FAS Thea Development Limited ν. Ανδρέας Κωνσταντίνου κ.α., Αγωγή Αρ. 6699/04, 24 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A11 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6699/04 Μεταξύ: F.A.S. Thea Development Limited, εκ Λεμεσού Εναγόντων και
- Ανδρέας Κωνσταντίνου, από την Κορφή Λεμεσού
- Στέφος Α. Ζαχαρίου, από τη Λεμεσό
- Stefarco Constructions Limited, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------------- 24 Ιανουαρίου, 2011 Για τους ενάγοντες: κ. Α. Θεοφίλου Για τον εναγόμενο 1: κ. Α. Γιωρκάτζης Για τους εναγόμενους 2 & 3: κ. Φ. Τσαγγαρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, συστάθηκε στις 10.10.2002 και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με αγοραπωλησίες και ανάπτυξη ακίνητης περιουσίας. Ο εναγόμενος 1, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της, κατέχει 334 από τις 1000 συνολικά μετοχές της. Οι άλλοι δυο μέτοχοι της, Νεόφυτος Νεοφύτου, και Σάββας Ζαχαρία κατείχαν από 333 μετοχές ο καθένας. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ο εναγόμενος 1 ήταν ο μοναδικός διευθυντής της. Σύμφωνα με τη θέση που προώθησε η ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 παύθηκε και αντικαταστάθηκε με απόφαση γενικής συνέλευσης της ημερομηνίας 29.5.2004, ή κατά τη νέα Γενική Συνέλευση που έλαβε χώρα στις 8.7.2004, όπως αλλού το θέτει με τα δικόγραφα της η ενάγουσα. Οι άλλοι δυο μέτοχοι της ενάγουσας Νεόφυτος Νεοφύτου και Σάββας Ζαχαρία ήσαν, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία, μέτοχοι της εταιρείας Φύτος & Σάββας Λτδ, η οποία διεξήγαγε χωματουργικές και άλλες παρεμφερείς εργασίες. Ο εναγόμενος 2 είναι αρχιτέκτονας-πολιτικός μηχανικός. Ανέλαβε για λογαριασμό της ενάγουσας να εκπονήσει αρχιτεκτονικά σχέδια για την ανάπτυξη τεσσάρων συνεχομένων κτημάτων στο χωριό Απαισιά, εντός της οικιστικής ζώνης, με αρ. εγγραφής 8604, Tεμ. 388, 8607 Τεμ.295, 10049 Τεμ.71 και 10593 Tεμ.76, όλα στο Φ/Σχ.XLVII/64, τοποθεσία Στρουπιές, Απαισιά, επαρχία Λεμεσού. Η ενάγουσα, θέτει τον εναγόμενο 2 σε σχέση εμπιστοσύνης προς την ιδία: ως αρχιτέκτονας καθοδηγούσε τις εργασίες ανάπτυξης των ως άνω κτημάτων από τον Αύγουστο του 2003 και ταυτοχρόνως ενεργούσε και ως τεχνοοικονομικός σύμβουλος της: ο εναγόμενος 2 είναι εκείνος που ανέλαβε, μαζί με τον εναγόμενο 1, να μελετήσει για λογαριασμό της, τη βιωσιμότητα του σχεδίου ανάπτυξης, όπως και τις εργασίες ισοπέδωσης και διαχωρισμού των ακινήτων σε οικόπεδα, με σκοπό την ανοικοδόμηση κατοικιών με σκοπό τη πώληση τους. Η εναγόμενη 3 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ιδρύθηκε στις 21.3.89 και μέχρι τις 11.5.2004, τις μετοχές της κατείχαν τρεις μέτοχοι με ίσο αριθμό μετοχών. Από τις 11.5.204 ο εναγόμενος 2 είναι ο μοναδικός της μέτοχος και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο μόνος διευθυντής της. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας, πως ο εναγόμενος 1 είναι «κρυφός ιδιοκτήτης», τουλάχιστον κατά 70% των μετοχών της εναγόμενης 3: Οι μετοχές αυτές «κατέχονται από τον εναγόμενο 2 για λογαριασμό του εναγόμενου 1». Η ενάγουσα, καταλογίζει εναντίον του εναγομένου 1, ως πρώην διευθυντή της, την διενέργεια μιας σειράς από πράξεις ή παραλείψεις ως προς τη διαχείριση και λειτουργία της εταιρείας, αλλά και υπέρβαση εξουσίας και παράβαση καθηκόντων: ως Διευθυντής της, δολίως συνωμότησε με τον εναγόμενο 2, με σκοπό να καταδολιεύσουν την ενάγουσα και να αποσπάσουν, όπως και απέσπασαν τα επίδικα κτήματα: Ενώ η αξία των επιδίκων κτημάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο, γύρω στον Απρίλιο του 2004, ήταν πέραν των £750.000,00, ο εναγόμενος 1, ως φερόμενος διευθυντής της, αποξένωσε τα ως άνω κτήματα και τα μεταβίβασε στην εναγόμενη 3, στις 2.6.2004, στη βάση πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 13.5.
- Η ενάγουσα, για να προωθήσει τις θέσεις της, πλαισιώνει τις πιο πάνω πράξεις με γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου: η «διευθέτηση», αποξένωσης των ως άνω κτημάτων, έγινε πολύ νωρίτερα, μέσα στον Απρίλιο του 2004, έτσι ώστε ο εναγόμενος 1 να φέρεται ως μη νομιμοποιούμενος από την ενάγουσα να διενεργήσει την πώληση. Πιο συγκεκριμένα, η ενάγουσα ισχυρίζεται, ότι ο εναγόμενος 1, ενεργώντας ενάντια στα συμφέροντα της εταιρείας, δολίως και με ψευδείς παραστάσεις, σε συνωμοσία με τον εναγόμενο 2, σε γνώση και των δυο, της πολύ μεγαλύτερης πραγματικής αξίας των ως άνω κτημάτων, σε συνεργασία και με την εναγόμενη 3 εταιρεία, η οποία γνώριζε μέσω του εναγομένου 2, όλα όσα αφορούσαν στην ανάπτυξη τους ενήργησαν έτσι ώστε να αποσπάσουν τα ως άνω κτήματα από την ενάγουσα τα οποία κατέληξαν στην εναγόμενη 3, για ποσό πολύ μικρότερο από την αξία τους: απέκτησαν τα κτήματα αντί ποσού £100.000,
- Αξιώνει λοιπόν η ενάγουσα στη βάση των πιο πάνω: Ακύρωση της μεταβίβασης των επιδίκων κτημάτων που έγινε στις 2.6.2004 από την ενάγουσα προς την εναγόμενη
- Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η εναγόμενη 3, κατέχει τα κτήματα ως οιονεί εμπιστευματοδόχος της ενάγουσας. Διαζευκτικώς αξιώνει γενικές αποζημιώσεις ύψους £650.000 «ως υπεραξία των ιδίων κτημάτων που απώλεσε η ενάγουσα και καρπώθηκαν οι εναγόμενοι παρανόμως». Αποζημιώσεις ως απώλεια κέρδους ύψους £540.000,00, που θα είχε η ενάγουσα, από την αξιοποίηση των κτημάτων.
- Τέλος, προωθείται εναντίον του εναγομένου 1 προσωπικώς, αξίωση για επιστροφή του ποσού των £122.000,00, το οποίο ο εναγόμενος 1 ιδιοποιήθηκε και/ή απέσπασε από την ενάγουσα χωρίς νόμιμη αιτία καθώς και διάταγμα που να διατάσσει τον εναγόμενο 1 να αποδώσει πλήρεις και αληθείς λογαριασμούς για τις πράξεις του, ως διευθυντής της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1, με την υπεράσπιση του, αρνείται όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, τόσο ως προς το ότι ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή δόλια και παράνομα με σκοπό να καταδολιεύσει την ενάγουσα, όσο και ότι είναι κρυφός μέτοχος των εναγομένων 3 ή ότι με τις πράξεις και επιλογές του στράφηκε ενάντια στα συμφέροντα της ενάγουσας. Ειδικότερα, αρνείται το επί μέρους ζήτημα της κατάχρησης του ποσού των Λ.Κ.122.000,00 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού. Για να προσθέσει, ότι έχει ήδη παραδώσει προς την ενάγουσα όλα τα στοιχεία και τους λογαριασμούς, αλλά και τα συμβόλαια, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή του ως διευθυντή της, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Οι εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται με τη σειρά τους και απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, περί κρυφού μετόχου της εναγομένης 3, του εναγομένου 1, καθώς και οποιεσδήποτε αιτιάσεις για δόλο και/ή συμπαιγνία με σκοπό την καταδολίευση της ενάγουσας. Ισχυρίζονται ότι προχώρησαν στην αγορά των επιδίκων κτημάτων, στηριζόμενοι στις διαβεβαιώσεις του εναγομένου 1 ως διευθυντή της ενάγουσας, ως καλόπιστοι αγοραστές: αγνοούσαν τις όποιες διαφορές, που ενδεχομένως υπήρχαν, μεταξύ της ενάγουσας και των μετόχων της. Η τιμή πώλησης των επιδίκων ακινήτων δεν ήταν μόνο λογική, αλλά και συμφέρουσα για την ενάγουσα, η οποία απεκόμισε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, κέρδος £85.000,
- Είναι κοινή θέση όλων των εναγομένων, ότι πέρα από το τμήμα πώλησης, στην αγοραία αξία των κτημάτων συμπεριλαμβάνεται επιπλέον ποσό £85.000, το οποίο ήδη εισέπραξε η ενάγουσα, από προηγούμενη αγοραπωλησία δυο κατοικιών, όπως με λεπτομέρεια περιγράφεται στο προοίμιο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, ημερ. 13.5.2005 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 3, Τεκμ.
- Η εναγόμενη 3 ανέλαβε επιπροσθέτως, να τιμήσει τις σχετικές συμβατικές υποχρεώσεις της ενάγουσας σε σχέση με την κατασκευή και πώληση των δυο κατοικιών. Αλλά και ο εναγόμενος 2, συμφώνησε να μην απαιτήσει και κατά συνέπεια, να μην εισπράξει από τους ενάγοντες την οποιαδήποτε αμοιβή του ως αρχιτέκτονας, για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων. Τέλος όλοι οι μέτοχοι της ενάγουσας απαλλάγησαν από τις προσωπικές τους εγγυήσεις προς την τράπεζα. Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεση της, πρόσφερε μαρτυρία του νυν διευθυντή της, Νεόφυτου Νεοφύτου, Μ.Ε.1, του Σταύρου Περικλέους, υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου, Μ.Ε.2, της Ελένη Μιχαήλ Κλεοβούλου, Μ.Ε.3, υπαλλήλου της Πολεοδομίας και του Χριστάκη Δημητρίου, Μ.Ε.4, εργολάβου και επιχειρηματία ανάπτυξης γης. Για τους εναγόμενους κατέθεσαν: Ο εναγόμενος 1, Μ.Υ.1, ο Τάσος Αναστασίου, Μ.Υ.2 λογιστής-ελεγκτής της εταιρείας των εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο, αλλά και, κατά τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, και του ιδίου του μάρτυρα, λογιστής άλλων εταιρειών των δυο μετόχων της ενάγουσας, Νεόφυτου Νεοφύτου και Σάββα Ζαχαρία. Για τους εναγόμενους 2 και 3 έδωσε μαρτυρία ο εναγόμενος 2, Μ.Υ.1 - εναγομένων 2 και 3, ο Αριστείδης Φούτας, Μ.Υ.2 - εναγομένων 2 και 3, πρώην μέτοχος της εναγομένης 3, ο Κωνσταντίνος Τσιμάρης, Μ.Υ.3 - εναγομένων 2 και 3, επίσης πρώην μέτοχος της εναγομένης 3 και ο εκτιμητής Αντώνης Λοίζου, Μ.Υ.4 - εναγομένων 2 και
- Θα προσπαθήσω, όσο μπορώ καλύτερα, να εξετάσω τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Όπως παρατηρεί και ο ίδιος ο δικηγόρος της ενάγουσας με την αγόρευση του, πολλά, ίσως τα περισσότερα, απ' όσα κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, αγγίζουν θέματα του περίγυρου της υπόθεσης και όχι την ίδια την ουσία. Τέθηκαν «ως θέματα προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου ως προς το τι ακριβώς έγινε και τι οδήγησε στη διαφορά, αλλά και ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων». Για όποιο λόγο και να τέθηκαν τα ζητήματα αυτά, ο τρόπος που δόθηκε η μαρτυρία και οι πολλαπλές και διάφορες πληροφορίες και αναφορές σε γεγονότα «του περιγύρου της ουσίας», δυσκόλεψαν το έργο του Δικαστηρίου, το οποίο έπρεπε να ξεχωρίσει από ένα όγκο πληροφοριών, γεγονότων και αναφορών, τα επίδικα και ουσιώδη. Πολλαπλές αναφορές ιδίως του Μ.Ε.1 σε συναλλαγές μεταξύ των μετόχων της ενάγουσας: πληρωμές για αγορά ακινήτων ή δανειοδοτήσεις, αφορούσαν άλλα κτήματα από τα επίδικα ή άλλες δραστηριότητες, εκσκαφές κ.λ.π. που διενεργούσαν οι άλλοι δυο μέτοχοι της ενάγουσας, είτε για λογαριασμό της τελευταίας ή για λογαριασμό άλλης εταιρείας: Φύτος & Σάββας Λτδ, στην οποία ήταν μέτοχοι, έτσι ώστε η μαρτυρία να μη μπορεί να παρακολουθηθεί ικανοποιητικά. Η εξιστόρηση των γεγονότων, ιδιαιτέρως από τον Μ.Ε.1, οι ποικίλες αναφορές του κατά την αντεξέταση και η αοριστία των απαντήσεων του, ήταν τέτοια, ώστε έπρεπε να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια από το Δικαστήριο για να ταυτοποιήσει τη μαρτυρία με τα δικόγραφα, ή να ξεχωρίσει που περιστρεφόταν, κατά κύριο λόγο η αντεξέταση των μαρτύρων. Όπως διαφάνηκε στο τέλος της ημέρας, ο τρόπος διεξαγωγής των εργασιών της ενάγουσας εταιρείας, και η προχειρότητα με την οποία ενεργούσαν οι μέτοχοι της, ή κάποιοι τουλάχιστον απ' αυτούς, ήταν ένας από τους λόγους που επέτειναν τη δυσκολία του όλου εγχειρήματος. Θα προσπαθήσω να εξετάσω το κάθε ζήτημα ξεχωριστά και στη συνέχεια, στο στάδιο όπου θα συνοψίσω τη μαρτυρία και τα ευρήματα μου, θα επανέλθω, όπου κρίνω αναγκαίο, για μια συνολική εκτίμηση. Προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας και αποτελεί κοινό έδαφος ότι ανοίχθηκε στο όνομα της ενάγουσας ο λογαριασμός 0335-01-028547 στην Τράπεζα Κύπρου στη Λεμεσό. Από τον λογαριασμό αυτό γίνονταν όλες οι πληρωμές για τις δαπάνες και τα έξοδα της εταιρείας και κατατίθενταν όλες οι εισπράξεις. Ο λογαριασμός της ενάγουσας, αντίγραφο της κίνησης του, Τεκμ.27, 33(α), 33(β), 34, δεσμευόταν από τις υπογραφές και των τριών μετόχων οι οποίοι ήταν κατά συνέπεια και οι υπογραφείς των επιταγών της. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος, ότι η ενάγουσα εταιρεία δεν είχε κεφάλαια και οι όποιες κινήσεις της, είτε για την αγορά των διαφόρων κτημάτων, που με λεπτομέρεια περιγράφονται και στη μαρτυρία του εναγόμενου 1, είτε για τρέχοντα έξοδα και υποχρεώσεις της εταιρείας, καταβάλλονταν προσωπικά από τους μετόχους της, οι οποίοι προέβαιναν σε πληρωμές για λογαριασμό της ενάγουσας. Στη συνέχεια, η εταιρεία, επέστρεφε τα χρήματα που είχε ο καθένας καταβάλει, όποτε και όταν, είχε την δυνατότητα να το πράξει. Προκύπτει επίσης από τη μαρτυρία, ότι πραγματοποιήθηκαν από τους ενάγοντες κατά την κρίσιμη περίοδο, μια σειρά από αγοραπωλησίες ακινήτων σε διάφορες περιοχές και η χρηματοδότηση της εταιρείας για τις αγορές αυτές γίνονταν είτε με δανειοδοτήσεις από την τράπεζα, είτε από πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας της εταιρείας, όπως με λεπτομέρεια περιέγραψε στη μαρτυρία του ο εναγόμενος 1, είτε από δανειοδότηση της ενάγουσας από τους μετόχους της με τον τρόπο που περιέγραψα πιο πάνω: δανειοδότηση από την ΣΠΕ Μόρφου για το ποσό των £40.000,00 προσωπικά από τους μετόχους και μια ακόμα δανειοδότηση από την Τράπεζα Κύπρου για το ποσό των £100.000,00, για την αγορά των επιδίκων ακινήτων. Α. Προσωπική αξίωση εναντίον του εναγόμενου 1 για ποσό £122.000,00 που ο εναγόμενος 1 ιδιοποιήθηκε από την ενάγουσα. § 2 της Αξίωσης Ποσό για Λ.Κ.40.000 που προέρχεται από την αγορά των επίδικων ακινήτων τα οποία, κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας, ο εναγόμενος 1 δήλωσε και παρουσίασε στους άλλους δυο μετόχους, ότι το αγόρασε για ΛΚ.120.000, αλλά στο Κτηματολόγιο δηλώθηκε ότι αγοράστηκε για Λ.Κ.80.000: τη διαφορά, Λ.Κ.40.000, την καρπώθηκε ο εναγόμενος
- Β. Επιπροσθέτως αποδίδεται στον εναγόμενο ότι απέσπασε από την ενάγουσα:
- Λ.Κ.24.006,03, Τεκμ.13, ποσό το οποίο απέσυρε ο εναγόμενος 1 με την επιταγή 40057413 από το λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας, χωρίς αιτία.
- Λ.Κ.58.000,00, τα οποία ο εναγόμενος 1 παρανόμως εισέπραξε από την πώληση δυο οικιών, αντί του τιμήματος των Λ.Κ.139.000,00 και Λ.Κ.149.000,00 αντιστοίχως, ενώ στη βάση των αγοραπωλητηρίων εγγράφων που κατατέθηκαν στο Κτηματολόγιο, το τίμημα πώλησης καθοριζόταν κατά £58.000,00 χαμηλότερα. Ο Μ.Ε.1 στην κατάθεση του αναφέρεται εν πρώτοις στο ιστορικό της αγοράς των επιδίκων κτημάτων στις διεργασίες και συζητήσεις που έγιναν μεταξύ όλων των μετόχων, αλλά και στους τρόπους τους οποίους αναζήτησαν για να εξευρεθεί το ποσό που απαιτείτο για την αγορά τους. Ποσό, το οποίο αρχικά, όπως τους πληροφόρησε ο εναγόμενος 1, ήταν £60.000,00, ενώ αργότερα, πάντα από πληροφόρηση που είχαν από τον εναγόμενο 1, ανέβηκε κατ' απαίτηση του πωλητή, στις Λ.Κ.80.000 και σε λίγες μέρες στις Λ.Κ.120.000,
- Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε μια σειρά από γεγονότα, όπως στην εκτίμηση της Τράπεζας Κύπρου, Τεκμ.2, καθώς και ότι είχε ο ίδιος ο εναγόμενος 1, ξεκινήσει όπως του είπε, με φίλο του αρχιτέκτονα, τον εναγόμενο 2, τεχνοοικονομική μελέτη για να εξηγήσει πώς, οι όποιες αμφιβολίες ή δισταγμοί που είχαν, ο ίδιος και ο άλλος «συνέταιρος» του, για την αγορά των επιδίκων κτημάτων, κάμφθηκαν: Με το χωρισμό των κτημάτων σε οικόπεδα και την ισοπέδωση τους, η αξία τους θα αυξανόταν πάνω από ΛΚ750.000,00 και κάθε οικόπεδο θα πουλιόταν πάνω από ΛΚ42.000,
- Πάνω σε αυτές τις διαβεβαιώσεις του εναγόμενου 1 στηρίχτηκαν οι υπόλοιποι μέτοχοι και με τον τρόπο αυτό, ο εναγόμενος 1 απέσπασε την έγκριση τους ν' αγοράσουν τα κτήματα αντί, του τελικού πλέον ποσού, £120.000,
- Για πρώτη φορά ο Μ.Ε.1 «κατάλαβε», ότι το δάνειο της Τράπεζας Κύπρου, ήταν μόνο για £100.000,00 και όχι για £120.000,00, όπως τους είπε ο εναγόμενος 1, όταν η ενάγουσα, «μετά την κατάθεση της αγωγής, πήρε από την τράπεζα τα σχετικά έγγραφα». Ενίσχυση στην υποψία του για οικειοποίηση του ποσού των ΛΚ40.000,00 από τον εναγόμενο 1, δίνει το γεγονός ότι μέχρι σήμερα, δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε υπογεγραμμένο συμβόλαιο αγοράς των ως άνω κτημάτων, ούτε και δόθηκαν οποιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμής. Στη συνέχεια, όπως φαίνεται και από τα έγγραφα που τους παραδόθηκαν από το λογιστή της εταιρείας Τάσο Αναστασίου, Μ.Υ.2 η αγορά και εγγραφή του κτήματος, έγινε έναντι τιμήματος Λ.Κ.80.000,00 και όχι £120.000,
- Η μαρτυρία του εναγόμενου 1, σε αναφορά με τις προϋποθέσεις αγοράς του επιδίκου ακινήτου, από την οποία προέρχεται και η αξίωση για το ποσό των Λ.Κ.40.000,00 ανατρέπει τις πιο πάνω θέσεις. Η δική του αντίκριση φωτίζει διαφορετικά τα γεγονότα και τα θέτει σε διαφορετική τροχιά: τις διαπραγματεύσεις για την αγορά του επίδικου ακινήτου τις έκαναν οι άλλοι δυο μέτοχοι και όχι ο ίδιος. Μετά την αίσια κατάληξη των διαπραγματεύσεων οι μέτοχοι θα έπρεπε, ενόψει του ότι δεν υπήρχαν τα απαραίτητα κεφάλαια για αγορά του ακινήτου, να δανείσουν προσωπικά την ενάγουσα για το ποσό των Λ.Κ.120.000,
- Επειδή, οι άλλοι δυο μέτοχοι, ήταν απρόθυμοι να συνεισφέρουν το ποσό των Λ.Κ.40.000,00 ο καθένας, αποτάθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου για να εξασφαλιστεί δάνειο Λ.Κ.100.000,00 για την αγορά του ακινήτου και το υπόλοιπο θα το κατέβαλλε η ενάγουσα: από τις Λ.Κ.16.000,00 που αναμενόταν να εισπράξει η ενάγουσα από την πώληση στην εταιρεία Canadian Homes Development Ltd, πέντε σκαλών από το ακίνητο που αγοράστηκε από κάποια Γεωργία Ποιητάρη. Με την υπογραφή του δανείου, Τεκμ.32, καταβλήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Λ.Κ.13.120,40 για κάλυψη του φόρου κεφαλαιουχικών κερδών και Λ.Κ.100.000,00 προς τον ιδιοκτήτη Δήμο Λοίζου για εξόφληση του τιμήματος αγοράς όπως συμφωνήθηκε. Η πληρωμή των Λ.Κ.100.000,00 έγινε με τραπεζική επιταγή στο όνομα του πιο πάνω προσώπου, που παραδόθηκε ταυτοχρόνως με την μεταβίβαση και υποθήκευση του ακινήτου, ενώ εισπράχθηκε την ίδια ημέρα, το ποσό των £16.000,00 που καταβλήθηκε από τους «Canadian Homes», στους ενάγοντες. H πιο πάνω αξίωση θα πρέπει να απαντηθεί σε συνδυασμό και αντιπαραβολή της μαρτυρίας της ενάγουσας, Μ.Ε.1, του εναγόμενου 1, αλλά και του λογιστή της εταιρείας, ο οποίος είχε τηρήσει τα λογιστικά της βιβλία από τις αρχές του 2003 μέχρι το 2004, χωρίς όμως να διενεργηθεί οποιοσδήποτε έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων. Με δεδομένη τη θέση του λογιστή ότι οποιαδήποτε βιβλία παραδόθηκαν στην ενάγουσα, παραμένουν οι αναφορές του μάρτυρα στις καταγραφές που διατηρήθηκαν στο μηχανογραφημένο σύστημα του γραφείου του. Παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεσαν ενώπιον μου, την εκδοχή του καθενός όπως την έζησε ή όπως προσέλαβε τα γεγονότα ή τις επεξηγήσεις που δόθηκαν για διάφορες πληρωμές. Αναφέρομαι κατά κύριο λόγο στους «πρωταγωνιστές», τον Μ.Ε.1 για την ενάγουσα, τον εναγόμενο 1 και τον εναγόμενο
- Η εντύπωση που απεκόμισα από τον Μ.Ε.1 ήταν ιδιαιτέρως φτωχή και θα έλεγα αρνητική. Ο λόγος του φανέρωνε αστάθεια, τόσο ως προς τις τοποθετήσεις του και τις αιτιάσεις του έναντι του εναγόμενου 1, αλλά και μια γενική, ας μου επιτραπεί η έκφραση «θολούρα». Η γραμμή που ακολούθησε φανέρωνε διακυμάνσεις: από την απόλυτη βεβαιότητα, ότι ο «συνέταιρος» του τους ξεγέλασε, μέχρι αμφιβολία και πιθανολόγηση. Παρακολουθώντας ξανά από τα πρακτικά και τις σημειώσεις μου τη μαρτυρία του επιβεβαιώνω την εντύπωση που πήρα κατά τη δίκη. Από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, προβάλλεται ξεκάθαρα η παραδοχή ότι όλες οι αγορές που διενεργήθηκαν για λογαριασμό της εταιρείας, γινόταν με τη σύμφωνη γνώμη και των τριών μετόχων. Το ίδιο έγινε και με την αγορά των επιδίκων κτημάτων. Συγκατατέθηκαν στην αγορά τους, έστω κάτω από τις συνθήκες που προηγήθηκαν, όπως τις πρόβαλε. Η δε υπογραφή της αίτησης για δανειοδότηση της ενάγουσας και συγκεκριμένα η αίτηση για έγκριση του δανείου από την Τράπεζα Κύπρου, έγινε και πάλι με τη σύμφωνη γνώμη και των τριών μετόχων. Η εξήγηση που προβάλλει ο Μ.Ε.1 ότι τις διαπραγματεύσεις για την αγορά των επιδίκων ακινήτων τις έκανε ο εναγόμενος 1 ανατράπηκαν εν μέρει με δική του παραδοχή. Η θέση της υπεράσπισης, ότι τις διαπραγματεύσεις τις έκαναν οι άλλοι δυο μέτοχοι και όχι ο εναγόμενος 1, γιατί ο τελευταίος βρισκόταν σε διαφορά με τον ιδιοκτήτη της γης και δεν επρόκειτο να επιτύχει ευνοϊκή κατάληξη και συμφωνία, εκτός από ότι την παραδέχτηκε και ο Μ.Ε.1, προβάλλει και λογική και πειστική. Ο εναγόμενος 1 ενώ παρουσιάζεται από τον Μ.Ε.1 ως ο ιθύνων νους και η κινητήριος δύναμη, πίσω από κάθε απόφαση και ενέργεια της εταιρείας, κατά την μεταβίβαση του κτήματος, είναι ο Μ.Ε.1 που είναι παρών, μαζί με τον άλλο μέτοχο της εταιρείας, κατά τη μεταβίβαση στο Κτηματολόγιο εκπροσωπώντας την ενάγουσα. Ήταν παρών και είχε πλήρη γνώση όλων των αποφάσεων και διαδικασιών που έλαβαν χώρα από την αρχή: από την υπογραφή των αιτήσεων για δανειοδότηση από την Τράπεζα Κύπρου μέχρι και την μεταβίβαση του ακινήτου και την εγγραφή του στο όνομα της ενάγουσας. Η προσπάθεια του Μ.Ε.1 να πείσει, ότι δεν γνώριζε για ποιο λόγο υπέγραφε τις επιταγές ή τι υπέγραφε στην Τράπεζα, όταν έκαμε το δάνειο, αν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ψέμα, θεωρείται τουλάχιστον ως αφελής. Σε κάθε όμως περίπτωση το πώς μπορεί να επενεργήσει νομικά η πρόφαση άγνοιας ή να βοηθήσει την ενάγουσα στην προώθηση των θέσεων της για δόλο, είναι άλλο ζήτημα. Παραθέτω τις απαντήσεις του μάρτυρα κατά την αντεξέταση του γύρω από το ζήτημα της υπογραφής της εντολής προς την τράπεζα για πληρωμή του ποσού των £13.126,43, ταμιακό ένταλμα είσπραξης ημερ. 14.11.2003, Τεκμ.17, ποσό που πληρώθηκε στο Ταμείο Εσωτερικών Προσόδων για τους φόρους που αφορούσαν το επίδικο ακίνητο. «Ε. Κύριε μάρτυρα, ξέρετε γιατί υπογράψετε αυτή την εντολή προς την τράπεζα να κάμετε τραπεζική επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.13.126,43; Α. Τούτο είδα το μετά. Δεν ξέρω γιατί υπογράφτηκε, ήταν μέσα στα έγγραφα τα πολλά όταν υπογράψαμε στην τράπεζα όταν εκάμαμε το δάνειο, αν ήταν τζιημέσα. Ε. Δεν ξέρετε αν ήταν τζιημέσα; Α. Ένα ττόπι κόλλες ξέρω αν ήταν τζιημέσα; Ε. Η θέση σας είναι ότι δεν θυμάστε πότε το υπογράψετε αλλά μπορεί να το υπογράψετε εκείνη την ημέρα. Σας υποβάλλω ότι το ποσό που αφορά το Τεκ.17 πληρώθηκε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων για τους φόρους που αφορούσαν το ακίνητο που αγοράσετε από τον Δήμο Λοίζου; Α. Εγώ στον Φόρο Εισοδήματος δεν πήγα, ούτε υπόγραψα στον Φόρο Εισοδήματος τέτοιο πράγμα. Τούτο είναι ένα photo copy. Φυσικά μόνο στην τράπεζα αν το υπόγραψα. Αν το υπόγραψα στην Τράπεζα Κύπρου με τα πολλά τα έγγραφα και εξ άλλου δεν γνωρίζω κανένα να πληρώνει το φόρο του άλλου. Για ποιο λόγο να πληρωθεί τούτο το ποσό; Ε. Εγώ σας υποβάλλω ότι άμα συμφωνήσεις με κάποιο πληρώνεις ό,τι συμφωνήσεις. Α. Δεν ξέρω τι συμφώνησαν.» Και ενώ προβάλλει άγνοια και ότι η συμφωνία έγινε από τον εναγόμενο 1, έρχεται αργότερα, να προβάλει μέσα από την απάντηση του: «Εγώ ξέρω ότι το κτήμα συμφωνήσαμε το £120.000,
- Στο Κτηματολόγιο βρέθηκε δηλωμένο £80.000,00, πού πήγαν οι £40.000,00:» Ο δε κ. Θεοφίλου αντεξετάζοντας τον εναγόμενο 1 υπέβαλε τη θέση ότι οι άλλοι δυο μέτοχοι «αναμίχθηκαν στη διαπραγμάτευση αγοράς των ακινήτων μέχρι του χρόνου που ο ιδιοκτήτης των αγοραστών ζητούσε 60.000 και μετά αναλάβετε εσείς.». Θέση η οποία έρχεται σε αντίθεση με τα όσα ο Μ.Ε.1 προβάλλει ή με την προσπάθεια του να αποσυνδέσει εντελώς το πρόσωπο του από την εν λόγω συμφωνία. Δεν ήξερε γιατί υπέγραφε τις επιταγές, δεν ήξερε γιατί υπέγραψε το ταμιακό ένταλμα. Όλα τα είδε μετά. Και ενώ τα είδε δεν έκανε καν το κόπο να τα εξετάσει πιο προσεκτικά, είτε από μόνος του, είτε με δικό του λογιστή ή να ζητήσει από την Τράπεζα, όπως θα μπορούσε αν ήθελε, τις επιταγές που υπέγραψε, εμμένοντας αβασάνιστα θα έλεγα, στις θέσεις του. Άγνοιά προβάλλει συνεχώς ο Μ.Ε.1, για ότι του υποδεικνύεται κατά την αντεξέταση. Παραπέμπω στα έγγραφα για έγκριση του δανείου, «Λοιποί όροι και προϋποθέσεις»: όπως του υποδείχθηκαν κατά την αντεξέταση, Τεκμ.
- «Το προϊόν του εγκριθέντος δανείου μαζί με ποσό εκ £16.000 που θα εισπράξετε από την πώληση του ακινήτου σας με αρ. εγγρ. 9635 στην Απαισιά να χρησιμοποιηθεί για την αγορά 4 χωραφιών στην Απαισιά τα οποία θα διαχωριστούν σε 17 οικόπεδα. Σημειώνεται ότι το ποσό των £16.000 θα χρησιμοποιηθεί για την πληρωμή φόρου στο Φόρο Εισοδήματος εκ £15.000,- καθώς επίσης και των μεταβιβαστικών / υποθηκευτικών εξόδων.» Απαντά και πάλι ο Μ.Ε.1: «Δεν τα γνωρίζω, ούτε τα διάβασα ποτέ μου, απλώς υπόγραψα, ούτε μας ενημέρωσε ο εναγόμενος για τούτα τα πράγματα»*. Το Τεκμ.32 και το Τεκμ.17, καταρρίπτουν τις θέσεις του Μ.Ε.
- Το αν ο ίδιος δεν διάβασε, δεν πρόσεξε ή δεν ηθέλησε να αντιληφθεί πού έβαζε την υπογραφή του ή ποιες πράξεις γίνονταν με τη δική του υπογραφή και κατά συνέπεια συγκατάθεση, δεν μπορεί να εκληφθεί, ούτε και να αξιολογηθεί ως παράλειψη ενημέρωσης των λοιπών μετόχων από τον εναγόμενο 1 ή ως δόλιων ενεργειών του εναγόμενου 1, με σκοπό την εξαπάτηση των άλλων μετόχων ή της ενάγουσας. Και εγείρεται εύλογα το ερώτημα αν ο εναγόμενος 1 ήθελε να εξαπατήσει τους άλλους μετόχους και να οικειοποιηθεί οποιοδήποτε όφελος για δικό του λογαριασμό, γιατί δεν διευθέτησε τα πράγματα έτσι ώστε να είναι εκείνος που να εκπροσωπούσε την εταιρεία κατά το χρόνο της μεταβίβασης και άφησε τους άλλους δυο μετόχους να ολοκληρώσουν την πράξη. Θα ήταν λογικό, αν ο εναγόμενος 1 παρακινείτο από αλλότριο σκοπό, να προσπαθήσει να καλύψει τις κινήσεις του και να μην αφήσει στους άλλους δυο μετόχους την ευκαιρία να ελέγξουν τα σχετικά έγγραφα. Άγνοια, αλλά και αδιαφορία θα έλεγα, έδειξε ο Μ.Ε.1 για όλες τις δοσοληψίες της ενάγουσας. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου του υποδεικνύονταν επιταγές που έφεραν την υπογραφή και των τριών μετόχων απαντούσε με ένα «δεν γνωρίζω, δεν είδα» ή απέφευγε να απαντήσει στρέφοντας τη μαρτυρία του σε άσχετα γεγονότα ή επαναλαμβάνοντας για πολλοστή φορά τους ισχυρισμούς του, αυτό βεβαίως κατά την αντεξέταση, όπου και ελέγχθηκε η αξιοπιστία του, έτσι που η μαρτυρία του και οι απαντήσεις του να μην προσφέρουν οποιαδήποτε βεβαιότητα. Κινείτο στο περίπου και απέφευγε να απαντήσει θετικά. Όταν του υποδεικνύεται η επιταγή των £500,00 ημερομηνίας 15.4.2004 και αναγνωρίζει την υπογραφή του και την επιταγή, ως εκείνη που ο ίδιος έδωσε, Τεκμ.18, και πάλι δεν απαντά ευθέως. Όπως επίσης και δεν απαντά ευθέως στο πόση προμήθεια κατέβαλαν στο μεσίτη ή μεσίτες. «Η Αντεξέταση συνεχίζεται: Ε. Κύριε μάρτυρα, για τούτη την πράξη της αγοράς του ακινήτου από το Δήμο Λοίζου που μιλούμε πληρώσατε καμιά προμήθεια; Α. Πληρώσαμε ναι. Ε. Πόσα; Α. Νομίζω £5.
- Ε. Ποιός τα πλήρωσε; Α. Έδωσα. Κατά διαστήματα εζήταν μας μετρητά ο εναγόμενος 1 και εδιούσαμε του. Εδώσαμε κάπου £10.000 τα οποία πήραμε μετά πίσω αλλά δώσαμε 7.700 πήραμε τα πίσω. Μετά πληρώναν τα ο Ανδρέας, ο εναγόμενος 1 εζήτα μας διάφορες υποχρεώσεις και του εδώσαμε. Δικαστήριο: E. Nα παραμείνουμε στην προμήθεια. Εδώσετε £5.000 για προμήθεια; Α. Είναι £4.500 σε μετρητά. Δεν ξέρω πόσα και £500 σε επιταγή της Τράπεζας Κύπρου. Η Αντεξέταση συνεχίζεται: Ε. Δεν κατάλαβα, μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί εδώσετε £4.500, ποιος είναι κατ' αρχάς τούτος που του εδώκετε τες £4.500 και £500 με επιταγή; Α. Έδωσε στο μεσίτη ο εναγόμενος
- Νομίζω κάποιος Κώστας. Ε. Εσείς ξέρετε τον; Α. Βεβαίως ξέρω τον. Ε. Είσαστε εκεί που του εδώκετε την επιταγή των £500; Α. Ήμουν παρών. Εγώ την έβγαλα. Ε. Και είπε σας ότι έπιασε και £4.500; Α. Όχι, δεν τον ρώτησα. Ήταν η τελευταία επιταγή που του δώσαμε, εξοφλήσαμε τον. Ζητούσα αποδείξεις από τον εναγόμενο 1 και παράπεμπε με μετά, μετά. Παρόλο που ήμουν εγώ ο γραμματέας έκαμνε τα τούτος και είπε αφήστε θα τα κάμνω εγώ γιατί ξέρω καλύτερα από σένα. Ε. Είπες εσύ ότι εσύ έδωκες την επιταγή του Κώστα του κτηματομεσίτη των £500 και σε θυμίζω ότι ήταν 15.4.
- Α. Δεν θυμάμαι την ημερομηνία. Ε. Έτο, τούτο; Α. Ναι. Ε. Είναι η υπογραφή σου; Α. Ναι.» Προσθέτει όμως ως καταληκτικό συμπέρασμα την ακατανόητη λογικά πρόταση: «Μάλιστα, εγώ ήμουν αντίθετος με τούτη την προμήθεια να αγοράζουμε και να δίδουμε προμήθεια αλλά επειδή μας παρουσίασε ο κ. Κώστας πόσα ποτούτα και επέμενε τζαι τζιήνος έτασσε μου ο εναγόμενος 1 και πρέπει να με πληρώσετε. Επληρώσαμε τον.» Η αοριστία των θέσεων του Μ.Ε.1 συνεχίζεται καθ' όλη την πορεία της μαρτυρίας του και κατά την αντεξέταση μεγιστοποιείται. Ο μάρτυρας δεν είναι καν σε θέση να διαχωρίσει και να δώσει στο Δικαστήριο σαφή εικόνα για το πόσα χρήματα συνεισέφερε ο ίδιος στην εταιρεία και τι ποσό, αν συνεισέφερε, του επιστράφηκε στην συνέχεια από την ενάγουσα. Ακόμα δεν ήταν σε θέση να ξεχωρίσει τη δική του συνεισφορά από την συνεισφορά του άλλου μετόχου. Προβάλλει διάφορες θέσεις: ο ίδιος, συνεισέφερε, όπως και ο άλλος μέτοχος, αντιλαμβάνομαι, χωρίς και πάλι να μπορεί να ξεχωρίσει τα ποσά. Πότε ποσό £10.000, άλλοτε £7.000 και £5.000, για να πληρώσει τις υποχρεώσεις της η εταιρεία «διότι δεν είχε λεφτά μέσα η εταιρεία να πληρώνει». Ισχυρίστηκε ο Μ.Ε.1 ότι ποτέ του δεν πήρε αποδείξεις εφόσον ο εναγόμενος 1 αρνείτο να εκδώσει αποδείξεις, αλλά ακόμα και να του δώσει οποιεσδήποτε εξηγήσεις. Ήσαν λεφτά τα οποία «έβαζαν» και θα έπαιρναν πίσω μόλις η εταιρεία θα ήταν σε θέση να τους τα επιστρέψει. Δεν ήταν σε θέση ακόμη να ξεχωρίσει και να παρουσιάσει σαφή εικόνα των ποσών που του επιστράφηκαν λόγω συνεισφοράς του ή των ποσών που έχει πληρωθεί ο ίδιος και ο συνεταίρος του για εργασίες ισοπεδώσεων στο επίδικο ακίνητο. Παρενθετικά αναφέρω πως κανένα στοιχείο ή καμιά λεπτομέρεια των εργασιών που διεξήγαγαν οι Φύτος και Σάββας Ζαχαρία δόθηκε από το μάρτυρα. Παρέμεινε στην αοριστία περί εκσκαφών στα επίδικα και άλλα κτήματα, για τις οποίες συμφωνήθηκε ένα κατ' αποκοπή ποσό. Περιέγραψε δυσκολίες που αφορούσαν τις εκσκαφές και ισοπεδώσεις και επέμενε ότι τους οφείλονται ποσά από τις ισοπεδώσεις, ωσάν τα πράγματα να ήταν αυταπόδεικτα. Ισχυρίζεται ο μάρτυρας την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας με τον εναγόμενο 1, στη βάση των σημειώσεων του εναγόμενου 2, που και πάλι τους έδωσε ο εναγόμενος 1, έναντι συμφωνημένου συνολικού ποσού £72.000,
- Ποσό το οποίο υπολόγισαν στη βάση της ημερήσιας αμοιβής τους για παρόμοιες δουλειές, μειωμένο κατά 15%. Αντιθέτως η λογιστική κατάσταση φανερώνει πληρωμή £21.700,00 για εκσκαφές στη βάση των στοιχείων που οι ίδιοι, οι δυο μέτοχοι Φύτος και Σάββας, είχαν προσκομίσει στο λογιστή, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε αξίωση εκ μέρους τους για οποιοδήποτε άλλο υπόλοιπο ή οποιαδήποτε άλλα εκκρεμούντα τιμολόγια. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει, ότι ο Μ.Ε.1 προωθεί την αξίωση της ενάγουσας και όχι τις προσωπικές του αξιώσεις, ως μέτοχος είτε της ενάγουσας είτε της άλλης εταιρείας Φύτος & Σάββας Λτδ, έστω και αν εμμέσως επωφελείται και ο ίδιος ως μέτοχος, αν η ενάγουσα επιτύχει στο τέλος. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να ήταν κατανοητό στον Μ.Ε.
- Χαρακτηριστικό της προχειρότητας με την οποία γινόταν οι μεταξύ των μετοχών «δανειοδοτήσεις» της εταιρείας ή «συνεισφορές» των μετόχων, τουλάχιστον από την πλευρά του Μ.Ε.1, είναι η παρουσίαση του Τεκμ.19, όπου σημειώθηκαν λέει, τα λεφτά που έδωσε ή συνεισέφερε, ο εναγόμενος
- Δεν μπορώ να αποφύγω να παρατηρήσω πως το Τεκμ.19 αποτελείται από μια πρόχειρα γραμμένη σημείωση επί ενός φύλλου χαρτιού, βγαλμένη από σημειωματάριο, «memo», όπου καταγράφονται διάφορα ποσά και ονόματα, χωρίς οποιαδήποτε ημερομηνία ή άλλη λεπτομέρεια και σε πολλές περιπτώσεις με δυσανάγνωστη καταχώριση. Αντίστοιχη σημείωση - «κολλούδα» έδωσε λέει και ο ίδιος στον εναγόμενο 1, για τη δική του συνεισφορά, δεν κράτησε όμως αντίγραφο!! Δέχεται ακόμη πως όταν έδωσε στον εναγόμενο 1, την αντίστοιχη δική του κολλούδα, για λεφτά που ο ίδιος έδωσε, «του τα έδωσε πίσω». Αντιπαραβολή ιδιαιτέρως των όσων ισχυρισμών του Μ.Ε.1 που αφορούν σε πληρωμές είτε για αγορά κτημάτων, είτε μεσιτικά ή άλλες υποχρεώσεις της εταιρείας και τους λογαριασμούς του δούναι και λαβείν, μεταξύ των τριών μετοχών και της ενάγουσας, με τη μαρτυρία του λογιστή της εταιρείας καταρρίπτονται εύκολα. Αντιθέτως πολύ καλή εντύπωση αποκόμισα από τη μαρτυρία του λογιστή Τάσου Αναστασίου, Μ.Υ.1, την οποία αποδέχομαι στο σύνολο της. Το γεγονός ότι ο μάρτυρας είναι κουμπάρος του εναγόμενου δε βρίσκω ότι τον εμπόδισε να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Παρουσίασε την όλη εικόνα και τα γεγονότα αμερόληπτα. Ήδη παρέδωσε όλα τα σχετικά έγγραφα και αποδείξεις καθώς και τους λογαριασμούς της εταιρείας κατά τη παραίτηση του εναγόμενου 1 από διευθυντή. Με επαγγελματισμό και συνέπεια έδωσε τις εξηγήσεις στο Δικαστήριο χωρίς μεροληψία. Δεχόμενη το λόγο του και τις όσες εξηγήσεις έδωσε ως ορθές και ανταποκρινόμενες στην αλήθεια των πράξεων και των υπολογισμών του, σε σύγκριση και με αναφορά στην τραπεζική κατάσταση και την κίνηση του λογαριασμού της ενάγουσας, κάνω ανάλογα ευρήματα. Ο μάρτυρας δέχομαι ότι έδωσε όλα τα στοιχεία: λογαριασμούς και συμβόλαια που βρίσκονταν στην κατοχή του, στην ενάγουσα. Δεν αμφισβητήθηκε η δήλωση του αυτή από την ενάγουσα, σε κανένα στάδιο. Στη γραπτή του δήλωση ο Μ.Ε.1 δέχεται ότι τα στοιχεία του δόθηκαν στις 25.10.2004 και πάνω σ' αυτά προβαίνει στους σχολιασμούς του και προωθεί τις θέσεις τους. Η πλευρά της τελευταίας στάθηκε σε αναζήτηση πιθανολογήσεων και ανίχνευση επεξηγήσεων για την κάθε πληρωμή ή επιταγή. Η ίδια η ενάγουσα δεν αποπειράθηκε να παρουσιάσει οποιουσδήποτε δικούς της υπολογισμούς ή έστω δική της λογιστική κατάσταση των καταχωρήσεων των πληρωμών και εξόδων για το επίδικο διάστημα. Έστω κι αν αμφισβητούσε την αιτία της κάθε πληρωμής, ιδιαιτέρως των επιταγών, έστω και αν επιζητεί διάταγμα εναντίον του εναγόμενου 1, για παράδοση πλήρων και αληθινών λογαριασμών ή αποδείξεων, είχε, εφ' όσον δεν αμφισβητήθηκε ο λογιστής, στα χέρια της στοιχεία. Στοιχεία που όφειλε η ίδια να προσκομίσει για να επισημάνει τις παραλήψεις στις καταγραφές σε αντιπαραβολή με τις πληρωμές που έγιναν προσωπικώς από τους μετόχους, είτε τους επεστράφησαν αργότερα από την εταιρεία είτε όχι. Ακόμη και εκεί που επιδείχθηκαν κατά την αντεξέταση, επιταγές υπογραμμένες και από τον Μ.Ε.1 ο τελευταίος ευκόλως κατέφευγε σε αοριστίες και υπεκφυγές με τις συνήθεις αγαπημένες του κατακλείδες: «δεν είδα», «δεν ξέρω», «τώρα τα βλέπω». Ο Τάσος Αναστασίου δεν ήταν μόνο λογιστής της ενάγουσας αλλά και άλλων εταιρειών των δυο μετόχων Νεόφυτου Νεοφύτου, Μ.Ε.1 και Σάββα Ζαχαρία. Το αμφισβητεί ο δικηγόρος της ενάγουσας το γεγονός αυτό, ξεχνώντας ίσως, ότι ο ίδιος ο Μ.Ε.1 προηγουμένως, κατά την αντεξέταση του, δέχεται ότι ο Τάσος Αναστασίου ήταν ο λογιστής της εταιρείας Φύτος & Σάββας Λτδ., κι' ότι είναι αυτός που τηρούσε τα λογιστικά βιβλία της πιο πάνω εταιρείας μέχρι και το 2004 και ετοίμασε και σχετικούς λογαριασμούς. Η αμεροληψία του μάρτυρα και η αλήθεια του λόγου του φανερώνεται και από τον τρόπο που απαντά ο μάρτυρας όταν ρωτάται σχετικά με επιταγές που αφορούσαν εκσκαφές: «Ε. Σας λέω ότι ουδέποτε μίλησε ο Νεόφυτος Νεοφύτου ή και Σάββας Ζαχαρία για τις επιταγές αυτές που λέτε ότι σας είπε ο Ανδρέας Κωνσταντίνου ότι αφορούσαν εκσκαφές. Α. Κατ' αρχάς αυτές οι επιταγές έχουν εκδοθεί στο όνομα τους, μου τις έχει φέρει ο κ. Ανδρέας Κωνσταντίνου και διευκρινίστηκε από τους ίδιους ότι αφορούσαν μελέτη, χωματουργικά και για να γίνω πιο πιστευτός ακόμα μπορεί να μη το γνωρίζετε εσείς έχω επισκεφθεί το χωράφι που εγίνοντο οι εκσκαφές και είδα τον κ. Σάββα Ζαχαρίου που δούλευκε ο άνθρωπος πάνω στο τρακτέρ. Ε. Πότε; Α. Την εποχή που εσείς δεν τον γνωρίζατε. Ε. Πότε; Α. Μέσα στο
- Ε. Πότε, Σεπτέμβρη; Α. Δεν θυμάμαι ακριβώς ούτε την ώρα, ούτε την ημέρα. Ε. Αν πάρουμε τα Χριστούγεννα που ήταν μεγάλη γιορτή ήταν τρεις μήνες μετά; Α. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι ήταν καλοκαίρι και είχε σκόνες, δεν θυμάμαι όμως την ημερομηνία. Ε. Ευχαριστώ και για την αλήθεια που μόλις μας είπατε.» Ο μάρτυρας γνωρίζει ότι αμφισβητούνταν εκ μέρους της ενάγουσας η πληρωμή τους για χωματουργικές εργασίες που έγιναν στα επίδικα κτήματα και όμως διευκρινίζει, κατά τρόπο που και ο ίδιος ο κ. Θεοφίλου δέχεται την αλήθεια του λόγους του. Η κατάσταση που παρουσίασε και οι επεξηγήσεις που έδωσε για κάθε επιταγή δεν μπορούσαν ουσιαστικά να αμφισβητηθούν ή να αντικρουστούν από την πλευρά της ενάγουσας, ώστε να αποδοθεί στο μάρτυρα αλλότριο κίνητρο ως προς τις καταχωρίσεις ή εξηγήσεις που αφορούσαν τουλάχιστον τη δική του πλευρά. Αναφορικά με τον ισχυρισμό και την αξίωση της ενάγουσας ότι ο εναγόμενος 1 απόσπασε ποσό £24.006,64 με την έκδοση επ' ονόματι του στις 22.3.2004 τραπεζικής επιταγής, Τεκμ.23, χωρίς να του οφείλονται απαντήθηκαν με σαφήνεια και δόθηκαν πλήρεις εξηγήσεις από τον εναγόμενο 1: επρόκειτο για πληρωμή που έγινε για αγοραπωλησίες ακινήτων που πραγματοποιήθηκαν από τους ενάγοντες κατά την περίοδο που υπήρξε ο μόνος διοικητικός σύμβουλος της ενάγουσας και συγκεκριμένα για την αγορά ακινήτου εκτάσεως 13 σκαλών στην Παραμύθα που αγοράστηκε αντί του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης £18.000,00, αλλά που στοίχισε στην ενάγουσα £25.006,00 εξ αιτίας δικαστικής διαδικασίας στην οποία υπήρξε εξώδικη διευθέτηση. Αντίθετα αοριστία χαρακτηρίζει τις θέσεις του Μ.Ε.1, ο οποίος αρκέστηκε να εκτοξεύσει ως πυροτέχνημα τη θέση του χωρίς ουσιαστική υποστήριξη. Δέχομαι τις εξηγήσεις που έδωσε ο εναγόμενος 1 και τις διεργασίες που προηγήθηκαν. Ο εναγόμενος 1 όχι μόνο φαίνεται ότι κατέβαλε απολύτως δικαιολογημένα το πιο πάνω ποσό, αλλά στη συνέχεια ποσό εκ Λ.Κ.23.200,00 του επιστράφηκε με επιταγή της ενάγουσας, ημερομηνίας 29.3.2004, Τεκμ.24 και η εταιρεία παρέμεινε να του οφείλει ποσό £1.800,00 το οποίο και του καταβλήθηκε αργότερα όταν το επέτρεπαν τα οικονομικά της ενάγουσας. Η ενάγουσα αποδίδει στον εναγόμενο 1«κλοπή» ποσού £40.000,00 όπως εξάγεται από τους υπολογισμούς της στην §17(η). Παρά την κακή σύνταξη της παραγράφου, από τη μαρτυρία εξάγεται ότι εκείνο που αποδίδεται στον εναγόμενο 1 ως τελικό συμπέρασμα, είναι πως πώλησε τις δυο οικίες οι οποίες επρόκειτο να αναγερθούν στα επίδικα ακίνητα κατά £40.000,00 περισσότερο, απ' ότι παρουσίασε στους ενάγοντες ότι τις πώλησε, και οικειοποιήθηκε για δικό του όφελος τα λεφτά αυτά. Από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί και από τα δυο αγοραπωλητήρια έγγραφα που κατατέθηκαν για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης από τους αγοραστές, Τεκμ.10, 11 και 12, παρουσιάζουν ως τιμή πώλησης τα ποσά για τα οποία αγοράστηκαν. Η αντιπαραβολή εκ μέρους της ενάγουσας με το διαφημιστικό έντυπο που παρουσιάστηκε, ετοιμάστηκε τον Ιανουάριο του 2004, μετά την πώληση της πρώτης κατοικίας δέχομαι ότι αναφέρονταν σε τιμές που οι ενάγοντες επεδίωκαν να εξασφαλίσουν και κατά συνέπεια, ήταν τιμές διαπραγματεύσιμες. Πρόκειται για πρακτική όχι ξένη στις αγοραπωλησίες ακινήτων, αλλά και φυσική εκ των πραγμάτων: Εάν οι πωλητές, και εδώ η ενάγουσα, δεν εύρισκαν αγοραστές για την τιμή που επεδίωκαν, θα προχωρούσαν να παραχωρήσουν μια λογική έκπτωση ώστε να προωθήσουν την αξιοποίηση του έργου όπως την είχαν σχεδιάσει. Η προκαταβολή που εισεπράχθη από τον εναγόμενο 1 κατατέθηκε στο λογαριασμό της ενάγουσας με επιταγές τις οποίες εξέδωσε επ' ονόματι της, ο τότε δικηγόρος των αγοραστών, Ανδρέας Παπαδόπουλος. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Ε.1 δέχτηκε ότι ο εναγόμενος 1 δανειοδότησε την εταιρεία και προκάλεσε μάλιστα τον δικηγόρο του εναγομένου 1 να του επιδείξει τις επιταγές. Όταν του υποδεικνύονται οι δυο επιταγές απαντά: «Αυτά υπογράψαμε, τις λευκές επιταγές σε κάποια φάση για να πληρώσει έξοδα της εταιρείας και μετά που ανέλαβα διευθυντής, ανακάλυψα ότι για £24.006,03 και η άλλη £23.200,
- Η μια στο όνομα Ανδρέας Κωνσταντίνου και η άλλη στο όνομα της εταιρείας του.» Ο κ. Θεοφίλου στην αγόρευση του τοποθετείται, λέγοντας πως, τόσο το πραγματικό τίμημα αγοράς των κτημάτων από την ενάγουσα και το πώς ξεγέλασε τους άλλους μετόχους ο εναγόμενος 1 κατά την αγορά τους όσο και οι ισοπεδώσεις που έγιναν από τους Φύτο και Σάββα ή από κάποιο ονόματι Καπνό, και η έκταση και το κόστος των ισοπεδώσεων, οι υπερβολικές πληρωμές στους μεσίτες το δικηγόρο και στην τράπεζα και σε μεταβιβαστικά, δεν είναι αντικείμενο της παρούσης αγωγής. Αφορούν όμως το πραγματικό κόστος της ενάγουσας όταν θα υπολογιστεί το μέγεθος «του οφέλους» που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αυτή είχε από την «πώληση» των επιδίκων κτημάτων στην εναγόμενη 3, απόδειξη όπως τη χαρακτήρισε ο κ. Θεοφίλου της «αθωότητας τους» από τις κατηγορίες δόλου και συνομωσίας. Θέλω να παρατηρήσω πως η θέση αυτή είναι ακατανόητη, όπως ακατανόητος είναι και ο τρόπος προώθησης της υπόθεσης των εναγόντων που έδινε την εντύπωση, με κάθε σεβασμό προς τον κ. Θεοφίλου, που έκανε ότι μπορούσε για να προωθήσει τις θέσεις των πελατών του, λίθων και πλίνθων ατάκτων ερριμμένων. Όσο και αν τα δικόγραφα θέτουν το θεμέλιο η μαρτυρία των εναγόντων τα εκθεμελίωσε. Όλα όσα τέθηκαν από τον Μ.Ε.1 ήταν στο «περίπου» στο δεν ξέρω, δεν είδα, δεν γνωρίζω, δεν άκουσα. Όλες οι θέσεις του Μ.Ε.1 είτε τέθηκαν για να υποστηρίξουν τις αξιώσεις του είτε όχι, περιέπλεξαν τα πράγματα σε σημείο που πολλές αναφορές, όσο και αν ανατρέξω στα πρακτικά παραμένουν μέχρι τέλους όχι μόνο ατεκμηρίωτες, αλλά και αδύνατον να προσδιοριστούν. Ο εναγόμενος 1 με τη δική του μαρτυρία και σε αναφορά με τις λογιστικές καταστάσεις έδωσε απαντήσεις σε πλείστα ζητήματα με σαφήνεια. Οι επεξηγήσεις του είχαν αντίκρισμα στα τεκμήρια και έδιναν απαντήσεις σε όσα του καταμαρτυρούσε ο Μ.Ε.1 και η γραμμή που ακολούθησε η ενάγουσα. Κάποιες διαφοροποιήσεις μικροποσών ή εξηγήσεις, αριθμητικές αποκλίσεις, δεν διαφοροποιούν την καλή εντύπωση που έχω αποκομίσει από το μάρτυρα. Με βάση τη μαρτυρία όπως την έχω αποδεχθεί βρίσκω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι ο εναγόμενος 1 απέσπασε χωρίς νόμιμη αιτία από την ενάγουσα Λ.Κ.122.000,00 ή ιδιοποιήθηκε το πιο πάνω ποσό ή μέρος του για δικό του όφελος. Στρέφομαι τώρα στην επόμενη πτυχή του ζητήματος και σε ότι αφορά στην αποδιδόμενη συνομωσία και εξαπάτηση της ενάγουσας, από τις πράξεις και ενέργειες των εναγομένων 1 - 3 και τον ιδιαίτερο ρόλο του εναγόμενου
- Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα ώστε με δεδομένα τα πραγματικά αυτά στοιχεία να εξετάσει, κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης. Borry Wynne v. David Costakis Mavronicolas κ.α.
(2009)Α.Α.Δ.
- Συνήθως θέμα αξιοπιστίας εγείρεται όταν υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσά τους. Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος: «να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει». Απόφαση της μειοψηφίας, υπόθεση Ερωτοκρίτου Δ. στην υπόθεση Γιαννάκης Πελεκάνος ως Διαχειριστής της περιουσίας του Χριστόφορου Πελεκάνου κ.α. v. Ανδρέα Πελεκάνου κ.α., Π.Ε. 1/2008, ημερ. 11.11.
- Στην πιο πάνω έφεση, όπως και στην εδώ περίπτωση, οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονταν ότι οι εφεσείοντες παραβίασαν τα καθήκοντά τους ως διοικητικοί σύμβουλοι και τη σχέση εμπιστοσύνης απέναντι στην εταιρεία. Διαχειρίστηκαν τα περιουσιακά της στοιχεία προς ίδιον όφελος, οικειοποιούμενοι μέρος της περιουσίας της εταιρείας. Στην υπό κρίση υπόθεση, το ζήτημα διαπλέκεται και περιπλέκεται επιπλέον: οι ενάγοντες προβάλλουν πέρα από τα πιο πάνω ζητήματα υπέρβαση εξουσίας του εναγόμενου 1, ως διευθυντή της ενάγουσας «είχε ήδη παυθεί από διευθυντής της» όπως εξήγησα πιο πάνω, αλλά και ότι δόλια, σε συνομωσία με τον εναγόμενο 2, πώλησε και μεταβίβασε για λογαριασμό της ενάγουσας τα τρία επίδικα κτήματα σε τιμή πολύ χαμηλότερη της τότε αξίας τους. Αν οι εφεσίβλητοι, συνεχίζει η πιο πάνω απόφαση της μειοψηφίας, καταφέρουν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό τόσο τα πιο πάνω, όσο και την οικειοποίηση, τότε δικαιούνται σε απόφαση. Αν όχι, η αγωγή αποτυγχάνει. Το γενικό βάρος να αποδείξουν την πιο πάνω παράβαση καθηκόντων και σχέση εμπιστοσύνης και τα υπόλοιπα επίδικα θέματα, είναι πάντα στους ώμους εφεσιβλήτων και δεν μεταφέρεται. Για το θέμα της αξιοπιστίας η οποία συναρτάται άμεσα με την απόσειση του αποδεικτικού βάρους, σχετική είναι και η υπόθεση Μπούλος Μάρσαλ κ. ά. ν Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας ΛΤΔ
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858: κριτήριο δεν είναι, αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά εκείνης του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσον, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, ικανοποίησε το δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. (Is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του στο απαιτούμενο επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω κι αν η θέση του ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά η αντίθετη". Στην περίπτωση εδώ η ενάγουσα φέρει το ειδικό βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς της για δόλο και συμπαιγνία του εναγόμενου 1 με τους εναγόμενους 2 και 3, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Henderson v. Henry E. Jekins and Sons
(1969)2 WLR 147. Στην υπόθεση Mulchy v. R
(1868)L.R. 3 HL 306, σελ. 317, όπως παρατίθεται στην υπόθεση Belmont Finance Corporation v. Williams Furniture Ltd (No.2)
(1980)1 All E.R., 303, δίδεται ο ορισμός της συνομωσίας: «A conspiracy consists not merely of the intention of two or more, but in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means. I have used the word "combination" rather than the word "agreement" used in that definition and by Lord Simon LC, because the word "agreement" in this context does not mean an agreement in any contractual sense but a combination and common intention to do the act which is the object of the alleged conspiracy. That Lord Simon LC was so using the word is, in my opinion, clear from later passages in his speech: see also the other speeches in the Croffer Hand Woven case
(1942)LR 3 HL 306 at 317." Για να επιτύχει σε θεραπεία ο ενάγων σε τέτοια περίπτωση θα πρέπει να θεμελιώσει: - a combination of the defendants, - to effect an unlawful purpose, - resulting in damage to the plaintiff (Croffer Hand Woven Harris Tweed Co Ltd v. Veitch per Lord Simon LC) Στην υπόθεση Ανδρέας Τσιάρτας κ.α. ν. Alocay Holdings Ltd, κ.α., Π.Ε. 20/2008, ημερ. 24.9.2010, όπου εξετάστηκε η έννοια του δόλου λέχθηκαν και τα πιο κάτω: «Σύμφωνα με τους Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδ. Τόμος 18, σελ. 189, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματ.) Λτδ
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 992. Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες του δόλου ή της αμέλειας χωρίς ωστόσο να χρειάζεται να αποδειχθούν όλες οι λεπτομέρειες αλλά είναι αρκετή η απόδειξη μόνο μερικών από τις κατ' ισχυρισμό λεπτομέρειες του δόλου. Kakoullou and Another v. Kakoullou
(1987)1 C.L.R. 547.» Επανέρχομαι στη μαρτυρία όπως κατατέθηκε ενώπιον μου, κρατώντας τις γενικές μου παρατηρήσεις πιο πάνω, κατά την αξιολόγηση των μαρτύρων και έρχομαι να εξετάσω το ειδικότερο ζήτημα της παύσης του εναγόμενου 1, από διευθυντή της ενάγουσας. Στη κυρίως εξέταση, που έγινε με γραπτή δήλωση, Τεκμ.Α, ο Μ.Ε.1 αναφέρει επί λέξη: «Με ενέργειες μου και του Σάββα Ζαχαρία μέσω των δικηγόρων κκ. Δημήτρη Παναούτα & Χάρη Λαφαζάνη πραγματοποιήθηκε γενική συνέλευση των μετόχων της Ενάγουσας στις 29.5.2004 με θέματα την ενημέρωση από τον Εναγόμενο 1 για αγοραπωλησίες και κατάθεση των σχετικών συμβολαίων και άλλων εγγράφων. Σε αυτή τη Συνέλευση απουσίαζε ο Εναγόμενος 1, αλλά τον αντιπροσώπευε ο δικηγόρος κ. Νίκος Καλλής. Μετά από λίγη ώρα και σχετικά τηλεφωνήματα ο κ. Καλλής μας δήλωσε πως ο Εναγόμενος 1 ασθενούσε. Η συνέλευση αποφάσισε με τις 666 ψήφους μου και του Σ. Ζαχαρία, (δηλ. του 66% των μετοχών), την παύση του Εναγόμενου 1 από τη θέση του διευθυντή και αντικατάσταση του από εμένα. Αυτή την απόφαση την ανάφερα στον Εναγόμενο 1 προσωπικά το απόγευμα της 29.5.04 και την απόρριψε λέγοντας μου πως δεν είχαμε τέτοιο δικαίωμα να τον παύσουμε στην απουσία του. Για λόγους άγνωστους σ' εμένα η παύση και αντικατάσταση του Εναγόμενου 1 από τη θέση διευθυντή της Ενάγουσας δεν γράφτηκε στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών μετά τη Γενική Συνέλευση της 29.5.04 με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος 1 να φαίνεται σαν διευθυντής μέχρι αρχές Αυγούστου 2004 και έτσι μπόρεσε να μεταβιβάσει τα πιο πάνω κτήματα στην Εναγόμενη 3 στις 2.06.04, παρά το ότι γνώριζε ότι τον είχαμε καθαιρέσει από διευθυντή. Εν πάση περιπτώσει αργότερα πήρα νομική συμβουλή από τον δικηγόρο της Ενάγουσας ότι εκείνη η απόφαση παύσης και/ή αντικατάστασης του Εναγόμενου 1 μπορούσε να ακυρωθεί σαν μη νομότυπη. Σε αυτή τη Συνέλευση της 11.6.04 ο Εναγόμενος 1 δεν δέχτηκε ότι είχε παυθεί από διευθυντής και το θέμα δεν συζητήθηκε στη συνεδρία. ............................ Μετά από τη Γενική Συνέλευση της 11.6.04 ο Σάββας Ζαχαρία κι εγώ πήραμε νομική συμβουλή από τον κ. Γιώργο Θεοδοσίου και εγώ συγκάλεσα σαν γραμματέας νέα Γενική Συνέλευση που έλαβε χώρα την 8.7.04 στην παρουσία πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Εναγόμενου 1 και του πιο πάνω δικηγόρου του. Τα θέματα ήταν ξανά την ενημέρωση από τον Εναγόμενο 1 και ξανά η παύση και αντικατάσταση του από τη θέση του Διευθυντή, λόγω της νομικής συμβουλής που είχα πάρει και λόγω του ότι ο Εναγόμενος 1 αμφισβητούσε την προηγούμενη παύση του. Σ' αυτή τη Γενική Συνέλευση λήφθηκε εκ νέου με πλειοψηφία των 666 μετοχών μου και του Σάββα Ζαχαρία απόφαση παύσης του Εναγόμενου 1, χωρίς και πάλι να δοθούν από τον αντιπρόσωπο του λεπτομέρειες των αγοραπωλησιών της Ενάγουσας και χωρίς να αποκαλυφθεί η πώληση και μεταβίβαση των πιο πάνω κτημάτων. Τελικά αυτή τη φορά η παύση και αντικατάσταση του Εναγόμενου 1 από εμένα σαν Διευθυντή της Ενάγουσας γράφτηκε και στον Έφορο Εταιρειών.» Ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση του και ενώ προηγούνται αναφορές και απαντήσεις του σε σχέση με τις προτάσεις που είχαν από τρίτα πρόσωπα, όπως ήδη έχω πει πιο πάνω, του Χρ. Δημητρίου, Μ.Ε.4 και Πουρίκκου, για να αγοράσουν τα κτήματα, περίπου μέσα στον Απρίλη του 2004, όπως το παρουσίαζε ο μάρτυρας, στρέφεται στο ζήτημα της γενικής συνέλευσης, της πρώτης κατά τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, που έλαβε χώρα στις 29.5.
- Σύμφωνα με το μάρτυρα είναι οι δικηγόροι τους, Δημήτρης Παναούτας και Χάρης Λαφαζάνης, οι οποίοι τους συμβούλευσαν να πραγματοποιηθεί γενική συνέλευση των μετόχων για να φύγει ο εναγόμενος
- Παραθέτω τις απαντήσεις του μάρτυρα γύρω από το ζήτημα τις οποίες κρίνω ως ιδιαίτερα διαφωτιστικές: «Ε. Κύριε μάρτυρα υπήρξε δικηγόρος σου ο Δημήτρης Παναούτας και ο Χάρης Λαφαζάνης, και οι δυο; Α. Ναι. Ε. Είναι αυτοί που σας συμβούλευσαν να πραγματοποιηθεί γενική συνέλευση των μετόχων για να φύγει ο εναγόμενος 1; Α. Ναι. Ε. Ετοιμάσαν σας ημερήσια διάταξη; Α. Δεν ξέρω τι έκαμαν. Τηλεφωνήσαν μας και είπαν μας 29 του Μάη να πάμε στο γραφείο και θα κάμουμε γενική συνέλευση, θα έλθει ο εναγόμενος 1 με το δικηγόρο του Νίκο Καλλή. Ε. Άρα δεν ξέρετε αν τηλεφώνησαν ή αν έστειλαν και ημερήσια διάταξη στον εναγόμενο 1; Δικαστήριο: Ξέρει τι είναι η ημερήσια διάταξη ο μάρτυρας; Η Αντεξέταση συνεχίζεται: Ε. Κύριε μάρτυρα, κάθε γενική συνέλευση έχει θέματα προς συζήτηση τα οποία τα αποστέλλουν πριν την γενική συνέλευση, το γνωρίζετε; Α. Όχι τότε δεν το γνώριζα, τώρα γνωρίζω το. Ε. Οι δικηγόροι σας όμως έκαμαν μια διαδικασία και την οποία εσύ λέεις ότι ήταν γενική συνέλευση. Α. Ναι. Ε. Δεν ήξερες όμως αν εστείλαν του εναγόμενου
- Α. Δεν ξέρω. Ε. Πότε διαπίστωσες αφού ήταν δικηγόροι ότι τούτα τα πράγματα που εκάμετε ήταν παράνομα και παράτυπα; Δικαστήριο: Παράνομα υπό ποια έννοια; Κος Γιωρκάτζης: Παράνομα έναντι στο καταστατικό και έναντι στον περί Εταιρειών Νόμο. Δικαστήριο προς μάρτυρα: Ε. Παράτυπα, το ξέρατε; Α. Όχι, το έμαθα μετά. Η Αντεξέταση συνεχίζεται: Ε. Πότε; Α. Μας το είπε ο κ. Θεοδοσίου όταν εφύγαμε από τον Παναούτα. Ε. Διαφωνήσετε με τον Παναούτα και Λαφαζάνη και εφύγετε; Α. Όχι, δεν διαφωνήσαμε. Δεν μας άρεσε ο τρόπος τους. Δικαστήριο: Ε. Εφύγετε γιατί δεν σας άρεσε ο τρόπος τους. Συμφωνείτε ή διαφωνείτε ότι φύγατε απαντήστε. Α. Εφύγαμε. Η Αντεξέταση συνεχίζεται: Ε. Πριν να φύγετε όμως υπογράψετε φόρμες τύπου αλλαγής διευθυντών; Α. Στη συνέλευση 29.5.2004 υπογράψαμε αλλά δεν ξέρω γιατί δεν πήγαν στο Έφορο Εταιρειών. Ε. Ο γραμματέας ξέρει. Ήσουν γραμματέας. Α. Ήμουν γραμματέας αλλά είναι ο δικηγόρος που ανέλαβε τούτα τα πράγματα. Ε. Ποιός δικηγόρος τα ανέλαβε; Α. Ο κ. Παναούτας ήταν παρών και ο κ. Καλλής, ο οποίος εκπροσωπούσε τον εναγόμενο
- Ε. Δηλαδή ήταν πάντα η θέση του εναγόμενου όπως και σας την έχει διατυπώσει του εναγόμενου 1 ότι κακώς τον παραίτησε; Α. Ε., αφού πήγα και τον βρήκα προσωπικά μετά που τη συνέλευση τούτη και μου λέει δεν μπορείτε να μου κάμετε τίποτε, είναι παράνομο. Ε. Και εσύ τι έκαμες όταν σου είπε τούτο; Α. Έφυγα και την άλλη μέρα πήγα στον κ. Θεοδοσίου και του είπα την ιστορία και λέει μου και να τον αλλάξετε θα ήταν παράτυπο. Ε. Όλες οι ενέργειες που εκάμετε μέχρι την ημέρα εκείνη ήταν νόμιμες. Δικαστήριο: Δεν μπορεί να απαντήσει όπως το θέτετε. Η Αντεξέταση συνεχίζεται: Ε. Οι δικηγόροι λέτε καθόρισαν 11.6.2004 γενική συνέλευση. Α. Ναι. Ε. Τι εννοείτε; Α. Καθορισμό νέας γενικής συνέλευσης. Ε. Οι δικηγόροι ή εσύ; Α. Οι δικηγόροι. Ε. Ποιοι δικηγόροι; Α. Ο κ. Παναούτας μαζί με τον κ. Καλλή και αντί του κ. Καλλή στη συνέλευση παρουσιάστηκε ο κ. Ανδρέας Παπαδόπουλος με τον Τάσο Αναστασίου, λογιστή της εταιρείας. Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι ο κ. Τάσος Αναστασίου δεν παρέστηκε ποτέ σε τέτοια συνάντηση. Α. Ο κ. Τάσος Αναστασίου ήταν παρών και ανέπτυξε μας και την οικονομική κατάσταση της εταιρείας την οποία έβγαλε παττισμένη £240.
- Ε. Έδωσε σας χαρτιά; Α. Δεν μας έδωκε. Ήταν προφορικά. Την άλλη ημέρα είπε μας να πάμε στο γραφείο του να μας τα δώσει και άμα επήγαμε έβγαλε μας έξω με τις κλωτσιές. Ε. Έθεσες σε καμιά από αυτές τις γενικές συνελεύσεις που εκάμετε θέμα πώλησης του ακινήτου προς οποιουσδήποτε; Α. Όχι, γιατί να το πουλήσουμε το ακίνητο αφού άξιζε το ακίνητο και εκμεταλλευόμαστε το ήταν να κτίσουμε σπίτια, πουλήσαμε δυο κατοικίες μέσα μια τον Γενάρη και μια τον Μάρτη. Ήταν να βγάλουμε τόσο κέρδος που ήταν να τα πουλήσουμε. ................................. Ε. Τούτης της γενικής συνέλευσης κρατάτε τα πρακτικά της; Α. Αν πιάστηκαν πρακτικά τα κρατά ο Δημήτρης Παναούτας. Ε. Μιλούμε για τις 11.6.
- Α. Δεν έχω. Ε. Ζήτησες; Α. Πού ποιόν να ζητήσω; Ε. Που τους δικηγόρους σου. Α. Αφού οι δικηγόροι ούτε τον εβγάλαν από διευθυντή, ούτε κρατούσαν πρακτικά, ούτε τίποτε. Αρνούνται. Ε. Και τούτοι συνωμοτούσαν εναντίον σας; Α. Ο Θεός και η ψυχή τους. Ε. Ο δικηγόρος του εναγόμενου 1 έστειλε σας αφού τον παρακαλέσατε εκείνη την ημέρα, ο Ανδρέας Παπαδόπουλος ό,τι του ζητήσετε έστειλε σας τα; Α. Τίποτε δεν μας έστειλε. Έστειλε μας δυο ποτούτα τα αγοραπωλητήρια που πιο πριν. Ε. 8.7.2004 έχετε την ημερήσια διάταξη, δηλαδή τα θέματα που ήταν να συζητηθούν σε αυτή την γενική συνέλευση όπως λέτε; Α. Δεν θυμάμαι αλλά πρέπει να τα έχει ο δικηγόρος. Ε. Εσύ δεν τα έχεις; Α. Όχι.» Σε καμιά περίπτωση δεν μπορώ να δεχθώ ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, ούτε και για το ζήτημα αυτό. Η αοριστία των θέσεων του, η ανακριβείς και αντιφατικές, πολλές φορές, μεταφορές γεγονότων και η ασάφεια των απαντήσεων του, δεν παρέχουν καμιά σοβαρή υποστήριξη στις θέσεις που προβλήθηκαν μέσα από τα δικόγραφα. Άλλωστε όπως το δέχθηκε και ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση: ο ίδιος, από τη σύσταση της εταιρείας μέχρι και τις 12.8.2004 ήταν γραμματέας της ενάγουσας και ασκούσε τα καθήκοντα του ανελλιπώς. Οι δικαιολογίες και εξηγήσεις του ότι τα πρακτικά τα κρατούσε ο εναγόμενος 1, ή πρακτικά και έντυπα που είχαν υπογραφεί βρίσκονται στην κατοχή των δικηγόρων του και ουδέποτε τους δόθηκαν, βρίσκω ότι αποτελούν δικαιολογίες και ζητήματα που ανήκουν στην φαντασία του μάρτυρα. Και για να κλείσω το ζήτημα αυτό παρατηρώ το πλέον ουσιαστικό: ο μάρτυρας δεν επεξήγησε σε κανένα στάδιο γιατί οδηγήθηκαν ο ίδιος και ο άλλος μέτοχος Σάββας Ζαχαρία να πραγματοποιηθεί γενική συνέλευση στις 29.5.2004 για αντικατάσταση του εναγόμενου
- Απλή παραπομπή στην § 14Α του Τεκμ.Α, δείχνει θα έλεγα το κατασκευασμένο της θέσης του Μ.Ε.
- Ενώ αρχικά αναφέρεται ότι στις 29.5.2004 τα θέματα της γενικής συνέλευσης περιστρέφονταν στην ενημέρωση που θα έκαμνε ο εναγόμενος 1 για αγοραπωλησίες και κατάθεση των σχετικών συμβολαίων και άλλων εγγράφων, η συνέλευση αποφάσισε την παύση του και μάλιστα, ενώ ο δικηγόρος του τους δήλωνε πως ο εναγόμενος 1 ασθενούσε. Αλλά και το γιατί οι άλλοι δυο μέτοχοι ήθελαν την απομάκρυνση του εναγόμενου 1, δεν εξηγείται από τον Μ.Ε.
- Έτσι τους συμβούλευσαν οι δικηγόροι τους. Αλλά οι ίδιοι γιατί επιθυμούσαν κάτι τέτοιο; Εδώ θα πρέπει επίσης να σημειωθεί, ότι κατά το χρόνο εκείνο, ο εναγόμενος 1 τίποτε δεν γνώριζε για τις ενέργειες του εναγόμενου 1 ή τις δόλιες πράξεις του για καταδολίευση της ενάγουσας, σε συμπαιγνία με τους εναγόμενους 2 και
- Αναδρομή στη μαρτυρία του σε πάρα πολλά σημεία, όπως φαίνεται από τα πρακτικά με λεπτομέρεια, φανερώνει την έκπληξη του για όσα εκ των υστέρων, όπως λέει, ανακάλυψε. Φράσεις του μάρτυρα όπως τώρα καταλαβαίνω, «μετά» που είδα τα συμβόλαια που πήρα από την τράπεζα «μετά» που μας έδωσε ο λογιστής της καταστάσεις «καταλαβαίνω» κ.λ.π., κ.λ.π., Αυτό άλλωστε εισάγει και στην κυρίως εξέταση: γεγονότα που εκ των υστέρων ανακάλυψε. Τότε λοιπόν, στις 29.5.2004, ο Μ.Ε.1 και ο άλλος μέτοχος, ο οποίος δεν ενίσχυσε το λόγο του, δεν απέδιδαν οποιοδήποτε κατηγορία σε βάρος του εναγόμενου 1 ώστε να ζητούν την απομάκρυνση του. Οι όποιες αναφορές της ενάγουσας περί παύσης του Μ.Ε.1 σε προηγούμενη «Γενική Συνέλευση» είτε στις 29.5.2004, είτε σε άλλη ημερομηνία δεν γίνονται δεκτές. Παραπέμπω στην § 15(Α) της Έκθεσης Απαιτήσεως όπου γίνεται αναφορά για γενική Συνέλευση των μετόχων στην απουσία του εναγόμενου 1 και αντιπροσώπευση του από το δικηγόρο κ. Καλλή, σε αντιπαραβολή με την § 15
(13), (Γ) και (Ε). Ξενίζει η σύνταξη των εν λόγω παραγράφων, ακόμη και μόνο ως αναφορά και μεταφορά γεγονότων που «έλαβαν χώρα». Αντιλαμβάνομαι ότι τίθεται για να καταδείξει η ενάγουσα τις διαφωνίες μεταξύ των μετόχων, αλλά στο τέλος τι σημαίνει νομικά «πραγματοποιήθηκε Γενική Συνέλευση» και αν όντως πραγματοποιήθηκε και λήφθηκε απόφαση παύσης του εναγόμενου 1, τι σημαίνει, «και μετά αναβλήθηκε για νέα ημερομηνία που θα διευθετούσαν οι δικηγόροι μεταξύ τους». Και αν δεν γράφτηκε στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών η παύση μετά τη «Γενική Συνέλευση», γιατί δεν απεστάλη αργότερα με τη νομότυπη διαδικασία η παύση στον Έφορο από τους δικηγόρους τους: εφόσον επρόκειτο για ειλημμένη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Ρωτήθηκε ο μάρτυρας αλλά δεν έδωσε καθαρή απάντηση αφήνοντας σκιά στις ενέργειες των τότε δικηγόρων του μ' ένα απλό « ο θεός τζαι η ψυχή τους» Κι' όταν συνεχίστηκε η «αναβληθείσα Γενική Συνέλευση της ενάγουσας στις 11.6.2004 με τη συμμετοχή του εναγόμενου 1 με άλλο δικηγόρο και στην παρουσία του Λογιστή Αναστασίου όπως ήταν η θέση της ενάγουσας , που δεν αποδέχθηκα, και κατατέθηκαν τα σχετικά συμβόλαια και άλλα έγγραφα, ποια ήταν τα θέματα εκτός από την παύση του εναγόμενου 1. Και αν αυτά ήσαν «τελειωμένα», γιατί συγκλήθηκε, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα και στα δικόγραφα μέσω του Μ.Ε.1, στις 8.7.2004 νέα Γενική Συνέλευση, στην οποία «αποφασίστηκε ξανά», η παύση και αντικατάσταση του Μ.Ε.1. Ανεξαρτήτως όμως της πιο πάνω κατάληξης μου η οποιαδήποτε αλλαγή δεν κοινοποιήθηκε στον Έφορο Εταιρειών, παρά μόνο στις 8.7.2004 και ως εκ τούτου ήταν άγνωστη στην εναγόμενη 3, με αποτέλεσμα οι όποιες αποφάσεις, ενέργειες ή πράξεις του διευθυντή της ενάγουσας, εναγόμενου 3, να έχουν την φαινόμενη εξουσιοδότηση της (ostensible authority) Εταιρεία Αλλαντικών Προϊόντων Κρίστη Λτδ ν. P.T.A. Foodlab & Nutritional Services Ltd
(2006)1(B) A.A.Δ.
- Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 γνώρισε αργότερα, τις διαφωνίες μεταξύ των μετόχων, σε όποια έκταση του τις μετέφερε ο εναγόμενος 1, διαφωνίες οι οποίες ουσιαστικά κατέληγαν σε αδιέξοδο, εφόσον δεν υπήρχε η δυνατότητα και προθυμία αξιοποίησης των επιδίκων ακινήτων από την ίδια την ενάγουσα εταιρεία, λόγω έλλειψης κεφαλαίων, δεν συνεπάγεται και ούτε ορίζει ως καταληκτικό συμπέρασμα ότι η εναγόμενη 3 γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει περί παύσης του εναγόμενου 1 από διευθυντή. Σε καμία περίπτωση δεν έχει προσαχθεί αξιόπιστη μαρτυρία που να οδηγεί το Δικαστήριο στη διαπίστωση ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 γνώριζαν για άλλες προτάσεις αγοράς των επιδίκων κτημάτων, όπως τις δήθεν προσφορές των Χρ. Δημητρίου και Πουρίκκου για Λ.Κ.400.000,00 και παρά ταύτα αγόρασαν τα κτήματα για λιγότερο από το ¼ της αξίας τους. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη 3 βρίσκω ότι υπήρξε καλόπιστος αγοραστής των επιδίκων ακινήτων έναντι ανταλλάγματος. Η εναγόμενη 3 αγόρασε τα επίδικα ακίνητα ποσού Λ.Κ.100.000,00, και με τους λοιπούς όρους και υποχρεώσεις, όπως απορρέουν από την έγγραφη συμφωνία, Τεκμ.4, οπότε και μεταβιβάστηκε το οικόπεδο επ' ονόματι της, έχοντας την πεποίθηση ότι ο εναγόμενος 1, νομίμως αντιπροσώπευε την ενάγουσα ως διευθυντής της του οποίου οι πράξεις την δέσμευαν. Ο εναγόμενος 2 μου άφησε επίσης εξαιρετική εντύπωση. Μάρτυρας της αλήθειας μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί ο εναγόμενος 2, που παρά την επίπονη και επίμονη αντεξέταση του ήταν ιδιαιτέρως διαφωτιστικός και συνεπής με τις θέσεις του. Από τη μαρτυρία του εξάγονται τα πιο κάτω τα οποία υιοθετώ και επαναλαμβάνω ως ευρήματα του Δικαστηρίου: Ο εναγόμενος 2 με εξουσιοδότηση των εναγόντων ημερομηνίας 15.1.2004 εκπόνησε αρχιτεκτονικά σχέδια για ενιαία ανάπτυξη των επιδίκων κτημάτων έναντι συμφωνημένης αμοιβής για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.67.143.00 πλέον 15% Φ.Π.Α. χρέωσε την ενάγουσα με βάση τους σχετικούς κανονισμούς του ΕΤΕΚ και της πρακτικής που ακολουθείται Λ.Κ.17.988,30 και Λ.Κ.8.372,00 για εργασία που είχε εκτελέσει μέχρι τις 28.4.2004, Χρεωστικές σημειώσεις Τεκμ. 7(α) και 7(β). - Η ενάγουσα πέραν του ποσού των Λ.Κ.4.000,00 που κατεβλήθη στον εναγόμενο 2, ως προκαταβολή δεν κατέβαλε άλλο ποσό παρά τις οχλήσεις του εναγόμενου
- - Ο εναγόμενος 2 προχώρησε και αποπεράτωσε την εκποίηση των σχεδίων σύμφωνα με τις οδηγίες της ενάγουσας. - Ο εναγόμενος 2 πρότεινε στον εναγόμενο 1 να αγοράσουν οι εναγόμενοι 3 τα επίδικα κτήματα αντί ποσού Λ.Κ.100.000,00 και παράλληλα να αναλάβουν την ανέγερση και αποπεράτωση των δυο κατοικιών, που ήδη η ενάγουσα είχε πωλήσει και είχε εισπράξει γι' αυτά: Λ.Κ.85.000,
- Επιπροσθέτως των πιο πάνω ποσών ο εναγόμενος 2 να μην απαιτήσει οποιοδήποτε αμοιβή του ως αρχιτέκτονας. - Ο εναγόμενος 1 ως διευθυντής της ενάγουσας συμφώνησε με την πρόταση του εναγόμενου 2 και στις 13.5.2004 υπογράφηκε σχετικό πωλητήριο έγγραφο μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης
- Στις 2.6.2004 η εναγόμενη 3 κατέστη εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια των επίδικων κτημάτων. - Δέχομαι τις θέσεις του εναγόμενου 2 ότι ο ίδιος ανέλαβε μόνο αρχιτεκτονική εργασία Τεκμ.7(α) και (7(β) για λογαριασμό της ενάγουσας. Δεν έχει ούτε τις γνώσεις, ούτε την πείρα για να αναλάβει οποιαδήποτε τεχνοοικονομική μελέτη και ότι ουδέποτε ανέλαβε ή παρέστησε στην ενάγουσα ότι θα αναλάμβανε να εκπονήσει τέτοια μελέτη. - Δεν έλαβε μέρος τον Σεπτέμβριο του 2004 σε Γενική Συνέλευση των εναγόντων και δεν συνάντησε ποτέ προηγουμένως τους άλλους δυο μετόχους της ενάγουσας. Οι συναλλαγές του και η όλη συμφωνία για αγορά των επίδικων κτημάτων γινόνταν μόνο με τον εναγόμενο
- - Η εξαγορά των μετοχών της εναγόμενης 3 από τους άλλους δυο μετόχους της, Μ.Υ.2 και Μ.Υ.3 για τους εναγόμενους 2 και 3 και μεταβίβαση των μετοχών της στο όνομα του εναγόμενου 2 έγινε τον Μαίο του 2004, έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος. Ο ένας εκ των δυο πρώτων μετοχών της εναγόμενης 3, Μ.Υ.2, Αριστείδης Φουτάς με τη δήλωση του διαψεύδει τον Μ.Ε.1 που υποστήριξε ότι ο εναγόμενος 2 ζήτησε και του μεταβίβασαν τις μετοχές τους γιατί είχε βρει αγοραστές για να πωλήσουν την εταιρεία. Ο Μ.Υ.2, σταθερός στη θέση του έδωσε αντίθετη θεώρηση. Ο εναγόμενος 2, τέλος περίπου του Απρίλη του 2004, τους ανέφερε ότι υπήρχε ένα χωράφι στην Απαισιά και αν υπήρχε δυνατότητα να το αγοράσει η εναγόμενη
- Τις ίδιες θέσεις επανέλαβε και ο Μ.Υ.3 εναγομένων 2 και 3, Κωνταντίνος Τσιμάρης οι θέσεις του οποίου ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν, δεν αντεξετάστηκε επί της ουσίας. Η συμφωνία πώλησης των επιδίκων κτημάτων, Τεκμ.4, ήταν μέσα στους σκοπούς της εταιρείας, πώληση η οποία έγινε κατόπιν κοινής απόφασης των υπολοίπων μετόχων. Η πώληση ήταν προς όφελος της ενάγουσας. Τα επίδικα ακίνητα απέφεραν κέρδος £55.000,00, επιπροσθέτως με το όφελος που προέκυπτε για την ενάγουσα από την απαλλαγή της από τα πρόσθετα βάρη και υποχρεώσεις που είχε αναλάβει έναντι τρίτων. Η προσπάθεια της ενάγουσας να πιαστεί από μια ημερομηνία, ημερομηνία που φέρουν κάποια αρχιτεκτονικά σχέδια που κατατέθηκαν εκ μέρους του εναγόμενου 2, αρχιτέκτονα, για να προωθήσει τη θέση ότι οι δόλιες ενέργειες του εναγόμενου 1 και οι συνεννοήσεις του με τον εναγόμενο 2 ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα και στόχευσαν στην εξαπάτηση της ενάγουσας, κατά συνέπεια και των μετόχων, δεν μπορεί να θεμελιώσει αφ' εαυτής τόσες σοβαρές κατηγορίες και αιτιάσεις εναντίον των εναγομένων. Όπως και δεν μπορεί να θεμελιώσει η γενική τοποθέτηση του λογιστή, ο οποίος στη ρήμη του λόγου του και αντεξεταζόμενος, όπως έχω ήδη εξηγήσει πιο πάνω για άλλα ζητήματα παρενθετικά αναφέρθηκε στο ότι είδε τον Μ.Ε.1 να διενεργεί εκσκαφές στα επίδικα ακίνητα το «καλοκαίρι και είχε σκόνες. Δεν θυμάμαι όμως την ημερομηνία», για να εισηγηθεί ότι πρέπει να ήταν Σεπτέμβρης. Ο εναγόμενος 2 όπως έχω ήδη αναφέρει έδωσε τις δικές του εξηγήσεις τις οποίες κάνω αποδεκτές. Όπως αποδεκτές κάνω και τις όποιες εξηγήσεις έδωσε ο εναγόμενος
- Σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση με αξιώσεις που θεμελιώνονται σε δόλο και συνομωσία δεν μπορούν τέτοιες αναφορές να θεμελιώσουν τόσο σοβαρές αξιώσεις. H γραμμή που ακολούθησε ο δικηγόρος για την ενάγουσα για να αποδείξει με περιστατική μαρτυρία και διάφορα γεγονότα τη συνομωσία, επικεντρώθηκε γύρω από την υπογραφή του συμβολαίου από κάποιους αγοραστές ονόματι Connor, Τεκμ.12, από τους οποίους, σύμφωνα με τη θέση της ενάγουσας ο εναγόμενος 1, πήρε προκαταβολή £4.250,00 μέσα στον Απρίλη του 2004 για την πώληση ενός σπιτιού στα επίδικα κτήματα. Υποβλήθηκε η θέση πως η πώληση αυτή έγινε μαζί με τον εναγόμενο 2: συμφώνησαν με τον εναγόμενο 2 και 3 να αποσπάσουν τα κτήματα από την ενάγουσα καταστρώνοντας το σχέδιο τους προς εξαπάτηση της ενάγουσας. Η πιο πάνω εισήγηση διαπλέκεται με το Τεκμ.53, το οποίο υπέγραψε ο Σταύρος Παπαδούρης, ο οποίος κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου κλήθηκε για αντεξέταση μετά από αίτημα της ενάγουσας, κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου. Ο εν λόγω μάρτυρας είναι το πρόσωπο το οποίο φέρεται να υπέγραψε το έγγραφο, Τεκμ.53, και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπεύθυνος πωλήσεων της BuySell. Στη συλλογιστική της ενάγουσας προβάλλονται τα πιο κάτω: Στις 29 Απριλίου 2004 η κα Sue Connor, αγοράστρια μαζί με το σύζυγο της πάνω στο Τεκμ.12, κατέβαλε Λ.Κ.4.250,00 στην BuySell ως προκαταβολή έναντι της αγοράς οικίας 3 υπνοδωματίων από έργο 6 επαύλεων στην Απαισιά. Το Τεκμ.53 που έχει τίτλο «Προσφορά για Αγορά», Offer to Purchase, απευθύνεται προς τον κ. Άκη Αριστείδου και αναφέρει ότι «η προσφορά ισχύει για 30 μέρες». Το τίμημα πώλησης αναφέρεται σαν Λ.Κ.130.000,00 και ως ημερομηνία πρώτης πληρωμής αναφέρεται η 5.7.2004, ακριβώς όπως και το Τεκμ.12 που υποτίθεται υπογράφτηκε στις 6.7.
- Στο Τεκμ.53 αναφέρονται επίσης το τηλέφωνο και όνομα του Δικηγόρου του πωλητή, αναφέρεται ο κ. Αντρέας Παπαδόπουλος, που ήταν δικηγόρος της ενάγουσας, για όλες τις προηγηθείσες πράξεις, και το τηλέφωνο του δικηγόρου του αγοραστή, πράγμα που υποδεικνύει, κατά την εισήγηση του δικηγόρου της ενάγουσας, όπως προωθήθηκε κατά την αγόρευση του, ότι προηγήθηκαν συζητήσεις μεταξύ BuySell - αγοραστών - δικηγόρων των αγοραστών. Είναι επίσης κατά την άποψη του ξεκάθαρο, ότι από το Τεκμ.53 προκύπτει πως, οι Connor κατέβαλαν στην BuySell στις 29.4.2004, για λογαριασμό της ενάγουσας προκαταβολή £4.250,00, για αγορά της οικίας που αγόρασαν και δεν είχαν δώσει την προκαταβολή για άλλη κατοικία, όπως ψευδώς, κατά τη θέση του πάντοτε, πρόβαλαν οι εναγόμενοι. Αποδεικνύεται κατά την εισήγηση του δικηγόρου της ενάγουσας από το συνδυασμό των πιο πάνω τεκμηρίων πως η οικία του Τεκμ.12, πωλήθηκε στις 29.4.2004 από τον εναγόμενο 1, ως διευθυντή της ενάγουσας, διά των αντιπροσώπων του και αντιπροσώπων της ενάγουσας Άκη Αριστείδου και BuySell, οι οποίοι πήραν την προκαταβολή. Έτσι με τον τρόπο αυτό η πώληση «καταμερίστηκε» ως πώληση της εναγόμενης 3 αντί της ενάγουσας. Πώληση την οποία οι εναγόμενοι 1 - 3 την απέκρυψαν αποκαλύπτοντας την την κατάλληλη γι' αυτούς στιγμή με την υπογραφή του Τεκμ.
- Είναι ξεκάθαρο εισηγείται ο κ. Θεοφίλου πως το Τεκμ.12 είναι η «απόλυτη συνέχεια» του Τεκμ.
- Έχοντας κατά νου την ιδιότητα των Άκη Αριστείδου και BuySell ως «από κοινού» μεσιτών της ενάγουσας και τον Άκη Αριστείδου ως «Project Manager» ο κ. Θεοφίλου, εισηγείται πως με το Τεκμ.53 αποδείχθηκε πως δεν «υπήρχε άλλη συζήτηση των αγοραστών του Τεκμ.12 για αγορά άλλης οικίας που δήθεν ναυάγησε», αλλά υπήρξε από την αρχή, 29.4.2004, αγορά της οικίας του Τεκμ.
- Ο ισχυρισμός τον οποίο προβάλλει η ενάγουσα, αμφισβητείται από τους εναγόμενους, οι οποίοι προβάλλουν τη θέση πως οι Connors ήταν πελάτες της εταιρείας ΒuySell Cyprus Real Estates, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν συγκεκριμένη οικία στη Λεμεσό και οι οποίοι κατέβαλαν προκαταβολή για £4.250,
- Επειδή όμως ναυάγησε η πιο πάνω αγοραπωλησία, κάποιος κτηματομεσίτης ονόματι Αντώνης Αριστείδου, εισηγήθηκε κατά ή περί τον Ιούνιο του 2004, μετά που η εναγόμενη 3 αγόρασε τα επίδικα ακίνητα, την αγορά οικίας, η οποία θα αναγειρόταν από την εναγόμενη 3 στα επίδικα. Έχω εξετάσει τη μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε γύρω από το επί μέρους αυτό ζήτημα το οποίο ο κ. Θεοφίλου ανάγει σε «πυρήνα» της συνομωσίας των εναγομένων 1 -
- Δέχομαι ως ειλικρινείς τις θέσεις που έχει προβάλει ο εναγόμενος 2: την προκαταβολή την είχε πάρει η εταιρεία «BuySell» για αγοραπωλησία η οποία ναυάγησε, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει τις λεπτομέρειες της: έμαθε για την προκαταβολή αυτή όταν βρισκόταν στο γραφείο του δικηγόρου κ. Κυπριανού, πριν την υπογραφή του συμβολαίου, Τεκμ.12, όταν του δόθηκε και η προκαταβολή με δυο επιταγές. Η διαπραγμάτευση έγινε με το δικηγόρο κ. Κυπριανού, οπότε και συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες της πληρωμής. Ο ίδιος αποδέχθηκε να μπει ως όρος στο συμβόλαιο ότι η προκαταβολή είχε πληρωθεί από τους πελάτες στις 29.4 στην BuySell, όπως του είχαν πει από το γραφείο Κυπριανού. Όταν υποβλήθηκε στο μάρτυρα το έγγραφο προσφοράς της Buysell, για την αγορά κατοικίας στον Άκη Αριστείδου, Τεκμ.12, ο μάρτυρας πρόβαλε άγνοια: δεν γνώριζε τίποτε για την BuySell. Γνώριζε μόνο τον Άκη Αριστείδου, ο οποίος του είχε δηλώσει ήδη το ενδιαφέρον του για την εξεύρεση πελατών για τις έξη κατοικίες που θα αναγείρονταν στα επίδικα ακίνητα. Δεν δεσμεύτηκε με οποιοδήποτε τρόπο με τον Αριστείδου και ούτε υπέγραψε μαζί του οποιαδήποτε συμφωνία για αποκλειστική μεσιτεία. Έτσι, με την υπογραφή της συμφωνίας, η προκαταβολή των £4.250,00 που είχαν καταβάλει οι Connor προς την BuySell, καταλογίστηκε έναντι της αγοράς της οικίας που θα αναγειρόταν από την εναγόμενη 3, στα επίδικα ακίνητα. Η εναγόμενη 3 πλήρωσε ως αμοιβή προς τον Αριστείδου το ποσό των £5.100,00, ενώ στην εταιρεία BuySell το ποσό των £6.900,
- Το Τεκμ.53, δεν συγκαταλεγόταν στα έγγραφα τα οποία αποκαλύφθηκαν, υποδείχθηκε για πρώτη φορά στον εναγόμενο 2 κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Ο μάρτυρας δεν το αναγνώρισε. Το Δικαστήριο παρά την ένσταση του εναγόμενου 2, με ενδιάμεση απόφαση του είχε κάνει δεκτό το έγγραφο ως τεκμήριο, εφόσον ο ίδιος ο εναγόμενος 2 δέχθηκε ότι γνώριζε τον Άκη Αριστείδου ως μεσίτη. Εξεδόθη, όπως είπα, στη συνέχεια διάταγμα κατόπιν αιτήματος των εναγόντων για αντεξέταση του αρμόδιου υπαλλήλου της BuySell για την οποία εμφανίστηκε ως μάρτυρας ο Σταύρος Παπαδούρης, υπάλληλος της στις διαφημίσεις και πωλητής της εταιρείας στο γραφείο της Λεμεσού. Του υπεδείχθη από τον κ. Θεοφίλου το Τεκμ.53 και του ζητήθηκε να αναγνωρίσει την υπογραφή του. Ο μάρτυρας την αναγνώρισε. Ο κ. Θεοφίλου υπέβαλε στο μάρτυρα μια ερώτηση υποδεικνύοντας το Τεκμ.53: «Ε. Και τι είναι το έγγραφο αυτό κ. μάρτυς;» Το Δικαστήριο επενέβη: Δικαστήριο: Ρωτάτε το μάρτυρα για τεκμήριο που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Τι θέλετε συγκεκριμένα να τον ρωτήσετε, ρωτήστε. Κος Θεοφίλου: Αποσύρω την ερώτηση και δεν έχω άλλη ερώτηση για το μάρτυρα.» Στη συνέχεια δεν υπεβλήθη καμιά ερώτηση κατά την επανεξέταση. Εκ των πραγμάτων δεν υπήρχε τίποτε προς επανεξέταση από την πλευρά των εναγομένων και η περίφημη αντεξέταση την οποία επιζήτησε ο κ. Θεοφίλου παρέμεινε κενή περιεχομένου. Η μαρτυρία δεν έχει διαφωτίσει, ούτε τις προϋποθέσεις σύνταξης του εγγράφου, ούτε και συνδέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο με τους εναγόμενους, παρά μόνο ταυτοποιήθηκε η υπογραφή του μάρτυρα επί του τεκμηρίου. Παρέμεινε ως ουδέτερη μαρτυρία που δεν μπορεί να ωφελέσει ή να βλάψει καμιά από τις δυο πλευρές και η αξία του, παρά τις προσπάθειες του κ. Θεοφίλου είναι μηδενική ως εκ των πραγμάτων. Αναφορικά με την αξία των επιδίκων κτημάτων υπάρχουν τα πιο κάτω στοιχεία: (α) Η εκτίμηση της Τράπεζας Κύπρου για σκοπούς δανειοδότησης της ενάγουσας, ημερομηνίας 18.9.2003 για Λ.Κ.175.000,00, Τεκμ.
- (β) Η προσφορά του Μ.Ε.4 Χριστάκη Δημητρίου για αγορά των κτημάτων τον Μάϊο του 2004 Λ.Κ.420.000,
- (γ) Η εκτίμηση του Μ.Υ.4 εναγομένων 2 και 3, Αντώνη Λοίζου, εκτιμητή και Συμβούλου ακινήτων, Τεκμ.55, για Λ.Κ.146.000,00 Ο κ. Θεοφίλου με την αγόρευση του κάλεσε το Δικαστήριο, σε περίπτωση που η ενάγουσα δεν επιτύχει στην αξίωση για επιστροφή των κτημάτων, να αποδώσει στην ενάγουσα Λ.Κ.420.000,00 ως η προσφορά του Μ.Ε.4, διαζευκτικά με άλλες αξιώσεις όπως φαίνεται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει άλλη μαρτυρία εκτιμητή ή εμπειρογνώμονα, παρά μόνο τη μαρτυρία του Μ.Υ.4 Λοίζου για τους εναγόμενους 2 και
- Ουσιαστικά η μαρτυρία του παρέμεινε χωρίς άλλη θεώρηση ειδικού. Ότι προέκυψε ως αμφισβήτηση του τρόπου εκτίμησης προέκυψε από την αντεξέταση του μάρτυρα. Αντεξέταση η οποία επικεντρώθηκε κατά κύριο λόγο στις συγκριτικές πωλήσεις στην περιοχή σε συνδυασμό με την ετήσια αύξηση. Στις δυο αυτές πτυχές διαπλέκονται ζητήματα που άπτονται της προσφοράς του Μ.Ε.4 για £420.000,00 το Μάιο του 2004, όπως είδαμε πιο πάνω και της εκτίμησης της Τράπεζας Κύπρου. Ουσιαστικά οι συγκριτικές πωλήσεις δεν αμφισβητήθηκαν, στην έννοια ότι τα κτήματα που λήφθηκαν ως συγκριτικά δεν έπρεπε να ληφθούν ως τέτοια, ή ότι δεν έφεραν τα ίδια χαρακτηριστικά. Στηρίχτηκε η γραμμή του κ. Θεοφίλου, σε υποθετική τοποθέτηση: αν η δηλωθείσα τιμή του κτήματος ήταν £120.000,00 θα επηρέαζε την εκτιμητέα αξία προς τα πάνω. Ο μάρτυρας ήταν σαφής: όντως θα επηρέαζε προς τα πάνω, αλλά αυτή όμως η πληροφορία θα κατανέμετο με τις άλλες συγκριτικές πωλήσεις και θα αξιολογείτο αναλόγως. Όμως ο εκτιμητής Λοίζου και εδώ ήταν κατηγορηματικός: ακόμη και αν υπήρξε προσφορά για Λ.Κ.420.000 το Μάιο του 2004, δεν θα τη λάμβανε υπόψη αν δεν συνείδε με τα άλλα συγκριτικά. Θα ήταν μια ένδειξη έστω, αλλά έπρεπε να συνάδει και με τις υπόλοιπες συγκριτικές πωλήσεις και δεν συνείδε. Με την ίδια σαφήνεια τοποθετήθηκε ο μάρτυρας για την εκτίμηση του Μ.Ε.2, Σταύρου Περικλέους της Τράπεζας Κύπρου: έγινε για σκοπούς χρηματοδότησης και μόνο χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε συγκριτικά. Στην απουσία λοιπόν των στοιχείων αυτών δεν μπορούσε να προχωρήσει σε σχολιασμό ως προς την ορθότητα της ή όχι, παραμένοντας στα πλαίσια της δικής του εκτίμησης. Είναι γεγονός ότι ο εκτιμητής δεν έλαβε υπόψη ότι για το συγκεκριμένο ακίνητο υπήρχε αίτηση για άδεια για ανέγερση 18-20 κατοικιών, ως οι οδηγίες που πήρε από τους πελάτες του. Τοποθετήθηκε όμως ως ειδικός γύρω από το ζήτημα. Δέκτηκε ότι, αν οι οικοδομές, δεν ήσαν στο αρχικό στάδιο των κολώνων, όπως ήταν, αλλά επρόκειτο για κατοικίες γενικής αρεσκείας θα «έβαλε πάνω στην αξία της γης λόγω των αδειών συν το κόστος της κατασκευής των κατοικιών ένα ποσοστό 10%». Όπως και να έχουν όμως τα πράγματα, με τις θέσεις και διευκρινίσεις του μάρτυρα, η πλευρά της ενάγουσας απέτυχε να προβάλει αποδεκτή θέση για την αξία των επιδίκων ακινήτων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η Έκθεση που παρουσίασε η ενάγουσα, της Τράπεζας, έγινε για σκοπούς εκτίμησης στην αίτηση για δανειοδότηση στις 22.9.
- Εκεί απουσιάζουν οποιεσδήποτε συγκριτικές πωλήσεις. Το κυριότερο, η εκτίμηση κατατέθηκε από το Διευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου που κατέθεσε το φάκελο της ενάγουσας για τη δανειοδότηση χωρίς άλλη επεξήγηση. Γίνεται αντιληπτό ότι καμία αξία μπορεί να έχει, ούτε και μπορεί να ληφθεί υπόψη: το πρόσωπο που έκαμε την εκτίμηση, για άλλους σκοπούς, δεν την υποστήριξε επιστημονικά αλλά ούτε βεβαίως αντεξετάστηκε ώστε να ελεχθεί η μέθοδος και η κατάληξη του επί της εκτιμητέας αξίας. Σημειώνεται απλώς από τον εκτιμητή, ότι με βάση τα «υφιστάμενα συγκριτικά δεδομένα» τα οποία δεν καταγράφει και «λαμβανομένων υπόψη των φυσικών και νομικών χαρακτηριστικών, των προοπτικών και των δυνατοτήτων των εξεταζόμενων ακινήτων», καθώς και «των τάσεων της κτηματαγοράς και της οικονομίας, η αγοραία αξία των ακινήτων υπολογίζεται ως ακολούθως»: Πρόκειται απλώς για ένα αριθμητικό ποσό απογυμνωμένο υποστήριξης. Οι όποιες θέσεις του Χριστάκη Δημητρίου και η θέση του, ότι έκανε προσφορά στους άλλους δυο μετόχους της ενάγουσας, για αγορά του επίδικου ακινήτου για το ποσό των £420.000,00, παραμένουν χωρίς οποιαδήποτε αξία. Αοριστία χαρακτήριζε τις απαντήσεις του: δεν θυμόταν τα δεδομένα των κτημάτων, τα χαρακτηριστικά τους ή οποιαδήποτε άλλη λεπτομέρεια, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει για την προοπτική της ανάπτυξης και αξιοποίησης των κτημάτων, δεν ήταν σε θέση να δώσει ούτε καν ένα υπολογισμό για το κόστος ανάπτυξης τους, με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε θέση να παραμένει ατεκμηρίωτη και έξω από κάθε λογική της αγοράς. Δεν μπορώ να δεκτώ ότι ένα πρόσωπο, το οποίο ασχολείται με αγοραπωλησίες κτημάτων, προχώρησε να κάμει μια τόσο ψηλή προσφορά και να μη είναι σε θέση να δώσει κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν πώς κατέληξε, έστω εκ της πείρας του, στο ποσό της προσφοράς του. Βρίσκω τη μαρτυρία αυτή παντελώς ανάξια λόγου. Με τον τρόπο που προωθήθηκε φάνηκε ότι στόχευε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των άλλων δυο μετόχων της ενάγουσας με τους οποίους είναι επί σειρά ετών, συνεργάτης. Ο ίδιος ο Μ.Ε.1 με τις απαντήσεις του αποψιλώνει τις θέσεις του ιδίου του Δημητρίου: Στην αντεξέταση παραδέχεται ότι κανένα, ούτε τον Δημητρίου ούτε το άλλο «υποψήφιο αγοραστή», τον Πουρίκκο, τον πήγαν να δει τα χωράφια. Δεν του έδωσαν τοπογραφικό. «Απλώς ήξεραν τα χωράφια». Αν είναι δυνατό! Να γίνεται μια τέτοια πρόταση για τόσο μεγάλο ποσό και να μην αναζητούνται τα στοιχειώδη: τίτλος ιδιοκτησίας και τουλάχιστον τοπογραφικό Για να προστεθεί και το αμίμητο από τον Μ.Ε.1 ως επιστέγασμα «Γιατί άμα πουλήσεις κάτι δείχνεις κοτσιάνια πρώτα: Δεν του δείξαμε». Η δε γραπτή δήλωση του Γιώργου Πουρίκκου, του «άλλου αγοραστή», Τεκμ.14, η οποία κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1, με τα όσα έθεσε ο Μ.Ε.1 καμιά αξία δεν έχει, έστω και αν δεν ζητήθηκε από την Υπεράσπιση να τον αντεξετάσει (άρθρο 26 περί Αποδείξεως Νόμου). Αλλά και για ένα ακόμα επιπρόσθετο λόγο, όπως απεκάλυψε ο Μ.Ε.1 κατά την αντεξέταση: «Ε. Κύριε μάρτυρα τούτη τη δήλωση ποιος την έγραψε; Α. Του Πουρίκκου. Ε. Ναι, το Τεκ.
- Α. Έγραψε το ο δικηγόρος μας και πήγαμε και πήραμε του την και υπόγραψε. Γιώργος Θεοδοσίου νομίζω. Ε. Εσύ την πήρες; Α. Ή εγώ ή ο Σάββας. Που τους δυο ο ένας. Ε. Την ίδια μέρα έκαμε σας και το Τεκ.15 ο δικηγόρος κ. Θεοδοσίου; Α. Ναι. Ε. Κύριε μάρτυρα, τα δεδομένα για να γράψει ο κ. Θεοδοσίου αυτές τις επιστολές εσύ του τα έχεις δώσει; Α. Εμείς είπαμε του τι έγινε και έγραψε τα ο άνθρωπος. Ε. Ήσουν παρών την ώρα που του τα λαλούσετε; Α. Πρέπει. Ε. Και αφού ήσουν παρών και άκουσες που είπατε ο κάτωθι υπογεγραμμένος Πουρίκος, δηλώνει ότι τον Απρίλη μετά από συνεννόηση με τον Σάββα επισκέφθηκα το χωριό Απαισιά τότε γιατί είπες σήμερα ψέματα; Α. Ψέματα δεν είπα. Μπορεί να μου διέφυγε. Πριν πέντε χρόνια δεν θυμάμαι αλλά νομίζω δεν τον πήραμε. Ε. Είπατε του Θεοδοσίου ότι ο Χρ. Δημητρίου ήξερε τα οικόπεδα τούτα, ήξερε τα χωράφια τούτα και δεν ήταν ανάγκη να τον πάρει κανένας να τα δει; Α. Τι σχέση έχει αν τα ήξερε ή δεν τα ήξερε. Είναι γραπτή δήλωση για να γίνει στο Δικαστήριο τεκμήριο. Ε. Είπατε του το κύριε; Α. Δεν θυμάμαι. Ε. Αφού κύριε το τεκμήριο που αφορά τον Χρ. Δημητρίου έγραψε σας ότι «μετά από συνεννόηση με τον Σάββα επισκέφθηκα κοντά στο σχολείο», είδες ότι το έγραψε ο κ. Θεοδοσίου τούτο για τον Χρ. Δημητρίου; Α. Τι σημαίνει; Αν επήγαν και ξαναπήγαν; Ε. Θυμάσαι αν τα έγραψε; Α. Δεν θυμάμαι. Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι η όλη σου μαρτυρία είναι ψέματα, προσπαθείς να κατασκευάσεις μαρτυρία για να κερδίσεις την υπόθεση σου.» Επιπροσθέτως προς τα πιο πάνω με τη μαρτυρία του μοναδικού εμπειρογνώμονα Αντώνη Λοίζου, την οποία έχω αποδεχθεί καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι η τιμή του οικοπέδου ήταν παράλογα χαμηλή, κάτι που θα μπορούσε και θα έπρεπε ίσως να κινήσει τις υποψίες της εναγόμενης
- Η εναγόμενη 3 κάτω από τις περιστάσεις ενήργησε όπως κάθε μέσος λογικός αγοραστής στα πλαίσια της συνήθους πορείας των πραγμάτων σχετικά με τέτοιου είδους αγοραπωλησίες. Είναι η κατάληξη μου ότι ο εναγόμενος 1, είχε τη σύμφωνη γνώμη και την εντολή των λοιπών μετοχών για να προχωρήσει στην πώληση του επίδικου ακινήτου και ότι η πώληση και μεταβίβαση των επιδίκων κτημάτων, έγινε σε γνώση των υπόλοιπων μετόχων, εφόσον, όπως φανερώνουν τα γεγονότα, η σχέση τους δεν μπορούσε να προχωρήσει απρόσκοπτα. Η εταιρεία, όπως φανερώνει μαρτυρία, χρηματοδοτείτο κατά καιρούς από συνεισφορές, μικρών πάντοτε ποσών των μετόχων της και ότι οι συνεισφορές αυτές τους επιστρέφονταν όταν η εταιρεία είχε μια τέτοια δυνατότητα. Η εταιρεία αντιμετώπιζε φανερά προβλήματα ρευστότητας. Η ανάπτυξη των κτημάτων με ανέγερση κατοικιών δεν ήταν δυνατό πλέον να προχωρήσει πάνω σε αυτή τη βάση. Οι λοιποί μέτοχοι, πλην του ιδίου του εναγόμενου 1, ήταν απρόθυμοι να προχωρήσουν άλλως πως. Εκείνο το οποίο έντονα προκύπτει μέσα από τη μαρτυρία ως φανερό συμπέρασμα, είναι ότι οι λοιποί μέτοχοι και εδώ ο Μ.Ε.1, εκ των υστέρων, με υποψίες και υπόνοιες, προσπάθησαν, για λόγους που οι ίδιοι γνωρίζουν, να ακυρώσουν τη μεταβίβαση, ενώ προηγουμένως είχαν συμφωνήσει και ακολούθως είχαν επικυρώσει με τις πράξεις και τις ενέργειες τους, κάθε πράξη του εναγόμενου κατά το χρόνο που τελούσε ως διευθυντής της. Ο εναγόμενος 1 κάτω από τις δοσμένες περιστάσεις, ενήργησε ως ένας σώφρονας διευθυντής έχοντας κατά νουν το καλώς νοούμενο συμφέρον της ενάγουσας εταιρείας. Ο εναγόμενος 1 ενήργησε ως όφειλε να ενεργήσει κατά πάντα χρόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων του «με καλή πίστη για τα συμφέροντα της εταιρείας». Re Smith v. Fawcett Ltd
(1942)1 All E.R. 542, 543-
- Από την πώληση του ακινήτου, η ενάγουσα εταιρεία καθόλου δεν ζημίωσε, τουναντίον κέρδισε από την πώληση των ακινήτων τα οποία η ίδια αδυνατούσε να αξιοποιήσει. Οι εναγόμενοι τοποθετήθηκαν με σαφήνεια πάνω στα επίδικα ζητήματα καταθέτοντας έγγραφα τα οποία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου που αντικρούουν τις όποιες υποψίες και θέσεις που προβλήθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας μέσω του Μ.Ε.
- Στην πλειονότητα τους οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, ιδιαίτερα οι ισχυρισμοί ότι ο εναγόμενος 1 είναι κατά 70% μέτοχος στην εταιρεία του εναγόμενου 3 ουδόλως προωθήθηκε. Καμιά διαδικασία δεν έγινε για άρση του εταιρικού πέπλου των εναγομένων 3 ή άλλη μαρτυρία παρουσιάστηκε με αποτέλεσμα, ένας τέτοιος ισχυρισμός, να παραμείνει όχι μόνο μετέωρος και απολύτως ατεκμηρίωτος, αλλά και να εκθεμελιώνεται μέσα από τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσιμάρη, την οποία έχω αποδεχθεί ως αξιόπιστη. Η αγοραία αξία των επίδικων κτημάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο της πώλησης δεν μπορούσε να υπερβαίνει ακόμη και στην καλύτερη των περιπτώσεων το ποσό των £175.000,00, όπως η εκτίμηση της τράπεζας για σκοπούς δανειοδότησης, ενώ στη βάση της μαρτυρίας του εκτιμητή Αντώνη Λοίζου, όπως την έχω αποδεχθεί ως τη μόνη στερεή βάση πάνω στην οποία το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί, δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των £146.
- Με δεδομένο ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει, πέρα από την ισχυριζόμενη συνωμοσία και ζημιά είναι μοιραίο η αγωγή να οδηγηθεί σε απόρριψη. Οι θέσεις που προβάλλει ο κ. Θεοφίλου, ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε προβλήματα με τα δάνεια ή άλλα προβλήματα όπως πληρωμή της αμοιβής του εναγόμενου 2, και άρα δεν υπήρχε και ανάγκη για πώληση δεν αποδίδει απολύτως την πραγματικότητα: Ο εναγόμενος 2 είχε παραμείνει απλήρωτος του οφειλόταν ένα μεγάλο ποσό και οι δόσεις της τράπεζας επρόκειτο να καταστούν συντόμως πληρωτέες. Αλλά το κυριότερο, ο κ. Θεοφίλου αγνοεί ή θέλει να αγνοεί, πώς είναι αδύνατο μια εταιρεία που σκοπός της και σκοπός των μετόχων της ήταν η αξιοποίηση των κτημάτων με ανέγερση κατοικιών να λειτουργήσει με τον τρόπο που φαίνεται ότι λειτουργούσε η ενάγουσα. Με μετόχους οι οποίοι δυσανασχετούσαν και ήσαν απρόθυμοι να συνεισφέρουν τέτοια κεφάλαια ούτως ώστε να ωθήσουν την εταιρεία να προχωρήσει με την ανέγερση των κατοικιών που διαφήμιζαν. Ο ερασιτεχνικός και εκ των ενόντων, τρόπος λειτουργίας των μετόχων της ενάγουσας, δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει στην αμοιβαία συμφωνία για πώληση του ακινήτου, πράγμα που βρίσκω ότι και έγινε. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγόντων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση των εναγομένων 2 και 3 εν όψει των ευρημάτων μου και της κατάληξης μου επιτυγχάνει: εκδίδεται αναγνωριστική απόφαση ως οι παράγραφοι Α και Γ του αιτητικού της Ανταπαίτησης. Εν όψει του ότι η ανταπαίτηση εκδικάστηκε κατά την ίδια διαδικασία χωρίς να παραστεί ανάγκη προσαγωγής επιπρόσθετων μαρτύρων δεν επιδικάζω οποιαδήποτε έξοδα. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Αναφορά: Αστικά Αδικήματα / Συνομωσία / Δόλος/ Subject: Civil / Other Actions / Final cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο