Νίκου Παντελάκη ν. Global Communications Ltd, Αρ. Αγωγής: 943/2005, 21 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 943/2005 Μεταξύ: Νίκου Παντελάκη Ενάγοντα και Global Communications Ltd Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.6.2009 Αίγλης Παντελάκη, διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Νίκου Παντελάκη Ενάγοντα και Global Communications Ltd Εναγομένων Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.9.2009 Αίγλης Παντελάκη, διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Νίκου Παντελάκη Ενάγοντα και G. E. Global Communications Ltd Εναγομένων και Τμήμα Οδικών Μεταφορών Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων Μεσεγγυούχων .......... Αίτηση ημερομηνίας 14.10.2010 για κατάσχεση εις χείρας τρίτου Ημερομηνία: 21 Ιανουαρίου 2011 Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα. Ε. Ερωτοκρίτου Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Αργυρού Για τους Μεσεγγυούχους - Τμήμα Οδικών Μεταφορών: Καμία Εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 19.3.2008 εκδόθηκε, μετά από ακρόαση, απόφαση υπέρ του Νίκου Παντελάκη και εναντίον της Global Communications Ltd για το ποσό των €39.637,80 πλέον τόκο προς 8 % ετησίως επ' αυτού από 21.2.2005 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα. Στις 23.6.2009 εκδόθηκε διάταγμα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με την απάλειψη του ονόματος του Ενάγοντα Νίκου Παντελάκη και αντικατάστασης του με το όνομα της Αίγλης Παντελάκη, διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Νίκου Παντελάκη. Στις 8.9.2009 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου της αγωγής ώστε το όνομα της Εναγομένης να τροποποιηθεί σε G.E. Global Communications Ltd. Κατόπιν μονομερούς αίτησης της Ενάγουσας - Αιτήτριας (στο εξής η «Αιτήτρια») ημερομηνίας 14.10.2010, στις 25.10.2010 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα (garnishee order nisi) με το οποίο το Τμήμα Οδικών Μεταφορών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων - Μεσεγγυούχοι (στο εξής οι «Μεσεγγυούχοι»), διετάσσονταν να μην αποξενώσουν το ποσό των Δολαρίων Η.Π.Α.$30,000. Μετά από σχετικές οδηγίες του Δικαστηρίου το διάταγμα ημερομηνίας 25.10.2010 επιδόθηκε τόσο στους Μεσεγγυούχους όσο και στην Εναγόμενη εταιρεία στις 27.10.2010 και 28.10.2010 αντίστοιχα. Κατά την εμφάνιση του στο Δικαστήριο στις 22.11.2010 ο αρμόδιος λειτουργός του Τμήματος Οδικών Μεταφορών δήλωσε ότι το τμήμα του δεν έχει ένσταση στην πληρωμή του ποσού των Δολαρίων Η.Π.Α $30,000 στην Ενάγουσα-Αιτήτρια, ενώ η πλευρά της Εναγομένης εταιρείας ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Ταυτόχρονα με την μονομερή αίτηση η Αιτήτρια καταχώρησε και αίτηση δια κλήσεως με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου όπως οι Μεσεγγυούχοι της καταβάλουν το ποσό των Δολαρίων Η.Π.Α.$30,000 έναντι του εξ αποφάσεως χρέους της Εναγομένης εταιρείας προς αυτήν. Η παρούσα αίτηση Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 4, 9, 14 και 73-81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.42, Δ.43, Δ.43Α, Δ.48 ΘΘ. 1-9 και Δ.64, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας, ημερομηνίας 14.10.2010, όπου αναφέρονται γεγονότα σχετικά με την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 19.3.2008, την καταχώρηση ενταλμάτων εκποίησης της κινητής περιουσίας της Εναγομένης εταιρείας και αίτησης εκκαθάρισής της, όπως επίσης στην καταχώρηση προηγούμενης παρόμοιας αίτησης και απόρριψής της από το Δικαστήριο και τέλος, γίνεται αναφορά στο σημερινό οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι από έρευνες οι οποίες έγιναν, έχει πληροφορηθεί ότι περί την 1.5.2010 η Εναγόμενη εταιρεία είχε να λαμβάνει από τους Μεσεγγυούχους το ποσό των Δολαρίων Η.Π.Α.$30,000 (η σχετική συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα σύμφωνα με το άρθρο 77 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Η στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας). Η Ένσταση της Καθ' ης η αίτηση Στις 17.12.2010 η Εναγομένη εταιρεία - Καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η Καθ' ης η αίτηση») καταχώρησε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 4, 9, 14 και 73 - 81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.15 ΘΘ. 1-4, Δ.39 Θ. 2, Δ.42, Δ.43, Δ.43Α, Δ.48 ΘΘ. 1-4, Δ.64 ΘΘ.1 και 2, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στα άρθρα 90-101 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία το Δικαστηρίου και στους κανόνες της επιείκειας. Οι κυριότεροι λόγοι της ένστασης μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (
- i)Η αίτηση της Αιτήτριας συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή δεδικασμένο. (
- ii)Η Αιτήτρια προέβηκε στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης χωρίς προηγουμένως να καταβάλει στους δικηγόρους της Καθ' ης η αίτηση τα έξοδα που αφορούσαν την αίτηση ημερομηνίας 21.4.2010, ως προβλέπεται δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.10.2010. (iii) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. (
- iv)H νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής αφού δεν βασίζεται επί του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14(Ι)/60, παράλειψη του οποίου θεωρείται θεμελιακή και δεν αποτελεί παρατυπία. (
- v)Πουθενά στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας δεν καθορίζεται το ισάξιο ποσό σε ευρώ του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ$30.000,00, του οποίου επιδιώκεται η κατάσχεση με την παρούσα αίτηση. (
- vi)Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. (vii) Η Καθ' ης η αίτηση έχει συνάψει πριν από την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος ημερομηνίας 25.10.2010, ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης (floating charge) το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα στην Marfin Λαϊκή Τράπεζα. (viii) Στις 26.8.2008 η Καθ' ης η αίτηση υπέγραψε συμφωνία με την Marfin Popular Bank Public Co. Ltd, με την οποία είχαν εκδώσει και καταθέσει χρεωστικό ομόλογο (debenture) προς το σκοπό εξασφάλισης ποσού πέραν των €45,000 την οποία είχαν εγγράψει, χαρτοσημάνει και δεόντως σφραγίσει με βάση το νόμο και τους κανονισμούς στον Έφορο Εταιρειών στις 29.8.2008. Η πιο πάνω Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του κ. Φρίξου Ηλιάδη, Γενικού Διευθυντή της Καθ' ης η αίτηση, ημερομηνίας 17.12.2010. Ακροαματική Διαδικασία και Αγορεύσεις Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων και των δυο πλευρών και καμία πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τις δυο πλευρές. Νομική Πτυχή Τα άρθρα 73-81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ρυθμίζουν τη διαδικασία εκτέλεσης απόφασης με κατάσχεση εις χείρας τρίτου. Ειδικότερα, το άρθρο 73 προβλέπει τα ακόλουθα: «73. Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες των άρθρων 82 και 87 του Μέρους VIII, όταν ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρο (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων, ασφάλειες για ποσό χρημάτων, αγαθά ή άλλη κινητή ιδιοκτησία που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους δύναται να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη δικαστική απόφαση με αίτηση του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, ένταλμα κατάσχεσης στα χέρια τρίτου με το οποίο το τρίτο αυτό πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εξεταστεί σχετικά με την ιδιοκτησία που έχει στα χέρια του και η οποία αναφέρεται στο ένταλμα και με το οποίο διατάσσεται να μην παραιτηθεί εν τω μεταξύ από τη φύλαξη αυτής. Το ένταλμα δεσμεύει την ιδιοκτησία του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους η οποία είναι στα χέρια του άλλου αυτού προσώπου για την ικανοποίηση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους κατά τον τρόπο που αναφέρεται πιο κάτω.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 78 του Κεφ. 6, το Δικαστήριο δύναται, αφού ακούσει όλα τα πρόσωπα που δυνατόν να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα, να διατάξει όπως οποιαδήποτε περιουσία που κατασχέθηκε, πληρωθεί στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση της απόφασης ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο.[i] Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Carna Plants Ltd v. Masalcha Brothers Ltd και άλλων
(1990)1 ΑΑΔ 28, η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γεγονός που συνάγεται αβίαστα από τις διατάξεις του άρθρου 78 του Κεφ.
- Προκύπτει, επίσης, από την εν λόγω απόφαση ότι σε αντίθεση προς την αγγλική νομοθεσία, το άρθρο 73 δεν περιορίζει την έκδοση μεσεγγύησης σε χρέη, αλλά η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου επεκτείνεται στην έκδοση διατάγματος σε σχέση με άλλες μορφές δικαιωμάτων σε αγαθά, χρήματα και εγγυήσεις για χρηματικά ποσά. Τέλος, καθορίζεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης είναι η ύπαρξη συμφέροντος του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελίδα 325, αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με τη φύση της διαδικασίας για κατάσχεση εις χείρας τρίτου: "
- Nature of garnishee proceedings. Garnishee proceedings are a process of enforcing a money judgment by the seizure or attachment of the debts due or accruing due to the judgment debtor which form part of his property available in execution. It is thus a species of execution upon debts, for which the ordinary methods of execution are inapplicable. By this process the court has power to order a third person to pay direct to the judgment creditor the debt due or accruing due from him to the judgment debtor, or as much of it as may be sufficient to satisfy the amount of the judgment and the costs of the garnishee proceedings. For this purpose the third person who is indebted to the judgment debtor is called the garnishee, the requisite proceedings are known as garnishee proceedings, and the order to attach the debt due or accruing due form the garnishee is called a garnishee order". Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα στις σελίδες 331 και 332, η διαδικασία κατάσχεσης εις χείρας τρίτου διαλαμβάνει δυο μέρη. Το πρώτο αφορά στην εξασφάλιση από τον εξ αποφάσεως πιστωτή μονομερούς διατάγματος (garnishee order nisi) το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο και τον καλεί να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία και ώρα κατά την οποία θα εξεταστεί το ζήτημα, ενώ στο μεταξύ διατάζεται να μην αποξενώσει το ποσό το οποίο αναφέρεται στο διάταγμα. Κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας εξετάζεται κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το ποσό το οποίο δεσμεύθηκε στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Υποδεικνύεται, μάλιστα στη σελίδα 337 ότι το Δικαστήριο έχει πάντοτε διακριτική ευχέρεια στην έκδοση του διατάγματος κατάσχεσης, είτε υπό τη μορφή του garnishee order nisi ή υπό τη μορφή του garnishee order absolute καθότι τέτοια διατάγματα εκδίδονται στη βάση των αρχών της επιείκειας. Σε σχέση με τη φύση της αίτησης για έκδοση διαταγμάτων μεσεγγύησης, σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Re Γενικός Εισαγγελέας (αρ. 2)
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 711: «Επισημαίνω εν πρώτοις ότι επρόκειτο περί εναρκτήριας διαδικασίας και όχι ενδιάμεσης παρ' όλον που άρχισε με μονομερή αίτηση (Βλ. την ανάλογη περίπτωση στην Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc., Πολ. Έφεση 9423, ημερ. 28.1.1999). Η αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, την ίδια την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης και όχι παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το ότι ακολούθησε του εντάλματος Δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση, που σημαίνει ότι επρόκειτο για ένταλμα nisi, δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας.» Η ακολουθητέα διαδικασία όπως καθορίζεται στο Μέρος VII στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, καθορίστηκε στην υπόθεση F. Hoffman - La Roche and Co A.G. v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited κ.α.
(1969)1 CLR
- Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 113 της απόφασης: «Section 73 to 81, Part VII of the Civil Procedure Law, Cap. 6, provide that, if an application for the issue of a writ of attachment is granted by the Court, a writ goes out to the third party (the garnishee) calling on him to appear before the Court and be examined regarding the money or other movable property in his hands which is alleged to be the property of, or due to, the judgment debtor. Under the provisions of section 74, that property becomes security in the hands of the garnishee, for the satisfaction of the claim of the judgment creditor. Finally, under section 78, the court after hearing all interested persons, may order that any part of the money attached shall be paid over to the judgment creditor in satisfaction of his judgment.» Εξέταση της αίτησης Στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας αίτησης θεωρώ ότι το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να αποφασιστεί είναι το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για πληρωμή του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ $30.000,00 από τους Μεσεγγυούχους στην Ενάγουσα. Η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται είναι όπως η Αιτήτρια είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. Στην προκειμένη περίπτωση, στην Ένορκη Δήλωσή της Αιτήτριας γίνεται αναφορά στην απόφαση ημερομηνίας 19.3.2008 και από την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση δεν προκύπτει αμφισβήτηση είτε της απόφασης, είτε του δικαιώματος της Αιτήτριας να εκτελέσει αυτή, όπως επίσης δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί εξόφλησης της απόφασης. Όπως, μάλιστα, υποδεικνύεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω) στη σελίδα 326: "
- When garnishee proceedings may be instituted. Garnishee proceedings may be instituted where a person, referred to as "the judgment creditor", has obtained a judgment or order for the payment of money by some other person, referred to as "the judgment debtor", not being a judgment or order for the payment of money into court. They may also be instituted by an assignee of a judgment debt, by the personal representatives of a deceased judgment creditor who have been made parties to the action in which the judgment or order in question has been given or made, and apparently by any person who is otherwise entitled to sue out a writ of fieri facias." Επομένως, στη βάση όλων των πιο πάνω, είμαι ικανοποιημένη ότι πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως χρεώστη και του μεσεγγυούχου. Αναφορά θα πρέπει να γίνει και πάλι στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω), όπου καταγράφονται τα ακόλουθα στην παράγραφο 528: "
- Relation of debtor and creditor must exist. Money in the hands of a third person, where the relation of debtor and creditor does not exist between him and the judgment debtor, cannot be attached." Στην υπό εξέταση αίτηση από την Ένορκη Δήλωση του κ. Φρίξου Ηλιάδη ημερομηνίας 17.12.2010 προκύπτει ότι στις 8.4.2004 η Καθ' ης η αίτηση είχε συνάψει συμφωνία με τους Μεσεγγυούχους διά της οποίας, μεταξύ άλλων, ανέλαβε τη συντήρηση (maintenance) των μηχανών έκδοσης και ακύρωσης εισιτηρίων λεωφορείων μέχρι 20.4.
- Περαιτέρω, στις 30.4.2010 η Καθ' ης η αίτηση προχώρησε στην τιμολόγηση της συντήρησης των εν λόγω μηχανών για το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ $30.000.00, που αποτελούν και το αντικείμενο κατάσχεσης στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Αναφέρεται, επίσης, ότι μέχρι σήμερα το εν λόγω ποσό δεν πληρώθηκε στην Καθ' ης η αίτηση, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τους Μεσεγγυούχους. Επομένως, πληρείται και η δεύτερη προϋπόθεση. Με βάση την τρίτη προϋπόθεση, θα πρέπει κατά την ημέρα της κατάσχεσης να υπάρχει κάποιο χρέος το οποίο δύναται να κατασχεθεί, δηλαδή να υπάρχει κάποιο υπαρκτό χρέος, το οποίο να αναγνωρίζεται από το νόμο ως χρέος, και όχι να είναι ένα ποσό που να δύναται να αποτελέσει χρέος ή μη. Όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω) στην παράγραφο 529 (σελίδα 329), εάν ο εξ αποφάσεως χρεώστης μπορεί να εναγάγει τον μεσεγγυούχο για το ποσό που του οφείλεται ώστε να το ανακτήσει, τότε υπάρχει χρέος που δύναται να κατασχεθεί. Από τα αμέσως πιο πάνω αναφερόμενα είναι πρόδηλο ότι ούτε και αυτή η προϋπόθεση έχει αμφισβητηθεί από την Καθ' ης η αίτηση. Σε κάθε περίπτωση, επί του θέματος υπάρχει και η θέση των Μεσεγγυούχων, αρμόδιος λειτουργός των οποίων εμφανίστηκε σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας και δήλωσε ότι η Καθ' ης η αίτηση έχει να λαμβάνει το ποσό αυτό και το Τμήμα Οδικών Μεταφορών δεν έχει ένσταση στην καταβολή του προς την Αιτήτρια (σχετική είναι επίσης η συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 15.4.2010, Τεκμήριο Η στην Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας). Εκείνο το οποίο εγείρεται από την Καθ' ης η αίτηση είναι ότι δεν έχει συμφέρον (is not beneficially interested) στο ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ $30.000,00, λόγω της ύπαρξης του χρεωστικού ομολόγου προς όφελος της Marfin Popular Bank Pubic Co. Ltd, όπως προβάλλεται στους λόγους ένστασης υπό στοιχεία Η και Θ στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Συγκεκριμένα, στην Ένορκη Δήλωση του κ. Φρίξου Ηλιάδη ημερομηνίας 17.12.2010 αναφέρεται ότι στα πλαίσια συμμόρφωσης της με τις πρόνοιες του συμβολαίου ημερομηνίας 8.4.2004 με τους Μεσεγγυούχους, η Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε στη σύναψη ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης (floating charge) το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα στη Marfin Popular Bank Pubic Co. Ltd με προσωπική εγγυήτρια την Διευθύντρια της Καθ' ης η αίτηση κα Gillian Eliades για το ποσό των €50.000 (σχετικά επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Θ). Περαιτέρω, αναφέρεται ότι στις 26.8.2008 η Καθ' ης η αίτηση υπέγραψε συμφωνία με την Marfin Popular Bank Public Co. Ltd., με την οποία είχε εκδώσει και καταθέσει χρεωστικό ομόλογο (debenture) προς το σκοπό εξασφάλισης ποσού όχι πέραν των €45.
- Η εν λόγω συμφωνία ημερομηνίας 26.8.2008 με την επισυνημμένη συμφωνία χρεωστικού ομολόγου (debenture) έχει εγγραφεί, χαρτοσημανθεί και δεόντως σφραγισθεί με βάση το Νόμο και τους Κανονισμούς στις 29.8.2008 και αντίγραφο της βρίσκεται στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών (αντίγραφο της συμφωνίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ι στην Ένορκη Δήλωση του κ. Φρίξου Ηλιάδη ημερομηνίας 27.12.2010). Επί του θέματος δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Αργυρού. Το γεγονός της σύναψης ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί της περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων από την Marfin Popular Bank Pubic Co. Ltd, δεν επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Αιτήτριας στα πλαίσια, τουλάχιστον, της παρούσας διαδικασίας. Όπως επεξηγείται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7, στις σελίδες 489 και 490 (παραγράφοι 824 και 825), η κυμαινόμενη επιβάρυνση (floating charge) συνιστά ουσιαστικά μια ασφάλεια προς τον πιστωτή, η οποία δεν τίθεται άμεσα σε λειτουργία, αλλά μέχρι τη στιγμή που θα μετατραπεί σε fixed charge, θα πρέπει να υφίσταται με τρόπο ώστε η χρεώστιδα εταιρεία να είναι σε θέση να διεξάγει τις εργασίες της, να πωλεί, ενοικιάζει, υποθηκεύει και γενικά να διαχειρίζεται την περιουσία της, να πληρώνει μερίσματα από τα κέρδη της και να πληρώνει τα χρέη της, ως εάν να μην υπήρχε η κυμαινόμενη επιβάρυνση. Εκείνο το οποίο υπογραμμίζεται, είναι ότι η κυμαινόμενη επιβάρυνση παραμένει ανένεργη μέχρι τη στιγμή που ο πιστωτής επιλέξει να εξασκήσει τα δικαιώματά του τα οποία προβλέπονται στη συμφωνία, οπότε και η χρεώστιδα εταιρεία δεν μπορεί να διαχειρίζεται με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία της παρά μόνο με βάση τους όρους του ομολόγου. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό που εγείρεται από την Καθ' ης η αίτηση σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Palmer's on Company Law (21η έκδοση, Stevens & Sons Limited), στη σελίδα 404: «EXECUTION CREDITORS. A floating charge is valid against execution creditors, save that if the execution creditor takes property in execution and completes the execution, e.g., by seizure and sale by the sheriff, or obtains a garnishee order absolute (but not a garnishee order nisi) before the charge crystallizes, he obtains priority. So also, if money is paid to the sheriff whilst the charge is a floating charge to induce him to refrain from selling property in his hands". Από τα γεγονότα που επικαλείται η Καθ΄ης η αίτηση, εκείνο το οποίο προκύπτει είναι μόνο η ύπαρξη του χρεωστικού ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης επί της περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προς τη Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιοδήποτε γεγονός από το οποίο να προκύπτει ότι το χρέος της Καθ' ης η αίτηση έχει καταστεί πληρωτέο ή απαιτητό ή ότι η Marfin έχει εξασκήσει τα δικαιώματά της δυνάμει του ομολόγου, με αποτέλεσμα η ύπαρξη και μόνο του ομόλογου να μην επηρεάζει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κρίνω, επομένως, ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ακολούθως, θα προχωρήσω να εξετάσω τους λόγους ένστασης που προβάλλονται από την Καθ' ης η αίτηση. Λόγοι Ένστασης Κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή δεδικασμένο Σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης, κρίνω ότι θα πρέπει κατ' αρχήν να γίνει αναφορά στα ακόλουθα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου και τις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν από αμφότερες πλευρές στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας: - Στις 21.4.2010 καταχωρήθηκαν αιτήσεις με τις οποίες επιδιώκετο η έκδοση διαταγμάτων της φύσης garnishee order nisi και garnishee order absolute (στο εξής η «πρώτη διαδικασία») σε σχέση με το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ $30.000,00, που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας αίτησης. - Στις 5.1.2010 καταχωρήθηκε από πλευράς της Αιτήτριας η αίτηση υπ. αριθμό 5/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με την οποία η Αιτήτρια ζητούσε όπως η Καθ' ης η αίτηση εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 (στο εξής η «Αίτηση Εκκαθάρισης»), αναφορικά με το εξ αποφάσεως χρέος. - Στις 22.3.2010 η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην Αίτηση Εκκαθάρισης και μετά από ακροαματική διαδικασία στις 26.3.2010, επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου. - Στις 26.4.2010 οι συνήγοροι των δύο πλευρών ειδοποιήθηκαν από το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ότι στις 30.4.2010 επρόκειτο να δοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου στην Αίτηση Εκκαθάρισης. - Στις 22.4.2010 και ενώ εκκρεμούσε η έκδοση απόφασης στην Αίτηση Εκκαθάρισης, η Αιτήτρια εξασφάλισε διάταγμα garnishee order nisi στην πρώτη διαδικασία. - Στις 30.4.2010 και πριν από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου στην Αίτηση Εκκαθάρισης οι δικηγόροι της Αιτήτριας ζήτησαν την άδεια του Δικαστηρίου ώστε να αποσύρουν την εν λόγω αίτηση άνευ βλάβης και μετά από το εν λόγω αίτημα, η Αίτηση Εκκαθάρισης αποσύρθηκε και απορρίφθηκε άνευ βλάβης δικαιωμάτων και με έξοδα υπέρ της Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. - Μετά την επίδοση του διατάγματος ημερομηνίας 22.4.2010 (garnishee order nisi) και της αίτησης ημερομηνίας 21.4.2010 στην Καθ' ης η αίτηση, το Δικαστήριο αφού άκουσε τις δύο πλευρές, στις 7.10.2010 απέρριψε την αίτηση για κατάσχεση εις χείρας τρίτου και ακύρωσε το διάταγμα garnishee irder nisi ημερομηνίας 22.4.2010 επί το ότι η Αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός της εκκρεμούσης διαδικασίας της Αίτησης Εκκαθάρισης, το οποίο, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 217 του περί Εταιρειών Νόμου, ήταν ουσιώδες. - Στα πλαίσια της απόφασης ημερομηνίας 7.10.2010 το Δικαστήριο δεν εξέτασε οποιοδήποτε άλλο ζήτημα, ούτε τους λόγους ένστασης που τέθηκαν από την πλευρά της Καθ' ης η αίτηση και είναι πανομοιότυποι με τους λόγους έντασης που εγείρονται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και καταγράφονται υπό στοιχεία (ii) - (viii) στη σελίδα 5 πιο πάνω. Επί του θέματος της κατάχρησης, αναφορά θα πρέπει να γίνει στις ακόλουθες αγγλικές αποφάσεις, από τις οποίες προκύπτει ότι εκεί όπου το Δικαστήριο καταλήγει να ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, δε στερείται εξουσίας να το συνεχίσει ή να εκδώσει δεύτερο, όταν τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν είχαν αποκαλυφθεί, τεθούν ενώπιον του και νοουμένου ότι καταλήγει για το αθώο της μη αποκάλυψης και την ύπαρξη δυνατότητας έκδοσής του, εάν αποκαλύπτονταν τα σχετικά γεγονότα. Στην Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow
(1988)3 All ER 178 (CA), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «In my view these authorities support the propositions of law advanced by counsel for Mr Lavens as set out above. However, the last submission of counsel for Britannia Arrow is also correct in my view, ie even though a first injunction is discharged because of material non-disclosure, the court has a discretion whether to grant a second Mareva injunction at a stage when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before it, and may well grant such a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed.» Επίσης, το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό από την υπόθεση Brink's-MAT Ltd v. Elcombe
(1988)3 Αll ER 188 (CA): «..'its is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded': see Bank Mellat v Nikpour [1985] FSR 87 at 90 per Lord Denning MR. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms: ''. 'when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before it, [the court] may well grant such a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed.' (See Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All ER 178 at 183 per Glidewell LJ.)» Στην υπόθεση επίσης Woodhouse ν. Consignia Plc
(2002)EWCA Civ 275, αναφέρονται τα εξής:- «There is a public interest in discouraging a party who makes an unsuccessful interlocutory application from making a subsequent application for the same relief, based on material which was not, but could have been, deployed in support of the first application. In some contexts, this is partly because, as Chadwick LJ said in Securum, there is a need for the court to allot its limited resources to other cases. But at least as important is the general need, in the interests of justice, to protect the respondents to successive applications in such circumstances form oppression. The rationale for the rule in Henderson v Henderson [1843] 3 Hare 100 that, in the absence of special circumstances, parties should bring their whole case before the court so that all aspects of it may be decided (subject to appeal) once and for all, is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the partied themselves, that litigation should not drag on for ever, and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do: see per Sir Thomas Bingham MR in Barrow n Bankside Ltd [1966] 1 WLR 257,. 260A-D." Σχετική είναι επίσης η απόφαση της Έντιμου Δικαστού Ε. Παπαδοπούλου στην Αγωγή Ναυτοδικείου 34/2004, AK International UK Limited v. Του Πλοίου «ΝΑΙΜΕ S" Σημαίας Comoros Islands (Αρ. 2)
(2004)1 ΑΑΔ 1456. Στην προκειμένη περίπτωση, στην Ένορκη Δήλωσή της ημερομηνίας 14.10.2010 η Αιτήτρια αναφέρει ότι η μη αποκάλυψη της Αίτησης Εκκαθάρισης στα πλαίσια της πρώτης διαδικασίας δεν ήταν εσκεμμένη και δεν είχε κανένα σκοπό να αποκρύψει στοιχεία ή να παραπλανήσει το Δικαστήριο (βλέπε παράγραφο 14). Η Αιτήτρια δεν αντεξετάστηκε επί της πιο πάνω δήλωσής της, με αποτέλεσμα ουσιαστικά αυτή να μην αμφισβητείται, και σε γενικότερο πλαίσιο θα πρέπει να λεχθεί ότι έχω ικανοποιηθεί ως προς το αθώο της μη αποκάλυψης του γεγονότος που είχε κριθεί ουσιώδες στα πλαίσια της πρώτης διαδικασίας. Περαιτέρω, κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης η Αίτηση Εκκαθάρισης δεν είναι πλέον σε εκκρεμότητα και σε κάθε περίπτωση όλα τα γεγονότα που αφορούν στην Αίτηση Εκκαθάρισης είναι πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου, συνεπώς για όλους τους πιο πάνω λόγους και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι η καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Σε σχέση, τώρα, με το ζήτημα του δεδικασμένου, θεωρώ ότι ενόψει της μη εξέτασης της ουσίας της αίτησης και των λόγων ένστασης από το Δικαστήριο στα πλαίσια της απόφασης ημερομηνίας 7.10.2010 λόγω της κατάληξης του Δικαστηρίου περί απόκρυψης ουσιώδους γεγονότος, δεν στοιχειοθετείται δεδικασμένο ή κώλυμα σε σχέση με επίδικο θέμα, αφού η απόφαση ημερομηνίας 7.10.2010 δεν εμπεριέχει ως στοιχείο της αιτιολογικής της βάσης δικαστική κρίση αναφορικά με όσα επιχειρείται να επανασυζητηθούν στη νέα διαδικασία μεταξύ των ίδιων διαδίκων (Βλ. Level Tachexcavs Ltd (Αρ. 2)
(1995)1 Α.Α.Δ. 1105). Μη πληρωμή των εξόδων από μέρους της Αιτήτριας των εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον της στην αίτηση ημερομηνίας 21.4.2010 Προς υποστήριξη αυτού του λόγου ένστασης, στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ. Αργυρού παράπεμψε το Δικαστήριο στη Δ.15 Θ. 4, η οποία έχει ως εξής: «
- If any subsequent action shall be brought before payment of the costs of a discontinued action, for the same, or substantially the same, cause of action, the Court or a Judge may, if they or he think fit, order a stay of such subsequent action, until such costs shall have been paid." Oι πρόνοιες του Θεσμού 4 της Διάταξης 15 όσο και των υπόλοιπων θεσμών της εν λόγω Διάταξης, ξεκάθαρα εφαρμόζονται σε περίπτωση διακοπής πολιτικής αγωγής (action) εν τη εννοία της Δ.1 Θ. 2[ii], κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση, όπου η αίτηση ημερομηνίας 21.4.2010 εκδικάστηκε από το Δικαστήριο και ολοκληρώθηκε με την έκδοση απόφασης ημερομηνίας 7.10.
- H νομική βάση της αίτησης είναι ελλιπής λόγω παράλειψης αναφοράς του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60 Απλή ανάγνωση της νομικής βάσης της αίτησης καταδεικνύει το αβάσιμο του παρόντος λόγου ένστασης. Μη καθορισμός του ισάξιου ποσού σε ευρώ του ποσού των Δολαρίων ΗΠΑ$30.000,00, του οποίου επιδιώκεται η κατάσχεση Η θέση αυτή δεν προωθήθηκε από την Καθ' ης η αίτηση στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας και σε κάθε περίπτωση είναι ανεδαφική. Η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια Όπως έχει λεχθεί και πιο πάνω, διατάγματα για κατάσχεση εις χείρας τρίτου εκδίδονται στη βάση των αρχών της επιείκειας. Η εμβέλεια του αξιώματος ότι όποιος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να πράττει τούτο με καθαρά χέρια είναι ευρεία. Το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή ώστε να καθιστά τον αιτητή ανάξιο της βοήθειας του Δικαστηρίου με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Η αρχή όμως για «καθαρά χέρια» είναι πάντα σχετική, δηλαδή συναρτάται άμεσα με τη θεραπεία που ζητά ο εκάστοτε αιτητής. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duchess of Argyll v. Duke of Argyll and others
(1965)1 All ER 611 "a person coming to equity for relief - and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands; but the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought." Τα γεγονότα επί των οποίων η Καθ' ης η αίτηση στηρίζει την πιο πάνω θέση της καταγράφονται στις παραγράφους 11-14 της Ένορκης Δήλωσης του κ. Φρίξου Ηλιάδη ημερομηνίας 17.12.2010, όπου ουσιαστικά αποδίδεται στην Αιτήτρια παρέμβαση προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ. Σωτήρη Κολέττα, ως εκ της θέσης της ως Γενική Διευθύντρια του Υπουργείου Γεωργίας, ώστε μετά την απόρριψη της αίτησης ημερομηνίας 21.4.2010 οι Μεσεγγυούχοι, να μην προχωρήσουν στην πληρωμή του ποσoύ των Δολαρίων ΗΠΑ $ 30.000,00 αναφορικά με την τιμολόγηση της συντήρησης των ηλεκτρονικών μηχανημάτων μέχρι την 30.4.2010, ως όφειλαν δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας ημερομηνίας 8.4.
- Τα γεγονότα που αναφέρονται στις πιο πάνω παραγράφους αφορούν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους στους Μεσεγγυούχους και τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ. Σωτήρη Κολέττα, τα όσα δε καταλογίζονται στην Αιτήτρια δεν έχουν τεκμηριωθεί σε βαθμό που να αποτελέσουν τη βάση για την απόρριψη της παρούσας αίτησης για αυτό το λόγο. Τελική Κατάληξη Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η παρούσα αίτηση επιτυγχάνει και συνεπώς εκδίδεται διάταγμα διατάττον το Τμήμα Οδικών Μεταφορών όπως καταβάλει στην Ενάγουσα - Αιτήτρια το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ $30.000,00 που έχει να λαμβάνει η Εναγόμενη - Καθ' ης η αίτηση και αφορά την τιμολόγηση μέχρι την 30.4.2010 σε σχέση με τη συντήρηση των ηλεκτρονικών μηχανημάτων δυνάμει της συμφωνίας ημερομηνίας 8.4.2004 (Προσφορά ΤΟΜ 1/2003) ώστε αυτό να πληρωθεί έναντι του χρέους της Εναγομένης - Καθ' ης η αίτηση δυνάμει της απόφασης ημερομηνίας 19.3.
- Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Πολιτική Δικονομία/κατάσχεση εις χείρας τρίτου [i]
- Το Δικαστήριο αφού ακούσει τα πρόσωπα που δυνατόν να θεωρήσει ως ενδιαφερόμενα ή αφού ειδοποιήσει αυτά να παραστούν, δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε μέρος της ιδιοκτησίας που κατασχέθηκε στα χέρια τρίτου, το οποίο συνίσταται από χρήματα και τραπεζογραμμάτια ή επαρκές μέρος αυτών, πληρωθεί στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή ή όπως πωληθεί κάποιο μέρος που δεν συνίσταται από χρήματα ή τραπεζογραμμάτια, στο μέτρο κατά το οποίο θεωρείται αναγκαίο για ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης και όπως το ένταλμα αρθεί ή δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ως ήθελε κρίνει δίκαιο και εκδίδει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τα έξοδα που προέκυψαν από την έκδοση του εντάλματος ως ήθελε κρίνει ορθό. [ii] «action" means a civil proceeding commenced by a writ or in such other manner as may be prescribed by any law or rules of court. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο