← Κύπρος

SOLON PIITARIDES DEVELOPERS LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ, Αγ. Αρ.: 3092/2010, 27/01/2011

SOLON PIITARIDES DEVELOPERS LTD ν. ΑΝΔΡΕΑ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ, Αγ. Αρ.: 3092/2010, 27/01/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A13 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγ. Αρ.: 3092/2010 Μεταξύ: SOLON PIITARIDES DEVELOPERS LTD από τη Λεμεσό Ενάγοντες και ΑΝΔΡΕΑ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ από την Πάφο Εναγόμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση Ημερομηνίας 16/06/2010 για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Ημερομηνία: 27/01/2011 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κος Κοϊνάς για κ.κ. Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες. Για τους εναγόμενο- καθ' ού η αίτηση : κ. Σάββας Φασουλιώτης για κ.κ. Χρήστος Πουργουρίδης & Σια. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 16/06/2010 και αξιώνουν εναντίον του εναγομένου το ποσό των €29.925.00 πλέον τόκους και έξοδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαιτήσεως των εναγόντων, ο εναγόμενος ενώ εργοδοτείτο από τους ενάγοντες ως υπεύθυνος πωλητής αυτοκινήτων στο υποκατάστημα τους στην Πάφο, παρέβηκε τους όρους της εργοδότησης του και/ή προέβηκε σε ατασθαλίες με αποτέλεσμα να υφίστανται ισόποση με το αξιούμενο ποσό ζημιά. Συγκεκριμένα, ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος προέβαινε σε πωλήσεις αυτοκινήτων για λογαριασμό άλλης ανταγωνιστικής εταιρείας και/ή προσωπικά για ίδιο όφελος και/ή εισέπραττε χρήματα από τις ανωτέρω πωλήσεις τα οποία δεν παράδωσε στους ενάγοντες και/ή παραπλανούσε τους πελάτες προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η πώληση του αυτοκινήτου γινόταν για λογαριασμό των εναγόντων και έδινε εγγύηση για την πώληση του αυτοκινήτου εκ μέρους των εναγόντων υπογράφοντας για τον σκοπό αυτό τα αναγκαία έγγραφα και/ή με τη συμπεριφορά του πλούτιζε αδικαιολόγητα εις βάρος των εναγόντων. Κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρησης του πιο πάνω κλητηρίου εντάλματος, καταχωρήθηκε και μονομερής αίτηση με βάση την οποία ζητούνταν από το Δικαστήριο τα κάτωθι διατάγματα: 1) Προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται και/ή εμποδίζεται ο Εναγόμενος και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι του και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του να αποσύρουν και/ή λάβουν στη κατοχή των και/ή υπό τον έλεγχο των και/ή αποξενώσουν και/ή διαθέσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το χρηματικό ποσό του Ταμείου Προνοίας του που είναι κατατεθειμένο στο όνομα και/ή στη πίστη και/ή δια λογαριασμό του Εναγομένου στο Ταμείο Προνοίας των Υπαλλήλων της FAIRWAYS LIMASSOL LTD μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. 2) Προσωρινό διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο το Ταμείο Προνοίας των Υπαλλήλων της FAIRWAYS LIMASSOL LTD και/ή οι υπαλλήλοι και/ή οι αντιπρόσωποι των και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό των να διατάσσονται να μη αποξενώσουν από την κατοχή των και/ή τον έλεγχο των και/ή να παραδώσουν και/ή να επιτρέψουν να αποσύρει ο Εναγόμενος και/ή οι υπάλληλοι και/ή οι αντιπρόσωποι του και/ή τα πρόσωπα που ενεργούν για λογαριασμό του το χρηματικό ποσό του Ταμείου Προνοίας του το οποίο κρατούν και/ή είναι κατατεθειμένο κοντά τους για λογαριασμό του και/ή προς όφελος του και/ή σε πίστη του Εναγομένου μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και την πλήρη ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η πιο πάνω αίτηση, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο όπως επιδοθεί στον εναγόμενο - καθ' ού η αίτηση, πράγμα το οποίο έγινε. Ο εναγόμενος εμφανίστηκε και καταχώρησε ένσταση στην παρούσα αίτηση. Επίσης, σε κάποιο στάδιο η παρούσα αίτηση επιδόθηκε και στο Ταμείο Προνοίας των Υπαλλήλων της FAIRWAYS LIMASSOL LTD, το οποίο όμως δεν εμφανίστηκε στην διαδικασία. Η αίτηση των εναγόντων εδράζεται στα άρθρα 22,29,30,31,32 και 43 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60όπως έχει τροποποιηθεί, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4,5,7,8 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θθ.1-4,8 και 9, Δ.39 και Δ.64, στο Σύνταγμα, τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στην σχετική Νομολογία. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη ομολογία κάποιου Χριστόφορου Νικολάου, οικονομικού διευθυντή των εναγόντων, στην οποία εκθέτει τα γεγονότα που υποστηρίζουν το αίτημα των εναγόντων. Περιληπτικά αυτά έχουν ως ακολούθως: Οι ενάγοντες ασχολούνται με την εμπορία αυτοκίνητων και κατά ή περί το έτος 1990 κατόπιν συμφωνίας η οποία έγινε στη Λεμεσό, εργοδότησαν τον εναγόμενο στην υπηρεσία τους και του ανέθεσαν καθήκοντα υπεύθυνου πωλητή αυτοκινήτων στο υποκατάστημα τους, στην Πάφο. Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της εργοδότησης του εναγομένου στην υπηρεσία των εναγόντων ότι θα εκτελούσε τα καθήκοντα του με επιμέλεια και χωρίς παραλείψεις και να εργάζεται ως τίμιος και ευσυνείδητος υπάλληλος και όλες οι ενέργειες του θα αποσκοπούσαν στην εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων των εναγόντων και θα φύλασσε και/ή θα προστάτευε την περιουσία των εναγόντων με τον ίδιο τρόπο που θα προστάτευε τη δική του περιουσία και θα απέφευγε οποιαδήποτε πράξη ανταγωνιστική ως προς τις εργασίες των εναγόντων και/ή οποιαδήποτε πράξη η οποία θα προκαλούσε ζημιά στους ενάγοντες. Κατά ή περί το έτος 2009 διενεργήθηκε έλεγχος από τους υπαλλήλους του οικονομικού και λογιστικού τμήματος των εναγόντων στα βιβλία και στις αποθήκες του καταστήματος τους στην Πάφο και στο οποίο υπεύθυνος πωλητής ήταν ο εναγόμενος, ο οποίος κατέδειξε οικονομικό έλλειμμα στα λογιστικά βιβλία και/ή τα βιβλία διαχείρισης του καταστήματος ύψους €29,925.00 (£17.500) και έλλειμμα από το αποθεματικό των αυτοκινήτων (stock) στην αποθήκη του καταστήματος τεσσάρων αυτοκινήτων των οποίων οι αριθμοί εγγραφής ήσαν ΕΕΗ 923 τύπου LANCER αξίας €5.130,00 (£3,000), το αδασμολόγητο 1526V02 τύπου PAJERO αξίας €2.565,00 (£1,500), το KJJ 385 τύπου HONDA JAZZ αξίας €6.840,00 (£4,000) και το KJD 346 τύπου MITSUBISHI αξίας €15.390,00 (£9,000). Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι διαπίστωσαν κατά την διενέργεια του ελέγχου ότι ο εναγόμενος παράνομα και/ή χωρίς οποιοδήποτε νόμιμο δικαίωμα ενώ ήταν υπάλληλος τους προέβαινε σε πωλήσεις αυτοκινήτων για λογαριασμό άλλης ανταγωνιστικής εταιρείας και/ή προσωπικά για ίδιο όφελος και/ή εισέπραττε χρήματα από τις ανωτέρω πωλήσεις τα οποία δεν παράδωσε στους ενάγοντες και/ή παραπλανούσε τους πελάτες προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η πώληση του αυτοκινήτου γινόταν για λογαριασμό των εναγόντων και έδινε εγγύηση για την πώληση του αυτοκινήτου εκ μέρους των εναγόντων υπογράφοντας για τον σκοπό αυτό τα αναγκαία έγγραφα ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πιο πάνω ενέργειες του ήταν αντικανονικές και/ή παράνομες και/ή προκαλούσε ζημιά στους ενάγοντες και/ή ο ίδιος με τις πράξεις και/ή την συμπεριφορά του πλούτιζε αδικαιολόγητα σε βάρος των εναγόντων. Μετά την πιο πάνω διαπίστωση του χρηματικού ελλείμματος και την παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου, οι ενάγοντες τερμάτισαν τις υπηρεσίες του εναγομένου και τον κατήγγειλαν στην Αστυνομία η οποία ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος τους οφείλει σήμερα το συνολικό ποσό των €29,925.00 (£17.500) και τον κάλεσαν να τους το επιστρέψει χωρίς να το έχει πράξει μέχρι σήμερα. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος έχει ζητήσει να αποσύρει από το Ταμείο Προνοίας των Υπαλλήλων της FAIRWAYS LIMASSOL LTD το χρηματικό ποσό που είναι προς όφελος του και για το σκοπό αυτό καταχώρησε την υπ' αριθμό 184/2010 αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών με την οποία ζητά να εισπράξει το ποσό αυτό και όταν οι ενάγοντες του ζήτησαν να τους επιστρέψει το πιο πάνω ποσό που τους οφείλει αυτός αρνήθηκε και τους ανέφερε ότι δεν πληρώνει κανένα ποσό προσθέτοντας ότι θα εισπράξει από το πιο πάνω Ταμείο Προνοίας το χρηματικό ποσό που του αναλογεί και οι ενάγοντες δεν θα μπορούν να πάρουν κανένα ποσό από αυτόν. Επίσης, ισχυρίζεται ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ο εναγόμενος εκτελέσει τις απειλές του τότε η σημερινή κατάσταση πραγμάτων θα ανατραπεί και ίσως να είναι πολύ δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εμποδισθεί ο εναγόμενος με διάταγμα του Δικαστηρίου να πραγματοποιήσει τις απειλές του. Τέλος, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει στους ενάγοντες ανεπανόρθωτη ζημιά και πιθανόν να εμποδισθούν από του να ικανοποιήσουν την απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ τους, αφού δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση των χρημάτων που δικαιούται ο εναγόμενος από το Ταμείο Προνοίας των Υπαλλήλων Fairways Limassol Ltd και είναι πιθανόν να είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο εναγόμενος με την ένσταση που καταχώρησε προβάλλει επτά λόγους για τους οποίους τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν, ως ακολούθως: Η καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Οι αιτητές δεν τεκμηριώνουν επαρκώς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς τους έτσι ώστε να καθιστά δυνατή την εξέταση από το Δικαστήριο κατά πόσο πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της άρνησης έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση είναι ελαττωματική καθότι περιέχει εξ' ακοής μαρτυρία χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή της πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντα καθώς επίσης και διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, τη βασική αρχή του δικαίου της επιείκιας σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο ποτέ δεν επενεργεί επί ματαίω. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Η ένσταση του εναγομένου στηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου. Ο εναγόμενος σε αυτή αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι ουδείς έλεγχος έγινε από τους ενάγοντες που να διαπιστώνει την ύπαρξη οποιωνδήποτε ελλειμμάτων στο αποθεματικό της αποθήκης του καταστήματος που εργοδοτείτο και ότι σε καμία απολύτως ατασθαλία δεν έχει προβεί και ουδεμία ζημιά προκάλεσε στους ενάγοντες με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του. Ισχυρίζεται επίσης, ότι η αγωγή και η αίτηση έχουν καταχωρηθεί από τους ενάγοντες εκδικητικά μετά που αυτός προχώρησε στις 7/4/2010 στην καταχώρηση εναντίον τους της αίτησης με αριθμό 183/10 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτει ως τεκμήριο 1. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι την ίδια ημερομηνία καταχώρησε και την αίτηση με αριθμό 184/10 εναντίον του Ταμείου Προνοίας Υπαλλήλων της FAIRWAYS LIMASSOL LTD με την οποία ζητά όπως του καταβληθούν τα ωφελήματα που του αναλογούν και τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της αίτησης που καταχώρησαν οι ενάγοντες στο παρόν Δικαστήριο. Επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση αντίγραφο της πιο πάνω αίτησης ως τεκμήριο 2 και αντίγραφα των σχετικών ενστάσεων που καταχωρήθηκαν στις πιο πάνω αιτήσεις ως τεκμήρια 3 και 4. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική γι αυτό θα πρέπει να απορριφθεί τόσο γι αυτό το λόγο αλλά και για τους υπόλοιπους που αναφέρονται στην ένσταση του. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων από αμφότερους τους συνηγόρους των διαδίκων οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Με τις γραπτές αγορεύσεις που καταχώρησαν και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους αναφερόμενοι στις αρχές που διέπουν τις αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα παραπέμποντας και σε σχετικές αποφάσεις και αυθεντίες. H γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικά διατάγματα παρέχεται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60. Το εν λόγω άρθρο δίδει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εκδίδει τέτοια διατάγματα σε περίπτωση που ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ο αιτών έχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πέραν τούτου το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα και με βάση τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6. Τα άρθρα αυτά αναφέρονται σε εξειδικευμένες περιπτώσεις αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. v. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.2)

(1994)2 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.α. v. Xριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση καθότι το άρθρο αυτό αφορά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος στις περιπτώσεις που ζητείται η δέσμευση ή προστασία περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 ρυθμίζει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος που αφορά τη δέσμευση περιουσίας που δεν αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής. Φαίνεται από τη νομολογία ότι εκτός από ειδικές και συγκεκριμένες περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση που εφαρμόζεται το άρθρο 5 του Κεφ. 6, η έκδοση του παρεμπίπτοντος διατάγματος επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και οι πρόνοιες του διαπλέκονται με αυτές του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το άρθρο 32 λοιπόν, εξετάστηκε και ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 αναλύθηκαν και εξηγήθηκαν οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά και οι αρχές που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Σχετικές επίσης επί του θέματος είναι οι Ανδρέας Σάββα Κυτάλα v. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, Κ.Ο.Τ. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 , Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263. Εξετάζοντας τις προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του αιτητή και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. Άκης Γρηγορίου κ.α. v Xριστίνας Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω). Επίσης στην υπόθεση T.A. Micrologic Consultants Ltd v Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 τονίστηκε πως σε ενδιάμεση διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). H πρώτη προϋπόθεση του σχετικού άρθρου ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί από τον αιτητή συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά την δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, ικανοποιείται αν καταδειχθεί από τον αιτητή ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, δηλαδή να υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. Η διακρίβωση αυτή γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα εντούτοις δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου.(βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited και άλλοι
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1301). Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Περαιτέρω, στην
  1. HIGHGATE PRIMARY SCHOOL LTD κ.α. v.
  2. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α., Πολ. Έφεση Αρ. 216/2006, Ημερομηνίας 24/3/2009 λέχθηκε ότι «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια». Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Σχετική είναι η Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρεια δεν είναι εξαντλητικοί. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα υπόθεση, αρχίζοντας από τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/
  2. Έχοντας υπόψη το κλητήριο ένταλμα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος επέδειξε αντισυμβατική συμπεριφορά και/ή παραβίασε τους όρους της συμφωνίας εργοδότησης του που έγινε κατά ή περί το έτος
  3. Ισχυρίζονται ότι ενώ ο εναγόμενος ήταν υπάλληλος τους προέβαινε σε πωλήσεις αυτοκινήτων για λογαριασμό άλλης ανταγωνιστικής εταιρείας και/ή προσωπικά για ίδιο όφελος και/ή εισέπραττε χρήματα από τις ανωτέρω πωλήσεις τα οποία δεν παρέδωσε στους ενάγοντες και/ή παραπλανώντας τους πελάτες προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η πώληση του αυτοκινήτου γινόταν για λογαριασμό των εναγόντων και έδινε την εγγύηση για την πώληση του αυτοκινήτου εκ μέρους των εναγόντων υπογράφοντας για τον σκοπό αυτό τα αναγκαία έγγραφα ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πιο πάνω ενέργειες του ήταν αντικανονικές και/ή παράνομες και/ή προκαλούσε ζημιά στους ενάγοντες και/ή ο ίδιος πλούτιζε αδικαιολόγητα εις βάρος των εναγόντων. Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την αγωγή τους ότι ο οικονομικός έλεγχος που διεξήχθη κατά το έτος 2009 κατέδειξε οικονομικό έλλειμμα ύψους €29.925.00 για το οποίο ισχυρίζονται ότι υπεύθυνος είναι ο εναγόμενος. Με βάση τους πιο πάνω ισχυρισμούς αλλά και από τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο δικόγραφο των εναγόντων κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποκαλύψει καλή και συζητήσιμη υπόθεση και έχουν ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/
  4. Προχωρώντας τώρα να εξετάσω τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, αυτή της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, θεωρώ ότι απαιτείται να γίνει πιο λεπτομερής ανάλυση του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς φυσικά να αξιολογούνται οι εκατέρωθεν εκδοχές και ισχυρισμοί. Η μαρτυρία που έχει προσφερθεί προς υποστήριξη της αίτησης των εναγόντων περιλαμβάνεται, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστόφορου Νικολάου. Κατ' αρχή να αναφερθεί ότι ο ενόρκως δηλών στην παράγραφο 1 της ένορκης του ομολογίας αναφέρει ότι είναι ο οικονομικός διευθυντής των εναγόντων, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης γιατί είχε προσωπική ανάμειξη και από τα έγγραφα τα οποία έχει στην κατοχή του. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι για τα γεγονότα που αναφέρει και δεν τα γνωρίζει τα πληροφορήθηκε από τους ενάγοντες και άλλα τρίτα πρόσωπα και αναφέρει την πηγή των πληροφοριών του. Αν και στην ένορκη του δήλωση ο ενόρκως δηλών δεν διευκρινίζει ποιά από τα γεγονότα που αναφέρει τα γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά και ποιά από αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του και ποιά έγγραφα είναι αυτά καθώς επίσης και ποιά γεγονότα τα πληροφορείται από τους ενάγοντες και τρίτα πρόσωπα και ποιά είναι αυτά τα πρόσωπα συγκεκριμένα, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να κρίνω ως παράτυπη την εν λόγω ένορκη του ομολογία. Θεωρώ ότι με τα πιο πάνω ικανοποιείται η πρόνοια της Δ.39, Θ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών με την οποία απαιτείται από τον ενόρκως δηλούντα να γνωρίζει τα γεγονότα που αναφέρει και σε ενδιάμεσες αιτήσεις να αναφέρει την πηγή γνώσης των γεγονότων που αναφέρει όταν γι αυτά δεν έχει προσωπική γνώση. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ουσιαστικά ο ενόρκως δηλών λόγω της θέσης που κατέχει στους ενάγοντες έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει. Πέραν τούτου αναφέρει και τις υπόλοιπες πηγές πληροφόρησης του αν και δεν διευκρινίζει ποιά συγκεκριμένα γεγονότα που αναφέρει προέρχονται από αυτές τις πηγές πληροφόρησης του. Να αναφερθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις η εξουσία του Δικαστηρίου δεν πρέπει να περιορίζεται από τεχνικούς κανόνες του αποδεκτού της μαρτυρίας που εφαρμόζονται κατά την εκδίκαση της υπόθεσης (βλ. FASHION BOX S.R.L. v. FERRO FASHIONS LTD
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1858). Περαιτέρω, στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v.
  1. Βασίλη Χαραλάμπους κ.α., Πολ. Εφ. Αρ. 382/2009,383/2009 και 384/2009, Ημερ. 16/06/2010, λέχθηκε ότι η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης που θέτει η Δ.39, Θ.2 έχει μειωθεί, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια νόμου (βλ. Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/
  2. Ως εκ τούτου ο λόγος ένστασης που αφορά το ζήτημα αυτό απορρίπτεται. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να εξεταστεί και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του πιο πάνω ενόρκως δηλούντα, το οποίο αποτελεί και την μαρτυρία που προσκομίστηκε στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής για να διαπιστωθεί η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Εκείνο που προκύπτει από την εν λόγω μαρτυρία και μπορεί να λεχθεί είναι ότι αυτή διακατέχεται από μια γενικότητα και αοριστία, χωρίς να προβάλλονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί και ούτε να υποστηρίζονται με οποιοδήποτε τρόπο. Σίγουρα στο στάδιο αυτό δεν αναμένεται από τους ενάγοντες να αποδείξουν την υπόθεση τους στο αναγκαίο βαθμό απόδειξης που οφείλουν να πράξουν κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης τους. Παρόλα αυτά όμως, θα πρέπει να παρατίθεται κάποια μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και όχι απλώς μια δυνατότητα. Η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια και σαφήνεια στα πραγματικά γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση του κ. Χριστόφορου Νικολαϊδη δεν γίνονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί υπό μορφή θετικής μαρτυρίας για τα πραγματικά γεγονότα. Προβάλλονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Ο ενόρκως δηλών πρέπει να αναφέρει τα γεγονότα τα οποία στηρίζουν την απαίτηση των εναγόντων με σαφήνεια και ακρίβεια για να μπορεί να διαπιστωθεί η πραγματική εικόνα. Η ένορκη δήλωση δεν είναι δικόγραφο και δεν μπορεί σε αυτήν να αναφέρονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Στην EL FATH CO FOR INTERNATIONAL TRADE S.A.E. v. E.D.R. SHIPPING LTD & ΑΛΛΟΣ
(1992)1 Α.Α.Δ. 125 λέχθηκε ότι η ένορκη δήλωση πρέπει να περιέχει όσα κατά τον ενόρκως δηλούντα αποτελούν γεγονότα. Διαζεύξεις ως προς τί αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα δεν χωρούν. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι κατά ή περί τον 1990 οι ενάγοντες κατόπιν συμφωνίας εργοδότησαν τον εναγόμενο. Δεν διευκρινίζει όμως κατά πόσο η συμφωνία αυτή ήταν γραπτή ή προφορική. Επίσης, δεν συγκεκριμενοποιείται πότε διενεργήθηκε ο λογιστικός έλεγχος του τμήματος των εναγόντων. Ο ισχυρισμός ότι αυτός έγινε κατά ή περί το έτος 2009 είναι γενικός. Περαιτέρω, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε κατάσταση ή το αποτέλεσμα του ελέγχου αυτού που να δείχνει το έλλειμμα στο αποθεματικό της αποθήκης των εναγόντων και το χρηματικό έλλειμμα. Δεν αξιολογούνται οι ισχυρισμοί και θέσεις των εναγόντων στο παρόν στάδιο αλλά αναζητείται κάποια μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης του ομολογίας ότι είναι ο οικονομικός διευθυντής των εναγόντων και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, μεταξύ άλλων και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Δεν διευκρινίζει όμως ποιά από τα γεγονότα που αναφέρει πηγάζουν από τα εν λόγω έγγραφα ούτε επισυνάπτει τα εν λόγω έγγραφα. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ο οικονομικός έλεγχος που διενέργησαν οι ενάγοντες κατέδειξε συγκεκριμένο οικονομικό έλλειμμα στα λογιστικά βιβλία. Δεν έχει παρουσιαστεί κάτι στο Δικαστήριο που να καταδεικνύει την ύπαρξη του γεγονότος αυτού. Ο εναγόμενος με την ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του αρνείται την διενέργεια οποιουδήποτε ελέγχου και ότι προέβηκε σε οποιαδήποτε ατσθαλία. Οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής και όφειλαν τουλάχιστον να παρουσιάσουν κάποια στοιχεία γι αυτόν τον έλεγχο που διενέργησαν αφού και ο ίδιος ο ενόρκως δηλών στην αίτηση του παραπέμπει σε έγγραφα που έχει στην κατοχή του. Επίσης, στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στους όρους της εργοδότησης του εναγομένου με διαζευκτικούς ισχυρισμούς. Αναφέρεται στην παράγραφο 5 ότι «Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της εργοδότησης του Εναγομένου ότι θα εκτελούσε τα καθήκοντα του ... και θα φύλασσε και/ή θα προστάτευε την περιουσία των εναγόντων κατά τον ίδιο τρόπο που θα προστάτευε την δική του περιουσία και θα απέφευγε οποιαδήποτε πράξη ανταγωνιστική ως προς τις εργασίες των εναγόντων και/ή οποιαδήποτε πράξη η οποία θα προκαλούσε ζημιά στους ενάγοντες ». Ήταν ρητός ή εξυπακουόμενος αυτός όρος. Επίσης, ο όρος ήταν ότι ο εναγόμενος θα απέφευγε οποιαδήποτε πράξη ανταγωνιστική ως προς τις εργασίες των εναγόντων ή γενικά οποιαδήποτε πράξη η οποία θα προκαλούσε ζημιά στους ενάγοντες; Πιο κάτω στην παράγραφο 7 στην οποία αναφέρονται οι κατ' ισχυρισμό ενέργειες του εναγομένου δεν γίνεται σαφής αναφορά στο τί επακριβώς έπραξε ο εναγόμενος. Προβάλλονται σωρεία διαζευκτικών ισχυρισμών χωρίς να φαίνεται ποιός από αυτούς αντικατοπτρίζει τα πραγματικά γεγονότα ή αν είναι όλοι μαζί. Παραθέτω αυτούσιο το μέρος της παραγράφου 7 της ένορκης δήλωσης: «....ο Εναγόμενος προέβαινε σε πωλήσεις αυτοκινήτων για λογαριασμό άλλης ανταγωνιστικής εταιρείας και/ή προσωπικά για ίδιο όφελος και/ή εισέπραττε χρήματα από τις ανωτέρω πωλήσεις τα οποία δεν παράδωσε στους ενάγοντες και/ή παραπλανούσε τους πελάτες προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι η πώληση του αυτοκινήτου γινόταν για λογαριασμό των εναγόντων και έδινε εγγύηση για την πώληση του αυτοκινήτου εκ μέρους των εναγόντων υπογράφοντας για τον σκοπό αυτό τα αναγκαία έγγραφα ενώ γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πιο πάνω ενέργειες του ήταν αντικανονικές και/ή παράνομες και/ή προκαλούσε ζημιά στους ενάγοντες και/ή ο ίδιος με τις πράξεις και/ή την συμπεριφορά του πλούτιζε αδικαιολόγητα σε βάρος των εναγόντων». Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς δεν διαφαίνεται ξεκάθαρα τί ακριβώς ο εναγόμενος κατ' ισχυρισμό έπραξε με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν και να υφίστανται ζημιά. Πέρα από αυτά, ο ενόρκως δηλών δεν καθορίζει πότε τερματίστηκαν οι υπηρεσίες του εναγομένου και πότε έγινε η καταγγελία του στην Αστυνομία. Αρκείται να αναφέρει γενικά και αόριστα ότι μετά από τον οικονομικό έλεγχο και την διαπίστωση του ελλείμματος, που επίσης δεν συγκεκριμενοποιείται πότε έγινε αυτό, τερματίστηκε η εργοδότηση του και έγινε καταγγελία στην Αστυνομία. Επαναλαμβάνω ότι στο στάδιο αυτό δεν αξιολογείται η μαρτυρία. Για την διαπίστωση όμως, της ορατής πιθανότητας επιτυχίας απαιτείται η προσκόμιση κάποιας μαρτυρίας και κάποια πρωταρχική, έστω αξιολόγηση της, είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς έστω στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ' αυτό το στάδιο (βλ. Μαίρη Νίκου Σεβαστού v. Eμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Γ Α.Α.Δ. 1980). Κρίνω ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία και τον τρόπο που παρέθεσαν την μαρτυρία τους οι ενάγοντες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τους, απέτυχαν να αποδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. Οι ισχυρισμοί τους είναι γενικοί, ασαφείς και δεν παραθέτουν με ακρίβεια τα πραγματικά γεγονότα. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου και για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, θα προχωρήσω να εξετάσω και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι η δυσκολία ή η αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Οι ενάγοντες με την παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Χριστόφορου Νικολάου ισχυρίζονται ότι η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και πιθανόν να εμποδισθούν από του να ικανοποιήσουν την απόφαση που τυχόν να εκδοθεί υπέρ τους, αφού δεν έχουν οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση των χρημάτων που δικαιούται ο εναγόμενος από το Ταμείο Προνοίας των Υπαλλήλων FAIRWAYS LIMASSOL LTD και είναι πιθανόν να είναι αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης, στην παράγραφο 10 της ένορκης ομολογίας, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο εναγόμενος τους είπε ότι θα εισπράξει το χρηματικό ποσό που του αναλογεί από το εν λόγω Ταμείο Προνοίας και δεν θα μπορούν οι ενάγοντες να πάρουν κανένα ποσό από αυτόν και αν εκτελέσει τις απειλές του τότε η σημερινή κατάσταση πραγμάτων θα ανατραπεί και ίσως να είναι πολύ δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Με την πιο πάνω μαρτυρία δεν εξηγείται ούτε τεκμηριώνεται από τους ενάγοντες με ποιό τρόπο θα προκληθεί αδικία ή ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η αξίωση των εναγόντων αφορά καθορισμένο χρηματικό ποσό και με τους πιο πάνω ισχυρισμούς τους δεν δίνουν οποιαδήποτε εξήγηση ούτε παραθέτουν κάποια συγκεκριμένη μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι τυχόν έκδοσης απόφασης υπέρ τους θα παραμείνει ανεκτέλεστη ή θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση της. Επιπρόσθετα, δεν περιέχεται κανένας ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση του εναγομένου είναι τέτοια που θα στερήσει από τους ενάγοντες την είπσραξη του ποσού που αξιώνουν, εάν επιτύχουν στην αγωγή τους. Οι ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης της προϋπόθεσης αυτής και έχουν υποχρέωση να το αποσείσουν με την προσκόμιση συγκεκριμένης και σαφής μαρτυρίας που να καταδεικνύει την μελλοντική αδυναμία απονομής δικαιοσύνης. Κρίνω ότι οι πιο πάνω αναφορές των εναγόντων στην ένορκη ομολογία του κ. Χριστόφορου Νικολαϊδη είναι γενικές και αόριστες και δεν είναι ικανές να ικανοποιήσουν την προϋπόθεση αυτή. Στην Αντώνης Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd (Aρ. 2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626 ο ισχυρισμός «Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημία.» κρίθηκε ως γενικός και αόριστος και ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι με αυτόν τον ισχυρισμό καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημία. Δεν δίδεται oποιαδήποτε λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό και να ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, καταλήγω ότι οι ενάγοντες δεν δικαιολογούν με ποιό τρόπο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και επομένως δεν έχουν ικανοποιήσει ούτε αυτή την προϋπόθεση. Πέραν των πιο πάνω όμως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων στην παρούσα αίτηση. Δηλαδή, το αντικείμενο του οποίου ζητείται η δέσμευση. Ζητείται ουσιαστικά η δέσμευση του χρηματικού ποσού το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στο Ταμείο Προνοίας της FAIRWAYS LIMASSOL LTD προς όφελος του εναγομένου. Πρόκειται δηλαδή, για ωφελήματα του εναγομένου καταβαλλόμενα από το εν λόγω Ταμείο Προνοίας. Σύμφωνα με το Περί Ταμείων Προνοίας Νόμο Ν. 44(Ι) / 1981 όπως τροποποιήθηκε, τέτοια ωφελήματα καταβάλλονται μόνον σε μέλη του συγκεκριμένου Ταμείου Προνοίας ή στους νόμιμους κληρονόμους των μελών στις περιπτώσεις που καθορίζονται στο Νόμο, μεταξύ των οποίων και στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του μέλους (βλ. άρθρο 21
(2). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 21
(3)κάθε εκχώρηση ή επιβάρυνση ωφελήματος από Ταμείο Προνοίας, καθώς και κάθε συμφωνία για εκχώρηση ή επιβάρυνση του, είναι άκυρη και σε περίπτωση πτώχευσης προσώπου το οποίο δικαιούται ωφέλημα, το ωφέλημα αυτό δεν περιέχεται στο σύνδικο της πτώχευσης ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό των πιστωτών του προσώπου που πτώχευσε. Περαιτέρω, ωφέλημα από Ταμείο Προνοίας δεν υπόκειται σε κατάσχεση με βάση τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (βλ. άρθρο 21
(4)). Από τις πιο πάνω πρόνοιες φαίνεται ότι τα ωφελήματα μέλους Ταμείου Προνοίας δεν μπορούν να επιβαρυνθούν ούτε να καταβληθούν σε οποιοδήποτε πρόσωπο πέραν του ιδίου του μέλους ή των νόμιμων κληρονόμων του. Επίσης, προκύπτει ότι δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κατάσχεσης για σκοπούς εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης. Ούτε και επομένως μπορούν να δεσμευτούν για σκοπούς εξασφάλισης μιας μελλοντικής απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί εναντίον δικαιούχου τέτοιου ωφελήματος. Επομένως, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στην παρούσα αίτηση, θα αντίκειται στις πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου και θα απόληγε σε άρση της προστασίας που παρέχεται στον δικαιούχο τέτοιου ωφελήματος από τον εν λόγω Νόμο. Θα είχε ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος να βρεθεί σε δυσχερέστερη θέση από ότι πρέπει να είναι και κατ' αντίθεση με την προστασία που του παρέχει ο Νόμος σχετικά με τα συγκεκριμένα ωφελήματα. Ως εκ τούτου κρίνω ότι και γι αυτό το λόγο τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν. Τέλος, ο εναγόμενος προβάλλει και ως λόγο έντασης την κατάχρηση της διαδικασίας για τους λόγους που έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Θεωρώ ότι ο λόγος αυτός δεν ευσταθεί. Με τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο εναγόμενος στην ένορκη του ομολογία δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες προωθούν την παρούσα διαδικασία εκδικητικά ή για οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό. Η καταχώρηση της αίτησης με αριθμό 183/10 ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών από τον εναγόμενο εναντίον των εναγόντων δεν εξυπακούει αυτόματα ούτε και τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και αίτηση εκδικητικά. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ή ισχυρισμός από πλευράς εναγομένου που να οδηγεί στο συμπέρασμα αυτό. Περαιτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν την αξίωση τους στην παρούσα αγωγή στην πιο πάνω αίτηση που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Στην πιο πάνω αίτηση, όπως προκύπτει από το τεκμήριο 1 αξιώνονται από τον εναγόμενο αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση και άλλες θεραπείες. Οι ενάγοντες με την ένσταση τους ισχυρίζονται ότι η απόλυση του δεν ήταν παράνομη για τους λόγους τους οποίους εκθέτουν και φαίνεται οι ισχυρισμοί τους να είναι οι ίδιοι με αυτούς της παρούσας αγωγής. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών στην πιο πάνω αίτηση όμως, περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος κατά πόσο η απόλυση του εναγομένου στην παρούσα υπόθεση ήταν παράνομη ή όχι και κατά πόσο δικαιούται οποιασδήποτε θεραπείας δυνάμει του σχετικού Νόμου. (βλ. επίσης το άρθρο 30 του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου Ν. 24(Ι)/1967, άρθρο 12 του Περί Ετησίων Απολαβών Νόμου Ν.8(Ι)/1967, Στυλιανίδης v. British American Insurance Co. Ltd
(1990)1 Α.Α.Δ. 517 και Ηρόδοτος Παναγιώτου v. Δ.Σ. Κουλουροποιείων Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1381 αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών). Στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης λοιπόν, το Δικαστήριο εκείνο μπορεί να αποφασίσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί των εναγόντων ευσταθούν, είτε αυτοί συνιστούν αδικοπραξία είτε παράβαση σύμβασης από μέρους του εναγομένου με σκοπό να κρίνει κατά πόσο η απόλυση του εναγομένου ήταν δικαιολογημένη. Δεν φαίνεται όμως ότι το Δικαστήριο εκείνο έχει εξουσία να προχωρήσει και να αποδώσει θεραπεία στους ενάγοντες που προκύπτει από τέτοια αδικοπραξία η παράβαση σύμβασης. Παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο εκείνο να αποφανθεί κατά πόσο ο εναγόμενος διέπραξε οποιοδήποτε αστικό αδίκημα ή επέδειξε οποιαδήποτε αντισυμβατική συμπεριφορά αλλά μόνο για να αποφανθεί κατά πόσο η απόλυση του ήταν δικαιολογημένη ή όχι (βλ. Αντωνία Μικρού και Άλλοι v. Μeridian Hotels Ltd (Aeneas Hotel)
(2003)1 B A.A.Δ. 1320). Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω θεωρώ ότι η αξίωση των εναγόντων δεν θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στην πιο πάνω αίτηση και επομένως η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και για τους λόγους που ανέφερα, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και η αίτηση θα πρέπει να αποτύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / interim Αναφορά: Πολιτική/Προσωρινό Διάταγμα/ Ταμείο Προνοίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.