← Κύπρος

Νέαρχου Τσιάταλου ν. Ιορδάνη Ιορδάνους, Αρ. Αγ.: 5546/2006, 19/01/2011

Νέαρχου Τσιάταλου ν. Ιορδάνη Ιορδάνους, Αρ. Αγ.: 5546/2006, 19/01/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 5546/2006 Μεταξύ: Νέαρχου Τσιάταλου από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Ιορδάνη Ιορδάνους από τη Λεμεσό Εναγομένου Ημερομηνία: 19/01/2011 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Νεοκλής Νεοκλέους. Για τον Εναγόμενο: κ. Ανδρέας Ιωάννου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή με κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο και αξιώνει εναντίον του εναγομένου αποζημιώσεις για κακόβουλη δίωξη και δυσφήμιση από πλευράς εναγομένου που έλαβε χώρα κατά ή περί την 05ην/10/2004 στη Λεμεσό. Επίσης, αξιώνει τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα, ο εναγόμενος κατά ή περί την 05ην/10/2004 αιφνίδια και με πρόθεση να πλήξει τον ενάγοντα και/ή κακόβουλα και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία και/ή υποψία, κατάγγειλε στην Αστυνομία ότι του απέσπασε το χρηματικό ποσό των £15,000 με ψευδείς παραστάσεις και συγκεκριμένα ότι ο ενάγοντας του πούλησε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΗΖP 270 ισχυριζόμενος ψευδώς ότι το εν λόγω αυτοκίνητο ήταν ιδιοκτησία του και δεν υπήρχε πρόβλημα για να του το μεταβιβάσει, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι το εν λόγω αυτοκίνητο δεν μπορούσε να το μεταβιβάσει γιατί στο πιστοποιητικό εγγραφής του υπήρχε όρος με τον οποίο απαγορεύετο να γίνει μεταβίβαση του αυτοκινήτου σε τρίτο πρόσωπο, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 31ης/12/2002 και της 30ης/12/

  1. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω καταγγελίας καταχωρήθηκε εναντίον του ενάγοντα η ποινική υπόθεση αρ. 1681/2005 Ε.Δ.Λεμεσού στην οποία ο ενάγοντας, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, αθωώθηκε. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος δεν είχε εύλογη ή πιθανή αιτία για να καταγγείλει τον ενάγοντα και να μαρτυρήσει ως παραπονούμενος στην πιο πάνω ποινική υπόθεση και ότι αυτό έγινε κακόβουλα από τον εναγόμενο παραθέτοντας λεπτομέρειες των γεγονότων και της κακοβουλίας του εναγομένου. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 05ην/10/2004 ο εναγόμενος εντός των γραφείων του Τ.Α.Ε. του Κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λεμεσού ψευδώς και κακόβουλα στην παρουσία του αστυνομικού αρ. 2192 Γ. Κωνσταντίνου και άλλων αστυνομικών τα ονόματα των οποίων είναι άγνωστα στον ενάγοντα, τον δυσφήμισε λέγοντας ότι «ο Ενάγοντας τον εξαπάτησε και του πούλησε ένα αυτοκίνητο που δεν επιτρέπετο να πωληθεί και του πήρε το ποσό των £15,000.». Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και παραθέτει τους δικούς του ισχυρισμούς αναφορικά με τα γεγονότα που περιβάλουν την πιο πάνω καταγγελία του στην Αστυνομία. Ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι υπήρχε βάσιμη υποψία για την πιο πάνω καταγγελία και με κανένα τρόπο αυτή δεν έγινε κακόβουλα και πέραν της πιο πάνω καταγγελίας, ο εναγόμενος δεν προέβηκε σε οτιδήποτε άλλο. Επίσης, αρνείται ότι δυσφήμισε τον ενάγοντα με οποιονδήποτε τρόπο. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατέθεσαν στο Δικαστήριο μόνο ο ενάγοντας (Μ.Ε.1) και ο εναγόμενος (Μ.Υ.1). Επίσης, κατατέθηκαν εκ συμφώνου δεκατέσσερα συνολικά τεκμήρια. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί και σημειωθεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Τόσο το τί ανέφεραν οι διάδικοι κατά την μαρτυρία τους όσο και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και θα ληφθούν υπόψη στην κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων. Σε αυτή θα αναφερθώ και στα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί για να διαφανούν και οι εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων. Προτού προβώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων θα αναφερθώ στα γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος των διαδίκων και τα οποία προκύπτουν είτε από ρητές παραδοχές στα δικόγραφα είτε από την στάση που τήρησαν κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και από μαρτυρία που προσφέρθηκε και παρέμεινε αναντίλεκτη καθώς επίσης και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν. Τα γεγονότα αυτά έχουν ως ακολούθως: O ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα είχε τη φήμη ενός φιλήσυχου, έντιμου, νομοταγούς πολίτη και οικογενειάρχη, ετύγχανε γενικής εκτίμησης και υπόληψης στο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον και γενικά στη κοινωνία, ήταν γεωργός στο επάγγελμα και διατηρούσε αγρόκτημα στην Επαρχία Λεμεσού. Από το 1987 μέχρι το 2002 ζούσε μόνιμα στην Αγγλία. Στις 21/05/2002 επαναπατρίσθηκε και έφερε μαζί του στην Κύπρο ένα αφορολόγητο αυτοκίνητο μάρκας Range Rover το οποίο ενέγραψε και πήρε τους αρ. εγγραφής HZP
  2. Δεν πλήρωσε το σχετικό φόρο γιατί ως επαναπατρισθείς είχε δικαίωμα να το χρησιμοποιεί ως αφορολόγητο. Κατά το Δεκέμβριο του 2003, o ενάγοντας πλήρωσε το σχετικό φόρο του εν λόγω οχήματος ύψους £7,080 διότι αποφάσισε να το πουλήσει και έκανε προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση μέσω πρακτόρων μεταπώλησης οχημάτων. Εκδόθηκε σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω οχήματος στο οποίο αναγραφόταν ο όρος ότι απαγορευόταν να γίνει η μεταβίβαση για διάστημα τριών χρόνων από 31/12/2002 έως 30/12/2005 και ότι το όχημα μπορεί να οδηγείται από τον ιδιοκτήτη ή τη σύζυγο του. Ο εναγόμενος ήταν επιχειρηματίας και γνωστός του ενάγοντα. Επίσης, η αδελφή του ενάγοντα βάφτισε την κόρη του εναγομένου. Στις 15/06/2004 συμφωνήθηκε όπως ο ενάγοντας πουλήσει το πιο πάνω όχημα στο εναγόμενο έναντι του τιμήματος των £15,
  3. Ο εναγόμενος κατέβαλε το πιο πάνω ποσό και ο ενάγοντας του παρέδωσε το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος, αποδείξεις πληρωμής του φόρου, υπογραμμένες φόρμες μεταβίβασης και την κατοχή του οχήματος και παραδίδοντας του τα κλειδιά. Παρόλα αυτά ο εναγόμενος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπόρεσε να μεταβιβάσει το πιο πάνω όχημα επ' ονόματι του, λόγω της ύπαρξης του πιο πάνω απαγορευτικού όρου. Ο εναγόμενος στις 6/10/2004 απέστειλε επιστολή στον ενάγοντα και στην σύζυγο του Έφη Τσιάταλου με την οποία τερμάτιζε την συμφωνία πώλησης του εν λόγω οχήματος και ζητούσε την επιστροφή του ποσού των £15,
  4. Περαιτέρω, στην επιστολή αυτή αναφερόταν ότι θα κατήγγελλε την υπόθεση στην Αστυνομία καθότι εξαπατήθηκε. Ο ενάγοντας και η σύζυγος του απάντησαν στην πιο πάνω επιστολή του ενάγοντα με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 25/10/2004 απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ισχυρίζονταν ότι καταχρηστικά κατήγγειλε την εν λόγω συμφωνία. Ο εναγόμενος στις 5/10/2004 προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του ενάγοντα διότι τον ξεγέλασε και του πούλησε το εν λόγω όχημα παίρνοντας από αυτόν το ποσό των £15,000 ενώ γνώριζε ότι υπήρχαν όροι και δεν μπορούσε να εγγραφεί επ' ονόματι του. Μετά από την πιο πάνω καταγγελία του εναγομένου, η Αστυνομία κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης συνέλαβε τον ενάγοντα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και πήρε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Επίσης, λήφθηκε από την Αστυνομία κατάθεση από κάποιο Αντρέα Αρέστη, Επιθεωρητή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και από κάποιο Νίκο Ψαρά, Τελωνειακό Λειτουργό. Ακολούθως, καταχωρήθηκε από την Αστυνομία η Ποινική Υπόθεση Αρ. 1681/2005 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον του ενάγοντα για την κατηγορία της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο ενάγοντας κατηγορείτο ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15ης και 16ης Ιουνίου του 2004 στη Λεμεσό με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό τη καταδολίευση του εναγομένου απέσπασε από αυτόν το χρηματικό ποσό των £15,000 παριστάνοντας του ότι μπορούσε να του μεταβιβάσει το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖP 270 ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι στο πιστοποιητικό εγγραφής υπήρχε όρος που απαγόρευε την εν λόγω μεταβίβαση για την περίοδο μεταξύ της 31ης/12/2002 και της 30ης/12/
  5. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην πιο πάνω ποινική υπόθεση ο ενάγοντας κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος για την πιο πάνω κατηγορία και κλήθηκε σε απολογία. Ακολούθως, το Δικαστήριο αθώωσε τον ενάγοντα. Επίσης, προκύπτει ότι ο εναγόμενος μαζί με την πρώην σύζυγο του Έλενα Τσουλόφτα, κατά τις 20/01/2005 καταχώρησαν στο Ε.Δ. Λεμεσού την αγωγή αρ. 308/2005 εναντίον του ενάγοντα και της συζύγου του Έφης Τσιάτταλου. Με την αγωγή αυτή αξίωναν δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος στην παρούσα αγωγή νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την συμφωνία πώλησης του οχήματος και επιστροφή του ποσού των £15,
  6. Τελικά, στις 05/07/2007 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην εν λόγω αγωγή προς όφελος του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και της συζύγου του, για πληρωμή του ποσού των £1,571.00 πλέον τόκους πλέον το ποσό των £716,50 έναντι των εξόδων πλέον Φ.Π.Α. και τόκους. Περαιτέρω, έγινε δήλωση ότι το επίδικο αυτοκίνητο ανήκει αποκλειστικά στον εναγόμενο στην παρούσα αγωγή, το οποίο τελικά ενεγράφηκε επ' ονόματι του καθότι είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα της απαγόρευσης που αναγραφόταν επί του τίτλου ιδιοκτησίας. Πέραν από τα πιο πάνω αντίθετες ήταν οι εκδοχές των διαδίκων αναφορικά με το τί διαμείφθηκε κατά την σύναψη της συμφωνίας, κατά πόσο ο ενάγοντας γνώριζε για τον συγκεκριμένο όρο στον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος και τί επακολούθησε μετά τη σύναψη της συμφωνίας και την καταβολή του τιμήματος πώλησης μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας του ενάγοντα στην Αστυνομία από τον εναγόμενο. Γι αυτό θα προχωρήσω στην κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων για να προβώ στα σχετικά ευρήματα. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή τους διάδικους όταν κατέθεταν ζωντανά από το εδώλιο του μάρτυρα και σε συσχετισμό με τον τρόπο που κατέθεταν και απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους λαμβάνοντας υπόψη και τα σχετικά τεκμήρια που κατατέθηκαν, θα προχωρήσω στην κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Επίσης, λαμβάνω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την αξιοπιστία ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Ο ενάγοντας γενικά δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Διέκρινα από τη μαρτυρία του μια αδιαφορία στο γεγονός ότι το όχημα που πούλησε στον εναγόμενο δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί. Θεωρούσε ότι από τη στιγμή που το πούλησε και το παράδωσε στον εναγόμενο δεν είχε σημασία κατά πόσο αυτό μπορούσε να εγγραφεί επ' ονόματι του ή όχι, ούτε τον ενδιέφερε. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί να επιστρέψει τα χρήματα στον εναγόμενο καθότι θεωρούσε ότι αυτός έπραξε ότι έπρεπε να πράξει πληρώνοντας τους αναγκαίους δασμούς και υπογράφοντας την φόρμα μεταβίβασης, αδιαφορώντας στην ουσία για την ύπαρξη του απαγορευτικού όρου στον τίτλο του οχήματος. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι δεν γνώριζε για τον απαγορευτικό όρο στον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος καθότι κανένας δεν τον είχε ενημερώσει γι αυτόν και ότι δεν το πρόσεξε ότι αναγραφόταν στον εν λόγω τίτλο. Ακόμη και να δεχθώ τη θέση του Ενάγοντα ότι κατά τη σύναψη της συμφωνίας δεν γνώριζε για την ύπαρξη του σχετικού απαγορευτικού όρου, η μετέπειτα συμπεριφορά του δείχνει ότι αδιαφορούσε για τον εν λόγω όρο και ότι εν πάση περιπτώσει δεν τον ενδιέφερε, δίνοντας την εντύπωση ότι σκοπός και πρόθεση του ήταν να πουλήσει το εν λόγω όχημα του ανεξάρτητα αν μπορούσε να μεταβιβαστεί ή όχι. Οι προσπάθειες που ισχυρίστηκε ότι έκανε για να μεταβιβαστεί το εν λόγω όχημα επ' ονόματι του εναγομένου, μετά που ο εναγόμενος του ανέφερε το πρόβλημα που υπήρχε, απέβησαν άκαρπες όπως έχει διαφανεί. Εντούτοις όμως, ο Ενάγων, όπως ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του, δεν ήταν διατεθειμένος να επιστρέψει το ποσό που πήρε από τον εναγόμενο ούτε να αποδεχθεί οποιοδήποτε τρόπο επίλυσης του προβλήματος αυτού επιρρίπτοντας μάλιστα ευθύνη και στον εναγόμενο ο οποίος δεν πρόσεξε την ύπαρξη του απαγορευτικού όρου στον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Από την άλλη ο ενάγοντας με την μαρτυρία του, προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι ο εναγόμενος αιφνίδια, κακόβουλα και άνευ εύλογης αιτίας τον κατάγγειλε στην Αστυνομία. Οι ισχυρισμοί του αυτοί όπως έχουν διατυπωθεί στην γραπτή του κατάθεση, η οποία αποτέλεσε ουσιαστικά την κυρίως του εξέταση, έχουν κλονιστεί κατά την αντεξέταση του και κάποιοι από αυτούς μάλιστα αναιρέθηκαν από τον ίδιο. Συγκεκριμένα, ανέφερε στην γραπτή του δήλωση ότι κατά την 5ην/10/2004 αιφνίδια και με πρόθεση να τον πλήξει κακόβουλα και χωρίς εύλογη αιτία, ο εναγόμενος τον κατάγγειλε στην Αστυνομία. Κατά την αντεξέταση του όμως, ερωτούμενος κατά πόσο ο εναγόμενος του είπε από πριν ότι θα έκανε καταγγελία στην Αστυνομία απάντησε «Ναι, μου το είπε». Επομένως, ο ενάγοντας γνώριζε ότι ο εναγόμενος θα προέβαινε σε καταγγελία στην Αστυνομία και αυτό δεν έγινε αιφνίδια και για άγνωστους για τον ενάγοντα λόγους. Επίσης, από την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο τους από αμφότερους τους διαδίκους, προκύπτει ότι το όχημα του ενάγοντα δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί πριν την 30ην/12/
  7. Σύμφωνα με τα όσα ο ενάγοντας ανέφερε, τους είπαν από το Τελωνείο, όταν το επισκέφθηκαν με τον εναγόμενο, ότι ο νόμος θα άλλαζε μέχρι τον Οκτώβριο του 2004 και θα μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση κάτι το οποίο όπως έχει διαφανεί δεν έγινε. Ισχυρίστηκε ο ενάγοντας ότι ο εναγόμενος τον κατάγγειλε πολύ καθυστερημένα και ο λόγος της καταγγελίας του ήταν ότι αρνήθηκε να του δανείσει χρήματα περί τον Σεπτέμβριο του 2004 και ότι επειδή ο εναγόμενος διαπίστωσε ότι το αυτοκίνητο ήταν οικονομικά ασύμφορο. Αν οι λόγοι της καταγγελίας ήταν αυτοί και μόνος σκοπός του εναγόμενου ήταν να πληγεί η φήμη του ενάγοντα, τότε ο εναγόμενος δεν θα ανέφερε στον ενάγοντα τί προτίθετο να πράξει. Ούτε θα γίνονταν προσπάθειες από πλευράς του εναγομένου μέσω του ενάγοντα, όπως ο ίδιος ανέφερε, για να γίνει κατορθωτή η μεταβίβαση. Η χρονική περίοδος που έγινε η καταγγελία συμπίπτει με την περίοδο στην οποία όπως ανέφερε ο ενάγοντας θα μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση και η οποία δεν έγινε. Είναι πιο λογικό η καταγγελία του ενάγοντα να έγινε καθότι διαφάνηκε ότι δεν μπορούσε να βρεθεί λύση στο πρόβλημα που υπήρχε με το αυτοκίνητο παρά για τους λόγους που ισχυρίστηκε ο ενάγοντας. Ο ενάγοντας προσπαθώντας να τεκμηριώσει το λόγο της καταγγελίας του από τον εναγόμενο, ότι το όχημα ήταν οικονομικά ασύμφορο, επικαλέστηκε μια δήλωση της πρώην γυναίκας του εναγόμενου ότι «το αυτοκίνητο ήταν φαγάνας». Η δήλωση αυτή είναι γενική και αόριστη και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε άλλο που να συνδέει αυτή τη δήλωση με την καταγγελία που έκανε ο εναγόμενος. Επίσης, είναι άγνωστο πότε έγινε αυτή η δήλωση από την πρώην σύζυγο του εναγομένου και υπό ποιές περιστάσεις. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στην εν λόγω δήλωση και ούτε μπορεί η δήλωση αυτή να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι αυτός είναι ο λόγος που έγινε η καταγγελία από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, ο ενάγοντας στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο για την κακοβουλία και την έλλειψη εύλογης αιτίας για την καταγγελία του εναγόμενου ανέφερε στη γραπτή του κατάθεση, ότι ο εναγόμενος ψευδώς τον κατάγγειλε ότι δεν ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος που του πούλησε. Κατά την αντεξέταση του δεν μπορούσε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του αυτό προβάλλοντας τη γενική και αόριστη θέση ότι η κυρία του εναγομένου είπε ότι το αυτοκίνητο μπορεί να είναι «κλεψιμιό». Το γεγονός αυτό δεν υποστηρίζει τον ισχυρισμό του ενάγοντα και επίσης ο εν λόγω ισχυρισμός διαψεύδεται και από την υπόλοιπη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, η καταγγελία που έκανε ο εναγόμενος φαίνεται στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 1) και στην οποία το παράπονο του ήταν ότι ο ενάγοντας του πούλησε το εν λόγω αυτοκίνητο ενώ γνώριζε ότι υπήρχε σε αυτό όρος που απαγόρευε την μεταβίβαση του. Επίσης, στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 1681/05 (τεκμήριο 12) ο εναγόμενος αυτή την συγκεκριμένη κατηγορία αντιμετώπισε και όχι ότι δήθεν πούλησε το εν λόγω αυτοκίνητο ενώ δεν ήταν ιδιοκτήτης. Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση ότι ο εναγόμενος τον δυσφήμισε εντός των γραφείων του Τ.Α.Ε. Λεμεσού στην παρουσία στο Αστ. 2192 Γ. Κωνσταντίνου και άλλων αστυνομικών, λέγοντας ότι τον εξαπάτησε και του πούλησε ένα αυτοκίνητο που δεν επιτρέπετο να πωληθεί και του πήρε το ποσό των £15,
  8. Κατά την αντεξέταση του όμως, ερωτούμενος για τον ισχυρισμό του αυτό με τις απαντήσεις που έδωσε, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι έγινε κάτι τέτοιο. Προέβαλε κάποιους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν υποστηρίζουν αυτά που ανέφερε στην γραπτή του κατάθεση. Ανέφερε ότι όταν τον κάλεσε η Αστυνομία και επισκέφθηκε τον Αστυνομικό Σταθμό παρών ήταν και ο εναγόμενος αλλά δεν του ανέφερε οτιδήποτε. Τον είδε να είναι στο διπλανό δωμάτιο και να μιλά με αρκετούς Αστυνομικούς και θεώρησε ότι είναι φίλοι του. Επίσης, παραδέκτηκε ότι το μόνο που έκανε στην Αστυνομία ο εναγόμενος ήταν να δώσει μια κατάθεση. Με αυτούς τους ισχυρισμούς δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος ανέφερε οτιδήποτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο πέραν από την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία. Επομένως, ο ισχυρισμός του ενάγοντα για δημοσίευση των πιο πάνω φράσεων που ανέφερε ότι εκστόμισε ο εναγόμενος στα γραφεία της Αστυνομίας, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Πέρα από τα πιο πάνω, ο ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε στο δικηγόρο του για την εκπροσώπηση του στην ποινική υπόθεση το ποσό των £2,
  9. Kατατέθηκε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 14 το οποίο είναι μια επιστολή ημερομηνίας 16/11/2006 στην οποία επισυνάπτεται αναλυτικός υπολογισμός των εξόδων του δικηγόρου του και με την οποία ζητείτο από τον ενάγοντα η εξόφληση τους. Αντεξεταζόμενος ο ενάγοντας κατά πόσο πλήρωσε αυτό το ποσό στο δικηγόρο του δεν μπορούσε να το βεβαιώσει με σαφήνεια. Ανέφερε ότι πλήρωσε στο δικηγόρο του κάποιο ποσό και αν δεν κάνει λάθος, αυτό των €2,
  10. Δεν είχε απόδειξη να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ενώ στην συνέχεια αναφέρθηκε και σε κάποια ποσά που πλήρωσε στην Αγ. Αρ. 308/
  11. Με την μαρτυρία αυτή του ενάγοντα δεν αποδεικνύεται με σαφήνεια το ποσό που κατέβαλε ο ενάγοντας στον δικηγόρο του ως έξοδα υπεράσπισης του στην εν λόγω ποινική υπόθεση και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε σχετικό εύρημα. Πρόκειται για συγκεκριμένο κονδύλι και ειδική ζημιά την οποία ισχυρίστηκε ότι υπέστη ο ενάγοντας συνέπεια της Ποινικής Υπόθεσης που καταχωρήθηκε εναντίον του και απαιτείται αυστηρή απόδειξη τέτοιας ζημιάς σύμφωνα με την νομολογία (βλ. Τηλεμάχου v. Παπακυριακού

(1986)1 Α.Α.Δ. 705, Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Η πιο πάνω μαρτυρία του ενάγοντα δεν είναι ικανή να αποδείξει το εν λόγω κονδύλι. Γενικά η μαρτυρία του ενάγοντα σε ουσιώδη σημεία της ήταν γενική και αόριστη και επίσης οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβλήθηκαν από τον ενάγοντα με την γραπτή του κατάθεση, δεν μπορούσαν να δικαιολογηθούν κατά την αντεξέταση του. Τα γεγονότα τα οποία ανέφερε κατά την αντεξέταση του προς υποστήριξη των θέσεων που πρόβαλε στην γραπτή του κατάθεση ήταν ασαφή και αστήρικτα και δεν δικαιολογούσαν τις αρχικές του θέσεις. Κρίνω ότι ο ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να εκθέσει με σαφήνεια και ειλικρίνεια όλα τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η καταγγελία του εναγομένου στην Αστυνομία ήταν κακόβουλη και έγινε άνευ λόγου και αιτίας με σκοπό να επιτύχει στην αγωγή του, χωρίς ωστόσο οι ισχυρισμοί του να μπορούν να γίνουν πιστευτοί εν όψει και της υπόλοιπης μαρτυρίας που έχει προσκομιστεί. Επίσης, κάποιες θέσεις που πρόβαλε δεν μπορούσαν να τεκμηριωθούν και από την ίδια την υπόλοιπη του μαρτυρία. Εν όψει των ανωτέρω, κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία του ενάγοντα και από αυτή να εξάξω τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Ως εκ τούτου την απορρίπτω. Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν κατά το στάδιο της αντεξέτασης του και οι απαντήσεις που έδινε ήταν σαφείς και ξεκάθαρες. Από την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, στο οποίο θα αναφερθώ κατωτέρω, κρίνω ότι ο εναγόμενος ήταν ειλικρινής και ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Αναφέρθηκε αρχικά στην σύναψη της συμφωνίας με τον ενάγοντα και ανέφερε ότι αυτή άρχισε με τη σύζυγο του ενάγοντα και την πρώην σύζυγο του ιδίου και συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε από τον ίδιο και τον ενάγοντα. Κατά τη σύναψη και ολοκλήρωση της συμφωνίας και όταν ο ενάγοντας του παρέδωσε όλα τα σχετικά έγγραφα για την μεταβίβαση του εν λόγω οχήματος επ' ονόματι του, ο ενάγοντας διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την μεταβίβαση του εν λόγω οχήματος μετά από σχετική ερώτηση του εναγομένου. Αντεξεταζόμενος, ο εναγόμενος κατά πόσο την ώρα εκείνη ο ενάγοντας του έδωσε την εντύπωση ότι γνώριζε για τον συγκεκριμένο όρο και του τον απέκρυψε, δεν δίστασε να απαντήσει «όχι». Επίσης, πιο κάτω κατά την αντεξέταση του και ερωτούμενος κατά πόσο ο ενάγοντας πίστευε ότι με τις αποδείξεις πληρωμής του δασμού δεν θα είχε κανένα πρόβλημα με την μεταβίβαση του οχήματος, ανέφερε «έτσι πίστευα διότι ήταν έντιμος άνθρωπος ο κ. Τσιάταλος». Οι πιο πάνω απαντήσεις του εναγομένου θεωρώ ότι φανερώνουν και την ειλικρίνεια του και ότι ήρθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια. Θα μπορούσε ο εναγόμενος στο σημείο αυτό να απαντήσει με διαφορετικό τρόπο έτσι ώστε να δικαιολογήσει το λόγο της καταγγελίας του στην Αστυνομία. Ο εναγόμενος επίσης, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια και σαφήνεια στα γεγονότα που επακολούθησαν αφού διαπίστωσε το πρόβλημα της μεταβίβασης του οχήματος επ' ονόματι του. Ο εναγόμενος κατέθεσε ότι ανέφερε το πρόβλημα στον ενάγοντα, ο οποίος του είπε ότι «δεν ξέρουν τη δουλειά τους» και ότι ο ενάγων του ζήτησε να του δώσει όλα τα έγγραφα για να διευθετήσει αυτός την μεταβίβαση μέσω κάποιου μεταπωλητή αυτοκινήτων. Για δύο μήνες περίπου, ο ενάγοντας του έδινε διάφορες δικαιολογίες. Αρχές Σεπτεμβρίου του 2004, ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να του επιστρέψει τα σχετικά έγγραφα και πήγε ο ίδιος ο εναγόμενος στο συγκεκριμένο πρόσωπο που του υπέδειξε ο ενάγοντας με σκοπό την επίλυση του προβλήματος. Όταν του πήρε όλα τα έγγραφα, το εν λόγω πρόσωπο ανέφερε στον εναγόμενο ότι δεν μπορεί να γίνει η μεταβίβαση καθότι υπάρχει ο σχετικός όρος. Μετά από αυτό επικοινώνησε ξανά με τον ενάγοντα ο οποίος του είπε ότι κάποιος φίλος του είπε ότι θα αλλάξει ο νόμος. Τότε ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα και πήγαν μαζί στο Τελωνείο για να βεβαιωθεί ότι πράγματι θα αλλάξει ο νόμος και δήλωσε ότι αν ήταν έτσι τα πράγματα τότε θα κρατούσει το αυτοκίνητο. Όταν επισκέφθηκαν με τον ενάγοντα το Τελωνείο, τους ανέφεραν ότι δεν θα αλλάξει ο νόμος και ούτε άλλαξε μέχρι σήμερα. Τότε, φεύγοντας από το Τελωνείο, ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να του επιστρέψει τα χρήματα του προτρέποντας τον να εξασφαλίσει τα χρήματα με συμφωνία ενοικιαγοράς από τράπεζα, αφού ο ενάγοντας δεν τα είχε και τα ξόδεψε. Ο ενάγοντας απέρριψε την πρόταση του εναγομένου και του είπε ότι «εγώ το πούλησα, δεν με ενδιαφέρει». Κατόπιν, ο εναγόμενος είπε στον ενάγοντα ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία καθότι του πούλησε το εν λόγω όχημα το οποίο δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί επ' ονόματι του. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ανέφερε ότι έκανε και προσπάθειες μέσω της αδελφής του ενάγοντα για να βρεθεί κάποια λύση πριν προβεί στην καταγγελία στην Αστυνομία χωρίς αποτέλεσμα για τους λόγους που εξήγησε. Μετά από τα πιο πάνω επισκέφθηκε το δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 6/10/2004 (τεκμήριο 5). Αυτό έγινε πριν προβεί στην σχετική καταγγελία και αφού ενημέρωσε τον ενάγοντα γι αυτό. Το γεγονός ότι η επιστολή του δικηγόρου του φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας της καταγγελίας οφείλεται στο ότι καθυστέρησε ο δικηγόρος του να την αποστείλει. Η πιο πάνω μαρτυρία του εναγομένου όπως έχει αναφερθεί δείχνει την λεπτομερή και σαφή αναφορά του εναγομένου στα γεγονότα που διαδραματίστηκαν και συνάδει χρονολογικά και με την υπόλοιπη μαρτυρία και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβανομένων υπόψη όλων των ανωτέρω κρίνω αληθή και αξιόπιστη την μαρτυρία του εναγομένου και γι αυτό και την αποδέχομαι. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας των διαδίκων αλλά και από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους διαδίκους κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας τα πιο κάτω θα αποτελέσουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου επί των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. O ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, είχε τη φήμη ενός φιλήσυχου, έντιμου, νομοταγούς πολίτη και οικογενειάρχη, ετύγχανε γενικής εκτίμησης και υπόληψης στο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον και γενικά στη κοινωνία, ήταν γεωργός στο επάγγελμα και διατηρούσε αγρόκτημα στην Επαρχία Λεμεσού. Από το 1987 μέχρι το 2002 ζούσε μόνιμα στην Αγγλία. Στις 21/05/2002 επαναπατρίσθηκε και έφερε μαζί του στην Κύπρο ένα αφορολόγητο αυτοκίνητο μάρκας Range Rover το οποίο ενέγραψε και πήρε τους αρ. εγγραφής HZP
  1. Δεν πλήρωσε το σχετικό φόρο γιατί ως επαναπατρισθείς είχε δικαίωμα να το χρησιμοποιεί αφορολόγητο. Εκδόθηκε σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής του εν λόγω οχήματος στο οποίο αναγραφόταν ο όρος ότι απαγορευόταν να γίνει η μεταβίβαση για διάστημα τριών χρόνων από 31/12/2002 έως 30/12/2005 και ότι το όχημα μπορεί να οδηγείται από τον ιδιοκτήτη ή τη σύζυγο του. Κατά το Δεκέμβριο του 2003 πλήρωσε το σχετικό φόρο του εν λόγω οχήματος ύψους £7,080 διότι αποφάσισε να το πουλήσει και έκανε προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση μέσω πρακτόρων μεταπώλησης οχημάτων. Ο εναγόμενος ήταν επιχειρηματίας και γνωστός του ενάγοντα. Επίσης, η αδελφή του ενάγοντα βάφτισε την κόρη του εναγομένου. Κατόπιν διαπραγματεύσεων μεταξύ της συζύγου του ενάγοντα και της πρώην συζύγου του εναγομένου οι οποίες συνεχίστηκαν και ολοκληρώθηκαν μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου, συμφωνήθηκε στις 15/06/2004 όπως ο ενάγοντας πουλήσει το πιο πάνω όχημα του στο εναγόμενο έναντι του τιμήματος των £15,
  2. Ο εναγόμενος κατέβαλε το πιο πάνω ποσό και ο ενάγοντας του παρέδωσε το πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος, αποδείξεις πληρωμής του φόρου, υπογραμμένες φόρμες μεταβίβασης και τα κλειδιά του οχήματος και διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα με την μεταβίβαση του οχήματος επ' ονόματι του. Μερικές μέρες μετά ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι το εν λόγω αυτοκίνητο δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί επ' ονόματι του λόγω της ύπαρξης του πιο πάνω απαγορευτικού όρου. Ο ενάγοντας ζήτησε από τον εναγόμενο να του δώσει όλα τα σχετικά έγγραφα και υποσχέθηκε ότι θα διευθετούσε ο ίδιος την μεταβίβαση μέσω κάποιου μεταπωλητή αυτοκινήτων. Η μεταβίβαση καθυστερούσε και για διάστημα περίπου δύο μηνών ο ενάγοντας έδινε διάφορες δικαιολογίες στον εναγόμενο. Κατόπιν, ο εναγόμενος ζήτησε από τον ενάγοντα να του δώσει πίσω τα σχετικά έγγραφα και να του υποδείξει το συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο που θα αναλάμβανε την μεταβίβαση για να την διευθετήσει ο ίδιος. Όταν ο εναγόμενος επισκέφθηκε το εν λόγω πρόσωπο του ανέφερε ότι η μεταβίβαση δεν μπορεί να γίνει λόγω της ύπαρξης του συγκεκριμένου όρου. Τότε, ο εναγόμενος επικοινώνησε με τον ενάγοντα αναφέροντας του το γεγονός αυτό. Ο ενάγοντας του είπε ότι τον πληροφόρησε κάποιος φίλος του ότι ο νόμος θα αλλάξει και ότι θα μπορέσει να γίνει η μεταβίβαση περί τις αρχές Οκτωβρίου του
  3. Μετά από αυτό και κατόπιν απαίτησης του εναγομένου, αμφότεροι οι διάδικοι επισκέφθηκαν το Τελωνείο όπου τους αναφέρθηκε ότι ο νόμος δεν πρόκειται να αλλάξει και ότι η μεταβίβαση του οχήματος δεν μπορεί να γίνει πριν την λήξη της χρονικής περιόδου της απαγόρευσης. Φεύγοντας από το Τελωνείο, ο εναγόμενος πρότεινε στον ενάγοντα όπως προβεί σε συμφωνία ενοικιαγοράς για να εξασφαλίσει το ποσό των £15,000, αφού ο ενάγοντας δεν το είχε, μετά να του το επιστρέψει και να του δώσει πίσω το αυτοκίνητο. Ο ενάγοντας απέρριψε την πρόταση αυτή και του είπε ότι αυτός πούλησε το αυτοκίνητο, ότι δεν το θέλει πίσω και ότι θα μπορούσε και ο εναγόμενος να βρει κάποιο άλλο να το πουλήσει χάνοντας £2,000 - £3,
  4. Μετά από αυτό ο εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι θα τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Εν τω μεταξύ ο εναγόμενος έκανε προσπάθειες να βρεθεί κάποια λύση με τον ενάγοντα οι οποίες απέβησαν άκαρπες. Τότε, επισκέφθηκε το δικηγόρο του ο οποίος απέστειλε επιστολή στον ενάγοντα και στην σύζυγο του Έφη Τσιάταλου με την οποία τερμάτιζε την συμφωνία πώλησης του εν λόγω οχήματος και ζητούσε την επιστροφή του ποσού των £15,
  5. Περαιτέρω, στην επιστολή αυτή αναφερόταν ότι θα κατήγγελλε την υπόθεση στην Αστυνομία καθότι εξαπατήθηκε. Ο ενάγοντας και η σύζυγος του απάντησαν στην πιο πάνω επιστολή του εναγόμενου με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 25/10/2004 απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του εναγομένου ισχυριζόμενοι ότι ο εναγόμενος καταχρηστικά κατήγγειλε την εν λόγω συμφωνία. Ο εναγόμενος στις 5/10/2004 προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία, δίνοντας απλώς μια κατάθεση χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια εναντίον του ενάγοντα διότι τον ξεγέλασε και του πούλησε το εν λόγω όχημα παίρνοντας από αυτόν το ποσό των £15,000 ενώ γνώριζε ότι υπήρχαν όροι και ότι δεν μπορούσε να εγγραφεί επ' ονόματι του. Μετά από την πιο πάνω καταγγελία του εναγομένου, η Αστυνομία κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης συνέλαβε τον ενάγοντα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και πήρε από αυτόν ανακριτική κατάθεση. Περαιτέρω, λήφθηκε κατάθεση από την Αστυνομία από κάποιον Ανδρέα Αρέστη, Επιθεωρητή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και από κάποιο Νίκο Ψαρά, Τελωνειακό Λειτουργό. Ακολούθως, καταχωρήθηκε από την Αστυνομία η Ποινική Υπόθεση Αρ. 1681/2005 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον του ενάγοντα για την κατηγορία της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου ο ενάγοντας κατηγορείτο ότι μεταξύ των ημερομηνιών 15ης και 16ης Ιουνίου του 2004 στη Λεμεσό με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό τη καταδολίευση του εναγομένου απέσπασε από αυτόν το χρηματικό ποσό των £15,000 παριστάνοντας του ότι μπορούσε να του μεταβιβάσει το όχημα με αρ. εγγραφής ΗΖP 270 ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι στο πιστοποιητικό εγγραφής υπήρχε όρος που απαγόρευε την εν λόγω μεταβίβαση για την περίοδο μεταξύ της 31ης/12/2002 και της 30ης/12/
  6. Κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην πιο πάνω ποινική υπόθεση ο ενάγοντας κρίθηκε εκ πρώτης όψεως ένοχος για την πιο πάνω κατηγορία και κλήθηκε σε απολογία. Ακολούθως, το Δικαστήριο αθώωσε τον ενάγοντα. Περαιτέρω, ο εναγόμενος μαζί με την πρώην σύζυγο του Έλενα Τσουλόφτα κατά τις 20/01/2005 καταχώρησαν στο Ε.Δ. Λεμεσού την αγωγή αρ. 308/2005 εναντίον του ενάγοντα και της συζύγου του Έφης Τσιάτταλου. Με την αγωγή αυτή αξίωναν δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο εναγόμενος στην παρούσα αγωγή νόμιμα και δικαιολογημένα τερμάτισε την συμφωνία πώλησης του οχήματος και την επιστροφή του ποσού των £15,
  7. Τελικά, στις 05/07/2007 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση στην εν λόγω αγωγή προς όφελος του εναγομένου στην παρούσα αγωγή και εναντίον του ενάγοντα στην παρούσα αγωγή και της συζύγου του για πληρωμή του ποσού των £1,571.00 πλέον τόκους πλέον το ποσό των £716,50 έναντι των εξόδων πλέον Φ.Π.Α. και τόκους. Επίσης, έγινε δήλωση ότι το επίδικο αυτοκίνητο ανήκει αποκλειστικά στον εναγόμενο στην παρούσα αγωγή το οποίο τελικά ενεγράφηκε επ' ονόματι του το 2007 καθότι είχε παρέλθει το χρονικό διάστημα της απαγόρευσης που αναγραφόταν επί του τίτλου ιδιοκτησίας. Αιτίες αγωγής του ενάγοντα είναι το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης και το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Κακόβουλη Διώξη Το αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης περιλαμβάνεται το άρθρο 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  8. Το άρθρο αυτό έχει ως ακολούθως: «
  9. Kακόβουλη δίωξη συνίσταται στην πραγματική, κακόβουλη και χωρίς εύλογη και πιθανή αιτία έναρξης ή συνέχιση ανεπιτυχούς ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας κατά άλλου προσώπου, αν η διαδικασία αυτή- (α) προκάλεσε σκάνδαλο για την πίστη ή την υπόληψη του προσώπου αυτού ή πιθανή απώλεια της ελευθερίας του, και (β) κατέληξε, αν στην πραγματικότητα μπορούσε με τον τρόπο αυτό να καταλήξει, υπέρ του προσώπου αυτού: Noείται ότι καμιά αγωγή για κακόβουλη δίωξη δεν εγείρεται κατά οποιουδήποτε προσώπου για μόνο το λόγο ότι το πρόσωπο αυτό παρείχε πληροφορίες σε κάποια αρμόδια αρχή η οποία και άρχισε οποιαδήποτε διαδικασία». Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης όπως προκύπτουν από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου αλλά και έχουν εξηγηθεί από την νομολογία είναι ως ακολούθως: α) Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα. β) Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα. γ) Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας. δ) Κακοβουλία. ε) Ζημιά στον ενάγοντα συνέπεια της δίωξης. (βλ. Paikos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Mόδεστος Πίτσιλλος v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα και άλλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, Φυλακτή Αριστοδήμου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)1Α Α.Α.Δ. 728 και Μαρίνος Κώστα Κλεάνθους v. Mαρίνας Χρίστου Μιλτιάδους
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1111 και Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, para. 16-09). Θα εξεταστούν κατωτέρω κάθε μια από τις πιο πάνω προϋποθέσεις και θα αποφασιστεί κατά πόσο πληρούνται με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως έχουν διακριβωθεί. α) Έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα. O ενάγοντας έχει διωχθεί με την Ποινική Υπόθεση Αρ. 1681/05 Ε.Δ. Λεμεσού για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης. Η φύση του αδικήματος αυτού περιλαμβάνει και την απόδειξη πρόθεσης από τον ενάγοντα να καταδολιεύσει τον εναγόμενο και να τον εξαπατήσει. Σε αυτά τα πλαίσια το αδίκημα αυτό επηρεάζει την εντιμότητα και φήμη του ενάγοντα και ως εκ τούτου θεωρείται ότι ικανοποιεί την έννοια της «ποινικής δίωξης» στα πλαίσια του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. Το κρίσιμο ερώτημα όμως, στα πλαίσια της προϋπόθεσης αυτής, είναι κατά πόσο αυτή η ποινική δίωξη άρχισε από τον εναγόμενο. Με βάση τα πραγματικά γεγονότα η εν λόγω δίωξη καταχωρήθηκε και προωθήθηκε από την Αστυνομία, η οποία είναι η αρμόδια αρχή, κατόπιν καταγγελίας του εναγομένου, ο οποίος ήταν ο παραπονούμενος. Άρα το ζήτημα είναι κατά πόσο ο εναγόμενος μπορεί να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις υπεύθυνος για την έναρξη της, αφού κατήγορος ήταν η Αστυνομία και όχι ο ίδιος. Το θέμα αυτό αναλύεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, στην παράγραφο 16-11 και επόμενες με αναφορά και σε πρόσφατη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων. Στην παράγραφο 16-11 του εν λόγω συγγράμματος αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Το prosecute is to set the law in motion, and the law is only set in motion by an appeal to some person clothed with judicial authority in regard to the matter in question, and to be liable for malicious prosecution a person must at least be actively instrumental in so setting the law in motion. This involves "active steps" to ensure that a prosecution results.». Στην Martin v. Watson [1995] 3 All ER 559 ο ενάγοντας και η εναγόμενη είχαν διαφορές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η παραπονούμενη επανειλημμένα κατάγγειλε τον ενάγοντα για το αδίκημα που διώχθηκε και ήταν με την επιμονή της ίδιας που η υπόθεση προωθήθηκε στο Δικαστήριο. Σε προηγούμενες περιπτώσεις η καταγγελία της δεν προωθήθηκε. Κρίθηκε ότι ουσιαστικά ήταν αυτή η κατήγορος του ενάγοντα και όχι η αρμόδια αρχή που προώθησε την υπόθεση εναντίον του. Το σκεπτικό της πιο πάνω απόφασης είναι ότι αν αποδεικτεί ότι ο εναγόμενος ενέργησε με τέτοιο τρόπο υπό τις περιστάσεις με τον οποίο μπορεί να θεωρηθεί άμεσα υπεύθυνος για την έναρξη ποινικής διαδικασίας εναντίον του ενάγοντα από την αρμόδια κατηγορούσα αρχή, τότε μπορεί να θεωρηθεί ουσιαστικά ως κατήγορος ο ίδιος. Αυτό δεν σημαίνει όμως, ότι όποιος δίνει πληροφορίες στην Αστυνομία για την διάπραξη κάποιου ποινικού αδικήματος ή είναι μάρτυρας σε μια ποινική διαδικασία θα θεωρείται και κατήγορος. Η ευθύνη για την έναρξη της ποινικής διαδικασίας πρέπει να βαραίνει τον ίδιο και όχι να είναι το αποτέλεσμα αληθινής και ανεξάρτητης απόφασης από μέρους της Αστυνομίας. Η απόφαση της αρμόδιας αρχής για την έναρξη ποινικής διαδικασίας πρέπει να καθοδηγείται από την καταγγελία και επιμονή του παραπονούμενου, ο οποίος να είναι διατεθειμένος να μαρτυρήσει και να είναι αδύνατο για την αρμόδια αρχή να προβεί σε ανεξάρτητη κρίση επί της καταγγελίας. Το τεστ για το κατά πόσο ο εναγόμενος μπορεί να θεωρηθεί ως κατήγορος όπως έχει τεθεί από την Martin v. Watson (ανωτέρω) και έχει ερμηνευτεί και από μεταγενέστερη Αγγλική νομολογία (βλ. επίσης Μahon v. Rahn (No.2) [2000] 1 W.L.R. 2150, H v. AB [2009] EWCA Civ. 1092; The Times, October 28, 2009 και Ministry of Justice (Sued as Home Office) v. Scott [2009] EWCA Civ 1215), έχει ως ακολούθως: α) Ο εναγόμενος ψευδώς και κακόβουλα έδωσε πληροφορίες για ισχυριζόμενο αδίκημα σε αστυνομικό δηλώνοντας την πρόθεση του να μαρτυρήσει εναντίον του ενάγοντα και με τέτοιο τρόπο που να συμπεραίνεται ότι ο εναγόμενος επιθυμούσε και είχε σκοπό την έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του ενάγοντα, β) Οι περιστάσεις είναι τέτοιες που τα γεγονότα τα οποία αφορούν το ισχυριζόμενο αδίκημα είναι στην αποκλειστική γνώση του εναγομένου και είναι αδύνατο για τον αστυνομικό να διαμορφώσει ανεξάρτητη απόφαση για το ζήτημα και γ) η ενέργεια του εναγομένου πρέπει να αποδεικτεί ότι είναι τέτοια που αναπόφευκτα θα καταλήγει στην έναρξη ποινικής δίωξης ως αποτέλεσμα του παραπόνου του. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ο εναγόμενος προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του εναγομένου επειδή ο ενάγοντας γνώριζε ότι το όχημα του δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί καθότι υπήρχε σε αυτό ο σχετικός απαγορευτικός όρος, εντούτοις προχώρησε και του το πούλησε και απέσπασε από αυτόν το ποσό των £15,000. Ο εναγόμενος πέραν της πιο πάνω καταγγελίας δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή παραστάσεις στην Αστυνομία. Επίσης, δεν προκύπτει από την μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου να υπήρχαν οποιεσδήποτε διαφορές μεταξύ των διαδίκων στο παρελθόν. Η αστυνομία προέβηκε σε διερεύνηση της υπόθεσης και πήρε ανακριτικές καταθέσεις από τον ενάγοντα, κάποιον Αντρέα Αρέστη, Επιθεωρητή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών και κάποιο Νίκο Ψαρά, Τελωνειακό Λειτουργό. Προκύπτει δηλαδή, ότι η Αστυνομία διερεύνησε τη καταγγελία του εναγομένου και επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του ότι υπήρχε ο απαγορευτικός όρος στον εν λόγω τίτλο ιδιοκτησίας και ότι αυτό δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί. Περαιτέρω, διερεύνησε και τους ισχυρισμούς του εναγομένου και ότι αυτός κατέβαλε τους σχετικούς δασμούς του οχήματος πριν το πουλήσει στον εναγόμενο. Επίσης, ο εναγόμενος στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι δεν θυμάται αν του είπαν στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού όταν έφερε το όχημα του από την Αγγλία αν μπορεί να το πουλήσει ή ότι υπήρχαν όροι σε αυτό. Πέρα από τα πιο πάνω, έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω η στάση και συμπεριφορά του ενάγοντα τόσο κατά την ημέρα της συμφωνίας πώλησης του εν λόγω οχήματος αλλά και η μετέπειτα συμπεριφορά του μέχρι και την καταγγελία στην Αστυνομία. Από τα εν λόγω γεγονότα προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν προέβηκε σε καταγγελία στην Αστυνομία ψευδώς και κακόβουλα και χωρίς τουλάχιστον εύλογη αιτία. Πέραν τούτου, ναι μεν η καταγγελία του εναγόμενου μπορεί να θεωρηθεί ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην έναρξη της ποινικής διαδικασίας, δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί ότι η εν λόγω ποινική διαδικασία, υπό τις περιστάσεις, ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της εν λόγω καταγγελίας. Προκύπτει ότι η Αστυνομία αξιολόγησε την εν λόγω καταγγελία, διερεύνησε την υπόθεση και έλαβε υπόψη της και τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Κρίνω, με βάση το μαρτυρικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου, ότι η Αστυνομία διαμόρφωσε ανεξάρτητη κρίση επί των γεγονότων και ότι ήταν αυτή που προώθησε την ποινική δίωξη και όχι με την επιμονή και παρότρυνση του εναγομένου. Τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί της καταγγελίας του εναγομένου φαίνεται να αξιολογήθηκαν και επιβεβαιώθηκαν με άλλη μαρτυρία. Επίσης, οι ισχυρισμοί του εναγομένου όπως έχουν διαπιστωθεί φανερώνουν ότι υπήρχε εύλογη αιτία για την καταγγελία του, η οποία δεν διαπνεόταν από κακοβουλία και από αλλότρια κίνητρα. Υπό τις περιστάσεις και λαμβανομένων υπόψη όλων των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κατήγορος και κατ' επέκταση δεν προέβηκε ο ίδιος στην έναρξη της ποινικής δίωξης του ενάγοντα. Επομένως, κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να ικανοποιήσει την προϋπόθεση αυτή. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, θα προχωρήσω για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, να εξετάσω και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Κεφ. 148 οι οποίες πρέπει να πληρούνται για στοιχειοθέτηση της κακόβουλης δίωξης. β) Λήξη της ποινικής δίωξης υπέρ του ενάγοντα. Η Ποινική Υπόθεση Αρ. 1681/05 τελικώς απορρίφθηκε από το Δικαστήριο που την εκδίκασε και ο ενάγοντας αθωώθηκε. Το γεγονός αυτό ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή. γ) Έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας. Η προϋπόθεση αυτή κρίνεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης επί των οποίων αποφασίζει το Δικαστήριο για την ύπαρξη της ή όχι, λαμβάνοντας υπόψη κάποιους σχετικούς παράγοντες. Κριτήριο αποτελεί μεταξύ άλλων και το κατά πόσο, με βάση τα γεγονότα, ο εναγόμενος πίστευε ειλικρινά στην ενοχή του ενάγοντα όταν προέβαινε στην καταγγελία και είχε βάσιμους λόγους να πιστεύει σε αυτή. Στην Ηerniman v. Smith [1938] A.C. 305 λέχθηκε ότι «An honest belief in the guilt of the accused based upon a full conviction, founded upon reasonable grounds, of the existence of a state of circumstances which, assuming them to be true, would reasonably lead any ordinary prudent and cautious man, placed in the position of the accuser, to the conclusion that the person charged was probably guilty of the crime imputed.». Επίσης, μαρτυρία η οποία αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση είναι αρκετή για να ικανοποιήσει την ύπαρξη εύλογης και πιθανής αιτίας για την έναρξη ποινικής διαδικασίας. Δεν απαιτείται η ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας που να διασφαλίζει την καταδίκη αλλά ούτε και η πλήρης αξιολόγηση της υπεράσπισης του κατηγορουμένου και η κρίση της αξιοπιστίας της (βλ. Dawson v. Vansandau
(1863)11 W.R. 516, Coudrat v. Revenue and Customs Commisioners [2005] EWCA Civ 616 και Clerk & Lindsell on Torts, Twentieth Edition, para. 16-39 και 16-40. Ο εναγόμενος στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι είχε εύλογη και πιθανή αιτία όταν προέβηκε σε καταγγελία του ενάγοντα στην Αστυνομία. Ήταν ξεκάθαρο ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε ο σχετικός απαγορευτικός όρος στον τίτλο ιδιοκτησίας του οχήματος του ενάγοντα και ότι αυτό δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας ο ενάγοντας διαβεβαίωσε τον εναγόμενο ότι δεν θα υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα με την μεταβίβαση του εν λόγω οχήματος. Στην πορεία, όταν διαπιστώθηκε το πρόβλημα ο εναγόμενος ενημέρωσε τον ενάγοντα γι αυτό και παρά τις υποσχέσεις του ότι θα διευθετούσε το θέμα, εντούτοις αυτό δεν έγινε κατορθωτό και ο ενάγοντας δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεκτεί επιστροφή του οχήματος του και καταβολή των χρημάτων που εισέπραξε από τον εναγόμενο. Η όλη στάση και συμπεριφορά του όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, έδειχνε μια αδιαφορία και έλλειψη ενδιαφέροντος κατά πόσο το όχημα θα εγγραφόταν επ' ονόματι του εναγομένου ή όχι. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δημιουργούν την εντύπωση ότι ο ενάγοντας γνώριζε για την ύπαρξη του εν λόγω όρου και το μόνο που ήθελε ήταν να πουλήσει το αυτοκίνητο του αδιαφορώντας κατά πόσο αυτό θα μπορούσε να μεταβιβαστεί επ' ονόματι του εναγομένου ή όχι. Δεν εξετάζεται στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης η στοιχειοθέτηση του αδικήματος για το οποίο κατηγορήθηκε ο ενάγοντας. Ούτε θα αποφασιστεί κατά πόσο αυτός είχε πρόθεση να καταδολιεύσει τον εναγόμενο. Εξετάζεται κατά πόσο υπό τις περιστάσεις υπήρχε εύλογη αιτία να πιστεύεται από τον εναγόμενο όταν έκανε την καταγγελία ότι ο ενάγοντας ενήργησε με τον συγκεκριμένο τρόπο για τον οποίο είχε παράπονο. Όλα όσα έγιναν κατά τη σύναψη της συμφωνίας πώλησης του οχήματος αλλά και αυτά που επακολούθησαν, δικαιολογημένα δημιούργησαν την εντύπωση στον εναγόμενο ότι εξαπατήθηκε από τον ενάγοντα. Επίσης, προκύπτει ότι ο εναγόμενος κατά το χρόνο της καταγγελίας του στην Αστυνομία ειλικρινά πίστευε ότι ο σκοπός του ενάγοντα ήταν να πάρει από αυτόν το ποσό των £15,000 ανεξάρτητα από την ύπαρξη της δυνατότητας να μεταβιβαστεί το όχημα επ' ονόματι του ή όχι. Περαιτέρω, να αναφερθεί ότι στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 1681/05 Ε.Δ. Λεμεσού κρίθηκε ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή ήταν τέτοια που εκ πρώτης όψεως αποδείκνυε την κατηγορία που αντιμετώπιζε ο ενάγοντας γι αυτό και τον κάλεσε σε απολογία. Η μετέπειτα αθώωση του είχε να κάνει με την αξιολόγηση της όλης ενώπιον του εκδικάζοντος Δικαστηρίου τεθείσας μαρτυρίας και της υπεράσπισης του ενάγοντα καθώς επίσης και των μαρτύρων του. Το γεγονός ότι δεν αποδείκτηκε η κατηγορία δεν αναιρεί την ύπαρξη της εύλογης αιτίας για την καταγγελία του εναγομένου λαμβάνοντας υπόψη όλα τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση. Επομένως, συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι ο ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει και αυτή την προϋπόθεση που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης. δ) Κακοβουλία. Η προϋπόθεση αυτή πληρείται σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν είχε σκοπό να παρουσιάσει τον ενάγοντα ενώπιον του Δικαστηρίου για να αποδοθεί δικαιοσύνη αλλά για αλλότριους σκοπούς με μόνο στόχο την επιδίωξη καταδίκης του έναντι οποιουδήποτε τιμήματος. Πρέπει δηλαδή, ο εναγόμενος να διαπνέεται από αλλότρια κίνητρα και να ενεργεί όχι καλόπιστα αλλά εκδικητικά έναντι του ενάγοντα για να εξυπηρετήσει άλλους δικούς του σκοπούς. Για να αποδεικτεί η κακοβουλία του ενάγοντα απαιτείται δυνατή μαρτυρία που να συνηγορεί προς αυτή τη κατεύθυνση, όπως έλλειψη εύλογης και πιθανής αιτίας καταδίκης και ύπαρξη κάποιου κινήτρου από πλευράς εναγομένου. Στην Haddrick v. Heslop
(1848)12 Q.B. 267, για παράδειγμα, ο εναγόμενος ο οποίος είπε ότι κατηγορώντας τον ενάγοντα θα του έκλεινε το στόμα σε άλλη δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε, κρίθηκε ως καλή μαρτυρία απόδειξης της κακοβουλίας του. Επίσης, στην Α v. State of New South Wales [2007] HCA 10;
(2007)81 A.L..J.R. 763 o αστυνομικός που κατηγόρησε τον ενάγοντα για σεξουαλική παρενόχληση δύο νεαρών παιδιών είπε ότι αν εξαρτάτο από αυτόν δεν θα προέβαινε στην κατηγορία του, αλλά το έκανε κατόπιν πιέσεων από τους ανωτέρους του οι οποίοι του είπαν ότι αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση να κατηγορήσει τον ενάγοντα διότι αυτός ήταν υπάλληλος της υπηρεσίας της Αστυνομίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας αποφάσισε ότι αυτή η «πίεση» αποτελούσε μαρτυρία για την ύπαρξη αλλότριου κινήτρου και κατ' επέκταση κακοβουλίας στην βάση του ότι ο κύριος σκοπός του αστυνομικού δεν ήταν να παρουσιάσει τον κατηγορούμενο στη δικαιοσύνη αλλά να αποφύγει την κριτική ή ίσως να εξασφαλίσει την εύνοια των ανωτέρων του. Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να είναι ικανή να αποδείξει κακοβουλία εκ μέρους του εναγομένου, σε περίπτωση που θεωρείτο ότι αυτός ουσιαστικά ήταν ο κατήγορος. Τα γεγονότα δεν στοιχειοθετούν έλλειψη οποιασδήποτε εύλογης και πιθανής αιτίας για την καταγγελία του ενάγοντα στην Αστυνομία και την έναρξη της ποινικής υπόθεσης εναντίον του αλλά ούτε και έχει διαφανεί ότι ο εναγόμενος διαπνεόταν από οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Έχουν αναφερθεί τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στην εν λόγω καταγγελία και ακολούθως στην καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης τα οποία δεν αποκαλύπτουν ή δεν στοιχειοθετούν κακοβουλία εκ μέρους του εναγομένου. Το γεγονός της καταχώρησης της Αγ. Αρ. 308/05 Ε.Δ. Λεμεσού παράλληλα με την ποινική δίωξη με την οποία αξιωνόταν η επιστροφή του ποσού των £15,000, από μόνο του δεν είναι ικανό να αποδείξει κακοβουλία και ότι η καταγγελία του εναγόμενου στην Αστυνομία σκοπό και στόχο είχε την είσπραξη του εν λόγω ποσού και μόνο. Το παράπονο του εναγομένου ήταν ότι εξαπατήθηκε από τον ενάγοντα και είχε εύλογη αιτία να πιστεύει γι αυτό με τον τρόπο που εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα. Πέρα τούτου, δεν έχει διαφανεί ότι ο εναγόμενος είχε σκοπό να εκδικηθεί τον ενάγοντα, ούτε ότι στόχος του ήταν η καταδίκη του ενάγοντα επειδή δεν του είχε δανείσει χρήματα, όπως ήταν η θέση του ενάγοντα. Οι προσπάθειες του εναγόμενου πριν από την καταγγελία ήταν προς την κατεύθυνση εξεύρεσης λύσης της διαφοράς που προέκυψε με σκοπό την αποφυγή της καταγγελίας και δεν ήταν αυτοσκοπός του η καταδίκη του ενάγοντα χωρίς άλλο. Προέβηκε στην καταγγελία μετά από την στάση και συμπεριφορά που τήρησε ο ενάγοντας η οποία εύλογα του δημιούργησε την εντύπωση ότι σκοπός του ενάγοντα ήταν να εισπράξει το τίμημα του οχήματος ανεξάρτητα αν αυτό μπορούσε να μεταβιβαστεί επ' ονόματι του ή μπορούσε να χρησιμοποιηθεί νόμιμα από αυτόν. Υπό αυτές τις περιστάσεις θεωρώ ότι ο ενάγοντας απέτυχε να στοιχειοθετήσει με ικανοποιητική μαρτυρία την ύπαρξη οποιασδήποτε κακοβουλίας εκ μέρους του εναγομένου. ε) Ζημιά στον ενάγοντα συνέπεια της δίωξης. Σε περίπτωση που αποδεικνύονταν όλα τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της κακόβουλης δίωξης ο ενάγοντας θα έπρεπε να αποδείξει και τη ζημιά που υπέστη συνέπεια της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε εναντίον του. Τέτοια ζημιά είναι η βλάβη στη φήμη και αξιοπρέπεια του ατόμου, κίνδυνο στη ζωή ή σωματική του ακεραιότητα, την προσωπική του ελευθερία καθώς και ζημιά σε περιουσία (βλ. Φυλακτή Αριστοδήμου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Όπως εξηγείται και από τον Roch L.J. στην Thomson v. Commissioner of the Police of the Metropolis [1998] Q.B. 498: "Compensation for malicious prosecution has three aspects. First, there is the damage to a person's reputation. The extent of that damage will depend upon the claimant's actual reputation and upon the gravity of the offence for which he has been maliciously prosecuted. The second aspect is the damage suffered by being put in danger of losing one's liberty or of losing property. Compensation is recoverable in respect of the risk of conviction. McGregor on Damages 16th Edition paragraph 1862 considers that an award under this head is basically for injury to feelings, unless there has been a conviction followed by imprisonment. The third aspect is pecuniary loss caused by the cost of defending the charge." Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη για την παρούσα έχε τη φήμη ενός φιλήσυχου, έντιμου, νομοταγούς πολίτη και οικογενειάρχη, ετύγχανε γενικής εκτίμησης και υπόληψης στο οικογενειακό, επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον και γενικά στη κοινωνία, ήταν γεωργός στο επάγγελμα και διατηρούσε αγρόκτημα στην Επαρχία Λεμεσού. Από το 1987 μέχρι το 2002 ζούσε μόνιμα στην Αγγλία οπότε και επαναπατρίσθηκε και έκτοτε ζει μόνιμα στην Κύπρο. Επίσης, προκύπτει ότι η κατηγορία που αντιμετώπισε ο ενάγοντας ήταν αυτή της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Κατηγορήθηκε ότι απέσπασε με ψευδείς παραστάσεις το ποσό των £15,000 από τον εναγόμενο. Πρόκειται για σοβαρό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του ενάγοντα πιθανόν η επιβληθείσα ποινή να είχε αντίκτυπο στην προσωπική του ελευθερία. Περαιτέρω, το αδίκημα αυτό αφορά την φήμη και υπόληψη του ατόμου και στοιχειοθετείται με την απόδειξη ουσιαστικά της ανέντιμης συμπεριφοράς που υπέδειξε ο κατηγορούμενος έναντι του παραπονούμενου. Ο ενάγοντας αντιμετώπισε τον κίνδυνο καταδίκης του συνέπεια της εν λόγω ποινικής δίωξης κατόπιν δημόσιας ακροαματικής διαδικασίας με αντίκτυπο στην φήμη και υπόληψη του αλλά και την ταλαιπωρία του και την αγωνία για την έκβαση της δίκης. Με τα πιο πάνω δεδομένα, η προϋπόθεση αυτή του αδικήματος της κακόβουλης δίωξης θα ικανοποιείτο από τον ενάγοντα και θα δικαιούταν σε απόδοση γενικών αποζημιώσεων. Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων όπως έχουν αναφερθεί ανωτέρω, της κοινωνικής θέσης του ενάγοντα, της ταλαιπωρίας που υπέστη και τον κίνδυνο που διέτρεξε για καταδίκη καθώς επίσης και την έκταση της δυσφήμισης που υπέστη και την μείωση της αξιοπρέπειας του συνέπεια της δίωξης, θεωρώ ορθό όπως καθορίσω το ποσό των €5000 ως δίκαιες και εύλογες αποζημιώσεις τις οποίες θα δικαιούταν ο ενάγοντας σε περίπτωση που θα επιτύγχανε στην αγωγή του. Λαμβάνω επίσης, υπόψη μου και το γεγονός ότι ο ενάγοντας συνελήφθηκε κατόπιν δικαστικού εντάλματος σύλληψης κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. (βλ. ΜcGregor on Damages, Eighteenth Edition, para. 38-004 και 38-005 αναφορικά με τον υπολογισμό των αποζημιώσεων στην περίπτωση της κακόβουλης δίωξης). ΔΥΣΦΗΜΙΣΗ: O ενάγοντας στηρίζει την αγωγή του και στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης του (βλ. παράγραφο 16). Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να στοιχειοθετεί το εν λόγω αδίκημα ή τουλάχιστον που να αποδεικνύει την αναφορά ή δημοσίευση από τον εναγόμενο οποιωνδήποτε δυσφημιστικών λέξεων ή φράσεων σε τρίτα πρόσωπα πέραν της γραπτής καταγγελίας στην οποία προέβηκε στην Αστυνομία. Ο ενάγοντας ισχυρίστηκε με την Έκθεση Απαίτησης του ότι ο εναγόμενος εντός των γραφείων του Τ.Α.Ε. Λεμεσού ανέφερε στον Αστ. 2192 Γ. Κωνσταντίνου και στην παρουσία άλλων αστυνομικών τις λέξεις ότι «Ο Ενάγοντας τον εξαπάτησε και του πούλησε ένα αυτοκίνητο που δεν επιτρέπετο να πωληθεί και του πήρε το ποσό των £15,000.» Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τον ενάγοντα που να αποδεικνύει ότι έγινε η αναφορά αυτή από τον εναγόμενο στην παρουσία των συγκεκριμένων ατόμων που ισχυρίστηκε. Η μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν η αναφορά περί της δήλωσης αυτής από τον ίδιο τον ενάγοντα στην γραπτή του δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου, η μαρτυρία του οποίου όμως επί του ζητήματος αυτού απορρίφθηκε. Εν όψει των πιο πάνω δεν υπάρχει οποιαδήποτε βάση επί της οποίας το Δικαστήριο να μπορεί να εξετάσει το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης γι αυτό και αυτή η αιτία αγωγής του ενάγοντα θα πρέπει να αποτύχει. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω η παρούσα αγωγή θα πρέπει να αποτύχει και αποτυγχάνει. Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο (Υπογρ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / kakovouli dioxi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.