που φυλάττονται σε αποθήκες. Ερωτώμενος τέλος για το συνολικό ποσό των τόκων που χρεώθηκε ο λογαριασμός, καθυστέρησε εμφανέστατα να απαντήσει, προφανώς σκεπτόμενος την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει, απαντώντας τελικά «είναι η διαφορά του υπολοίπου που φαίνεται στη τελευταία σελίδα στο τοκοφόρο υπόλοιπο». Η Μ.Ε.3, υπάλληλος επίσης των εναγόντων από το 1985, υπέγραψε το επίδικο συμβόλαιο εκ μέρους τους, μαζί με κάποιο άλλο συνάδελφο της. Η υπογραφή του συμβολαίου από την ίδια, έγινε στα γραφεία των εναγόντων, στην παρουσία κάποιου Γ. Μαυρομουστάκη και Κ. Σάββα, αξιωματούχων των εναγόντων, χωρίς την παρουσία κανενός από τους εγγυητές και ενώ το συμβόλαιο ήταν ήδη υπογεγραμμένο τόσο από αυτούς όσο και από τον πρωτοφειλέτη. Η μάρτυρας αυτή μου έκαμε καλή εντύπωση, αφού μαρτύρησε με σταθερό και θετικό τρόπο, χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρίας της, εκτός μόνο από το σημείο στο οποίο εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι ο εναγόμενος, «πρέπει» να υπέγραψε το επίδικο συμβόλαιο για τους λόγους που προέβαλε. Και αυτό γιατί όπως και η ίδια είπε δεν ήταν παρούσα κατά την υπογραφή του ούτε από τον εναγόμενο, ούτε και από τους λοιπούς και για το λόγο αυτό δεν ήταν δυνατό να γνωριζει και να βεβαιώσει για το τι πραγματικά έγινε. Τέλος και σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε. 4, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν αφορούσε τα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά σχετιζόταν με τη συνήθη πρακτική αποστολής της αλληλογραφίας που ακολουθούν οι ενάγοντες σε τέτοιες περιπτώσεις. Μη γνωρίζοντας τα γεγονότα αυτά, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει π.χ. γιατί ενώ η επιστολή ημερ. 28/3/1996 προς τον Α. Βασιλείου φαίνεται να απεστάλη στην οδό Γλάδστωνος 36, Μακεδόνας Κώρτ, Διαμ. 302, 3041 στη Λεμεσό, στο Τεκμήριο 6 που είναι η κατάσταση λογαριασμού που αφορά την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς, ως διεύθυνση του ιδίου, φαίνεται άλλη διεύθυνση και συγκεκριμένα η Αγίας Φυλάξεως 4Α, 3025 στη Λεμεσό. Ενόψει των πιο πάνω δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του, να βασισθώ σε αυτήν και να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα. Ο Μ.Υ.1, ισσιωτής αυτοκινήτων, μαρτύρησε τα όσα γνώριζε σε σχέση με κάποιες επιδιορθώσεις που έγιναν το 1995, στο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής DA101, όταν ο Ιωάννης Μιχαήλ το μετέφερε προς τούτο στο γκαράζ το οποίο διατηρεί. Ο μάρτυρας αυτός μαρτύρησε στο Δικαστήριο με αμεσότητα και σταθερότητα χωρίς κανένα ενδοιασμό και αμφιταλαντεύσεις, γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Προς υποστήριξη της εκδοχής του ο εναγόμενος κάλεσε ως μάρτυρες στο Δικαστήριο τα πρόσωπα τα οποία φέρονται ως συνεγγυητές του στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς (Μ.Υ.2, 4 και 5). Αυτοί παρόλο που αναγνώρισαν την υπογραφή τους στο συμβόλαιο αυτό, υποστήριξαν ότι, ουδέποτε εγγυήθηκαν ως πρωτοφειλέτη σε οποιοδήποτε συμβόλαιο ενοικιαγοράς τον Ανδρέα Βασιλείου, τον οποίο όπως όλοι επίσης βεβαίωσαν, ούτε καν γνωρίζουν. Ισχυρίσθηκαν επίσης ότι κατά το συγκεκριμένο χρόνο, αυτό που έπραξαν ήταν ότι, εγγυήθηκαν σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς κάποιον Ιωάννη Μιχαήλ, το ίδιο δηλαδή πρόσωπο το οποίο και ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι εγγυήθηκε. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς διαβεβαίωναν ότι το συμβόλαιο ενοικιαγοράς στο οποίο υπέγραψαν ως εγγυητές αφορούσε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο μάρκας Mercedes και με αριθμούς εγγραφής DA101, ενώ κάποιοι άλλοι μη ενθυμούμενοι όπως είπαν ακριβώς, μίλησαν μόνο για αυτοκίνητο Mercedes. Η μαρτυρία αυτή που θα πρέπει να λεχθεί ότι προσήχθη χωρίς ένσταση εκ μέρους των εναγόντων, αποτελεί εξωγενή μαρτυρία και γι' αυτό και παρά το ότι το ζήτημα δεν έχει εγερθεί, θα πρέπει να εξετασθεί, εάν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Α. Πέρδικου κ.α.,
(2006)1Β ΑΑΔ 1042, στην οποία γίνεται αναφορά σε παλαιότερη νομολογία, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου. Κατ' εξαίρεση στο γενικό κανόνα, εξωγενής μαρτυρία μπορεί να επιτραπεί κάτω από συγκεκριμένες εξαιρέσεις, όπως π.χ. για να αποδείξει την εγκυρότητα μιας συμφωνίας (Μαύρου ν. Θεοδώρου
(1984)1 C.L.R. 635), την πραγματική φύση της συναλλαγής (Kypio (I.T.H.) Company v. Kassapi [1980] 2 J.S.C. 259) και τη διφορούμενη ιδιότητα των συμβαλλομένων (Λοϊζίδου ν. Γεωργίου [1973] 9 J.S.C». Στην υπόθεση Polycarpou v. Polycarpou, 1982 CLR 182, λέχθηκαν από τον τότε δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, τα ακόλουθα, σε σχέση με την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας σε περίπτωση ισχυρισμού για έλλειψη αντιπαροχής: «
(1)I cannot subscribe to the proposition that, whenever the consideration given is made an issue in the case, extrinsic evidence becomes automatically admissible to vary or contradict the terms of a document on the subject. Such a wide exception would neutralize the rule against parol evidence and would reduce the value of a written record as an authentic guide to the terms of the transaction.
(2)In reconciling the rule with its exceptions, the Court must balance two considerations:- (
  1. a)The need for certainty in the management of the affairs of mankind, and (
  2. b)the need for the unobstructed pursuit of truth.
(3)The rule and the exceptions thereto may healthily co-exist after balancing the aforementioned considerations in a way that upholds, on the one hand, the efficacy of the rule, while leaving sufficient room to depart therefrom whenever the interests of justice so require. The answer lies in a logical co-ordination of the rule and the exceptions to it». Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο εναγόμενος τόσο με την υπεράσπιση του όσο και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, αμφισβήτησε έντονα την εγκυρότητα της σύμβασης ενοικιαγοράς. Προς απόδειξη δε της εκδοχής του προσήγαγε την πιο πάνω αναφερόμενη εξωγενή μαρτυρία, η οποία δόθηκε χωρίς καμία απολύτως ένσταση από τους ενάγοντες. Κρίνεται ότι από τη στιγμή που η εγκυρότητα του συμβολαίου έχει αμφισβητηθεί, η εξωγενής μαρτυρία που προσήχθη, δόθηκε χωρίς καμία απολύτως ένσταση, υποβλήθηκαν δε οι μάρτυρες και σε αντεξέταση σε σχέση με αυτή, ότι καμία εισήγηση δεν έγινε για την μη αποδοχή της μαρτυρίας αυτής, λαμβάνοντας επίσης υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι δηλαδή όλοι οι φερόμενοι ως εγγυητές, πλην ενός ο οποίος δεν κλήθηκε και δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας, προέβαλαν την ίδια εκδοχή, καθώς επίσης και την ανάγκη για αποκάλυψη της αλήθειας, θεωρώ ότι η εξωγενής αυτή μαρτυρία, θα πρέπει να γίνει αποδεκτή και γι' αυτό θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της. Ο Μ.Υ 2 μαρτύρησε με ειλικρίνεια στο Δικαστήριο και γι' αυτό αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του. Το γεγονός ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αρκετά πράγματα για την υπόθεση, γεγονός που ο ίδιος απέδωσε στη λήψη πολλών φαρμάκων που λαμβάνει, δεν αλοίωσε καθόλου τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για το μάρτυρα, αφού ήταν προφανές από την όλη στάση και συμπεριφορά του ότι αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα ηθελημένης προσπάθειας για απόκρυψη της αλήθειας, αλλά μόνο της γνήσιας έλλειψης μνήμης. Τέτοιο στοιχείο που δεν μπορούσε να θυμηθεί ήταν ο αριθμός εγγραφής του αυτοκινήτου για την ενοικιαγορά του οποίου υπέγραψε ως εγγυητής για το οποίο θυμόταν μόνο ότι ήταν μάρκας Mercedes, όπως ακόμα και το επίθετο του «Γιαννάκη του αστυνομικού», όπως πολλές φορές τον αποκάλεσε και τον οποίο εγγυήθηκε για την αγορά του αυτοκινήτου. Και ο Μ.Υ.4 δεν μπορούσε να θυμηθεί επακριβώς το τι είχε γίνει, επέμενε όμως και αυτός στη θέση ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τον Ανδρέα Βασιλείου, τον οποίο ούτε καν γνωρίζει. Παρά το ότι επίσης φάνηκε να μην θυμάται ή να μην γνωρίζει καν κατά πόσον εκδόθηκε απόφαση εναντίον του ή διάταγμα μηνιαίων πληρωμών ή ακόμα εάν η δικαστική απόφαση έχει εγγραφεί επί της ακίνητης του περιουσίας, εν τούτοις θεωρώ ότι και αυτός ήταν ειλικρινής επί των ουσιωδών και βασικών θεμάτων που αφορά η υπόθεση, γι' αυτό και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Και ο Μ.Υ. 5 επέμενε ότι υπέγραψε ως εγγυητής του Ιωάννη Μιχαήλ και όχι του Ανδρέα Βασιλείου. Θεωρώ ότι και αυτός επί των ουσιωδών θεμάτων που αφορά η υπόθεση μαρτύρησε την αλήθεια γι' αυτό και αποδέχομαι επίσης τη μαρτυρία του. Και τούτο παρά το ότι σε σχέση με τα μέτρα εκτέλεσης που ακολούθησαν της έκδοσης της απόφασης εναντίον του δεν ήταν καθόλου πειστικός. Παρακολουθώντας τον εναγόμενο να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου, επιμένοντας στη θέση ότι ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και ότι ουδέποτε εγγυήθηκε τον Ανδρέα Βασιλείου, τον οποίο όπως ισχυρίσθηκε, δεν γνωρίζει καν, έχω πεισθεί ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Ήταν επί του θέματος, απόλυτα σταθερός και πειστικός στα όσα ανέφερε και απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν, με αμεσότητα και ευθύτητα, χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό και κωλυσιεργία. Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η εκδοχή του αυτή, επιβεβαιώθηκε και από τους λοιπούς τρείς εγγυητές του επίδικου συμβολαίου ενοικιαγοράς, οι οποίοι κατέθεσαν ότι και οι ίδιοι κατά τον ίδιο χρόνο, εγγυήθηκαν σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς για το ίδιο αυτοκίνητο, αυτό με αριθμούς εγγραφής DA101, κάποιον Ιωάννη Μιχαήλ και όχι τον Α. Βασιλείου. Η πιο πάνω εντύπωση που σχημάτισα για τον εναγόμενο, δεν έχει κλονισθεί σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του και ούτε έχω αντιληφθεί οτιδήποτε ικανό να αλλοιώσει τη θετική εντύπωση που σχημάτισα γι αυτόν. Και αυτό παρά το ότι σε κάποιες στιγμές στην προσπάθεια του να δείξει πλήρη άγνοια για την απόφαση που είχε εκδοθεί εναντίον του και η οποία τελικά παραμερίσθηκε, απέφευγε να απαντά ευθέως στο Δικαστήριο. Μια τέτοια περίπτωση ήταν όταν με τη δικαιολογία ότι δεν θυμάται, δεν απάντησε σε ερώτηση που του υποβλήθηκε ότι μετά την έκδοση της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον του και στη συνέχεια παραμερίσθηκε, τον επισκέφθηκε κάποιος δικαστικός επιδότης, ονόματι Θωμά, με σκοπό να εκτελέσει writ, που είχε εκδοθεί εναντίον του. Όμως και παρά τα πιο πάνω, θεωρώ ότι στα ουσιώδη και σημαντικά για την υπόθεση σημεία, ήταν απόλυτα ειλικρινής και για τους λόγους αυτούς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά ή περί το 1995, ο εναγόμενος επισκέφθηκε στη Λεωφόρο Ομονοίας, τα γραφεία των Nicos Anastasiou Motors Ltd και υπέγραψε ως εγγυητής σε συμβόλαιο ενοικιαγοράς για το αυτοκίνητο μάρκας Mercedes, με αριθμούς εγγραφής DA101 και στο οποίο ενοικιαγοραστής φαινόταν κάποιος Ιωάννης Μιχαήλ, αστυνομικός στο επάγγελμα. Όλοι οι υπόλοιποι εγγυητές που παρουσιάζονται στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, πλην των Nikos Anastasiou Motors Ltd, κατά τον ίδιο χρόνο μετέβησαν στο ίδιο γραφείο με πρόθεση να εγγυηθούν ως ενοικιαγοραστή κάποιον Ιωάννη Μιχαήλ, αστυνομικό τότε στο επάγγελμα, για την ενοικιαγορά του ιδίου αυτοκινήτου. Δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αίτ. 531/05, ημερ. 13/12/2005, οι ενάγοντες εκχώρησαν και μεταβίβασαν ολόκληρη την επιχείρηση και ιδιοκτησία τους στη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Με το ίδιο επίσης διάταγμα εγκρίθηκε από το Δικαστήριο η διάλυση του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, χωρίς εκκαθάριση. Κατά το στάδιο της αγόρευσης του, ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου ως λόγο απόρριψης της αγωγής, το γεγονός ότι οι ενάγοντες είναι πλέον ανύπαρκτο πρόσωπο, αφού σύμφωνα με τη μαρτυρία που οι ίδιοι προσκόμισαν κατά την ακροαματική διαδικασία, διαφάνηκε ότι εκχώρησαν όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τους στη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Πράγματι οι ίδιοι οι μάρτυρες των εναγόντων (Μ.Ε.1, 3) μαρτύρησαν για τα πιο πάνω, κατατέθηκε δε, ως Τεκμήριο 1Α, αντίγραφο διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας, στην αίτηση αρ. 531/05, ημερ.13/12/2005, το οποίο μεταξύ άλλων διέταττε την παραχώρηση και/ή μεταβίβαση όλης της περιουσίας και όλων των περιουσιακών στοιχείων των εναγόντων, περιλαμβανομένων και όλων των συμβολαίων ενοικιαγοράς από τους ενάγοντες στη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, τη συνέχιση από τη τελευταία όλων των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν από και/ή εναντίον των εναγόντων. Εγκρίθηκε επίσης με το αναφερόμενο διάταγμα η διάλυση των εναγόντων χωρίς εκκαθάριση. Η διάλυση μιας εταιρείας, όπως και οι ενάγοντες, δεν οδηγεί στη κατάργηση του αγώγιμου δικαιώματος. Το δικαίωμα αυτό επιβιώνει και μια εκκρεμούσα διαδικασία μπορεί να συνεχισθεί με τη λήψη των κατάλληλων διαδικαστικών διαβημάτων (Δ.12 και 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας). Δεν μπορεί όμως στην περίπτωση διάλυσης μιας εταιρείας, όπως συνέβη με τους ενάγοντες να συνεχισθεί χωρίς τη λήψη οποιουδήποτε τέτοιου διαδικαστικού διαβήματος. Και αυτό γιατί δεν είναι νοητό μια εκκρεμούσα διαδικασία να συνεχίζεται από πρόσωπο που έπαυσε να υπάρχει και είναι πλέον ανύπαρκτο και κατ' ακολουθία δεν έχει καμία απολύτως νομική υπόσταση. Από τη στιγμή που το Ε.Δ. Λευκωσίας έχει εγκρίνει τη διάλυση των εναγόντων χωρίς εκκαθάριση, οι ενάγοντες έπαυσαν πλέον να υπάρχουν και να λειτουργούν ως νομική οντότητα. Γι' αυτό και θα έπρεπε να ληφθούν εκείνα τα διαδικαστικά διαβήματα που θα καθιστούσαν δυνατή τη συνέχιση της διαδικασίας, από το πρόσωπο το οποίο υποκατέστησε τους ενάγοντες, δηλαδή τη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Το γεγονός ότι το διάταγμα του Ε.Δ. Λευκωσίας διατάττει «την συνέχιση από και/ή εναντίον της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ πάντων των νομικών διαδικασιών που εκκρεμούν από και ή εναντίον του Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ», δεν διαφοροποιεί το ζήτημα, αφού η συνέχιση οποιασδήποτε διαδικασίας, διέρχεται πάντοτε μέσα από τις πρόνοιες των σχετικών κανονισμών και τη λήψη των κατάλληλων και αναγκαίων διαβημάτων. Ούτε επίσης και το γεγονός ότι όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου έχει εκδοθεί στις 27/3/07, διάταγμα για εκτέλεση της απόφασης που είχε εκδοθεί εναντίον όλων των εναγομένων προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, διαφοροποιεί το πρίσμα θεώρησης του ζητήματος. Από τη στιγμή που η απόφαση που είχε εκδοθεί παλαιότερα εναντίον του εναγομένου παραμερίσθηκε και διεξήχθη πλέον γι' αυτόν ακροαματική διαδικασία, ήταν πλέον απαραίτητο να ληφθούν τα πιο πάνω διαδικαστικά διαβήματα, αφού πλέον δεν ήταν θέμα εκτέλεσης απόφασης, αλλά συνέχισης μιας εκκρεμούσας διαδικασίας. Κρίνεται λοιπόν ότι με βάση όλα τα πιο πάνω και εφόσον οι ενάγοντες αποτελούν νομικό πρόσωπο για το οποίο έχει εκδοθεί διάταγμα διάλυσης χωρίς εκκαθάριση, η αγωγή θα πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί. Για την περίπτωση όμως που κριθεί ότι λανθάνομαι θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον οι ενάγοντες πέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει και το οποίο βεβαίως όπως συμβαίνει σε όλες τις αστικές υποθέσεις, περιορίζεται στην απλή πιθανολόγηση. Ο εναγόμενος, τόσο με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του, όσο και κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αμφισβήτησε ότι υπέγραψε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Από την αρχή μέχρι το τέλος αρνήθηκε την υπογραφή του και επέμενε ότι ουδέποτε εγγυήθηκε ως ενοικιαγοραστή τον Ανδρέα Βασιλείου. Με την άρνηση αυτή του εναγομένου, η υπογραφή ή όχι της επίδικης συμφωνίας ενοικιαγοράς από αυτόν, κατέστη το ουσιαστικότερο επίδικο θέμα, το βάρος απόδειξης του οποίου βαρύνει τους ενάγοντες (βλ. Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. E.T. Autospares Enterprises Ltd κ.ά.
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 843). Εξετάζοντας κατά πόσο οι ενάγοντες πέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που είχαν στους ώμους τους, κρίνεται ότι απέτυχαν να το πράξουν. Και αυτό γιατί όλοι οι μάρτυρες τους οποίους παρουσίασαν στο Δικαστήριο, δεν είχαν ουσιαστική εμπλοκή στην υπόθεση, ούτε και άμεση προσωπική γνώση για τα γεγονότα της υπόθεσης και ειδικότερα για την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου από τον εναγόμενο. Η κατάθεση χωρίς ένσταση της υπεράσπισης, αντιγράφου του συμβολαίου της ενοικιαγοράς, το πρωτότυπο αυτής κατατέθηκε στο στάδιο απόδειξης της υπόθεσης και βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης, δεν αλοιώνει το ζήτημα, αφού η ύπαρξη θετικής μαρτυρίας για την υπογραφή του συμβολαίου από τον εναγόμενο ήταν απολύτως απαραίτητη. Στην υπόθεση Autospares, πιο πάνω, τονίστηκε η αρχή ότι η μη υποβολή ένστασης στην κατάθεση ενός εγγράφου, το οποίο κατ' ισχυρισμό υπέγραψαν οι εφεσίβλητοι, δεν σημαίνει παραδοχή για οτιδήποτε. Η κατάθεση ενός εγγράφου που δεν είναι η ύπαρξη του που αμφισβητείται, δεν προωθεί αφ' εαυτής την υπόθεση των εφεσειόντων σε σχέση με το επίδικο θέμα. Τα όσα παρατηρήθηκαν στην υπόθεση αυτή, ισχύουν και στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένης της άρνησης των ισχυρισμών των εναγόντων από τον εναγόμενο από το στάδιο των δικογράφων καθώς επίσης και στη συνέχεια κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, οι ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους και ειδικότερα την εγκυρότητα του συμβολαίου και την υπογραφή του από τον εναγόμενο 5. Η κατάθεση και μόνο του αντιγράφου του επίδικου συμβολαίου, χωρίς άλλη ικανή μαρτυρία για απόδειξη των αμφισβητούμενων αυτών γεγονότων, δεν είναι αρκετή. Η μαρτυρία που οι ενάγοντες προσκόμισαν στο Δικαστήριο είναι ανεπαρκής και ανίσχυρη και δεν μπορεί με αυτήν να αποδειχθεί ότι όντως ο εναγόμενος υπέγραψε το επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και έχει κατά συνέπεια ευθύνη έναντι των εναγόντων. Όπως είναι προφανές από όλα όσα εκτίθενται πιο πάνω, η αγωγή θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγόντων και υπέρ του εναγομένου 5, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... ..... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Τράπεζα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.