← Κύπρος

Παντελή Λάμπρου ν. ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ «ΥΓΕΙΑ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αγωγή αρ. 3354/06, 28/1/11

Παντελή Λάμπρου ν. ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ «ΥΓΕΙΑ» ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αγωγή αρ. 3354/06, 28/1/11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A15 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3354/06 Μεταξύ: Παντελή Λάμπρου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα - και - 1. ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ «ΥΓΕΙΑ» ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό 2. ΓΙΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη Λεμεσό Εναγομένων Ως ετροποποιήθη δυνάμει διατάγματος Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 20.1.09 Μεταξύ: Παντελή Λάμπρου, από τη Λεμεσό Ενάγοντα - και - 1. ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ «ΥΓΕΙΑ» ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό 2. ΓΙΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ, από τη Λεμεσό 3. ΜΑΡΙΝΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ, από τη Λεμεσό Εναγομένων 28/1/11. Για τον Ενάγοντα: κ. Μελάς με κα Ασσιώτου Για τους Εναγομένους 1: κ. Στ. Παύλου με κα Καουτζιάνη Για τον Εναγόμενο 2: κ. Στ. Παύλου Για τον Εναγόμενο 3: κ. Κορφιώτης Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 25η Νοεμβρίου του 2005, ο ενάγων ηλικίας 68 ετών, παρουσίασε συμπτώματα οξείας χολοκυστίτιδας τα οποία επέβαλλαν, όπως διέγνωσε ο εναγόμενος 2, ο οποίος είναι χειρούργος, την άμεση αντιμετώπιση του με χειρουργική επέμβαση. Για το λόγο τούτο εισήχθη στην κλινική των εναγομένων 1, όπου ο εναγόμενος 2 προέβη στη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης αφαίρεσης της χολής με λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή. Κατά την παραμονή του στην κλινική, και δη στις 29.11.2005, υποβλήθηκε από τον εναγόμενο 3, ιατρό γαστρεντερολόγο, σε εξέταση ενδοσκοπικής παλινδρόμου χολαγγειο-παγκρεατογραφίας (ERCP). Απολύθηκε από την κλινική την 1.12.05 για να επαναεισαχθεί στις 20.12.05 και να υποβληθεί σε δεύτερη επέμβαση στις 22.12.05 από τον εναγόμενο 2 για παροχέτευση αποστήματος το οποίο δημιουργήθηκε στο μέρος της προηγηθείσας εγχείρησης. Ακολούθησε μια ραγδαία επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα, με εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων, σπασμών, υπόταση, ψηλά ηπατικά ένζυμα αφυδάτωση κ.λ.π. Κλήθηκε ο Δρ. Μέσης ο οποίος μετά από γενόμενην ανάλυση σακχάρου κατά την οποίαν διαπιστώθηκαν πολύ ψηλά επίπεδα, διέγνωσε την ύπαρξη του υπερωσματικού υπεργλυκαιμικού κώματος με σπασμούς χωρίς κετοξέωση. Ακολούθησε θεραπεία για μείωση του επιπέδου γλυκόζης. Στις 6.1.06 αφού διακόπηκε η γενική αναισθησία, κάθισε σε καρέκλα, αλλά παρουσίαζε αδυναμία κινήσεων και πάρεση του δεξιού άνω και αριστερού κάτω άκρου. Στις 13.1.06 μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου νοσηλεύθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας. Τα ανωτέρω προκύπτουν από παραδεκτά και/ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ως αποτέλεσμα των ανωτέρω επεμβάσεων, ο ενάγων ταλαιπωρήθηκε σωματικά και ψυχικά και κατά τον ουσιώδη χρόνο παρουσίαζε μεταξύ άλλων τα κάτωθι: α) Αδυναμία στα πόδια και άκρα β) Διανοητικά προβλήματα γ) Παράλυση του δεξιού χεριού δ) Έλλειψη επικοινωνίας με το περιβάλλον ε) Απώλεια των μυών του σώματος του. Σήμερα ο ενάγοντας σύμφωνα και πάλιν με την Εκθεση Απαίτησης είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι και παρουσιάζει:
  2. a)Σακχαρώδη διαβήτη
  3. b)Νεφρική ανεπάρκεια
  4. c)Ηπατική ανεπάρκεια
  5. d)Σιδηροπενική αναιμία
  6. e)Περιορισμένη κινητικότητα
  7. f)Υποτονία και αδυναμία των μυών (proximal)
  8. g)Παράλυση στο δεξί χέρι
  9. h)Πρόβλημα κρίσης
  10. i)Διάθεση ευφορίας
  11. j)Πρόβλημα στην ομιλία
  12. k)Έλλειψη σταθερότητας στην ικανότητα συγκέντρωσης
  13. l)Συναισθηματική αστάθεια με διαταραχές της ψυχολογικής κατάστασης. Σημείο τριβής και διαφωνίας μεταξύ των ιατρών εναγομένων 2 και 3 αποτέλεσε η διενέργεια της εξέτασης ERCP και δη η εντολή για την διενέργεια της. Ο μεν εναγόμενος 2 δηλώνει ότι δεν ήταν γνώστης και ουδέποτε έδωσε τέτοια εντολή ο δε εναγόμενος 3 και οι Μ.Ε.1 και 2, παραπέμπουν σε οδηγίες του εναγομένου 2 για την διεξαγωγή της. Έτερο σημείο αντιπαράθεσης και διαφωνίας αποτελεί η ημερομηνία της γνωστοποίησης από τον εναγόμενο 3 προς τον εναγόμενο 2 της δεύτερης εισαγωγής του ενάγοντα στην κλινική. Είναι η 21η ή 22α Δεκεμβρίου; Όλα τα ανωτέρω θέματα όπως και όσα αποτελούν επίδικα ζητήματα θα εξετασθούν αφού παρατεθεί η μαρτυρία και γίνει αξιολόγηση της. Ο ενάγων επιρρίπτει για την κατάσταση στην οποία περιήλθε, ευθύνη σε όλους τους εναγομένους. Παραπονείται ότι οι εναγόμενοι τον εγκατέλειψαν στην κατάσταση που τον περιήγαγαν και, χωρίς να ενημερώσουν τους συγγενείς του, τον απέστειλαν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Πέραν τούτου αποδίδεται σε όλους αμέλεια, λεπτομέρειες της οποίας παρατίθενται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Συγκεκριμένα αποδίδεται μεταξύ άλλων ευθύνη και παράβαση καθηκόντων των εναγομένων 1 και/ή του νοσηλευτικού και ιατρικού προσωπικού των εναγομένων 1 προ και μετά τις δύο χειρουργικές επεμβάσεις. Παρατίθεται αριθμός λεπτομερειών αμέλειας οι κυριότερες των οποίων είναι οι εξής (χωρίς να αγνοούνται οι υπόλοιπες): · Δεν έκαναν την σωστή διάγνωση και δεν αντιμετώπισαν τις επιπλοκές με την δέουσα φροντίδα και υπήρξε ελλιπής παρακολούθηση του ενάγοντα και/ή το νοσηλευτικό προσωπικό δεν ήταν κατάλληλα εξειδικευμένο. · Χορηγούσαν στον ενάγοντα φαρμακευτική αγωγή χωρίς να προηγηθεί η δέουσα εξέταση και διάγνωση και ενώ έβλεπαν ότι η θεραπευτική αγωγή δεν βελτίωνε την κατάσταση της υγείας του, συνέχιζαν να ακολουθούν την ίδια θεραπεία και τακτική. · Δεν είχαν τηρήσει τους κανόνες υγιεινής και απολύμανσης κατά τον δέοντα χρόνο. · Δεν ενήργησαν μέσα στο πλαίσιο των παραμέτρων της ιατρικής επιστήμης στον συγκεκριμένο για τον καθένα τους τομέα για την αντιμετώπιση της κατάστασης του ενάγοντα. Για τον εναγόμενο 2 απαριθμούνται και πάλι λεπτομέρειες αμέλειας και παράβασης των νομικών καθηκόντων του οι οποίες κατηγοριοποιούνται ως ακολούθως (χωρίς και πάλι να αγνοούνται οι υπόλοιπες): · Δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια και παρέλειψε να εκτιμήσει σωστά μη προβαίνοντας σε σωστή διάγνωση της κατάστασης του ενάγοντα προ και μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις. · Δεν προέβη στις αναγκαίες και απαραίτητες προεγχειρητικές εξετάσεις και ακτινογραφίες. · Δεν καθάρισε καθόλου και/ή επιμελώς την χολή με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί απόστημα. · Χωρίς την δέουσα εξέταση και διάγνωση έδωσε οδηγίες για χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής χωρίς να γνωρίζει την αιτία επιδείνωσης της υγείας του ενάγοντα και ενώ αυτή είχε επιδεινωθεί ραγδαία δεν έδωσε την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις σημασία και θεραπεία για να την μετριάσει. · Αγνόησε τις συστάσεις και προειδοποιήσεις της συζύγου του ενάγοντα η οποία τον πληροφορούσε για την επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντα. · Μετά την λαπαροσκοπική εξέταση ενώ ο ενάγων είχε επιπλοκές και παρουσίαζε φανερά συμπτώματα τα οποία με την κατάλληλη επιμέλεια, φροντίδα, εξετάσεις και αναλύσεις θα μπορούσε να διαγνώσει απέτυχε να προβεί στην σωστή διάγνωση. · Δεν τήρησε τους κανόνες υγιεινής και απολύμανσης και δεν προέβη σε ευρύ καθαρισμό του συγκεκριμένου σημείου της εγχείρησης. Γενικά δεν ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της ιατρικής επιστήμης για την αντιμετώπιση της κατάστασης του ενάγοντα. · Παρέλειψε να λάβει τις ενδεδειγμένες προφυλάξεις και/ή να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες προς τούτο, ώστε να αποφευχθεί το ζημιογόνο αποτέλεσμα. · Απέτυχε να επιδείξει και ασκήσει τη δέουσα και επιβαλλόμενη ιατρική φροντίδα και προσοχή σχετικά με το συγκεκριμένο περιστατικό. Πέραν των λεπτομερειών αμελείας που αποδίδονται στον εναγόμενο 2 σε σχέση κυρίως με την δεύτερη χειρουργική επέμβαση αποδίδονται οι ίδιες και στον εναγόμενο 3. Στον τελευταίο καταλογίζεται περαιτέρω ότι δεν διαβουλεύθηκε σωστά με τους άλλους ιατρούς που παρακολουθούσαν τον ενάγοντα ώστε να παρασχεθεί κατάλληλη και συντονισμένη θεραπεία. Ο ενάγων διεκδικεί από όλους τους εναγομένους γενικές αποζημιώσεις και ποσό εκ Λ.Κ.224,047.23 ως ειδικές αποζημιώσεις οι οποίες περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων ιατρικά έξοδα, έξοδα φυσιοθεραπείας, έξοδα για νοσηλευτική φροντίδα και περίθαλψη. Όλοι οι εναγόμενοι αρνούνται με τις εκθέσεις υπερασπίσεως τους την οποιαδήποτε ευθύνη και αμέλεια τους καταλογίζεται από τον ενάγοντα. Πέραν τούτων οι εναγόμενοι 1 προβάλλουν ειδικά την υπεράσπιση ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες και/ή ιατροί και οι ίδιοι δεν δεσμεύονται συμβατικά, ούτε ευθύνονται με οιονδήποτε τρόπο έναντι των πελατών των εναγομένων 2 και 3 για τις ιατρικές υπηρεσίες που τους παρέχουν. Ο εναγόμενος 2 πέραν της παραδοχής της διενέργειας των χειρουργικών επεμβάσεων διευκρινίζει ότι ο ενάγοντας παρουσίαζε συμπτώματα οξείας χολυκυστίτιδας, τα οποία επέβαλλαν και/ή οδηγούσαν σε εύλογο συμπέρασμα ότι ήταν ενδεδειγμένη και/ή αναγκαία η σύντομη ή επείγουσα διενέργεια χειρουργικής επέμβασης για αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας και/ή της πάθησης που αντιμετώπιζε και/ή προκειμένου να προληφθούν χειρότερες και/ή επικίνδυνες συνέπειες στην υγεία του ενάγοντα, με λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή η οποία θα ακολουθείτο από την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Αναφέρει περαιτέρω ο εναγόμενος 2 ότι ο ενάγων έλαβε εξιτήριο αφού ανάρρωσε αρκετά από την επέμβαση και αφού δεν παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα που να επέβαλλε την παραμονή του στην κλινική. Δηλώνει ότι ουδέποτε απέδωσε την επιδείνωση της υγείας του ενάγοντα σε μόλυνση που εμφανίσθηκε συνεπεία της εγχείρησης αλλά αντίθετα ενημέρωσε τον ενάγοντα ότι κατά την διάρκεια της εγχείρησης διαπιστώθηκε μόλυνση που προϋπήρχε της εγχείρησης και δημιούργησε μία σχεδόν γαγγραινώδη κατάσταση στην χολή. Ο εναγόμενος 3 αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο ενάγων μετά την έξοδο του από την κλινική τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του στις 20.12.05 παραπονούμενος για πόνους στο δεξιό υποχόνδριο και δεξιά πλάγια κοιλία. Μετά από σχετική εξέταση διαπιστώθηκε ότι έφερε απόστημα και τοπική περιτονίτιδα και γι' αυτό του συνέστησε να επισκεφθεί τον εναγόμενο 2 για αντιμετώπιση της κατάστασης. Αρνείται και ο ίδιος τις οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αμέλειας και παράβαση καθηκόντων του αποδίδεται και ισχυρίζεται ότι η προσφορά των υπηρεσιών προς τον ενάγοντα έγινε σύμφωνα με τους κανόνες και τα πρωτόκολλα της ιατρικής επιστήμης και ειδικότητας του. Ο εναγόμενος 2 εξέδωσε και καταχώρησε ειδοποίηση συνεναγομένου προς τον εναγόμενο 3 σύμφωνα με τους θεσμούς πολιτικής δικονομίας Δ.10 θ.12. Μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε έκθεση απαιτήσεως του εναγομένου 2 εναντίον του εναγομένου 3. Σύμφωνα μ' αυτή ισχυρίζεται ότι ο ενάγων και εναγόμενος 3 γνωρίζονταν από προηγούμενα σε σχέση με τον ουσιαστικό για την αγωγή χρόνο και ότι ο εναγόμενος 3 σύστησε στον ενάγοντα να απευθυνθεί στον εναγόμενο 2 για την πρώτη επέμβαση. Αφού αναφέρεται στο ιστορικό της εγχείρησης διατείνεται ότι ο εναγόμενος 3 υπέβαλε τον ενάγοντα στην εξέταση ERCP χωρίς αυτό να το γνωρίζει ο ίδιος και χωρίς την εκ των προτέρων συνεννόηση μαζί του. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά την περίοδο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης επέμβασης δηλαδή από 2.12.05 μέχρι 22.12.05 ο ενάγοντας δεν παρακολουθείτο από τον ίδιο αλλά από τον εναγόμενο 3 και άλλο γιατρό παθολόγο. Ότι η εισαγωγή του ενάγοντα την δεύτερη φορά στην κλινική των εναγομένων 1 έγινε από τον εναγόμενο 3 όπου χειρουργήθηκε εκ νέου από τον εναγόμενο 2 στις 22.12.05. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στο βαθμό που ήθελε αποδειχθεί ή συνδεθεί η μεταγενέστερη της δεύτερης εγχείρησης χειροτέρευση της υγείας του ενάγοντα ως αποτέλεσμα της μόλυνσης που αυτός παρουσίασε από τη δημιουργία αποστήματος και μέχρι αυτή να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, για αυτή την κατάσταση, στο βαθμό που θα μπορούσε να αποδοθεί οποιαδήποτε ιατρική αμέλεια ή άλλη παράβαση καθηκόντων από οποιοδήποτε ιατρό, αυτή μπορεί να βαρύνει μόνο τον εναγόμενο 3 αφού αυτός ήταν ο ιατρός που είχε ευθύνη της παρακολούθησης του ενάγοντα κατά τον ουσιαστικό χρόνο της πρώτης και της δεύτερης εγχείρησης. Αρνούμενος ο εναγόμενος 3 τις ευθύνες που του αποδίδει ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι ο ίδιος ουδεμία σχέση είχε με την απόφαση όπως ο ενάγων υποβληθεί σε εξέταση Ενδοσκοπικής Παλυνδρόμου Χολαγείο Παγκρεατογραφίας (ERCP) απόφαση η οποία υπέθεσε ότι ελήφθη από τον εναγόμενο 2 αφού ο ενάγων είχε μόλις υποβληθεί από αυτόν σε χειρουργική επέμβαση και/ή αφού ο εναγόμενος 2 ήταν ο εισάξας και/ή ο θεράπων ιατρός του ενάγοντα στην Πολυκλινική των εναγομένων 1. Αφού αναφέρεται στην επίσκεψη του ενάγοντα στο ιατρείο του στις 20.12.05 και την σύσταση του να αποταθεί στον εναγόμενο 2 δηλώνει ότι ουδεμία άλλη σχέση είχε με την περίθαλψη του ενάγοντα και ούτε πρόσφερε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία. Μαρτυρία Ενάγοντα: Για την υπόθεση του ενάγοντα κατάθεσαν 5 μάρτυρες. Πέραν της ιατρικής μαρτυρίας ενασχόληση με την οποία θα γίνει κατωτέρω, κατέθεσαν ο γαμπρός επί θυγατρί και η σύζυγος του ενάγοντα οι οποίοι περιέγραψαν κυρίως την κατάσταση του ενάγοντα και όσα γεγονότα έλαβαν χώρα στην κλινική των εναγομένων 1 η μαρτυρία των οποίων παρατίθεται κατωτέρω. Αφού έγινε αναφορά και περιγραφή των ενοχλήσεων που ένιωσε ο ενάγων την επίσκεψη του στον εναγόμενο 2 και την επέμβαση που έγινε στις 25.11.05 στην Πολυκλινική Υγεία (εν τοις εφεξής η πρώτη επέμβαση), αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε από τους Μ.Ε.1 και 2 ότι οι εναγόμενοι δεν έκαναν στον ενάγοντα τις απαιτούμενες αναλύσεις και συγκεκριμένα τις αναλύσεις για σάκχαρο. Η πρώτη επέμβαση διήρκεσε 3 ½ ώρες και εξ' όσων τους ανέφερε ο ιατρός εναγόμενος 2 η χολή είχε σπάσει και γέμισε υγρά αλλά τον καθάρισε ικανοποιητικά και όλα θα πήγαιναν καλά. Την επόμενη ημέρα και ενώ ο ενάγοντας εξακολουθούσε να μην νιώθει καλά, ο εναγόμενος 2 ζήτησε να εξετασθεί από γαστρεντερολόγο «για να καθαρίσει τα έντερα του» όπως χαρακτηριστικά ανέφερε. Για τον σκοπό αυτό έφθασε στην Πολυκλινική ο εναγόμενος 3 και αφού υπέβαλε τον ενάγοντα σε εξέταση απέδωσαν την κατάσταση του ενάγοντα σε μόλυνση που εμφανίσθηκε λόγω της εγχείρησης και η οποία αναμενόταν να υποχωρήσει μετά την θεραπεία στην οποία τον υπέβαλε ο εναγόμενος 2. Αφού έλαβε εξιτήριο ο ενάγων και πήγε σπίτι του δεν ένιωθε καλά, άρχισε να φουσκώνει και κλήθηκε ο παθολόγος του κ. Μιχαλάκης Χρίστου. Ο γιατρός αυτός τους ανέφερε ότι πρώτη φορά έβλεπε τέτοιο πράγμα και τηλεφώνησε στους εναγομένους 2 και 3 μίλησαν και συμφώνησαν να του χορηγήσουν και του χορήγησαν διουρητικά χάπια. Παρά ταύτα ο ενάγων εξακολουθούσε να μην νιώθει καλά, δεν έτρωγε, τα πόδια του είχαν κοκκινίσει, έπαθε αλλεργία και δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Στη περίοδο αυτή επισκέφθηκαν 2 φορές, με ραντεβού, τον εναγόμενο 2, ο οποίος απέδωσε το φούσκωμα στην μόλυνση και στα φάρμακα. Επειδή ο ενάγων δεν έτρωγε και είχε πόνους στην κοιλιά ο εναγόμενος 2, συνέστησε στην Μ.Ε.2 ένα σκεύασμα (μια σκόνη) να την αναμιγνύει με γάλα και να τον ταϊζει. Τα προβλήματα συνεχίζονταν, εν τω μεταξύ είχε ήδη 2ο ραντεβού με τον εναγόμενο 2, του ανέφεραν και πάλι την κατάσταση. Κατ' εκείνο το ραντεβού ο εναγόμενος 2 διερωτήθηκε αν ο ενάγων έχει AIDS, η Μ.Ε.2 αντέδρασε διαμαρτυρόμενη, αλλά τους έστειλε και έκαναν τέτοια ανάλυση, για να βεβαιωθεί ότι δεν έπασχε, διότι είχε τσιμπηθεί, όπως τους είπε με την βελόνα, κατά λάθος. Επειδή τα προβλήματα συνεχίζονταν ο παθολόγος τους συνέστησε να κάνουν και έκαναν υπερηχογράφημα το οποίο έδειξε απόστημα στην περιοχή που έγινε η επέμβαση και τότε ο παθολόγος τους παρέπεμψε στον εναγόμενο 3. Μετά την επίσκεψη του στον εναγόμενο 3 ο τελευταίος διέταξε εκ νέου την εισαγωγή του ενάγοντα στην κλινική των εναγομένων 1 όπου εκεί τον υπέβαλε σε εξέταση με αξονικό τομογράφο που επιβεβαίωσε την ύπαρξη του αποστήματος. Για τούτο στις 22.12.05 δηλαδή τρεις εβδομάδες μετά την πρώτη επέμβαση ο εναγόμενος 2 τον εισήγαγε και πάλι στο χειρουργείο για αφαίρεση του αποστήματος επέμβαση η οποία διήρκησε 3 ½ ώρες. Ενώ διενεργείτο η εγχείρηση φώναξαν την σύζυγο του ενάγοντα, Μ.Ε.2 στην οποία ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι βρήκε ένα λίπωμα στο τυφλό του και την ρώτησε αν συμφωνεί να το αφαιρέσει. Η ίδια του ανέφερε να κάμει ότι ο ίδιος γνωρίζει καλύτερα. Το ίδιο βράδυ η πίεση του έπεσε γύρω στο 5 με 6, οι νοσοκόμες πηγαινοέρχονταν στο δωμάτιο του ενάγοντα αλλά κανένας γιατρός δεν ήταν εκεί για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Το επόμενο πρωί όταν ήλθε ο εναγόμενος 2 τον μετέφερε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας της εναγομένης 1 και εκεί όμως η κατάσταση επιδεινώθηκε δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον και την επόμενη ημέρα άρχισε να έχει σπασμούς. Οι σπασμοί ήταν τόσο έντονοι, πεταγόταν από το κρεβάτι περίπου 1.5 πόδια και οι νοσοκόμοι τον έδεσαν. Μετά και το τελευταίο αυτό περιστατικό τους πληροφόρησαν ότι ο ενάγων θα πεθάνει. Ο ενάγων παρέμεινε στην Πολυκλινική για άλλες περίπου 3 εβδομάδες όπου του χορηγούσαν διάφορα φάρμακα, τον επισκέπτονταν τόσο οι εναγόμενοι 2 και 3 όσο και άλλοι γιατροί χωρίς κανένας να τους ενημερώνει για την κατάσταση της υγείας του. Λόγω των αρκετών φαρμάκων που του χορηγούσαν, οι πνεύμονες του γέμισαν υγρά με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναπνέει και τότε ο εναγόμενος 2 ζήτησε από την σύζυγο του ενάγοντα (Μ.Ε.2) να υπογράψει ούτως ώστε να γίνει η εγχείρηση στον λαιμό του ενάγοντα για να του τοποθετήσουν σωλήνα να αναπνεύει, αλλιώς όπως της είπε θα τον έχανε και έτσι υπέγραψε. Μετά από την διενέργεια και αυτής της επέμβασης τους πρότειναν να φύγουν από την κλινική των εναγομένων 1 γιατί ήταν μεγάλο το κόστος και να τον μεταφέρουν στο Νοσοκομείο υποσχόμενοι ότι θα τους βοηθούσαν να εξασφαλίσουν κάρτα του Νοσοκομείου. Ενώ οι μάρτυρες, Μ.Ε.1 και 2 πήγαν για λίγο στο σπίτι για να ξεκουραστούν όταν επέστρεψαν στην κλινική δεν βρήκαν εκεί τον ενάγοντα και ενημερώθηκαν ότι οι εναγόμενοι τον μετέφεραν στο Νοσοκομείο αναφέροντας τους ότι πάσχει από μια σπάνια ασθένεια που δεν ξανασυνάντησαν. Φθάνοντας στο Νοσοκομείο ο ενάγοντας είχε ήδη τοποθετηθεί στην Εντατική χωρίς οι εναγόμενοι να ενημερώσουν τους εκεί γιατρούς και νοσοκόμους για την κατάσταση της υγείας του για την οποία τους ενημέρωσαν οι Μ.Ε.1 και 2. Παρέμεινε στην Εντατική του Νοσοκομείου Λεμεσού για 2 εβδομάδες και εκεί του χορηγούσαν την απαραίτητη φαρμακευτική αγωγή για να συνέλθει (ιατρικό πιστοποιητικό Ζωής Κυπριανού, Τεκμήριο 3). Από το Νοσοκομείο πληροφορήθηκε από την γιατρό που τον παρακολουθούσε ότι στην Πολυκλινική καθυστέρησαν να ταϊσουν τον ενάγοντα με αποτέλεσμα να χαθούν οι μύες του και θα περάσουν μήνες μέχρι να ξανασηκωθεί. Ανέφεραν περαιτέρω οι Μ.Ε.1 και 2 ότι ο ενάγοντας είναι καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι με περιορισμένη κινητικότητα, με παράλυση στο δεξί χέρι, με πρόβλημα κρίσης και προβλήματα επικοινωνίας. Από τον Μάρτιο του 2009 ο ενάγων ξεκίνησε αιμοκάθαρση και πρέπει να μεταφέρεται στο Νοσοκομείο τρεις φορές την εβδομάδα (Τεκμ. 8α + 8β). Ότι τον φροντίζει συνέχεια η σύζυγος του Μ.Ε.2 η οποία όμως και η ίδια έχει προβλήματα υγείας και θα παραστεί ανάγκη είτε να μεταφερθεί ο ενάγοντας σε οίκο ευγηρίας είτε να εργοδοτήσουν νοσοκόμα. Παρουσιάστηκαν πιστοποιητικά της νευρολόγου Κουκουλλή (Τεκμ. 6) και Δωρίτη (Τεκμ. 7 και Τεκμήριο 10) και αναφέρθηκαν περαιτέρω στα έξοδα φυσιοθεραπείας και μεταφορικών στα οποία υποβλήθηκε ο ενάγων παρουσιάζοντας και σχετικές αποδείξεις (Τεκμήρια 5, Τ.11(1-12). Τεκμ. 12(1-41), Τεκμ. 13(1-5), Τεκμ. 14, Τεκμ. 15, Τεκμ. 16-Τεκμ. 18). Όπως ανωτέρω αναφέρθηκε μετά την εκ δευτέρου εισαγωγή του ενάγοντα στην Πολυκλινική Υγεία δηλαδή της κλινικής των εναγομένων 1, ο ενάγων υπεβλήθη σε αξονική τομογραφία από τον ακτινολόγο-ιατρό O. Velev (Μ.Ε.3). Ο εν λόγω γιατρός προέβη στην αξονική τομογραφία στις 21.12.05 μετά από αίτημα του ιατρού Ξενοφώντος (Εναγόμενο 3) και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό (Τεκμ. 25). Από την εξέταση στην οποία προέβη διαπίστωσε ότι στην περιοχή της προηγηθείσας εγχείρησης υπήρχε συλλογή η οποία εκρίθηκε ως απόστημα και στοιχεία περιορισμένης περιτονίτιδας. Εξήγησε ότι περιτονίτιδα είναι κλινικός όρος και σημαίνει στην περιοχή εκεί υπάρχει κάποια μόλυνση όχι όμως σε μεγάλη έκταση. Ερωτηθείς για την αιτία προέλευσης της μόλυνσης εξέφρασε άγνοια και ανέφερε ότι το μόνο που λένε είναι ότι υπάρχουν στοιχεία που συνηγορούν για μόλυνση. Μπορούσε όμως να προσδιορίσει ότι η μόλυνση πρέπει να είχε αρχίσει 3-4 μέρες πριν την ημερομηνία της αξονικής τομογραφίας. Εξήγησε περαιτέρω ότι η μόλυνση εκδηλώνεται με πόνο, με ψηλά λευκά αιμοσφαίρια, με ερύθρημα (κοκκίνισμα) και οίδημα (φούσκωμα). Ο ιατρός (Μ.Ε.3) δεν διαπίστωσε κοκκίνισμα διαπίστωσε όμως οίδημα και ο ενάγων παραπονείτο για πόνο. Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να προσδιορίσει την αιτία προέλευσης της μόλυνσης και θεώρησε καλό να μην απαντήσει σε ερωτήσεις που αφορούσαν ειδικότητες άλλων ιατρών όπως σχέση μόλυνσης και σακχάρου και διαβήτη παραπέμποντας στις σχετικές ειδικότητες. Κατέληξε όμως αναφέροντας μετά από σχετική ερώτηση στο εάν η εξέταση γινόταν ενωρίτερα των 4 ημερών αν θα βοηθούσε τον ασθενή απάντησε ότι υπήρχε ενδεχόμενο να μην φαινόταν το απόστημα. Στην ερώτηση εάν η τομογραφία γινόταν δύο μέρες πριν και πάλι απάντησε ότι από την εμπειρία του το λίγο χρονικό διάστημα των 1-2 ημερών δεν παίζει ρόλο αν γίνει η σωστή διάγνωση. Όμως όσο ενωτίτερον γίνεται μια διάγνωση τόσο το καλύτερο και ο κανόνας αυτός ισχύει για κάθε ασθενή. Κατέληξε όμως επιβεβαιώνοντας ότι δύο μέρες δεν έχουν μεγάλη σημασία σε σχέση με την εξέλιξη του αποστήματος. Ο ιατρός Κλεάνθης Ιωαννίδης (Μ.Ε.5) ακτινοδιαγνώστης στην Πολυκλινική Υγεία δηλαδή της κλινικής των εναγομένων 1 υπέβαλε τον ενάγοντα σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό στις 6.1.2006. Σύμφωνα με το εν λόγω πιστοποιητικό προέβη στα πιο κάτω ευρήματα: «Στην έξω κάψα αμφοτεροπλεύρως παρατηρούνται γραμμοειδείς εστίες υψηλού μαγνητικού σήματος στις Flair, Τ2 προσανατολισμού και Diffusion ακολουθίες. Γραμμοειδείς εστίες υψηλού μαγνητικού σήματος παρατηρούνται επίσης σε αμφότερες τις οπίσθιες κεντρικές έλικες, επίσης στις Τ2 προσανατολισμού και Diffusion ακολουθίες. Η αριστερή οπίσθια κεντρική έλικα παρουσιάζει υψηλό σήμα και στην Τ1 ακολουθία. Μία στικτή εστία υψηλού μαγνητικού σήματος παρατηρείται επίσης στην περιοχή του στελέχους. Βλεννογονικές αλλοιώσεις σφηνοειδούς κόλπου, ηθμοειδών και μαστοειδών κυψελών». Συμπερασματικά καταγράφεται ότι τα πιο πάνω ευρήματα θα μπορούσαν να αποδοθούν στις επιληπτικές κρίσεις του ενάγοντα (status epilepticus). Προχωρώντας στην καταγραφή των συμπερασμάτων αναφέρεται ότι η περιοχή στην οπίσθια κεντρική έλικα αριστερά με το ψηλό σήμα στην Τ1 ακολουθία αφορά πιθανότατα σε μόνιμη βλάβη. Βλεννογονικές αλλοιώσεις σφηνοειδούς κόλπου, ηθμοειδών και μαστοειδών κυψελών. Εξηγώντας τα συμπεράσματα απάντησε ότι η βλάβη στον εγκέφαλο δημιουργήθηκε μετά από παρατεταμένες επιληπτικές κρίσεις ως αποτέλεσμα υπεργλυκαιμικού κώματος. Εξήγησε περαιτέρω ότι υπάρχουν δύο ειδών βλάβες μόνιμες και παροδικές. Στην παρούσα περίπτωση με τις αλλοιώσεις που φαίνονται στην μαγνητική τομογραφία η βλάβη θεωρείται μόνιμη διότι δημιουργήθηκε στοιβαδιακή νέκρωση η οποία είναι σχετικά σπάνια βλάβη. Εξηγώντας περαιτέρω κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η στοιβαδιακή νέκρωση είναι σπάνιο απεικονιστικό εύρημα σε μαγνητική τομογραφία και μετά που εξέτασε την κλινική εικόνα έψαξε και βρήκε στην βιβλιογραφία μία φορά κατεγραμμένη τέτοια περίπτωση και ότι ο ίδιος πρώτη φορά το είδε. Για αντιμετώπιση του αυξημένου επιπέδου γλυκόζης κλήθηκε ο διαβητολόγος γιατρός Γιάννος Ιωάννου (Μ.Ε.4). Ο εν λόγω μάρτυρας αφού ανέφερε τα προσόντα του είπε μεταξύ άλλων ότι ήταν λέκτορας για ένα χρόνο στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρόεδρος της Διαβητικής Κλινικής της Κύπρου και Μέλος Διαβητολογικών Κλινικών παγκοσμίως. Είναι δε ο εκπρόσωπος της Διαβητικής Κλινικής της Κύπρου στο εξωτερικό. Μετά την παράθεση των προσόντων του δηλώθηκε εκ μέρους του συνηγόρου των εναγομένων 1 και 2 πως είναι δεκτό ότι ο γιατρός είναι ειδικός διαβητολόγος. Καταθέτοντας ανέφερε ότι επισκέφθηκε τον ενάγοντα στην Πολυκλινική Υγεία αφού κλήθηκε από τον ιατρό Μέση το τρίτο 24ωρο της νοσηλείας του. Ο ασθενής βρισκόταν στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας συνδεδεμένος με αναπνευστήρα. Ερωτηθείς αν η κατάσταση του εγκυμονούσε κινδύνους ανέφερε πως η διάγνωση είναι υπεροσμοτική μη υπεργλυκαιμική διαβητικού κώματος. Διεθνώς η θνησιμότητα είναι γύρω στα 30% και εξαρτάται από την εμπειρία των ιατρών εάν θα βγει από την κατάσταση αυτή. Συνέχισε αναφέροντας ότι υπάρχει λεπτή ισορροπία στην αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής διότι στην προσπάθεια του γιατρού να αντιμετωπισθεί μπορεί να δημιουργηθεί εγκεφαλικό. Κάποιος χωρίς εμπειρία ενδεχομένως να χάσει τον ασθενή του. Αφού ενημερώθηκε για το ιστορικό του ασθενή από τον κ. Ιωάννου (εναγόμενο 2) ζήτησε να δει τις εξετάσεις από την κλινική για σάκχαρο. Δεν υπήρχε εξέταση σακχάρου. Δηλαδή στο ιστορικό του ασθενούς δεν υπήρχαν αναλύσεις για σάκχαρο αλλά προφορικά του ανάφερε ο κ. Ιωάννου, ο εναγόμενος 2 ότι έγινε τέτοια εξέταση μέσα στο χειρουργείο με το μηχανάκι. Ο ίδιος κρίνει ότι είναι καλύτερα να γίνεται εξέταση από αρτηρία που γίνεται στο εργαστήριο. Με το μηχανάκι αν γίνει σωστά έχει απόκλιση συν πλην 20%. Ερωτηθείς τι θα εισηγείτο ο ίδιος να γίνει προεγχειρητικά απάντησε ότι είναι γνωστό πως υπάρχει προεγχειρητικός έλεγχος. Ένας χειρούργος ή αναισθησιολόγος δεν προχωρά σε νάρκωση χωρίς εξετάσεις όπως καρδιολογικές, αναπνευστικές, εκτίμηση νεφρικής λειτουργίας, ηπατικής λειτουργίας και του σακχάρου αίματος. Αν ένα άτομο είναι διαβητικό θα πρέπει να του χορηγηθεί ινσουλίνη για να μην πέσει σε κώμα. Ανέφερε περαιτέρω μετά από σχετική ερώτηση ότι αφού διεγνώσθη στις 27.12 το ψηλό σάκχαρο δηλαδή 1900 μονάδες του χορηγήθηκε μια δόση ινσουλίνης και τον κάλεσαν να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Παρακολουθείτο το σάκχαρο του ασθενούς κάθε μισή ώρα. Η θεραπευτική αγωγή στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα ήταν χορήγηση υγρών, ηλεκτρολυτών και ινσουλίνης ενδοφλέβια. Χορηγούντο μικρές δόσεις σταδιακά διότι δεν χορηγούν απότομα μεγάλες δόσεις διότι περικλείει κινδύνους εγκεφαλικού οιδήματος. Αφού εξήγησε την σταδιακή μείωση των μονάδων σακχάρεως ανέφερε ότι σταδιακά μειώθηκε στις 281 μονάδες οι οποίες ήταν το αποτέλεσμα θεραπευτικής αγωγής στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα. Ερωτηθείς αν το σάχκαρο και το κώμα μπορούσε να προκαλέσει βλάβες απάντησε θετικά και προχώρησε λέγοντας ότι ακόμη η επιστήμη δεν βρήκε την αιτία της εγκεφαλικής βλάβης. Γίνεται διαταραχή μεταβολισμού στον εγκέφαλο η οποία προκαλεί βλάβη στα κύτταρα του εγκεφάλου όπως ήταν και το κώμα του ενάγοντα. Συνεχίζοντας ο Μ.Ε.4 και πάλιν απαντώντας σε σχετική ερώτηση είπε ότι είναι η γνώμη του η εξέταση για σάκχαρο έπρεπε να γίνει πριν το χειρουργείο. Όμως συνέχισε αναφέροντας ότι δεν μπορεί να πιστέψει ότι ο αναισθησιολόγος έδωσε νάρκωση στον ασθενή χωρίς προηγούμενη ανάλυση. Ως συνήθως η διάγνωση υπεροσμωτικού κώματος, διεθνώς από στατιστικές μελέτες που έχουν γίνει φαίνεται ότι καθυστερεί και πολλές φορές έχουμε πρώτη διάγνωση και εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο συγκεκριμένος ασθενής είχε χαμηλή πίεση, διασωληνώθηκε και του έγινε καταστολή. Δεν είναι εικόνα ασθενή που πέφτει σε κώμα. Παρόλα αυτά ένας ευαισθητοποιημένος γιατρός οφείλει σε τέτοιες περιπτώσεις να διενεργεί καθημερινή παρακολούθηση σακχάρου στο αίμα. Διότι υπάρχουν άτομα με λανθάνοντα διαβήτη και το στρες της εγχείρησης και το στρες της σηψαιμίας μπορεί να οδηγήσει σε 48 ώρες σε κώμα. Ερωτηθείς εάν η ατροφία παγκρέατος επιβάλλει πιο συχνές εξετάσεις απάντησε αφού συμβουλεύθηκε το Τεκμήριο 25 και το Τεκμήριο 1 ότι η ατροφία σε ακτινολογικό έλεγχο δεν συνεπάγεται και ατροφία, ως προς την λειτουργία ινσουλίνης. Όμως κάποιος σε ηλικία 68 χρονών εάν έχει ατροφία παγκρέατος δεν σημαίνει ότι έχει σάκχαρο. Εάν έχει παγκρεατίτιδα θα ήταν εγκληματικό να μην γίνει εξέταση. Ερωτηθείς εάν επιβαλλόταν ο έλεγχος για σάκχαρο πριν και μετά την εγχείρηση απάντησε ότι δεν είναι αυτά τα δεδομένα που επέβαλλαν την καθημερινή παρακολούθηση σακχάρου σ' αυτό τον ασθενή. Η όλη κλινική εικόνα του ενάγοντα επέβαλλε την καθημερινή παρακολούθηση για σάκχαρο διότι ήταν ηλικιωμένος ασθενής με στρες λοίμωξης και στρες χειρουργικό. Η διαπίστωση ότι είχε σάκχαρο θα βοηθούσε να αποτραπεί η κλινική του πορεία και η βλάβη στον εγκέφαλο. Συνέχισε απαντώντας την ερώτηση ποια είναι η σχέση του διαβήτη και της μόλυνσης ότι το 40% για διαβητικό κώμα είναι η λοίμωξη. Είναι προδιαθετικός παράγοντας υπεροσμοτικού κώματος. Στην ερώτηση: αν σε καλούσαν από 23.12. και όχι 27.12 θα αποφευγόταν η επιπλοκή του ασθενή; Απάντησε: δύσκολη η απάντηση όμως γιατί να με καλέσουν; Αφού δεν υπήρχε διάγνωση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο ίδιος δεν λειτούργησε ποτέ ως χειρούργος και συμφώνησε ότι δεν είναι ειδικός στα θέματα προεγχειρητικού και μετεγχειρητικού ελέγχου. Υπέδειξε όμως ότι στο Πανεπιστήμιο διδάσκονται αναισθησιολογία, διαβητολογία για αντιμετώπιση καταστάσεων στο χειρουργείο. Και ότι άτομα που βρίσκονται στην κατάσταση του υπεροσμοτικού κώματος μπορούν να εξέλθουν από αυτό σε ποσοστό 20% με 30%. Ανέφερε επίσης ότι αυτό το κώμα είναι πολύ σπάνιο και σίγουρα πάρα πολλές φορές καθυστερεί η διάγνωση του σε μεγάλα ιατρικά κέντρα και μπορεί ένας άρρωστος να μείνει σε κωματώδη κατάσταση και αυτή να είναι η πρώτη εκδήλωση του διαβήτη. Εξήγησε περαιτέρω ότι στα άτομα υψηλού κινδύνου όπως τα υπέρβαρα δεν αρκεί η μέτρηση σακχάρου μετά από 12 ώρες νηστείας αλλά χρειάζεται εξειδικευμένη ανάλυση όπως φόρτιση γλυκόζης. Ανέφερε περαιτέρω ότι από την εμπειρία του στην Κύπρο η οποία είναι 19χρονη κατά την οποία παρακολούθησε περί τα 18000 άτομα είναι το δεύτερο περιστατικό υπεροσμοτικής κατάστασης που συνάντησε που οδήγησε σε κώμα. Σε ερώτηση όταν έχουμε άτομο χωρίς ιστορικό διαβήτη στην ηλικία του ενάγοντα εάν περάσει στρες της εγχείρησης τι θα σκεφθεί ένας γιατρός. Απάντησε: «εξαρτάται πόσο ευαισθητοποιημένος είναι. Εγώ σαν διαβητολόγος θα του μετρούσα το σάκχαρο». Συνέχισε δε λέγοντας ότι διαφεύγει κάποτε της διάγνωσης η συγκεκριμένη κατάσταση και το πρώτο που σκέφτεται κάποιος είναι νευρολογική κατάσταση. Αλλά στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε και το στρες και η λοίμωξη που ως συνήθως το 50% αυτών των καταστάσεων οφείλεται στην λοίμωξη. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι «ένα απόστημα στο δόντι πετά τον διαβήτη στα 300». Πιο λεπτομερής αναφορά στην μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα θα γίνει και κατά την αξιολόγηση και κατά την εξέταση άλλων επιδίκων θεμάτων. Μαρτυρία Eναγομένων: Για την υπόθεση των Εναγομένων 1 και 2 κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Πρώτος εξ΄αυτών ΜΥ1 ο Εναγόμενος 2 ο οποίος και περιέγραψε την κατάσταση και θεραπεία του ενάγοντα τόσο για την πρώτη όσο και την δεύτερη χειρουργική επέμβαση προ και μετά τις εγχειρήσεις. Η κυρίως εξέταση του δόθηκε μέσα από γραπτή κατάθεση και μεταφέρονται εδώ τα κύρια σημεία αυτής. Αναφέρει καταρχάς ότι είναι ιδιώτης αδειούχος γιατρός με ειδικότητα στην χειρουργική. Μετά από συμφωνία με τους Εναγομένους 1 χρησιμοποιεί την κλινική τους για προσφορά υπηρεσιών στους ασθενείς του και την νοσοκομειακή τους περίθαλψη. Αφού ανέφερε τα ακαδημαϊκά του προσόντα, εξήγησε τη λειτουργία των Εναγομένων 1 και τις σχέσεις τους με άλλους γιατρούς. Ανέφερε συγκεκριμένα, ότι η Εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διατηρεί κλινική στη Λεμεσό. Στα πλαίσια αυτά, μεταξύ άλλων, παρέχουν σε ιδιώτες ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων χώρους, εξοπλισμό και το νοσηλευτικό προσωπικό τους για περίθαλψη και αποθεραπεία των ασθενών τους, χωρίς όμως να αναλαμβάνουν να παρέχουν οποιεσδήποτε υπηρεσίες ως ιατροί στους ασθενείς των πιο πάνω ιατρών, ούτε παρέχουν οποιαδήποτε υπηρεσία που αποτελεί άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος. Οι ιδιώτες ιατροί, μεταξύ των οποίων ο ίδιος και ο Εναγόμενο 3, οι οποίοι συνεργάζονται με τους Εναγομένους 1, είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες και οι Εναγόμενοι 1 δεν δεσμεύονται συμβατικά, ούτε αναλαμβάνουν οποιαδήποτε ευθύνη με οποιοδήποτε τρόπο έναντι των πελατών των ιατρών για τις ιατρικές υπηρεσίες που οι τελευταίοι τους παρέχουν. Αναφορικά με τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υπέβαλε τον Ενάγοντα δηλώνει: (γίνεται αναφορά από την κυρίως εξέταση αυτολεξεί) : «Στις 25/11/2005 ο Ενάγοντας επισκέφθηκε για πρώτη φορά το ιατρείο μου με τη σύζυγο του λόγω ενοχλήσεων που ένιωθε στην κοιλιακή χώρα. ....................... ............................. Κατά την επίσκεψη του αυτή στο ιατρείο μου πήρα πληροφορίες για το ιστορικό του Ενάγοντα, ο οποίος, όπως με ενημέρωσε, δεν είχε άλλο πρόβλημα υγείας. Όταν εξέτασα τον Ενάγοντα για πρώτη φορά, διαπίστωσα ότι παρουσίαζε συμπτώματα οξείας χολοκυστίτιδας, τα οποία επέβαλλαν την άμεση διενέργεια χειρουργικής επέμβασης αφαίρεσης της χολής με λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή η οποία θα έπρεπε να συνδυαστεί με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, για την αντιμετώπιση του προβλήματος υγείας του Ενάγοντα, προκειμένου να προληφθούν επικίνδυνες συνέπειες για την υγεία του. Η επέμβαση στον Ενάγοντα έγινε αφού του είχα εξηγήσει με σαφήνεια και είχαν γίνει κατανοητοί και αποδεκτοί από αυτόν οι λόγοι για τους οποίους ήταν αναγκαίο να γίνει η συγκεκριμένη επέμβαση, καθώς και η φύση της επέμβασης αυτής και οι λογικά προβλεπτοί κίνδυνοι που αυτή συνεπαγόταν και ο Ενάγοντας συγκατατέθηκε ελεύθερα στην πραγματοποίηση της υπογράφοντας το σχετικό Δελτίο Συγκατάθεσης, (Τεκμήριο 26). Πριν την διεξαγωγή της επέμβασης υπέβαλα των Ενάγοντα σε όλες τις αναγκαίες εξετάσεις και αναλύσεις, αντίγραφα των οποίων βρίσκονται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθημένα ως Τεκμήριο 24, καθώς και σε εξέταση σακχάρου, η οποία έγινε μέσα στο χειρουργείο από την αναισθησιολόγο Δρ. Ανδρούλλα Αναστασίου με τσίμπημα στο δάκτυλο του Ενάγοντα και χρήση φορητού μηχανήματος μετρήσεως σακχάρου, όπως κάνουμε συνήθως, χωρίς να διαφανεί οποιοδήποτε πρόβλημα σακχάρου. Κατά τη διάρκεια της επέμβασης, διαπίστωσα ότι ο Ενάγοντας είχε μια σχεδόν γαγγραινώδη χολή που έχριζε άμεσης αφαίρεσης αφού έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την ίδια τη ζωή του Ενάγοντα για την αφαίρεση της οποίας του έγινε λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή και στη συνέχεια και λαπαροσκοπική χολοαγγεογραφία. Μετά την επέμβαση του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή συμπεριλαμβανομένων και αντιβιοτικών, και αφού η μετεγχειρητική κατάσταση του Ενάγοντα ήταν ικανοποιητική και δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε πρόβλημα που να επέβαλλε την περαιτέρω παραμονή του στην κλινική, απολύθηκε από την κλινική την 01/12/2005. Ο Ενάγοντας κατέβαλε στους Εναγομένους 1 και εμένα ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που του παρείχαμε όπως τις ανέφερα πιο πάνω, το ποσό των £3,802 (€6,496.10). Μετεγχειρητικά, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο σπίτι του, ο Ενάγοντας παρακολουθείτο, από ότι αντιλαμβάνομαι, από τον παθολόγο, Δρ. Μιχαλάκη Χρίστου. Κατά το στάδιο αυτό, εγώ είδα τον Ενάγοντα μια φορά μετά την εγχείρηση και δεν είχα οποιαδήποτε άλλη επικοινωνία μαζί του καθώς του είχε δοθεί η κατάλληλη θεραπεία και είχε αναρρώσει από την επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε περαιτέρω ιατρική παρακολούθηση εκ μέρους μου. .πληροφορήθηκα εκ των υστέρων, ο Δρ. Ξενοφώντος, Εναγόμενος 3, χωρίς να το γνωρίζω και χωρίς να υπάρχει συνεννόηση μαζί μου και χωρίς να είναι αναγκαίο κατά την άποψη μου, υπέβαλε τον Ενάγοντα και σε εξέταση Ενδοσκοπικής Παλυνδρόμου Χολαγγειο - Παγκρεατογραφίας (ERCP) στις 29/11/2005. Να διευκρινίσω ότι δεν δημιουργεί οποιοδήποτε πρόβλημα η εξέταση αυτή, απλά δεν ήταν αναγκαία διότι είχα ήδη υποβάλει τον Ενάγοντα σε Χολαγγειογραφία κα τη διάρκεια της επέμβασης χωρίς να παρατηρήσω οτιδήποτε προβληματικό. Ο Ενάγοντας στη συνέχεια παρουσίασε κοιλιακό άλγος και ο Εναγόμενος 3 στις 20/12/05 τον εξέτασε και διέταξε να υποβληθεί ο Ενάγοντας στις 21/12/05 σε εξέταση με αξονικό τομογράφο, η ιατρική έκθεση για το αποτέλεσμα της οποίας βρίσκεται ήδη κατατεθημένο ως Τεκμήριο 25 ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την εξέταση αυτή διαπιστώθηκε απόστημα στην περιοχή της επέμβασης, το οποίο αποτελεί συνηθισμένη επιπλοκή σε τέτοιες περιπτώσεις και ο Εναγόμενος 3 διέταξε την άμεση εισαγωγή του στην Πολυκλινική. Ειδοποιήθηκα για την επιπλοκή αυτή από τον Εναγόμενο 3, κ. Ξενοφώντος, στις 22/12/2005 και την ίδια μέρα ο Ενάγοντας εισήχθηκε εκ νέου στο χειρουργείο όπου τον υπέβαλα σε δεύτερη επέμβαση για την αντιμετώπιση της κατάστασης του. Κατά τη επέμβαση αυτή ο Ενάγοντας υποβλήθηκε σε παροχέτευση αποστήματος και σε διερευνητική λαπαροτομία κατά την οποία διαπιστώθηκε μάζα στην δεξιά κοιλιακή χώρα και λιπώδης όγκος στην περιοχή της σκωληκοειδίτιδας, ο οποίος επίσης αφαιρέθηκε και έγινε σκωλικοειδιεκτομή. Στον Ενάγοντα, πριν την διενέργεια της επέμβασης, είχα εξηγήσει με σαφήνεια και είχαν γίνει κατανοητοί και αποδεκτοί από αυτόν οι λόγοι για τους οποίους ήταν αναγκαίο να γίνει η επέμβαση για παροχέτευση αποστήματος, καθώς και η φύση της επέμβασης αυτής και οι λογικά προβλεπτοί κίνδυνοι που αυτή συνεπαγόταν και συγκατατέθηκε ελεύθερα στην πραγματοποίηση της υπογράφοντας το σχετικό Δελτίο Συγκατάθεσης (Τεκμήριο 27). Πριν τη διεξαγωγή και της δεύτερης επέμβασης υπέβαλα τον Ενάγοντα σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις και η αναισθησιολόγος Δρ. Ανδρούλλα Αναστασίου τον υπέβαλε στο χειρουργείο σε νέα εξέταση σακχάρου με τσίμπημα στο δάκτυλο και χρήση φορητού μηχανήματος μετρήσεως σακχάρου, και πάλι χωρίς να διαφανεί οποιοσδήποτε πρόβλημα σακχάρου. Το βράδυ μετά την επέμβαση η αρτηριακή πίεση του Ενάγοντα έπεσε κάτω από το φυσιολογικό επίπεδο, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκα από τις υπεύθυνες νοσοκόμες και τον εσωτερικό επί καθήκοντι ιατρό οι οποίοι με ενημέρωναν συνεχώς για την κατάσταση του και στους οποίους έδινα οδηγίες και σχετική καθοδήγηση για αντιμετώπιση της πιο πάνω κατάστασης. Το επόμενο πρωί επισκέφθηκα τον Ενάγοντα ο οποίος παρουσίασε υπόταση και ενδείξεις πιθανής σηψαιμίας και χρειάστηκε μετά από εντολή μου να μεταφερθεί για νοσηλεία στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης των Εναγομένων 1, ενώ αρχικά μετά την επέμβαση είχε τοποθετηθεί σε κανονικό δωμάτιο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του Ενάγοντα στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης και λόγω αστάθειας της κατάστασης του χρειάστηκε να διασωληνωθεί και να τοποθετηθεί στον αναπνευστήρα. Επίσης λόγω της σοβαρής υπότασης που παρουσίασε του παραχωρήθηκε φαρμακευτική αγωγή για διατήρηση της αρτηριακής πίεσης τους σε κανονικά επίπεδα. Στις 24/12/05 και ενώ ο Ενάγοντας νοσηλευόταν στη Μονάδα Εντατικής Παρακολούθησης παρουσίαζε νευρολογικά προβλήματα και επιληπτικές κρίσεις για την ρύθμιση των οποίων ζήτησα την παρέμβαση αρχικά του νευρολόγου Δρ. Χριστόδουλου Μέση ο οποίος επισκέφθηκε τον Ενάγοντα στην κλινική των Εναγομένων 1 στις 24/12/05 και τον εξέτασε, καθώς και της αναισθησιολόγου Δρ. Ανδρούλλας Αναστασίου η οποία παρακολουθούσε τον Ενάγοντα ως εντατικολόγος. Ο Δρ. Μέσης, εξετάζοντας τον Ενάγοντα, διέγνωσε ότι έπασχε από μια σπάνια κατάσταση που καλείται «υπερωσμοτικό υπεργλαιμικό κώμα χωρίς κετοξέωση» και προχώρησε στη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής και περαιτέρω ζήτησε και την παρέμβαση του ειδικού Διαβητολόγου Δρ. Γιαννάκη Ιωάννου ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα και ανέλαβε τη ρύθμιση και αντιμετώπιση της κατάστασης που παρουσίασε ο Ενάγοντας. Στη συνέχεια, στις 09/01/2006 και ενώ ο Ενάγοντας παρέμεινε στον αναπνευστήρα, υποβλήθηκε σε τραχειοτομία η οποία κρίθηκε σε συνεννόηση με την αναισθησιολόγο ότι ήταν επιβεβλημένη για καλύτερη λειτουργία των πνευμόνων και για να αποφευχθεί η πρόκληση τυχόν ζημιάς σε άλλα γειτονικά όργανα του. Στις 13/01/2006 μετά, από όσα αντιλαμβάνομαι, σχετικό αίτημα της οικογένειας του Ενάγοντα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, με ασθενοφόρο της Πολυκλινικής και με συνοδεία νοσηλευτικού προσωπικού από την Πολυκλινική. Όπως ενημερώθηκα η μεταφορά του στο Γενικό Νοσοκομείο ζητήθηκε από την οικογένεια του για οικονομικούς κυρίως λόγους καθώς, όπως ανέφεραν στον διευθυντή των Εναγομένων 1, δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στο κόστος της παραμονής του Ενάγοντα στην κλινική των Εναγομένων 1. Στη συνέχεια, είχα τηλεφωνική επικοινωνία με την Δρ. Ζωή Κυπριανού, ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, την οποία και ενημέρωσα πλήρως για το ιστορικό του Ενάγοντα και την εξέλιξη της υγείας του και ειδικότερα για τις επεμβάσεις στις οποίες είχε υποβληθεί και στη φαρμακευτική αγωγή που τα που είχε χορηγηθεί κατά την παραμονή του στην κλινική. Τα προβλήματα και οι επιπλοκές που ο Ενάγοντας παρουσίασε μετεγχειρητικά δεν εξαρτιόνταν από τον έλεγχο μου, καθώς, όπως έχει ήδη διαγνωστεί ο Ενάγοντας παρουσίασε μια σπάνια κατάσταση γνωστή ως υπερωσμωτικό υπεργλυκαιμικό μη κετωτικό κώμα που εκδηλώθηκε κατά πάσα πιθανότητα και όπως αντιλαμβάνομαι από τον διαβητολόγο Δρ. Ιωάννου, από λανθάνοντα διαβήτη, για την οποία ενημερώθηκε έγκαιρα η οικογένεια του μόλις διαπιστώθηκε η εκδήλωση της. Ποτέ προηγούμενα στη καριέρα μου δεν βρέθηκα αντιμέτωπος με τέτοια εξέλιξη η οποία και παρουσιάζεται από ότι αντιλαμβάνομαι από τη βιβλιογραφία και τον Δρ. Ιωάννου μόνο σε ένα στους χίλιους ασθενείς και συνήθως μένει μόνο στο αρχικό στάδιο του ιδιαίτερα ψηλού διαβήτη και δεν καταλήγει σε κώμα. Καμιά από τις ενδεδειγμένες προ-εγχειρητικές διαδικασίες δεν θα μπορούσε να διαγνώσει αυτή την κατάσταση. Με δεδομένο ότι δεν παρουσιάστηκε αφύσικά ψηλό σάκχαρο στην εξέταση από το δάκτυλο είναι φανερό ότι η κατάσταση αυτή ξεκίνησε μετά και από τη δεύτερη εγχείρηση χωρίς να μπορεί να διαγνωστεί από τις συνηθισμένες και ενδεδειγμένες μετεγχειρητικές διαδικασίες αφού δεν είναι η συνηθισμένη πρακτική να επιβαρύνεται με επιπρόσθετες εξετάσεις για σάκχαρο ένας ασθενής που δεν έχει διαβήτη». Ο Ενάγομενος 2 υπεβλήθη σε μακρά αντεξέταση τόσο από τον συνήγορο του Ενάγοντα όσο και από τον συνήγορο του Εναγομένου 3. Στοιχεία της αντεξέτασης θα αναφερθούν κατά την αξιολόγηση του εν λόγω μάρτυρα. Όπως και στην αρχή της απόφασης αναφέρθηκε για αντιμετώπιση της κατάστασης του Ενάγοντα στην οποία περιήλθε μετά την δεύτερη επέμβαση κλήθηκε ο Δρ. Χρ. Μέσης, ΜΥ2, ο οποίος είναι νευρολόγος, ψυχίατρος και διατηρεί ιατρείο στη Λεμεσό όπου από το 1968 ασκεί νευρολογία - ψυχιατρική. Ο εν λόγω γιατρός είναι αυτός ο οποίος με δύο συνεργάτες του έχει ανακαλύψει για πρώτη φορά το 1965 το σύνδρομο της υπεργλυκαιμίας χωρίς κετοξέοση που συνοδευόταν με σπασμούς. Είχαν δε δημοσιεύσει σχετικό άρθρο στο περιοδικό «Neurology" . Ο λόγος που τον ώθησε, όπως είπε στην αντεξέταση του, να ασχοληθεί με το θέμα τούτο, ήταν διότι είχαν αντιμετωπίσει ένα αριθμό περιπτώσεων στις οποίες οι επιληπτικοί σπασμοί και μάλιστα οι εστιακοί δεν εξηγούνται από οποιαδήποτε άλλη αιτία στον εγκέφαλο από την διαταραχή την μεταβολική. Αφού είδε το Τεκμήριο 29 το οποίο είναι η έκθεση του και είχε κατατεθεί προηγουμένως και την υιοθέτησε εξήγησε ότι μυοκλωνικές κινήσεις είναι στιγμιαίες απότομες κινήσεις των μελών του σώματος. Δεν διαρκούν πέραν του δευτερολέπτου. Παρουσιάζονται και στα δύο μέρη του σώματος. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχουμε επιληπτικούς σπασμούς. Ο ερεθισμός προερχόταν από όλα τα μέρη του εγκεφάλου και αιτία ήταν τοξικό ή μεταβολικό ερέθισμα. Εξήγησε ότι τις εξετάσεις που αναφέρει στην έκθεση του, Τεκμήριο 29, τις είχε ζητήσει ο ιατρός Ιωάννου ο οποίος του είχε τηλεφωνήσει τα ξημερώματα. Αναφερόμενος εις την διάγνωση την οποία έκανε, τόνισε ότι ο συγκεκριμένος ασθενής δεν είχε ψηλό κετωνικό οξύ όπως συμβαίνει σε διαβητικά άτομα. Ανέφερε περαιτέρω ότι η εξέταση σακχάρου που έγινε στις 26/12/2005 ήταν αποτέλεσμα της πιθανολόγησης του ότι τα συμπτώματα αυτά είχαν αιτία μεταβολικό πρόβλημα. Σημείωσε δε ο μάρτυρας ότι στην πολύχρονη πείρα του ήταν η δεύτερη φορά που συνάντησε τέτοιο περιστατικό, άρα συμπέρανε ότι το σύνδρομο αυτό είναι πολύ σπάνιο. Εξηγώντας τον όρο φλοιική στοιβαδιακή νέκρωση αριστερά, διευκρίνισε ότι είναι κάτι που έχει περιγραφεί πολύ πρόσφατα. Με αυτό τον όρο σημαίνει ότι έχουμε νέκρωση σε μια έλικα του ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Κάθε έλικας έχει τον φλοιό και από κάτω την λευκή ουσία με διαφανείς νευρώνες. Η βλάβη στην στοιβαδιακή αφορά μόνο τον φλοιό. Όταν κάποιος δει την εικόνα αυτή σημαίνει ότι υπάρχει μόνιμη βλάβη. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι «Αν ρωτάτε κατά πόσο η σηψαιμία ή μια σοβαρή λοίμωξη του οργανισμού μπορεί να είναι μια αιτία που να δημιουργήσει τις αλλαγές του οργανισμού που να φέρουν αυτό το σύνδρομο η απάντηση είναι ναι». Στα ιδιαίτερα σημεία της μαρτυρίας του κατά την αντεξέταση αναφορά θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Για την υπόθεση των Εναγομένων 1 και 2 κατέθεσε ο Δρ. Περικλής Συμεωνίδης, ΜΥ3, αδειούχος ιατρός με ειδικότητα στην χειρουργική. Από το 1975 εργάστηκε ως βοηθός στο χειρουργικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και μετά από διάφορες ανελίξεις το 1991 ανέλαβε διευθυντής του χειρουργικού τμήματος του εν λόγω Νοσοκομείου μέχρι και την αφυπηρέτηση του το 2008. Έκτοτε διατηρεί ιατρείο στη Λευκωσία. Σε σχέση με την κρινόμενη υπόθεση έχει μελετήσει τις ιατρικές εξετάσεις και αναλύσεις στις οποίες έχει υποβληθεί ο Ενάγων και με βάσει τα τεκμήρια έχει σχηματίσει την δική του γνώμη αναφορικά με την πορεία και την εξέλιξη της υγείας του Ενάγοντα. Αφού αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έτυχε από τον Εναγόμενο 2 σε σχέση με την πρώτη επέμβαση, ανέφερε ότι λαμβάνοντας υπόψη το Τεκμήριο 9, δηλαδή το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Μιχαλάκη Χρίστου από το οποίο φαίνεται ότι ο Ενάγοντας δεν είχε οποιοδήποτε προηγούμενο ιστορικό διαβήτη, τούτο κατά τη συνήθη και αποδεκτή πρακτική σημαίνει ότι δεν απαιτείται έλεγχος σακχάρου ως μέρος του προεγχειρητικού ελέγχου του ασθενούς. Ο έλεγχος μέσα στο χειρουργείο είναι μια επιπρόσθετη ασφαλιστική διαδικασία από τη στιγμή που θα υποβληθεί ο ασθενής σε γενική αναισθησία. Αν αυτός ο έλεγχος είναι αρνητικός για σάκχαρο τότε δεν απαιτείται οποιοσδήποτε μεταγενέστερος μετεγχειρητικός έλεγχος για σάκχαρο εφόσον ο ασθενής δεν έχει ιστορικό διαβήτη. Ο μάρτυρας συνέχισε περιγράφοντας την έξοδο του Ενάγοντα από την κλινική, την επανεισαγωγή και την υποβολή του στην δεύτερη χειρουργική επέμβαση και εξέφρασε τη γνώμη πως αναφορικά με το χειρουργικό μέρος της νοσηλείας του Ενάγοντα, για το οποίο είναι σε θέση να εκφέρει επιστημονική γνώμη μελετώντας τα στοιχεία του ιατρικού φακέλου του ασθενούς δεν διαπιστώνει να υπάρχει οποιαδήποτε χειρουργική παράλειψη από την στιγμή που διαπιστώθηκε η ανάγκη για υποβολή του ασθενή σε χειρουργική επέμβαση μέχρι και το πέρας αυτής. Συνέχισε δε αναφέροντας τα εξής: « Με βάση την πείρα μου και τις ιατρικές μου γνώσεις, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι κατά την υποβολή κάποιου ασθενούς σε χειρουργική επέμβαση ο χειρούργος και ο αναισθησιολόγος είναι υπεύθυνοι για την χειρουργική πορεία του ασθενή και την γενικότερη υποστήριξη του ασθενούς την έχει η ομάδα παθολογίας. Ο χειρούργος δεν καλείται να αντιμετωπίσει οποιεσδήποτε παθολογικές επιπλοκές. Ειδικότερα, κατά το στάδιο μετά την εγχείρηση, οι χειρούργοι δεν έχουν την ευθύνη παρακολούθησης της πίεσης, ή τη γλυκόζης ή των άλλων ζωτικών παραμέτρων του ασθενούς αλλά ασχολούνται με το μέρος που αφορά την μετεγχειρική του αποθεραπεία. Αν παρουσιάσει ο ασθενής κάποιος ιδιαίτερο πρόβλημα τότε καλούνται οι κατάλληλοι ειδικοί γιατροί για να το αντιμετωπίσουν. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό φάνηκε να έγινε με την κλήση του ειδικού νευρολόγου και στη συνέχεια του διαβητολόγου». Επεξήγησε δε ότι, η κρίση για τις αναγκαίες εξετάσεις στις οποίες πρέπει να υποβληθεί ο ασθενής καθορίζεται βάσει του ιστορικού του, και της ιατρικής του εικόνας και είναι βασισμένη σε διεθνή πρωτόκολλα τα οποία ακολουθούνται από όλους τους γιατρούς παγκοσμίως. Βασικές εξετάσεις θεωρούνται μεταξύ άλλων η εξέταση ουρίας, κρεατινίνης, ηλεκτρολυτών, πιθανόν ακτινογραφία θώρακος ή καρδιογράφημα και ανά περίπτωση εξειδικευμένες άλλες εξετάσεις αν χρειάζεται. Για την διενέργεια των εξετάσεων αυτών και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων πρωταρχικό λόγο διαδραματίζει ο αναισθησιολόγος και δευτερεύοντα ρόλο ο χειρούργος. Σε περίπτωση ατόμου το οποίο δεν είναι διαβητικό η εξέταση σακχάρου δεν περιλαμβάνεται στις αναγκαίες προεγχειρητικές εξετάσεις εκτός εάν το θεωρήσει αναγκαίο ο αναισθησιολόγος. Διαφορετικά όμως αντιμετωπίζεται διαβητικός ασθενής όπου θα πρέπει να ελεγχθεί το επίπεδο σαγχάρου και να ελέγχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα τόσο κατά τη διάρκεια της επέμβασης όσο και μετεγχειρητικά. Είναι η θέση του ότι η εξέταση σαγχάρου στο χειρουργείο με φορητό μηχάνημα από τον αναισθησιολόγο είναι υπεραρκετή για τις ανάγκες της επέμβασης και αναισθησίας σε ασθενείς που δεν έχουν ιστορικό διαβήτη. Εφόσον η εξέταση αυτή είναι αρνητική για ψηλό σάκχαρο δεν απαιτείται μεταγενέστερα περαιτέρω εξέταση του σακχάρου εκτός και αν ο ασθενείς παρουσιάσει κάποια επιπλοκή που χρήζει διερεύνησης και με εξέταση σακχάρου. Μαρτυρία Εναγομένου 3: Ο Εναγόμενος 3 παρουσίασε την υπόθεση του καταθέτοντας και αυτός ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση. Αναφέρεται σε αυτή ότι είναι αυτοεργοδοτούμενος ιατρός με ειδικότητα στην Γαστρεντερολογία - Hπατολογία και διατηρεί ιατρείο στη Λεμεσό. Κατέχει μικρό ποσοστό μετοχών της Εναγόμενης 1 πλην όμως καμία υπαλληλική ή άλλη εκ συμβάσεως σχέση έχει μαζί της για την περίθαλψη των ασθενών του ή των ασθενών της κλινικής. Ούτε επίσης οποιαδήποτε συμβατική σχέση υπάρχει μεταξύ αυτού και του Εναγόμενου 2. Συνάντησε τον Ενάγοντα για πρώτη φορά στις 29/11/2005, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην κλινική των Εναγομένων 1 όπου κλήθηκε για να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε εξέταση Ενδοσκοπικής Παλινδρόμου Χολαγγειοπαγκρεατογραφίας (ERCP). Η αναφερόμενη εξέταση διεξήχθεί κανονικά, εντός του ακτινολογικού τμήματος όπου συνάντησε εκεί έτοιμο τον ενάγοντα. Η ειδική ακτινολόγος κα. Άννη Πάπουτσου εξέδωσε σχετικό πιστοποιητικό. Μέχρι πρόσφατα είχε την εντύπωση ότι η υποβολή του Ενάγοντα στην πιο πάνω εξέταση είχε αποφασιστεί από τον Εναγόμενο 2 αφού εκείνος ήταν ο ιατρός που είχε υποβάλει τον ενάγοντα σε επέμβαση. Σημείωσε δε ότι του προκαλεί έκπληξη ότι ο Εναγόμενος 2 το αρνείται. Συνεχίζει δεν αναφέροντας ότι : « Αυτό το οποίο μπορώ με βεβαιότητα να καταθέσω, είναι ότι πριν την προαναφερόμενη επέμβαση επικοινώνησα με τον Εναγόμενο 2 προκειμένου να διευκρινίσω την κατάσταση του ασθενούς και εάν υπήρχε οποιοδήποτε θέμα που θα έπρεπε να μου αναφέρει, χωρίς να μου πει ότι δεν ήταν δική του απόφαση η υποβολή του Ενάγοντα στην προαναφερόμενη εξέταση». Πέραν τούτου ο Εναγόμενος 3 δηλώνει ότι ουδεμία σχέση είχε και κανένας δεν του είχε ζητήσει να γνωματεύσει ή να συναποφασίσει οτιδήποτε σχετικά με τον Ενάγοντα. Θεωρεί δε τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 2 ότι ο ίδιος (δηλαδή ο Εναγόμενος 3) σύστησε στον Ενάγοντα να απευθυνθεί στον Εναγόμενο 2 για την πρώτη επέμβαση ότι δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα. Συνάντησε εκ νέου τον Ενάγοντα στις 20/12/2005 όταν τον επισκέφθηκε μαζί με τη σύζυγο του στο ιατρείο του αναφέροντας μεταξύ άλλων πόνους στο δεξιό υποχόνδριο και στη δεξιά πλάγια κοιλία. Δεδομένου το ιστορικού που εξέθεσαν, της κλινικής εικόνας που παρουσίαζε ο Ενάγων και τα αποτελέσματα υπερηχογραφήματος άνω κοιλιάς (Τεκμήριο 1) διέγνωσε ότι πιθανότητα ο Ενάγων να αντιμετώπιζε τοπική φλεγμονή και εισηγήθηκε την άμεση εισαγωγή του στην κλινική των Εναγομένων 1 για να υποβληθεί σε εξέταση τομογραφίας και σε διάφορες άλλες εξετάσεις. Πράγματι ο Ενάγων το ίδιο βράδυ εισήχθη στην κλινική των Εναγομένων 1 με οδηγίες του Εναγομένου 3 όπως υποβληθεί σε αξονική τομογραφία και στις ακόλουθες διαγνωστικές εξετάσεις: (α) γενική αίματος, (β) ανοσολογική εξέταση αίματος, (γ) βιοχημική εξέταση αίματος. Τα αποτελέσματα των εν λόγων εξετάσεων οι οποίες έγιναν την επόμενη μέρα και ήταν έτοιμα το μεσημέρι, επιβεβαίωσαν την ύπαρξη αποστήματος και τοπικής περιτονίτιδας. Αμέσως μετά την ετοιμασία των εν λόγω αποτελεσμάτων ο Εναγόμενος 3 συνέστησε στον Ενάγοντα να αποταθεί στον Εναγόμενο 2 για αντιμετώπιση της κατάστασης του και ταυτόχρονα επικοινώνησε και ο ίδιος τόσο με τον Εναγόμενο 2 όσο και με τον παθολόγο του Ενάγοντα Δρ. Μιχαλάκη Χρίστου ενημερώνοντας τον για τη διάγνωση. Συνεπώς, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3, ο Εναγόμενος 2 πληροφορήθηκε από τις 21/12/2005 για τα αποτελέσματα των εξετάσεων και δεν είπε την αλήθεια όταν έλεγε ότι πληροφορήθηκε ότι ο Ενάγων εισήχθη για δεύτερη φορά στην κλινική των Εναγομένων στις 22/12/2005. Πέρα των ανωτέρω ενεργειών του Εναγομένου 3 ο ίδιος ουδεμία άλλη σχέση είχε με την περίθαλψη του Ενάγοντα που ακολούθησε και ουδέποτε είτε ο Ενάγων, είτε ο Εναγόμενος 2 είτε οποιοσδήποτε άλλος εκ μέρους αυτών του ζήτησε να πράξει οτιδήποτε άλλο. Εξήγησε ότι η αναφορά στο Τεκμήριο 24 του ονόματος του δίπλα από κάποιες αναλύσεις που έγιναν, ως του γιατρού που τις ζήτησε, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και πιθανολογεί ότι έγινε λάθος και προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι κατά την εισαγωγή του Ενάγοντα στην κλινική των Εναγομένων 1 στις 20/12/2005 είχε καταχωρηθεί ως ο εισάξας τον ασθενή γιατρός. Στις μέρες που ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της παραμονής του Ενάγοντα στην κλινική των Εναγομένων 1 επισκέφθηκε φιλοφρονητικά το δωμάτιο στο οποίο νοσηλευόταν ο Ενάγων αλλά αυτό γινόταν από απλό ενδιαφέρον και όχι υπό την ιδιότητα του ως γιατρού. Αρνείται συνεπώς, ότι ήταν ο ίδιος ο θεράπων γιατρός ή ότι επέδειξε οποιαδήποτε αμέλεια. Aυτή ήταν η δοθείσα υπό και εκ μέρους των διαδίκων μαρτυρία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους έχουν εκθέσει επαρκώς και με λεπτομέρεια τη νομική πτυχή της υπόθεσης με ιδιαίτερη έμφαση και αναφορά σε μέρη και θέσεις μαρτυρίας - κυρίως ιατρικής - η οποία προωθούσε τη θέση του διαδίκου που εκπροσωπούσε. Μνεία των ιδιαίτερων θέσεων των συνηγόρων γίνεται κατωτέρω. Αξιολόγηση: Εκ μέρους των διαδίκων όπως ανωτέρω καταγράφηκε κλήθηκαν και κατέθεσαν μάρτυρες ιατροί ως εμπειρογνώμονες. Είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων προσφέρεται με σκοπό την παράθεση της επιστημονικής βάσης πάνω στην οποία οι ειδικοί εργάστηκαν, ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξάξει τα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμισθεί ότι το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να υιοθετήσει τις απόψεις ενός εμπειρογνώμονα έστω και αν αυτός δεν έχει αντεξεταστεί. Το Δικαστήριο μπορεί να υιοθετήσει τη θέση ενός εμπειρογνώμονα είτε εν όλων, είτε εν μέρει, είτε καθόλου, ανάλογα με τα ευρήματα του και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, έχοντας υπόψη ότι οι εμπειρογνώμονες δεν έχουν κανένα προβάδισμα έναντι άλλων μαρτύρων και ότι η μαρτυρία τους υπόκειται στους ίδιους ακριβώς κανόνες αξιολόγησης όπως οι συνήθεις μάρτυρες επί γεγονότων (δέστε Vasilico Cements Works v. Σταύρου

(1978)1 ΑΑΔ389, 397 και Ν. Νικολάου ν. Κλεάνθη Σταύρου
(1992)1 ΑΑΔ746). Για κατανόηση και επίλυση των θεμάτων που αποτέλεσαν σημεία αντιπαράθεσης και διαφωνίας - τα οποία όπως υπενθυμίζεται δεν είναι αρκετά, αλλά κρίνονται σημαντικά - θα πρέπει να γίνει αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, έργο που ακολουθεί αμέσως κατωτέρω. 'Εχω με ιδιαίτερη προσοχή παρακολουθήσει τους μάρτυρες και τους διαδίκους να καταθέτουν. Έχω ενδιατρίψει στη μαρτυρία τους τόσο σε όσα προφορικά έθεσαν κατά την κυρίως εξέταση όσο και την αντεξέταση τους σε σύγκριση με τα τεκμήρια και τα δικόγραφα. Είναι χωρίς ενδοιασμό που αποδέχομαι το σύνολο της μαρτυρίας που εδόθηκε για τον Ενάγοντα. Ο ίδιος υπενθυμίζεται ότι δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο να καταθέσει. Οι πρώτοι δυο μάρτυρες (Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2) ήσαν ο γαμπρός επί θυγατρί και η σύζυγος του Ενάγοντα. Κατέθεσαν όσα έζησαν και βίωσαν κατά την παραμονή του Ενάγοντα στην κλινική για τις θεραπείες και γενικά τη μακρά νοσηλεία του. Η μαρτυρία τους χαρακτηριζόταν από αμεσότητα, απλότητα και ειλικρίνεια. Μπορεί να χαρακτηριστεί μια καθ' όλα αξιόπιστη μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί για να εξάξει συμπεράσματα και να την χρησιμοποιήσει ως σημείο αναφοράς για να κρίνει άλλη μαρτυρία συγκρίνοντας την με αυτή, κυρίως για τα διαδραματισθέντα γεγονότα. Όπου βέβαια, η μαρτυρία τους, εξέφραζε κρίση και άποψη για θέματα που δεν τα έζησαν αλλά πιθανολογούσαν ότι διαδραματίστηκαν όπως π.χ. ότι δεν έγιναν αναλύσεις σακχάρου και ότι συνήθως επιβάλλεται να γίνονται τέτοιες αναλύσεις δεν θα ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Σημειώνεται και πιστώνεται προς όφελος αυτών πως για ό,σα δεν ήσαν απόλυτα βέβαιοι δεν δίσταζαν να το παραδεχτούν όπως π.χ. τη σχέση του Εναγομένου 3 με τη θεραπεία και νοσηλεία του Ενάγοντα στην κλινική των Εναγομένων
  1. Οι Μ.Ε.3 και 5 κατέθεσαν για τις εξετάσεις που υπέβαλαν τον Ενάγοντα και η μαρτυρία τους γίνεται αποδεχτή. Εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε. Ο Μ.Ε.4 έθεσε στο Δικαστήριο μια απόλυτα σαφή και τεκμηριωμένη επιστημονική άποψη και γνώμη. Απαντούσε χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς δισταγμούς και περιστροφές και με πλήρη αιτιολόγηση της κάθε απάντησης του. Κρίνεται πως η μαρτυρία του περιβάλλεται από όλα τα αντικειμενικά κριτήρια που πρέπει να χαρακτηρίζει μια ανεξάρτητη μαρτυρία εμπειρογνώμονα μάρτυρα. Ειλικρινής κρίνεται επίσης η μαρτυρία του Μ.Υ.2 ο οποίος με τη σειρά του έθεσε στο Δικαστήριο τη δική του γνώμη και άποψη για το πρόβλημα και για το σύνδρομο στο οποίο περιέπεσε ο Ενάγοντας. Σε ό,τι αφορά τις ενέργειες και πράξεις στις οποίες προέβη για αντιμετώπιση της κατάστασης στην οποία υπέπεσε ο ενάγων κρίνεται ότι είπε την αλήθεια. Σε ό,τι αφορά κρίσεις και απόψεις που αφορούν άλλες, της δικής του ειδικότητας, αυτές ελέγχονται κατωτέρω. Αναδύθηκε, πρέπει εντούτοις, να σημειωθεί, μια διακριτική προσπάθεια, ωραιοποίησης της κατάστασης, της αντιμετώπισης του ενάγοντα που έτυχε από τους εναγομένους 1 και
  2. Ο Μ.Υ.
  3. Δρ. Μ. Συμεωνίδης, όπως ανωτέρω λέχθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του εξέφρασε τη γνώμη και άποψη του, για γεγονότα που τέθηκαν υπ' όψη του από μαρτυρίες άλλων. Η εκτίμηση του για το ορθό ή όχι της αντιμετώπισης που ο ενάγων έτυχε, έρεισμα είχε και την πληροφόρηση που έλαβε αλλά και την εμπειρία του ως χειρούργου. Η μαρτυρία του, η αφορώσα γενικότερα τις ενέργειες και διαδικασίες που ακολουθούνται κατά την διάρκεια μιας επέμβασης είναι αποδεκτή. Δεν μπορώ όμως να αποδεχθώ ως ορθή την εκτίμηση του, πως ουσιαστικά η ευθύνη ενός χειρούργου σταματά με την διεκπεραίωση της επέμβασης θέση την οποίαν απέρριψαν οι υπόλοιποι ιατροί και ο ίδιος ο Μ.Υ.2 Δρ. Μέσης. Δεν παρέλειψε δε, κρίνοντας ότι ίσως αυτό θα βοηθούσε τον διάδικο που τον κάλεσε να δηλώσει ότι δεν είναι αναγκαία εξέταση, η εξέταση γλυκόζης για κάποιον που θα χειρουργηθεί, παρά το ότι ο ίδιος τη διενεργεί. Διέκρινα έντονη προσπάθεια να βοηθήσει τους διαδίκους που τον κάλεσαν, όταν επέμενε, πως μια σοβαρή λοίμωξη δεν είναι προδιαθετικός παράγοντας για ανάπτυξη σακχάρου. Θέση την οποίαν απέρριψαν όλοι οι άλλοι ιατροί. Ερχόμενο το Δικαστήριο στην εξέταση της μαρτυρίας των Εναγομένων 2 και 3 παρατηρεί και σημειώνει ως εξής: Η ιδιότητα τους ως διαδίκων στην αγωγή και ως συνεναγομένων, αντιμετωπίζεται με περισσότερη επιφυλακτικότητα αφού αμφότεροι είχαν ίδιο συμφέρον και όφελος. Ελέγχοντας τη μαρτυρία του εναγομένου 2 Δρ. Ιωάννου, αυτή, στα σημεία αντιπαράθεσης και διαφωνίας ελέγχεται ανακριβής. Διακρίνετο από μια καταφανή προσπάθεια αποποίησης ευθυνών και επίρριψης ευθύνης σε άλλους. Ήταν τόσο έντονη η προσπάθεια του, που ακόμη και σε θέματα προφανή και «αθώα» απέφευγε να δώσει απευθείας ξεκάθαρη και σαφή απάντηση. Σημειώνονται εδώ οι απαντήσεις του αναφορικά με τις αναλύσεις που έγιναν σε σχέση με το απόστημα που αφαιρέθηκε κατά την διάρκεια της 2ης χειρουργικής επέμβασης. Ενώ, οι οδηγίες δόθηκαν από τον ίδιο (εναγόμενο 2) απαιτήθηκε η υποβολή αριθμού ερωτήσεων για να δοθεί σαφής απάντηση περί τούτου. Αρνείτο ότι ενημερώθηκε στις 21.12.05 για τη 2η εισαγωγή του ενάγοντα στη κλινική, και όμως τα τεκμήρια τον διαψεύδουν, (Τεκμ.24, 31, 32, 34) αφού από αυτά εξάγεται συμπέρασμα προετοιμασίας του ενάγοντα για εισαγωγή στο χειρουργείο. Στο σημείο αυτό υποδεικνύεται η ευκολία με την οποία ο εναγόμενος 2 δεχόταν ή απέρριπτε μέρος των σημειώσεων, των Τεκμ. 31 -34 μη διστάζοντας να χαρακτηρίσει αυτές ως ανακριβείς και αποδίδοντας στις νοσοκόμες ασυνεννοησία και ουσιαστικά προχειρότητα. Είπε ότι οι νοσοκόμες ίσως γράφουν κάτι χωρίς να συνεννοηθούν και χωρίς οδηγία από γιατρό, διότι έτσι κατάλαβαν ή έτσι νόμισαν. Όπως π.χ. η χορήγηση του σκευάσματος clexan ή η αποχή του ασθενή από το φαγητό. Ή ότι σε κάποιες περιπτώσεις, οι σημειώσεις αυτές είναι και αντίθετες με ό,τι προγραμματίζεται να γίνει. Είναι παράλογο, μετά από αυτή τη μαρτυρία, να διερωτηθεί κάποιος για το επίπεδο της παρεχόμενης νοσηλευτικής φροντίδας; Αρνήθηκε ότι ο ίδιος πρότεινε την εξέταση ERCP την οποία διενήργησε ο εναγόμενος
  4. Σε τούτο διαψεύδεται από την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 οι οποίοι χαρακτηριστικά κατέθεσαν ότι ο ίδιος τους ανέφερε πως θα «κάνουν στον ασθενή μια εξέταση για να καθαρίσουν τα έντερα του» και της ενημέρωσης αυτής ακολούθησε η ειδική εξέταση ERCP. Επέμενε ότι και για την πρώτη επέμβαση, σύστησε τον ενάγοντα ο εναγόμενος 3 πιθανολογώντας ότι τούτο έγινε διότι ο παθολόγος του ενάγοντα Δρ. Χρίστου και ο εναγόμενος 3 συνεργάζονται. Κάτι επίσης αναληθές αφού οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 δηλώνουν ότι πρωτοσυνάντησαν τον εναγόμενο 3 στις 29/11/05 κατά την διενέργεια της εξέτασης ERCP. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι ορισμένες θέσεις του δικογράφου της έκθεσης υπεράσπισης του, δεν τις υποστήριξε, αλλά έδωσε διαφορετική θέση. Όπως π.χ: Επιμένει μέχρι και 29/10/09 που καταχώρησε έκθεση απαίτησης εναντίον του εναγομένου 3 ότι η πρώτη επέμβαση έγινε στις 2/12/
  5. Στη μαρτυρία του το διορθώνει. Η ημερ. της επέμβασης ήταν 25/11/
  6. Επιμένει στα δικόγραφα ότι από την έξοδο του ενάγοντα από την κλινική την 1.12.05 δεν παρακολουθούσε τον ενάγοντα. Στη μαρτυρία του λέει άλλα. Τον είδε τουλάχιστον μια φορά όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του. Παρά την ύπαρξη των ανωτέρω ανακριβειών και αναληθειών δεν επηρεάζονται τα γεγονότα που έχουν στην αρχή της απόφασης καταγραφεί ούτε η θεραπεία και αγωγή του ενάγοντα μετά τη 2η επέμβαση και κατά την αντιμετώπιση του συνδρόμου «υπερωσμοτικού υπεργλυκαιμικού κώματος χωρίς κετοξέωση». Εναγόμενος 3: Έχω μελετήσει και εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία και αυτού του μάρτυρα. Η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ήταν του ειλικρινή και αξιόπιστου ανθρώπου. Μιλούσε ξεκάθαρα κα με σαφήνεια και όπου χρειαζόταν παρέπεμπε σε τεκμήρια. Στα πλείστα σημεία της μαρτυρίας του επιβεβαιώνεται από τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 σε σχέση κυρίως με την πρώτη συνάντηση τους η οποία έγινε στις 29.11.05, στο γεγονός ότι δεν είναι αυτός που τους σύστησε στον εναγόμενο 2, όπως ο τελευταίος διατείνετο. Ένα θέμα το οποίο κατά τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 ετέθη, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί τώρα, προτού προχωρήσω στα ευρήματα. Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι μόλις έλαβαν το υπερηχογράφημα ημερ., 15.12.05, (Τεκμ.1) το πήραν στον Δρ. Χρίστου, ο οποίος τους παρέπεμψε στον εναγόμενο
  7. Τον επισκέφθηκαν αυθημερόν, αλλά δεν μπόρεσε να τους δει και τους έκλεισε ραντεβού για τις 20.12.05 οπόταν, αφού είδε το υπερηχογράφημα (τεκμήριο 1), εισήγαγε τον ενάγοντα αμέσως στην κλινική. Ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι είδε τον ενάγοντα και το Τεκ.1 στις 20.12.
  8. Επειδή αναλώθηκε μεγάλο μέρος στην αγόρευση του κ. Μελά για την παράλειψη αυτή του εναγόμενου 3 να εξετάσει τον ενάγοντα, στην οποία αποδίδει μεγάλη σημασία, σημειώνεται πως αυτή η μαρτυρία και ισχυρισμός δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη και θα αγνοηθεί αφού δεν καταγράφεται στα δικόγραφα. (Πουρίκκου ν. Σάββα
(1991)1 Α.Α.Δ. 507), και Ν. Χ"Μάρκου ν. Widehorizon (Capital Market Ltd) Π.Ε. 226/07 ημερ. 29.1.
  1. Αυτό ήταν ένα πολύ ουσιώδες γεγονός, στο οποίο δόθηκε υπέρμετρη σημασία, ως στοιχειοθετούν αμέλεια, και δεν δικογραφήθηκε. Ούτε από τα γεγονότα, αλλά ούτε από τις λεπτομέρειες αμέλειας καλύπτεται. Η παράγραφος 11 η οποία σχετίζεται με την επίσκεψη αυτή, δεν προδιαγράφει τέτοια παράλειψη, αλλά αντίθετα αποδίδει στον εναγόμενο 3, άμεση αντίδραση και επαρκή φροντίδα. Παρατίθεται αυτούσιο κείμενο από την παράγραφο 11: ". Mετά από εξετάσεις στις οποίες υπεβλήθη ο ενάγων φάνηκε απόστημα στην περιοχή που έγινε η επέμβαση έτσι ο εναγόμενος 2 μετά και τα αποτελέσματα των αναλύσεων στις οποίες επίσης υποβλήθηκε ο ενάγων, τον παρέπεμψε στον Εναγόμενο
  2. Ο εναγόμενος 3 διέταξε αμέσως την εκ νέου εισαγωγή του ενάγοντα στην πολυκλινική όπου του παρήσχε την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή και τον υπέβαλε σε εξέταση με αξονικό τομογράφο που επιβεβαίωσε την ύπαρξη αποστήματος. Στις 22/12/05, 3 εβδομάδες μετά την λαπαροσκοπική επέμβαση για χολοκυστίτιδα, ο εναγόμενος 2 εισήγαγε και πάλι τον ενάγοντα στο χειρουργείο για παροχέτευση αποστήματος που δημιουργήθηκε στην περιοχή που έγινε η επέμβαση.» Παρά την επισήμανση αυτή στο σημείο τούτο, το οποίο ήταν το μόνο το οποίο αποτέλεσε σημείο διαφωνίας μεταξύ των Μ.Ε.2 και του Εναγόμενου 3, προτιμώ τη μαρτυρία του Εναγομένου
  3. Οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 εξέφρασαν μέσω της μαρτυρίας τους κάποια αμφιβολία για την ημερομηνία αυτή. Ο Μ.Ε.1 δήλωσε ότι εξ όσων θυμάται την ίδια ημέρα που έγινε το υπερηχογράφημα, την ίδια ημέρα επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 3 και την ίδια ημέρα ο τελευταίος τους έστειλε στην κλινική των Εναγομένων
  4. Αυτό όμως ήταν αδύνατο να συνέβη αφού: το υπερηχογράφημα φέρει ημερομηνία 15.12.05 και η εισαγωγή του ενάγοντα στην κλινική πραγματοποιήθηκε στις 20.12.
  5. Η Μ.Ε.2 ανέφερε ότι αφού παρέλαβαν το υπερηχογράφημα και το πήραν στον παθολόγο τους Δρ. Χρίστου, αυτός τους παρέπεμψε στον Εναγόμενο 3 και ο τελευταίος δεν τους είδε εκείνη την ημέρα, αλλά στις 20.12.
  6. Ανέφερε όμως ότι δεν του είπαν ότι το θέμα ήταν επείγον και δεν επέμεναν. Η θέση του εναγόμενου 3 είναι πως αφού του τηλεφώνησε ο γιατρός Χρίστου, έκλεισε ραντεβού για τις 20.12.
  7. θεωρώ ότι ενδεχομένως η Μ.Ε.2 να σύγχυσε και να μην θυμόταν ακριβώς πως έγινε η επίσκεψη στο ιατρείο του εναγομένου
  8. Ο τελευταίος από την όλη του εμφάνιση και μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν σταθερός σε ότι ήταν βέβαιος, ενώ δεν δίσταζε να δεχθεί και να δηλώσει ότι δεν θυμόταν για όσα δεν ήταν βέβαιος. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η εξέλιξη της ασθένειας και η προεγχειρητική όσο και μετεγχειρητική πορεία του ενάγοντα παρά τις διαπιστωθείσες διαφορές και διαφωνίες μεταξύ εναγομένου 2 και εναγομένου 3, και ενάγοντα, δεν αμφισβητείτα. Τα ευρήματα, όπως στην αρχή της απόφασης καταγράφηκαν, επαναλαμβάνονται και εδώ. Για τα αμφισβητούμενα θέματα, μετά και την αξιολόγηση της μαρτυρίας σημειώνονται πρόσθετα των καταγραφέντων ευρημάτων τα εξής: Ο ενάγων, ηλικίας 68 χρόνων υπεβλήθη στις 25.11.2005 από τον εναγόμενο 2 σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης της χολής με λαπαροσκοπική χολοκυστεκτομή. Κατά την παραμονή του στην κλινική των εναγομένων 1, υποβλήθηκε στις 29.11.05 από τον εναγόμενο 3 σε εξέταση ERCP. Την απόφαση για υποβολή του ενάγοντα σε εξέταση ERCP, την έλαβε ο εναγόμενος
  9. Την διενήργησε ο εναγόμενος 3 και είναι αποδεκτό, και αποτελεί εύρημα, ότι αυτή η εξέταση δεν επιβάρυνε, ούτε και επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την υγεία του ενάγοντα. Την 1.12.05 ο ενάγων έλαβε εξιτήριο από την κλινική και επέστρεψε στο σπίτι του. Όταν απολύθηκε από την κλινική την 1.12.05 μετά την πρώτη χειρουργική επέμβαση ήδη έπαιρνε τροφή από το στόμα και είχε συμπληρωθεί η χορήγηση αντιβίωσης σε τριπλή μορφή. Μετά την 1.12.05 επισκέφθηκε σε δύο περιπτώσεις τον εναγόμενο 2 στον οποίο παραπονείτο για φούσκωμα και πόνους. Στις 20.12.05 μετά τη διενέργεια υπερηχογραφήματος θώρακος και άνω κοιλίας (Τεκ.1), στο οποίο υποβλήθηκε ο ενάγων, μετά από προτροπή του παθολόγου ιατρού του λόγω του ότι παρουσίασε κοιλιακό άλγος, ο εναγόμενος 3 διέταξε την άμεση εισαγωγή του στην κλινική των εναγομένων
  10. Εκεί έγιναν εξετάσεις και αξονική τομογραφία και διαπιστώθηκε απόστημα και περιορισμένη περιτονίτιδα στην περιοχή της εγχείρησης (Τ.25). Ο εναγόμενος 3, μετά που έλαβε τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας και των άλλων αναλύσεων το μεσημέρι της 21ης Δεκεμβρίου 2005 ενημέρωσε τον εναγόμενο 2 ο οποίος και αποφάσισε την χειρουργική επέμβαση για παροχέτευση του αποστήματος. Οι εξετάσεις και αναλύσεις ημερομηνίας 21.12.05 και 23.12.05 που παρουσιάζονται στο Τεκμ. 24 και φέρουν δίπλα το όνομα του εναγόμενου 3, δεν έγιναν κατ' εντολή του, αλλά κατ' εντολή και οδηγίες του εναγόμενου 2, αφού αρκετές από αυτές, αφορούσαν εξετάσεις δείγματος που λήφθηκαν στο χειρουργείο κατά τη διάρκεια της δεύτερης επέμβασης. Η κατάσταση του ενάγοντα στις 22.12.05 ήταν ήδη βεβαρημένη. Παρουσίαζε οξεία νεφρική ανεπάρκεια και οξεία ηπατική ανεπάρκεια (Μ.Υ.3 Τεκμ. 24). Στις 22.1205, ο ενάγων εισήχθη και πάλι στο χειρουργείο όπου υποβλήθηκε από τον εναγόμενο 2 σε δεύτερη επέμβαση για αντιμετώπιση της κατάστασης του. Κατά την επέμβαση αυτή ο ενάγοντας υποβλήθηκε σε παροχέτευση αποστήματος και σε διερευνητική λαπαροτομία κατά την οποία διαπιστώθηκε μάζα στη δεξιά κοιλιακή χώρα και λιπώδης όγκος στην περιοχή της σκωληκοειδίτιδας, ο οποίος επίσης αφαιρέθηκε και έγινε σκωλικοειδιεκτομή. Το ίδιο βράδυ της επέμβασης, η αρτηριακή πίεση του ενάγοντα έπεσε κάτω από το φυσιολογικό επίπεδο. Το επόμενο πρωί (23.12.05), ο ενάγων παρουσίασε υπόταση και σηψαιμία και μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας της κλινικής. Διασωληνώθηκε και τοποθετήθηκε σε αναπνευστήρα. Ενώ νοσηλευόταν στη Μ.Ε.Θ. της κλινικής, παρουσίασε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης του, συνοδευόμενη με επιληπτικές κρίσεις. Κλήθηκε στις 24.12.05 ο Δρ Μέσης (Μ.Υ.2) ο οποίος διαπίστωσε ότι ο ενάγων παρουσίασε πολλαπλές μυοκλονικές κινήσεις ανεξάρτητα στις δύο πλευρές του σώματος του. Απαντούσε σε απλά ερωτήματα αλλά είχε υπνηλία. Οι εργαστηριακές εξετάσεις έδειξαν ψηλή ουρία και κρεατινίνη, ηλεκτρολυτικές διαταραχές και ηπατικά ένζυμα. Παρουσίαζε επίσης αφυδάτωση, σύγχυση, πυρετό και ελαττωμένη διούρηση (Μ.Υ.2). Στις 25.12.05 παρουσίασε εστιακές επιληπτικές κρίσεις κυρίως αριστερά και επακολούθησε Γενικευμένο Status Epilepticus. Του δόθηκε Stesolid ενδοφλεβίως με παροδικό ευεργετικό αποτέλεσμα ενώ η ενδοφλέβια χορήγηση θεραπευτικών δόσεων Phenytoin δεν είχε αποτέλεσμα. Τέθηκε ακολούθως στον αναπνευστήρα με χορήγηση γενικής αναισθησίας. Η κατάσταση του ενάγοντα ήταν τόσο άσχημη ώστε ο εναγόμενος 2 πληροφόρησε τη σύζυγο του (Μ.Ε.2) ότι θα πεθάνει. Στις 27.12.05 (Τεκ.24) μετά από εξέταση γλυκόζης διαπιστώθηκε ότι το επίπεδο σακχάρου ανήλθε στα 1982 mg. Κρίνεται ότι αυτή την ημερομηνία διαπιστώθηκε το ψηλό σάκχαρο και όχι στις 26.12.05 όπως ανέφερε ο Δρ. Μέσης διότι: (α) Δεν εμφανίστηκε απόλυτα βέβαιος για την ημερομηνία. (β) Το Τεκ.24 εμφανίζει για πρώτη φορά ανάλυση γλυκόζης στις 27.12.05 η ώρα 08.
  11. (γ) Στις 27.12.05 κλήθηκε ο ειδικός διαβητολόγος Δρ. Ιωάννου να επιληφθεί της κατάστασης. Το γεγονός αυτό, έθεσε τη διάγνωση του συνδρόμου των σπασμών λόγω υπεργλυκαιμίας χωρίς κετοξέωση (υπερωσματικό υπεργλυκαιμικό κώμα χωρίς κετοξέωση). Στις 27.12.05 κλήθηκε ο Δρ. Ιωάννου (Μ.Υ.4), ειδικός διαβητολόγος ο οποίος με την κατάλληλη θεραπεία αντιμετώπισε το πρόβλημα του σακχάρου το οποίο επανήλθε σε φυσιολογικά επίπεδα. Μέσα σε 48 ώρες οι σπασμοί σταμάτησαν και το σάχκαρο μειώθηκε στα 375 mg. Στις 28/12/05 προοδευτικά διακόπηκε η γενική αναισθησία και άρχισε να αντιδρά στα επώδυνα ερεθίσματα. Στις 30.12.05 ανέπνεε μόνος του. Στις 9/1/06 ο ενάγων υπεβλήθη από τον εναγόμενο 2 σε τραχειοτομή. Ήδη στις 6.1.06 αφού διακόπηκε η γενική αναισθησία, κάθισε σε καρέκλα και κινούσε το αριστερό άνω και δεξιό κάτω άκρο. Στις 13.1.06 ο ενάγων μεταφέρθηκε από τους εναγόμενους 1 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Δεν έχει αμφισβητηθεί από τον ενάγοντα, αντίθετα κατά την αντεξέταση των μαρτύρων υπεράσπισης και ιδιαίτερα του Μ.Υ.3 Δρ. Π. Συμεωνίδη έγινε αποδεκτό, ότι έγινε εξέταση γλυκόζης στον ενάγοντα και στις δύο επεμβάσεις, εντός του χειρουργείου με την μέθοδο «Dextro -stick» τσίμπημα στο δάκτυλο - έλεγχος με μηχανάκι). Δεν έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο, πόσες μονάδες ήταν το επίπεδο γλυκόζης, αλλά ο εναγόμενος 2 ανέφερε ότι, όταν είναι κάτω από 200 mg θεωρείται φυσιολογικό. Εκείνο που μπορεί να καταγραφεί ήταν πως δεν ξεπερνούσε τα 200 mg. Ο ενάγων δεν φαίνεται να είχε ιστορικό διαβήτη. Δεν έχει αμφισβητηθεί και αποτελεί εύρημα πως: η βλάβη στον εγκέφαλο, όπως περιγράφεται στο Τεκμήριο 2, δημιουργήθηκε μετά από παρατεταμένες επιληπτικές κρίσεις ως αποτέλεσμα του υπεργλυκαιμικού κώματος, το οποίο οφείλεται στο αυξημένο σάκχαρο. Το σύνδρομο αυτό εμφανίζεται σπάνια. Η βλάβη αυτή θεωρείται μόνιμη διότι δημιουργήθηκε στοιβαδιακή νέκρωση. Ουσιαστικά γίνεται διαταραχή μεταβολισμού στον εγκέφαλο η οποία προκαλεί βλάβη στα κύτταρα του εγκεφάλου. Αποτέλεσμα της βλάβης αυτής, ήταν να παρουσιαστεί πάρεση δεξιού άνω και αριστερού κάτω άκρου (Τεκμήριο 3 και Μ.Υ.2). Η σημερινή κατάσταση του ενάγοντα όπως περιγράφηκε από τους Μ.Ε.1 και 2 και αναδύεται μέσα από τα Τεκμήρια 3, 4 ,6 και 7 μπορεί να προσδιορισθεί ως εξής: Περιορισμένη κινητικότητα λόγω νευρολογικών προβλημάτων. Οίδημα στα κάτω άκρα, σακχαρώδης διαβήτης, νεφρική ανεπάρκεια, ηπατική ανεπάρκεια, σιδηροπενική αναιμία. Πάρεση του δεξιού χεριού. Σημειώνεται και υπογραμμίζεται ότι: Yπάρχει ιατρική μαρτυρία και αποτελεί εύρημα ότι η μόλυνση είναι υπεύθυνη σε μεγάλο ποσοστό στην ανάπτυξη σακχάρεος. Δεν υπάρχει όμως ιατρική μαρτυρία ότι - Η μόλυνση οφείλεται σε αμέλεια των γιατρών. - Ότι το απόστημα δημιουργήθηκε συνεπεία κάποιας λανθασμένης ενέργειας ή παράλειψης. - Ότι αν δεν απολύετο ο ενάγων από την κλινική την 1.12.05, δεν θα εμφάνιζε απόστημα και μόλυνση. - Ότι δεν του δόθηκε σωστή φαρμακευτική αγωγή. Αντίθετα, δεν αμφισβητήθηκε ότι στον ενάγοντα χορηγείτο τριπλή αντιβιοτική αγωγή. - Ότι εάν γινόταν παροχέτευση του αποστήματος νωρίτερα της 22ας Δεκεμβρίου 2005, δεν θα εμφανιζόταν το σύνδρομο. Τα ερωτήματα που χρήζουν απάντησης είναι: (α) υπάρχει αμέλεια ή οιαδήποτε παράλειψη των εναγομένων η οποία οδήγησε τον ενάγοντα στην κατάσταση αυτή; (β) Πόσους και ποιους εναγομένους βαραίνει η αμέλεια; (γ) Υπήρχε οποιαδήποτε ενέργεια στην οποία οι εναγόμενοι έπρεπε ή όφειλαν να προβούν ώστε να αποτραπεί ή επιβάρυνση της υγείας του ενάγοντα; (δ) Μετά την απάντηση των ερωτημάτων αυτών τίθεται ως επίδικο θέμα, ο καταμερισμός της ευθύνης, εάν υπάρχει, μεταξύ των συνεναγομένων 2 και
  12. (ε) Επιδίκαση αποζημιώσεων Γενικών και Ειδικών. Οι απόψεις των μερών όπως είναι φυσικό διίστανται. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων 1 και 2 κ. Στ. Παύλου αφού αναλύει τις νομικές αρχές για την ιατρική αμέλεια και παραθέτει σχετικές αυθεντίες, υποδεικνύει με παραπομπή σε σχετική νομολογία ότι: "Tο επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee [1957] 1 W.L.R.
  13. Είναι εκείνο, της συνήθους δεξιότητας την οποίαν αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων Sideway v. Gov. of Bethlem Royal Hospital {1985] A.C. 871, 893-894; Wilsher v. Essex A.H.A. [1987] Q.B. 730).» Αφού αναφέρει εκτεταμένα αποσπάσματα από την απόφαση Αγγελή ν. Βορκά
(2007)1 Α.Α.Δ. 614, υποδεικνύει πως: «οι Εναγόμενοι 1 και 2, δεν ήταν σε θέση είτε να προβλέψουν το εν λόγω σπάνιο σύνδρομο, είτε να το διαγνώσουν ή να αντιμετωπίσουν την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν προκλήθηκε από οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψή τους, ούτε θα ήταν ορθό ή ενδεδειγμένο να υποβάλουν τον Ενάγοντα σε αχρείαστες, προς τον σκοπό για τον οποίο βρισκόταν ενώπιον τους, εξετάσεις. Η ευθύνη τους, ως μη ειδικοί για το συγκεκριμένο σύνδρομο ή για νευρολογικά ή άλλα προβλήματα τα οποία προέρχονται από ψηλό διαβήτη, ήταν μόνο να καλέσουν ειδικούς για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, το οποίο έπραξαν άμεσα και ορθά με την κλήση αρχικά του ειδικού νευρολόγου Δρα Μέση και στη συνέχεια του διαβητολόγου Δρα Ιωάννου, οδηγώντας στην διάγνωση και αντιμετώπισή της. Η κατάσταση στην οποία περιήλθε ο Εναγόντας έχριζε άμεσης αντιμετώπισης, γεγονός το οποίο ο Εναγόμενος 2 αναγνώρισε και δεδομένου ότι, η αντιμετώπιση του συνδρόμου αυτού δεν ενέπιπτε στις γνώσεις τις οποίες οφείλει να έχει ένας ιατρός της ειδικότητάς του, ενήργησε άμεσα και αποτελεσματικά, δεδομένης της επείγουσας φύσης της κατάστασης, και κάλεσε τους ειδικούς ιατρούς για την θεραπεία του Ενάγοντα». Προς υποστήριξη των θέσεων ότι δεν υπήρξε αμέλεια εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2 παρέπεμψε στην μαρτυρία κυρίως των Δρ. Γ. Ιωάννου (Μ.Ε.4) και του Δρ. Μέση (Μ.Υ.2). Τόνισε ιδιαίτερα από την μαρτυρία του Μ.Ε.4 ότι ο τελευταίος ανέφερε την σπανιότητα του συνδρόμου το οποίο παρουσίασε ο ενάγοντας και ότι η διάγνωση του καθυστερεί ακόμα και σε μεγάλα ιατρικά κέντρα του εξωτερικού. Υπέδειξε και υπογράμμισε περαιτέρω από τη μαρτυρία του Δρ. Ιωάννου και υπέδειξε ότι η θέση του εν λόγω μάρτυρα ήταν ότι το εν λόγω σύνδρομο διαφεύγει της διάγνωσης και το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κάποιος είναι μια νευρολογική κατάσταση γι' αυτό και καλείται νευρολόγος, κρίνοντας ουσιαστικά ως ορθή την αντίδραση του Εναγομένου 2 να καλέσει νευρολόγο. Υπογράμμισε την αναφορά του Μ.Ε.4 ότι το εν λόγω σύνδρομο δεν είναι συνέπεια κάποιου λάθους κατά τη διενέργεια της χειρουργικής επέμβασης στην οποία υποβλήθηκε από τον εναγόμενο 2 αλλά προκλήθηκε από την όλη κατάσταση της υγείας του ενάγοντα και το μετεγχειρητικό στρες το οποίο παρουσίασε ο ασθενής. Επικαλούμενος την μαρτυρία του Μ.Υ.2 υπέδειξε ότι ενώ ο Δρ. Μέσης, είναι εκείνος ο οποίος ανακάλυψε το εν λόγω σύνδρομο και είπε ότι η διάγνωση του παίρνει τουλάχιστον 5 μέρες όμως στην κρινόμενη περίπτωση η διάγνωση του συνδρόμου στο συγκεκριμένο ασθενή / ενάγοντα έγινε εντός τριών ημερών αφού ο ίδιος ο εναγόμενος 2 ζήτησε να γίνουν αναλύσεις των επιπέδων γλυκόζης. Συνεπώς, κατέληξε ο συνήγορος, ο εναγόμενος 2 έπραξε ότι ήταν δυνατό καλώντας τους ειδικούς πρώτα τον νευρολόγο Δρ. Μέση (Μ.Υ.2) και μετά τον διαβητολόγο Δρ. Ιωάννου (Μ.Ε.4) για αντιμετώπιση της κατάστασης του ενάγοντα η οποία τόνισε αντιμετωπίστηκε με επιτυχία. Την ανάλυση και θέσεις αυτές ενστερνίζεται και υιοθετεί και ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγομένου 3 κ. Κορφιώτης. Εκ διαμέτρου αντίθετη προς τις εκφρασθείσες θέσεις σημειώνεται η άποψη του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα, κ. Mελά. Σχολιάζοντας την αγόρευση του κ. Παύλου, υποδεικνύει ότι εσκεμμένα παραλείπει να αναφέρει αποφάσεις οι οποίες επιρρίπτουν ευθύνες σε γιατρούς και επισημαίνει τα εξής: Ενώ στην αγόρευση των εναγομένων 1 και 2 αναφέρεται η απόφαση Bolam παραλείπεται η αναφορά στην υπόθεση Bolitho and Others v. City and Hackney Health Authority
(1993)4 Med. L.R. 381) οι οποίες αμφότερες παρατίθενται στην υπόθεση Αγγελή ανωτέρω. Παραπομπή στην μαρτυρία των Μ.Ε.4 και Μ.Υ.2 κάνει και ο κ. Μελάς και εξάγει από αυτήν το συμπέρασμα ότι το σύνδρομο στο οποίο περιέπεσε ο ενάγων μπορούσε να προληφθεί και να αποφευχθεί με μια απλή ανάλυση αυτή του σακχάρου η οποία έπρεπε να γίνεται συχνά. Είναι η θέση του ότι η πρακτική αυτή ακολουθείται παντού γι' αυτό και σπάνια οι ασθενείς πέφτουν στο κώμα αυτό. Αυτό είναι το σπάνιο σύμφωνα με την εισήγηση του και όχι το κώμα ως τέτοιο. Επεσήμανε επίσης από την μαρτυρία του Μ.Ε.4 ότι η όλη κλινική εικόνα του ασθενούς επέβαλλε την παρακολούθηση σακχάρου γιατί ήταν ένας ηλικιωμένος ασθενής κάτω από στρες λοίμωξης και το χειρουργικό στρες. Επιρρίπτει επίσης ευθύνη στον εναγόμενο 2 πέραν της παράλειψης του να τον υποβάλλει σε ανάλυση σακχάρου από την πρώτη στιγμή μετά την δεύτερη εγχείρηση και τα εξής: Την βιασύνη του να τον απολύσει από την κλινική μετά την πρώτη επέμβαση και την παράλειψη του να διαπιστώσει ότι ο ενάγων δεν ήταν σε καλή κατάσταση όταν τον επισκέφθηκε στο ιατρείο του μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης επέμβασης. Είναι εισήγηση του ότι εάν σε εκείνη τη χρονική στιγμή, ο εναγόμενος 2 έδινε οδηγίες για υπερηγοχράφημα ή διεξαγωγή μαγνητικής τομογραφίας, θα ανακάλυπταν έγκαιρα ότι στη περιοχή της επέμβασης είχε δημιουργηθεί απόστημα, θα αντιμετωπιζόταν έγκαιρα και θα είχε αποφευχθεί η αποδιοργάνωση του οργανισμού του ενάγοντα. Κρίνεται σκόπιμο σ' αυτό το σημείο να γίνει αναφορά στην νομική πτυχή της υπόθεσης. Βάρος Απόδειξης: Το θέμα αυτό είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την επίκληση εκ μέρους του ενάγοντα του δόγματος res ipsa loquitur. Το νομικό απόφθεγμα res ipsa loquitur αποτελεί αποδεικτικό κανόνα τον οποίο μπορεί να επικαλεστεί ο ενάγων μόνο όπου τα ευρήματα του δικαστηρίου αναφορικά με την πρόκληση του ζημιογόνου γεγονότος δεν συμβιβάζονται με την ύπαρξη αμέλειας εκ μέρους του. Στην Morides v. Ioannou
(1973)1 CLR 117 λέχθηκε, με αναφορά στη Lloyde v. West Midlands Gas Board
(1971)2 All ER 1240 ότι το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 καθιερώνει το εν λόγω απόφθεγμα του αγγλικού κοινοδικαίου ως μέρος του κυπριακού δικαίου. Σύμφωνα με τη Loyde (ανωτέρω) το res ipsa loquitur σημαίνει: "It means that a plaintiff prima facie establishes negligence where: (
  1. i)It is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident, but (
  2. ii)on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely that not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiff's safety." Σε μετάφραση: «ότι ο ενάγων αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως αμέλεια όπου: (ι) Δεν είναι δυνατό για τον ίδιο να αποδείξει επακριβώς ποια ήταν η σχετική πράξη ή παράλειψη η οποία έθεσε σε κίνηση τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στο ατύχημα πλην όμως (ιι) επί της μαρτυρίας ως έχει κατά τον σχετικό χρόνο είναι περισσότερο πιθανό ότι η πραγματική αιτία του ατυχήματος ήταν μια πράξη ή παράλειψη του εναγομένου ή κάποιου για τον οποίο ο εναγόμενος είναι υπεύθυνος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη επίδειξης επιμέλειας για την ασφάλεια του ενάγοντα.» (δέστε και Κώστα κ.α. ν. Ν. Δημητρίου κ.α. Πολ. Εφ. 54/07 ημερ. 10.9.09). Πότε δικαιολογείται η επίκληση του res ipsa loquitur και οι παράμετροι της εφαρμογής του, ιδιαίτερα στον τομέα της ιατρικής αμέλειας, διαγράφεται σε αριθμό Αγγλικών αποφάσεων, σε πολλές από τις οποίες έγινε αναφορά. Κατ΄αρχή πρέπει να τονιστεί ότι επίκληση του res iplsa loquitur είναι παραδεκτή μόνο εκεί όπου το γεγονός ή γεγονότα τα οποία προκάλεσαν τη ζημιά τελούσαν υπό τον έλεγχο του εναγομένου. Όπου τα γεγονότα τα οποία επέφεραν τη βλάβη (ζημιά) είναι γνωστά, η εξωτερική του υφή δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο υποθέσεων και συμπερασμάτων, όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της Δικαστικής Επιτροπης των Λόρδων στην Barkway v. South Wales Transport
(1950)1 All E.R. 392. Η λύση συναρτάται με την απόδειξη των γεγονότων, τα οποία προβάλλει ο ενάγων, και τις κατά νόμο συνέπειες τους, δηλαδή, κατά πόσο στοιχειοθετούν αμέλεια. Προϋπόθεση για την εφαρμογή του res ipsa loquitur αποτελεί η αιτιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημιάς η οποία προκαλείται. (Βλ. Fish v. Kapur and Another
(1948)2 All E.R. 176). Οι παρατηρήσεις του δικαστηρίου στην Garner v. Morrell, The Times, October 31, 1953, άπτονται άμεσα του θέματος το οποίο εξετάζεται. Υποδεικνύεται, ότι το res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει την ιατρική αμέλεια. Στην κρινόμενη περίπτωση, δεν τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας αυτός. Ο ενάγων δεν τον επικαλείται στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Πέραν δε τούτου, έχει γίνει εκτενής αναγραφή από τον ενάγοντα λεπτομερειών αμελείας των εναγομένων τις οποίες προσπάθησε να αποδείξει με μαρτυρία. Η απόρριψη της εφαρμογής του δόγματος res ipsa loquitur μεταθέτει στους ώμους του ενάγοντα την υποχρέωση να αποδείξει την αμέλεια των εναγομένων. Αυτό μας φέρνει στην νομική πτυχή του θέματος. Νομική Πτυχή: To άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 ρυθμίζει το θέμα της αμέλειας. Σύμφωνα με τη νομολογία αμέλεια δύναται να θεμελιωθεί αν ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η υποχρέωση επίδειξης μέριμνας και φροντίδας οφειλόμενη από τον εναγόμενο στον ενάγοντα για την προστασία του τελευταίου. (β) Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής. (γ) Η απόδειξη ότι η ζημιά - βλάβη που ακολουθεί ει΄ναι το αποτέλεσμα της ζημιογόνου ενέργειας του εναγομένου και είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτή. Το καθήκον που εμπεριέχεται, αλλά και επιβάλλεται από το άρθρο 51
(2)(ε) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, κωδικοποιεί το Κοινοδίκαιο και τυγχάνει εφαρμογής έχοντας υπόψη και τη σχετική στο θέμα νομολογία. Έχει καθοριστεί στην Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, ότι: «Το καθήκον ιατρού, όπως και κάθε ειδικευμένου επαγγελματία (πρακτήρα), προς πρόσωπο, το οποίο βασιζόμενο στη δεξιότητά του περιέρχεται υπό τη φροντίδα του, προσδιορίζεται περιεκτικά στην απόφαση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority
(1983)2 All E.R. 245. Συνίσταται, στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα,.... Το επίπεδο δεξιότητας, το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner), τέθηκε με την ίδια σαφήνεια από τον McNair, J. Στην Bolam v. Friern Hospital Management Committee
(1957)1 W.L.R. 582. Είναι εκείνο, της συνήθους δεξιότητας την οποία αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Η ορθότητα της προσέγγισης αυτής επιβεβαιώθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, που επίσης επεξηγούν το πρακτικό πεδίο εφαρμογής της. (Βλ. μεταξύ άλλων, Sideway v. Gov. of Bethlem Royal Hospital
(1985)A.C. 871, 893-894; Wilsher v. Essex A.H.A.
(1987)Q.B. 730.)» Στην απόφαση του τότε πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Π. Αρτέμης, Π.Ε.Δ. και Στ. Ναθαναήλ, Ε.Δ.) Βασιλικής Μακρή ν. Σίμου Έλληνα, Αρ. αγωγής 2681/86,ημερ. 16.1.1991, ο Π. Αρτέμης, Π.Ε.Δ., (όπως ήταν τότε), έθεσε το θέμα ως εξής σε υπόθεση που αφορούσε τον καταλογισμό ιατρικής αμέλειας σε γυναικολόγο που υπέβαλε την ενάγουσα σε χειρουργική επέμβαση ολικής υστερεκτομής: «Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Bolam v. Friern H.M.C.
(1957)1 W.L.R. 582 "The test is the standard of the ordinary skilled man exercising and professing to have that special skill. A man need not possess the highest expert skill; it is well-established law that it is sufficient if he exercises the ordinary skill of an ordinary competent man exercising that particular art." Περαιτέρω, όπως ανέφερε και ο Mustill L.J. στην υπόθεση Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1986)3 All E.R. 801, "The notion of a duty tailored to the actor rather than the act which he elected to perform had no place in the law of tort..The duty of care related not to the individual but to the post which he occupied.» Το ζήτημα της ιατρικής αμέλειας εξετάζεται, όπως προαναφέρθηκε, στη βάση του επιπέδου του λογικού επαγγελματία. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts 11η Έκδ.
(2003)σελ. 265: «The defendant must exhibit the degree of skill which a member of the public would expect from a person in his or her position. Pressures on him - even pressures for which he is in no way responsible - will not excuse an error on his part. Negligence is not to be equated with moral culpability or general incomptetence.» Και στην επόμενη σελίδα 266 αναφέρονται τα εξής: «Errors of judgment are often the essence of professional negligence. An error of itself is not negligence. The issue in all cases is whether the error in question evidenced a failure of professional competence. The virtual immunity offered to doctors for errors of clinical judgment was firmly condemned by the House of Lords in Whitehouse v. Jordan.» Αναγνωρίζεται ότι για τον καθορισμό του επιπέδου που απαιτείται από το συγκεκριμένο επαγγελματία εμπειρογνώμονα, πρέπει να δοθεί εμπειρογνώμονη μαρτυρία για την ορθή πρακτική που ακολουθείται στον κλάδο («proper practice»). Όταν η πρακτική αμφισβητείται τότε, όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Street on Torts - πιο πάνω - σελ. 265 «...conformity with a responsible body of opinion within the profession will generally suffice». Ο Δικαστής βέβαια παραμένει ο τελικός κριτής του τι αποτελεί «reasonable and responsible professional practice». Και όπως εξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, παρά τη μέχρι πρόσφατα απροθυμία των Δικαστηρίων να αμφισβητήσουν την επιστημονική άποψη εμπειρογνωμόνων, στην Bolitho v. City and Hackney Health Authority
(1998)A.C.232, o Lord Browne-Wilkinson τόνισε ότι για να τεκμηριωθεί η μαρτυρία περί της ορθής μη αμελούς πρακτικής, η μαρτυρία που δίνεται ως προς αυτή, πρέπει να είναι εύλογη και υπεύθυνη. Όπως ανέφερε: «...The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied on can demonstrate that such opinion has a logical basis.». (Δέστε Γιάλλουρου κ.ά Απολλώνειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο Λτδ ν. Ψύλλα κ.ά Πολ. Έφ. 159/06 και 160/06 ημερ. 16.12.09). Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα ό,σα λέχθηκαν και διατυπώθηκαν από τους μάρτυρες και ιδίως τους εμπειρογνώμονες ιατρούς. Θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΕ4, Δρ. Ιωάννου αποτελεί όπως πιο πάνω λέχθηκε, σημείο αναφοράς και βάση για εξαγωγή συμπερασμάτων. Υπενθυμίζεται ότι τα προσόντα του και η εμπειρογνομωσύνη του έγιναν αποδεκτά από την υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2, ενώ ο τελευταίος δήλωσε ότι ο ΜΕ4 θεωρείται ο καλύτερος στον τομέα του. Επισημαίνονται και τοποθετούνται οι καίριες και κύριες αναφορές του Δρ. Μέση και Δρ. Ιωάννου. (α) Έχει αναφέρει ο Δρ. Μέσης ότι το σύνδρομο που ανέπτυξε ο Ενάγων, διαγνώσκεται μέσα σε περίπου 5 μέρες από την εκδήλωση των συμπτωμάτων. Στην παρούσα περίπτωση η επιδείνωση της κατάστασης του Ενάγοντα ξεκίνησε το ίδιο βράδυ της εγχείρησης (22/12/05) παρουσίασε επιληπτικές κρίσεις 23/12/05 και διεγνώσθη το σύνδρομο στις 27/12/
  1. Δηλαδή σε πέντε μέρες. Παρά τη θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των εναγομένων 1 και 2 κ. Παύλου, ότι το σύνδρομο διαγνώσθηκε σε 3 μέρες και την αναφορά στο πιστοποιητικό του κ. Μέση ότι στις 26.12.05 έγινε ανάλυση γλυκόζης όμως. Στην αντεξέταση του δεν ήταν τόσο σίγουρος για την ημερομηνία, ο εναγόμενος 2, παρέλειψε επομελώς να αναφερθεί σε αυτό, ενώ από το Τεκ.24, παρουσιάζεται για πρώτη φορά ανάλυση γλυκόζης στις 27.12.05 ώρα 08.53 με αναφορά 1982 mg. (β) Έχει αναφέρει ο Δρ. Ιωάννου ότι και σε μεγάλα ιατρικά κέντρα η διάγνωση καθυστερεί και ενδεχομένως η πρώτη διάγνωση να συμπίπτει με εγκεφαλικό επεισόδιο. (γ) Έχει επίσης αναφέρει ο Δρ. Ιωάννου ότι έχει αργή εξέλιξη και διαφεύγει της διάγνωσης. Το πρώτο που σκέφτεται κάποιος είναι νευρολογικό πρόβλημα. Αυτά για τη διάγνωση και αντιμετώπιση η οποία κρίνεται ότι εν τέλει έγινε με επιτυχία όσον αφορά το κώμα από το οποίο ο ασθενής - Ενάγων, εξήλθε αφού, το σάκχαρο με την στοχευμένη θεραπεία που του παρασχέθηκε από τον Μ.Ε.4 μειώθηκε σε καλά επίπεδα. Δεν θα πρέπει όμως να αγνοηθούν ό,σα οι εν λόγω ιατροί έχουν περαιτέρω θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, σε σχέση κυρίως με την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση. Με τα μέτρα εκείνα που θα απέτρεπαν σπασμούς, το κώμα, την κρίση, την βλάβη στον εγκέφαλο, την παράλυση. (α) Ο Ενάγων είχε λοίμωξη. Σηψαιμία. Αυτός είναι παράγοντας που είναι υπεύθυνος σε μεγάλο ποσοστό, αφού «ως συνήθως το 50% των καταστάσεων αυτών οφείλεται στη λοίμωξη.» (Μ.Ε.4). Το γεγονός ότι μια σοβαρή λοίμωξη μπορεί να είναι αιτία που να δημιουργήσει τις αλλαγές του οργανισμού που να φέρουν το σύνδρομο, το δέχθηκε και ο Δρ. Μέσης (Μ.Υ.2). (β) Ο Ενάγων ήταν υπέρβαρος, μεγάλης ηλικίας, είχε ατροφία παγκρέατος. Είχε στρες εγχείρησης και στρες λοίμωξης. Όλα αυτά, σύμφωνα με τον Δρ. Ιωάννου, έπρεπε να λειτουργήσουν ως καμπανάκι, για συχνή - καθημερινή εξέταση σακχάρου. Ακόμη και σε μη διαβητικά άτομα, ως τον Ενάγοντα. (γ) Ο Ενάγων συνεπεία των ανωτέρω, εθεωρείτο ασθενής υψηλού κινδύνου. (δ) Η έγκαιρη ανίχνευση του σακχάρου θα προλάβαινε την εμφάνιση του συνδρόμου και ό,σα επακολούθησαν. Το τόνισε εμφαντικά ο ΜΕ4 υπογραμμίζοντας ότι ένας ευαισθητοποιημένος γιατρός οφείλει σε περιπτώσεις ως του Ενάγοντα να κάνει καθημερινή παρακολούθηση στο αίμα, διότι υπάρχουν άτομα με λανθάνοντα διαβήτη και το στρες της εγχείρησης και στρες σηψαιμίας μπορεί να οδηγήσει σε 48 ώρες σε κώμα. (ε) Ο Δρ. Μέσης δέχθηκε ότι αν γινόταν η ανάλυση σακχάρου έστω μία ή δύο μέρες πριν θα προλαμβανόταν η κατάσταση του Ενάγοντα. Θεώρησε ότι θα ήταν ευχής έργο, αλλά «δεν έγινε και δεν ανακαλύφτηκε προφανώς». (στ) Λέχθηκε από τον Δρ. Μέση πως αν υπήρχε ψηλό σάκχαρο από την πρώτη μέρα πολύ πιθανόν να κατευθύνονταν προς αυτή την κατεύθυνση του συνδρόμου. (ζ) Σύμφωνα με τον Δρ. Μέση η εξέταση σακχάρου ήταν μια εξέταση που έπρεπε να γίνει (έστω μέσα στα πλαίσια των γενικών αναλύσεων). (η) Ο Δρ. Μέσης συμφώνησε ότι δεν έχει άμεση σχέση το αν είναι διαβητικός κάποιος ή όχι διότι μπορεί να εκδηλώσει σάκχαρο σε 24 ώρες. (θ) Ο Δρ. Ιωάννου (Μ.Ε.4) ήταν κατηγορηματικός πως σε τέτοιους ασθενείς, όπως τον ενάγοντα, δεν αρκεί η μέτρηση σακχάρου μετά από 12 ώρες νηστείας, αλλά χρειάζεται εξειδικευμένη ανάλυση όπως φόρτιση γλυκόζης. Είπε επίσης ο Μ.Ε.4 ότι η εξέταση σακχάρου στο χειρουργείο με το μηχανάκι, έχει απόκλιση ± 20%. (ι) Η εμφάνιση και αύξηση σακχάρου δεν δημιουργείται απότομα αλλά σταδιακά. (ια) Το σύνδρομο υπεροσμωτικού υπεργλυκαμικού κώματος χωρίς κετοξέωση σπάνια εμφανίζεται. Οι λόγοι σύμφωνα με τον Δρ. Μέση είναι: α) στην πλειοψηφία των ατόμων με ψηλό σάκχαρο υπάρχει κετοξέωση η οποία προστατεύει από τους σπασμούς. Β) Δέχθηκε περαιτέρω εντούτοις ο ίδιος γιατρός, το εξής μετά από σχετική ερώτηση: παρατίθεται η ερώτηση και η απάντηση κατά την αντεξέταση: «Ε. Ο λόγος που περιγράφεται σπάνιο αυτό το σύνδρομο είναι ότι όλοι οι νοήμονες γιατροί, εκείνοι που ασχολούνται με αυτά τα θέματα, οι ειδικοί ελέγχουν κάποιου διαβητικού το σάκχαρο του και κάποιου που λόγω ηλικίας, λόγω μόλυνσης, λόγω έναρξης σπασμών ελέγχουν το 2-3 φορές την ημέρα το σάκχαρο το παρακολουθούν και άρα προλαβαίνεται το σύνδρομο γι' αυτό είναι σπάνιο; Α. Η απάντηση είναι συμφωνώ μαζί σας. Η απάντηση έχει δύο σκέλη. Αν ήταν ένας γνωστός διαβητικός ασφαλώς και αυτό γίνεται συνήθως όταν θα μπει σε μια χειρουργική επέμβαση ή έχει μια σοβαρή λοίμωξη και να ελέγχεται όπως το είπατε καθημερινά και 2 και 3 και 4 φορές το σάκχαρο. Ενας που δεν είναι γνωστός διαβητικός δεν νομίζω ισχύει αυτό που είπατε.» Και στην παρούσα περίπτωση υπενθυμίζεται ότι ο ενάγοντας είχε σοβαρή λοίμωξη. Το καίριο επομένως ερώτημα που προκύπτει είναι αν ήταν ορθή και επιμελής η νοσηλεία του Ενάγοντα. Αν έπρεπε, αν υπήρχε η δυνατότητα να προληφθεί η ανάπτυξη του συνδρόμου, να διαγνωσθεί έγκαιρα και να διαγνωσθεί προτού περιέλθει στην κατάσταση η οποία προκάλεσε βλάβη στον εγκέφαλο με όλα τα επακόλουθα αυτής. Από τα ανωτέρω προκύπτει αβίαστα πως μπορούσε να προληφθεί η ανάπτυξη του συνδρόμου. Η μη πρόληψη του, δεδομένου και του γεγονότος πως ο Ενάγων δεν ήταν διαβητικός συνιστά αμέλεια; Πρόθεση του Δικαστηρίου, έχοντας υπόψη την νομολογία και το λειτούργημα που ασκείται από τους ιατρούς, δεν είναι να εναποθέσει σε αυτούς δυσβάστακτα καθήκοντα, ώστε στην προσπάθεια τους να μην κριθούν αμελείς να ενεργούν, υποβάλλουν τον ασθενή σε αχρείαστες εξετάσεις ή να λειτουργούν νοιώθοντας ότι απειλούνται με ένα μαχαίρι, όπως εύστοχα ειπώθηκε στην Αγγελή (ανωτέρω). Ούτε να αναγκάσει τους γιατρούς να ασκούν αμυντική ιατρική. Όμως ένας ασθενής που αφήνεται στα χέρια του ιατρού για να γίνει καλά, για να θεραπευθεί αναμένει και ελπίζει ότι αυτό θα επιτευχθεί, στα πλαίσια πάντοτε, της λογικά απαιτούμενης δεξιοτεχνίας. Η απάντηση στο ερώτημα αν υπάρχει αμέλεια στην προκειμένη περίπτωση, είναι θετική. Τα γεγονότα, οι καταστάσεις και όλες οι ενδείξεις βοούσαν ότι ο Ενάγων ήταν ασθενής υψηλού κινδύνου (Μ.Ε.4). Ότι οι πιθανότητες ανάπτυξης διαβήτη ήταν περισσότερες από σοβαρές. Έφταναν με μόνο την ύπαρξη σηψαιμίας το 40%. Ο Εναγόμενος 2, όπως διεφάνη από την αντεξέταση του εγνώριζε τους παράγοντες οι οποίοι ευθύνονται για αύξηση σακχάρου και της μόλυνσης. Και ανέφερε ότι αυτές εμπίπτουν στις γενικές γνώσεις ενός γιατρού. Ότι γνώριζε το συγκεκριμένο σύνδρομο αλλά πρώτη φορά το αντιμετώπισε. Παρά τη θέση του εναγομένου 2 ότι δεν είχε είτε καθήκον είτε υποχρέωση έναντι του Ενάγοντα, να τον παρακολουθεί συνεχώς μετά την εγχείρηση και να τον υποβάλλει σε εξετάσεις, αυτή δεν ευσταθεί. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, ούτε αντέχει στη βάσανο της λογικής ότι τα καθήκοντα και ευθύνη του χειρούργου, έναντι του χειρουργημένου, σταματούν με την έξοδο του από΄το χειρουργείο. Ή έστω ότι η παρακολούθηση αναφέρεται μόνο και στοχεύει στα καθαρά χειρουργικά θέματα τα οποία, εν πάση περιπτώσει δεν καθορίσθησαν. Κρίνεται όμως ότι αυτά δεν είναι ασύνδετα με την γενικότερη ίαση και θεραπεία του ασθενή. Ούτε είναι ανεξάρτητη από την παρακολούθηση, είτε κλινική είτε εργαστηριακή. Ο ενάγων μετά την 2η επέμβαση παρέμεινε στην κλινική. Από ποιον θα αναμενόταν η παρακολούθηση του; Σίγουρα από τον χειρούργο του ο οποίος κατ' εκείνον τον χρόνο ήταν και ο θεράπων ιατρός του. Ο ίδιος ο Δρ. Μέσης (Μ.Υ.2) τόνισε, αντεξεταζόμενος από τον κ. Κορφιώτη, πως ο χειρούργος που εκτελεί την χειρουργική επέμβαση έχει και την ευθύνη της παρακολούθησης της μεταγενέστερης πορείας του ασθενή. Ο ίδιος ο εναγόμενος 2 δήλωσε ότι όταν προκύπτει πρόβλημα σε νοσηλευόμενο στην κλινική ασθενή, ο επί καθήκοντι ιατρός, αν δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει καλεί τον θεράποντα ιατρό. Και αυτοί κάλεσαν τον εναγόμενο 2, όχι τον εναγόμενο 3 ή οποιονδήποτε άλλο. Υπενθυμίζεται ότι ο ενάγων μετά την έξοδο του από την κλινική μετά την 1η επέμβαση, παρακολουθείτο από τον εναγόμενο
  2. Παρά την άρνηση του τελευταίου στο δικόγραφο του για το γεγονός αυτό και επίρριψη της ευθύνης, της παρακολούθησης του ενάγοντα στον εναγόμενο 3, όμως κατά την προφορική του μαρτυρία, δέχθηκε ότι είδε τον ενάγοντα 1 φορά. Εύρημα όμως του Δικαστηρίου είναι ότι τον είδε δύο φορές. Τονίζεται επίσης ότι ο ενάγων παραπονείτο στον εναγόμενο 2 κατά την διάρκεια των επισκέψεων του για το φούσκωμα και τους πόνους που είχε στην κοιλιά. Ο τελευταίος τον παρέπεμπε στο επόμενο ραντεβού. Δημιουργήθηκε απόστημα στον σημείο της εγχείρησης την οποία εκτέλεσε ο εναγόμενος
  3. Υπογραμμίζεται όμως ότι τούτο καταγράφεται όχι ως εύρημα ότι το απόστημα δημιουργήθηκε συνεπεία αμελείας του εναγόμενου 2 κατά την εγχείρηση αφού δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση αλλά ως στοιχείο το οποίο έπρεπε να θέτει σε εγρήγορση και επαγρύπνηση τον εναγόμενο 2 για την κατάσταση του ασθενή του. Παρά τη μη αποδοχή από τον εναγόμενο 2 οιασδήποτε ευθύνης παρακολούθησης, διεξαγωγής εξετάσεων και αναλύσεων και πρόληψης, όμως με το δικόγραφο της Εκθέσεως Απαιτήσεως του προς τον συνεναγόμενο του, Εναγόμενο 3, του αποδίδει με τις λεπτομέρειες αμέλειας, τέτοια καθήκοντα και ευθύνες τις οποίες ο ίδιος προσπαθεί να αποποιηθεί. Σίγουρα, αυτά τα οποία πιστεύει ότι ένας γιατρός πρέπει να επιδείξει. Δηλαδή: « - Δεν έκανε τις εύλογες υπό τις περιστάσεις εξετάσεις και ή αναλύσεις κατά τον κατάλληλο και ή εύλογο υπό τις περιστάσεις χρόνο. - Δεν διέγνωσε και ή παρέλειψε να εκτιμήσει σωστά τη σοβαρότητας της κατάστασης του ενάγοντα. - Δεν αντιμετώπισε τις επιπλοκές με τη δέουσα φροντίδα και προσοχή ούτως ώστε να μην επιδεινωθεί περισσότερο η υγεία του ενάγοντα. - Παρέλειψε και καθυστέρησε να λάβει τις ενδεδειγμένες και απαραίτητες προφυλάξεις και να δώσει τις κατάλληλες οδηγίες για να αποφευχθεί η επιδείνωση της υγείας του ενάγοντα. - Παρέλειψε να πάρει οποιαδήποτε προληπτικά μέτρα για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε επιπλοκών στην υγεία του ενάγοντα.» Το γεγονός και μόνον ότι ο Δρ. Μέσης (Μ.Υ.2) δεν διέγνωσε αμέσως το σύνδρομο, δεν απαλλάσσει τους ιατρούς από την ευθύνη. Το Δικαστήριο θα κρίνει αν υπήρξε εύλογη αντιμετώπιση και θεραπεία. Ο Δρ. Μέσης (Μ.Υ.2) ρώτησε όταν κλήθηκε στην κλινική, αν έγινε ανάλυση σακχάρου και πήρε θετική απάντηση. Αυτό υποδεικνύει δύο τινά:
(1)ότι η τέτοια ανάλυση ήταν απαραίτητη και το γνώριζαν.
(2)ότι έπρεπε να θέσει σε εγρήγορση για διενέργεια τέτοιας ανάλυσης. Όχι για εφησυχασμό. Σε περαιτέρω ερώτηση κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι του ελέχθη πως το ζάχαρο ήταν σε φυσιολογικά επίπεδα. Δε ρώτησε να πληροφορηθεί για τις μονάδες σακχάρου. Με δεδομένη όμως τη μαρτυρία του εναγόμενου 2 ότι όταν είναι κάτω από 200 μονάδες, το σάκχαρο το θεωρεί φυσιολογικό, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για τις μονάδες του. Εκείνο που με ακρίβεια μπορεί να λεχθεί ήταν πως δεν ήταν πάνω από 200 mg και αυτό με απόκλιση ± 20%, το οποίο επίσης είναι πέραν του κανονικού, αφού σύμφωνα με τον Μ.Υ.3 Δρ. Συμεωνίδη, ένας με ζάχαρο 150 ή 200 , είναι διαβητικός. Όπως δε παρουσιάζεται στο Τεκ.24 ημερομηνίας 27.12.05 08.53, το οποίο περιλαμβάνει βιοχημικές εξετάσεις μεταξύ των οποίων και τη γλυκόζη, οι κανονικές τιμές αναφοράς γλυκόζης κυμαίνονται μεταξύ 75 με 110 το μέγιστο όριο. Αυτά δεν καταγράφονται ως εύρημα ότι ο ενάγων παρουσίασε σάκχαρο κατά την δεύτερη επέμβαση. Όμως η αναφορά του εναγομένου 2 κατά την κυρίως εξέταση του ότι ο ενάγων δεν παρουσίασε αφύσικα ψηλό σάκχαρο υποδηλώνει ότι οι μονάδες που εντόπισε έπρεπε, ως τον ιατρό που επιμελείτο της θεραπείας του ενάγοντα να τον έχουν θέσει σε εγρήγορση επιπρόσθετα και με τους άλλους παράγοντες που κατεγράφηκαν ανωτέρω. Και όμως: Αφέθηκαν να περάσουν η μια μέρα μετά την άλλη χωρίς να περιλάβουν εξέταση γλυκόζης στα πλαίσια των αναλύσεων που διενεργούσαν, ενώ τα συμπτώματα καθώς περνούσαν οι μέρες υποδείκνυαν την ύπαρξη σακχάρου. Στο σύγγραμμα «Professional Negligence» του Rupert M. Jackson λέχθηκε το εξής στη σελίδα 230: " In some cases negligence is established not on the basis that the defendant should have made a correct diagnosis, but on the basis that he should have been alerted to the risk of something serious. Thus in Langley v. Campbell it was held that a general parctitioner might not be negligent in a failing to diagnose malaria. However, knowing that the patient had just returned from the tropics, he should have been alerted to the possibility that the patient had some kind of tropical disease." Λέχθηκε επίσης πως: «οσάκις η ισχυριζόμενη παράβαση καθήκοντος είναι ότι έγινε εσφαλμένη διάγνωση αμελώς, η εσφασλμένη διάγνωση δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη αμέλειας. Πρέπει να αποδειχθεί ότι ο γιατρός είτε παρέλειψε να διεξαγάγει μια εξέταση την οποία τα συμπτώματα υπέδειχναν ως απαραίτητη, ή την οποία επέβαλλε το ιστορικό του ασθενούς ή ότι κατέληξε σε ένα συμπέρασμα στο οποίο κανένας λογικά κατάλληλος γιατρός δεν θα κατέληγε (Clerk & Lindsell on Torts 16η έκδοση, παρ. 11-15). Θα πρέπει να υπενθυμιστεί η αναφορά στην απόφαση Bolitho (ανωτέρω) και ο κανόνας ο οποίος προκύπτει από αυτή και αποτελεί σήμερα την νομική θέση που εφαρμόζεται ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να αποφύγει την ευθύνη για ιατρική αμέλεια αν αποδείξει ότι ακολούθησε μια καθιερωμένη πρακτική που είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών. Σήμερα το ερώτημα αν ένας γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Όπως έχει τονιστεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Bolitho. «It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done or not was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that clinical practice puts the patient unnecessarily at risk». Σε ελεύθερη μετάφραση: « Δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να καλέσει ένα αριθμό γιατρών για να πουν ότι αυτό που έκαμε ή αυτό που δεν έκαμε συνάδει με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτή τη μαρτυρία και να αποφασίσει αν αυτή η ιατρική πρακτική θέτει τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο.» Στην υπόθεση Αθηνά Βαριάνου ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά Πολ. Έφεση 269/06 ημ. 24/9/2010 έχει λεχθεί ότι «η προσπάθεια διάβρωσης του κριτηρίου Bolam από τις υποθέσεις Sidaway και Bolitho κορυφώθηκε στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust
(1999)48 B.M.L.R. 118». Στην τελευταία υπόθεση ετέθηκε αυστηρότερο κριτήριο του τι αναμένεται από ένα ιατρό να πράξει και τι ένας λογικός ιατρός αναμένεται να εφαρμόσει ανεξάρτητα από το τι επικρατεί στην επιστημονική κοινότητα επανατονίζοντας ότι κριτής εξακολουθεί να παραμένει το Δικαστήριο του τι είναι εύλογο και υπεύθυνο να γίνει. Κρίνεται συνεπώς πως ο εναγόμενος 2 παρέλειψε να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια ώστε να διαγνώσει έγκαιρα και προλάβει την επιδείνωση και συνεπώς κρίνεται υπεύθυνος αμέλειας. Ευθύνη Εναγομένων 1 Ο περί Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων (έλεγχος ίδρυσης και λειτουργίας) Νόμος του 2001, θεσπίζει την ίδρυση και καθορίζει την λειτουργία Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων. Κάθε ιδιωτικό νοσηλευτήριο οφείλει να τελεί υπό τον έλεγχο ενός τουλάχιστον υπεύθυνου ιατρού ο οποίος είναι και ο κατά Νόμον υπεύθυνος έναντι οιασδήποτε αρχής (άρθρο 10). Το άρθρο 13 του ιδίου Νόμου καθορίζει τις γενικές υποχρεώσεις των ιδιωτικών νοσηλευτηρίων. Σύμφωνα με το εδάφιο 2 αυτού, (άρθρο 13.2): «... κάθε αδειούχο ιδιωτικό νοσηλευτήριο οφείλει να απασχολεί και να διαθέτει πάντοτε το ανάλογο σε αριθμό προσοντούχο παραϊατρικό, νοσηλευτικό και λοιπό βοηθητικό προσωπικό για την αποτελεσματική παροχή των υπηρεσιών για τις οποίες έχει εξασφαλίσει άδεια λειτουργίας. Το εδάφιο
(3)είναι καθοριστικό των υποχρεώσεων του έναντι των ασθενών ορίζοντας πως: «. έχει υποχρέωση έναντι των εισαγόμενων στο νοσηλευτήριο ασθενών να βεβαιώνεται ότι αυτοί λαμβάνουν την καλύτερη δυνατή, υπό τις κρατούσες επιστημονικές ιατρικές γνώσεις και αντιλήψεις περίθαλψη και περιποίηση για σκοπούς θεραπείας ή αντιμετώπισης της ασθένειας ή του ιατρικού προβλήματος για το οποίο έχουν εισαχθεί. Οι πρόνοιες αυτές είναι καθοριστικές των υποχρεώσεων και ευθυνών με τις οποίες βαρύνεται κάθε ιδιωτικό νοσηλευτήριο. Η ευθύνη του βέβαια είναι πάντοτε μέσα στα πλαίσια του Νόμου και των περιστάσεων που καθορίζουν την κάθε περίπτωση, όπως αυτές προδιαγράφονται από την Νομολογία. Το γεγονός πως ο εναγόμενος 2 εκρίθη αμελής, δεν κρίνει άνευ ετέρου τινός αμελείς και τους εναγομένους 1. Στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις (Τόμος 2) των κ.κ. Π. Αρτέμη και Γ. Ερωτοκρίτου αφού γίνεται ενασχόληση με το επίπεδο επιμέλειας το οποίο πρέπει να επιδεικνύεται από επαγγελματίες ιατρούς, οι συγγραφείς καταλήγουν στο συμπέρασμα, πως ό,τι προκύπτει από τις αποφάσεις είναι ότι τα νοσοκομεία, κλινικές και γιατροί είναι υπεύθυνοι για την αμέλεια των εργοδοτουμένων τους, γιατρών ή παραϊατρικού προσωπικού και, όπου έχουν οι ίδιοι υποχρέωση, δεν μπορούν να απαλλαγούν με το να αναθέσουν σε τρίτους τα καθήκοντα τους. Η απόφαση Hadjithedosiou v. Koulia and another
(1970)1 C.L.R. 30 καταπιάνεται και πραγματεύεται με το θέμα της ευθύνης του ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού το οποίο λειτουργεί υπό τις οδηγίες και εντολές του θεράποντα ιατρού. Εκρίθη με αναφορά σε Αγγλική Νομολογία πως: «A person accused of a breach of the obligation not to be negligent cannot escape liability because he has employed another person, whether a servant or agent, to discharge it on his behalf, and this is equally true whether or not the obligation involves the use of skill». Εφαρμόζοντας το Εφετείο στην ανωτέρω απόφαση την αρχή respondeat superior, αφού αναφέρθηκε στην υποχρέωση και το επίπεδο επιμέλειας που αναμένεται από γιατρούς και, αφού ανέλυσε τις αρχές που διέπουν το θέμα ευθύνης νοσοκομείου και κλινικών για την αμέλεια εργοδοτουμένων τους, με αναφορά στην Αγγλική νομολογία, δέχθηκε την ύπαρξη ευθύνης και επεδίκασε αποζημιώσεις, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση. Έχω υπογραμμίσει την λέξη εργοδοτουμένων αφού στην ανωτέρω απόφαση τονίσθηκε επίσης πως το νοσηλευτήριο κρίνεται υπεύθυνο για τις πράξεις είτε εργοδοτουμένων είτε ατόμων που ενεργούν ως αντιπρόσωποι του (whether a servant or agent). Στην κρινόμενη περίπτωση, κρίνεται πως ο εναγόμενος 2 δεν ήταν εργοδοτούμενοι των εναγομένων
  1. Όμως οι εναγόμενοι: (α) Διέθεταν δωμάτια στα οποία νοσηλεύοντο ασθενείς και διέθεταν Μονάδα Εντατικής Θεραπείας στην οποία ο ενάγων μεταφέρθηκε . (β) Διέθεταν επί καθήκοντι ιατρό, ο οποίος σύμφωνα και με την μαρτυρία του εναγομένου 2 ήταν υπεύθυνος για την συνεχή παρακολούθηση του ενάγοντα. Είχε καθήκον να γνωρίζει όλους τους ασθενείς, τα προβλήματα και εγχειρήσεις που έκαναν ώστε να μπορεί να επέμβει άμεσα. (γ) Ο επί καθήκοντι ιατρός, όπως εξήγησε ο εναγόμενος 2, ήταν εργοδοτούμενος των εναγομένων
  2. Παρά την επιδείνωση της κατάστασης του ενάγοντα το ίδιο βράδυ της εγχείρησης (22.12.05) παρέλειψε να προβεί στις αναγκαίες εξετάσεις και αναλύσεις. (δ) Ο Μ.Υ.2 Δρ. Μέσης, κλήθηκε και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στον ενάγοντα στα πλαίσια συμφωνίας του με τους εναγόμενους 1, τους οποίους τον ουσιώδη χρόνο αντιπροσώπευε. Δεν κλήθηκε από τον ενάγοντα. (ε) Παρά την διατυπωμένη θέση των εναγομένων 1 ότι δεν προσφέρουν ιατρικές υπηρεσίες, όμως το Τεκμήριο 21 (αγωγή αρ. 2801/2006 Ε.Δ. Λεμεσού, Πολυκλινική Υγεία Λτδ ν. Παντελή Λάμπρου κ.α) με το οποίο χρεώνουν ιατρικές υπηρεσίες, τους διαψεύδει. Κρίνεται πως όλα αυτά, συνεκτιμούμενα, καθιστούν υπόλογους αμέλειας και τους εναγομένους 1, οι οποίοι υπέχουν θεσμοθετημένη υποχρέωση έναντι του ενάγοντα να φροντίσουν για την παροχή ορθής ιατρικής περίθαλψης και θεραπείας. Ευθύνη εναγομένου 3 Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα επιρρίπτει ευθύνη στον εναγόμενο 3, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος του τελευταίου, υποδεικνύει πως ο πελάτης του, καμία σχέση έχει είτε με τη θεραπεία, είτε με τις αποφάσεις που ελαμβάνοντο γι' αυτήν. Όπως έχω δεχθεί και όπως έχει προκύψει από τη μαρτυρία:
(1)H εξέταση ERCP στην οποία υπέβαλε τον ενάγοντα δεν προκάλεσε κανένα ιατρικό πρόβλημα σε αυτόν ούτε είναι υπεύθυνη ανάπτυξης σακχάρου.
(2)Δεν έχει καμία σχέση ή ανάμειξη με την εισαγωγή του ενάγοντα κατά την πρώτη επέμβαση, ούτε ανάμειξη στη θεραπεία ή στην απόφαση του για απόλυση του από την κλινική.
(3)Ο εναγόμενος 3 μόλις είδε το υπερηχογράφημα που του παρουσίασε ο ενάγων στις 20.12.05, αποφάσισε και τον εισήγαγε άμεσα στην κλινική των εναγομένων 1.
(4)Μετά την εισαγωγή του ενάγοντα στην κλινική, δεδομένου ότι το πρόβλημα ήταν χειρουργικής φύσεως, τον ανέλαβε ο εναγόμενος 2, ο οποίος είχε διενεργήσει την πρώτη επέμβαση. Ο εναγόμενος 3 δεν παρακολουθούσε τον ενάγοντα κατά την παραμονή του στην κλινική. Συνεπώς κρίνεται πως στον εναγόμενο 3, πέραν της υποχρέωσης που είχε της ανθρώπινης, να ενδιαφέρεται για τον ασθενή που εισήγαγε στην κλινική, δεν μπορεί να αποδοθεί αστικής φύσεως ευθύνη και αμέλεια. Ενόψει τούτου του αποτελέσματος, δεν τίθεται θέμα καταμερισμού ευθύνης, μεταξύ εναγομένου 2 και 3 ως η ειδοποίηση συνεναγομένου που καταχώρισε ο εναγόμενος
  1. Γενικές Αποζημιώσεις Οι προκληθείσες στον ενάγοντα ζημιές και βλάβες πρέπει να έχουν άμεση συνάφεια με την ζημιογόνο αιτία, την αμέλεια των εναγομένων 1 και
  2. Το θέμα της αιτιώδους συνάφειας έχει εξεταστεί σε πολλές αποφάσεις Αγγλικών αλλά και Κυπριακών Δικαστηρίων που ακολουθούν ουσιαστικά τη νομολογία των πρώτων. Κούλλης Κυριαλλής ν. Άννης Τελεβάντου υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Ανδρέα Τελεβάντου
(2007)1 (Β) Α.Α.Δ. 1299. Θα πρέπει ο ενάγων να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του ιατρικού λειτουργού και του τραύματος ή της ασθένειας ή της επιδείνωσης η οποία έχει επέλθει στην κατάσταση της υγείας του. Στην περίπτωση όπου το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή μια ασθένεια οφείλεται σε ένα αριθμό πιθανών λόγων, ένας από τους οποίους είναι και η αμέλεια ενός ιατρικού λειτουργού, θα πρέπει και πάλι να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια. Η θετική συσχέτιση του αποτέλεσματος προς την προηγηθείσα πλημμελή συμπεριφορά του γιατρού συνιστά το sine qua non για την επιτυχία της αξίωσης του παθόντος. Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 Αll E.R. 871. Απότοκες και άμεσες της αμέλειας αυτής ήσαν οι προκληθείσες συνεπεία της αύξησης του διαβήτη, του υπεροσμωτικού υπεργλυκαιμικού κώματος χωρίς κετοξέωση, των σπασμών, που προκάλεσε βλάβη στον εγκέφαλο και που σύμφωνα με την αποδεκτή ιατρική μαρτυρία (Μ.Ε.3, Μ.ε.4, Μ.Υ.2) (Τεκμήριο 3) είναι: Πάρεση στο δεξιό άνω άκρο, πάρεση στο αριστερό κάτω άκρο, αδυναμία στους μύες. Τα ανωτέρω έχει αποδεχθεί και ο Δρ. Μέσης (Μ.Υ,2) ο οποίος εξήγησε ότι η συμπτωματολογία αυτή έχει άμεση συσχέτιση με την εικόνα της μαγνητικής τομογραφίας που έδειξε τη στοιβαδιακή φλοιική νέκρωση σε μια έλικα του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου. Αποδεδειγμένη είναι επίσης η ύπαρξη της μειωμένης κρίσης, της ευφορίας και αδυναμίας συγκέντρωσης ως αποτέλεσμα της ανωτέρω βλάβης, και η εμφάνιση του σακχαρώδη διαβήτη. Η παρούσα κατάσταση του ενάγοντα εξακολουθεί να παραμένει με παράλυση στο δεξί χέρι με περιορισμένη κινητικότητα και αδυναμία στα κάτω άκρα, γι' αυτό αναγκάζεται να χρησιμοποιεί για τις μετακινήσεις του τροχοκάθισμα. Για τις υπόλοιπες βλάβες του ενάγοντα δεν υπάρχει αποδεκτή ιατρική μαρτυρία ότι είναι αποτέλεσμα του συνδρόμου αυτού ή άλλης προσδιορισθείσας αιτίας, όπως π.χ. της μόλυνσης. Παρουσίαζε μεν ο ενάγων κατά την 2η εισαγωγή του στην κλινική ψηλά ηπατικά ένζυμα και ατροφία παγκρέατος, αλλά δεν έχω μαρτυρία για την αιτία της πρόκλησης τους. Δεν έχω έκθεση αιτίου-αιτιατού. Ο ενάγων συνεπεία τούτων, αναγκάστηκε να υποβάλλεται σε θεραπεία, σε φυσιοθεραπεία, να χρησιμοποιεί αναπηρικό καροτσάκι και να εξαρτάται από τη φροντίδα της συζύγου του και των οικείων του. Η επικοινωνία του επίσης με τους γύρω του, με τους οικείους του δεν είναι χωρίς προβλήματα αφού αντιμετώπιζε πρόβλημα κρίσης (Μ.Ε.1 + Μ.Ε.2). Έχω υπόψη μου την καθοδηγητική αρχή η οποία επισημαίνεται στην Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 A.A.Δ. 789 ότι ο ανθρώπινος πόνος και η δυσχέρεια αντιμετωπίζεται με μεγαλύτερη ευαισθησία (Χριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 560, Μαυροπετρής ν. Λούκα
(1995)1 Α.Α.Δ. 66). Ένας άλλος παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι η μείωση της αξίας του χρήματος (Ορφανίδου ν. Πέρναρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 253). Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Οι αλλοδαπές αποφάσεις λειτουργούν καθοδηγητικά ως προς το ποσό των αποζημιώσεων, μέσα, όμως από τις πραγματικότητες της χώρας μας (Παναγή ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303). Ο κ. Μελάς με επίκληση της απόφασης Σ. Παπαευσταθίου ν. Ρ. Χ"Μάρκου
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 449 στην οποία επιδικάστηκε ποσό ΛΚ450.000, διεκδικεί για τον πελάτη του το ποσό του €1.000.000.- Με όλη την εκτίμηση προς το συνήγορο, η ανωτέρω απόφαση διαφέρει ουσιωδώς της παρούσας. Στην πιο πάνω, ο ενάγων μετά το δυστύχημα κατέστη τετραπληγικός. Στην κρινόμενη, μπορεί οι συνέπειες της πάρεσης, να είναι σοβαρές και να παρίσταται ανάγκη να χρησιμοποιεί καροτσάκι για τις μετακινήσεις του ο ενάγων, αλλά δεν είναι το ίδιο. Παρέχει όμως καθοδήγηση. Τους συνήγορους των εναγομένων δεν απασχόλησε το θέμα τούτο. Έχοντας υπόψη τις αποφάσεις Μαυροπετρή (ανωτέρω), Παναγή ν. Κακόψητου
(2001)1 Β. 839, Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ν. Τσολάκη κ.ά. Π.Έφεση 53/08 ημερομηνίας 18.12.09, Παπασπύρου ν. Γαστρινάκη
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1818, το σύγγραμμα Kemp & Kemp (The Quantum of Damages Vol. 2), Κεφ. 36 και αφού έλαβα υπόψη: - Tην έκταση και το είδος της αναπηρίας του ενάγοντα - Την ταλαιπωρία και τον κίνδυνο θανάτου που διέτρεξε - Τις επιπτώσεις στην καθημερινότητα του, τις δυσκολίες που του προκαλούνται και συνακόλουθα την ταλαιπωρία του - Την ηλικία του ενάγοντα Σε συνάρτηση και με τις ανωτέρω αποφάσεις και τη μείωση της αξίας του χρήματος, κρίνεται ότι ποσό ύψους €180.000.- αποτελεί δίκαιη και εύλογη αποζημίωση η οποία και επιδικάζεται στον ενάγοντα. Ειδικές Αποζημιώσεις: Αξιώνονται από τον ενάγοντα ως ειδικές αποζημιώσεις ποσό £224.047,23 οι οποίες κατηγοριοποιούνται ως ιατρικά έξοδα, έξοδα φυσιοθεραπείας, φάρμακα, μεταφορικά, νοσηλεία. Ο κ. Μελάς εισηγείται πως τα ποσά αυτά δεν αμφισβητήθηκαν αφού οι εναγόμενοι δεν αντεξέτασαν τους Μ.Ε.1 και 2 και συνεπώς τα έχουν δεχθεί. Ο κ. Κορφιώτης υποδεικνύει πως επιζητούνται ποσά, ιδίως για μελλοντικές απώλειες, για τις οποίες δεν υπάρχει υπόβαθρο. - Για τα ιατρικά έξοδα, εκείνα που μπορούν να αποδοθούν είναι τα καλυπτόμενα από το Τεκ.11
(1)-11
(5), ύψους (€250 και ΛΚ360 δηλαδή €612) €862.- τα οποία αφορούν επισκέψεις και εξετάσεις σε ψυχολόγους και ψυχίατρους, τα οποία κρίνονται απαραίτητα και ως απόρροια της βλάβης στον εγκέφαλο. Το υπό στοιχείο Α
(2)και Α
(3)ως έξοδα που υπολογίζονται για εξετάσεις στους ίδιους γιατρούς και μελλοντικά, δεν μπορούν να αποδοθούν δεδομένου ότι δεν εδόθη το αναγκαίο υπόβαθρο με την κατάλληλη ιατρική μαρτυρία για την αναγκαιότητα παρακολούθησης ή στήριξης του ενάγοντα από γιατρούς τέτοιων ειδικοτήτων. Τα ιατρικά έξοδα υπό στοιχείο Α4 που αξιώνονται με την αγωγή 2801/06 δεν μπορούν να αποδοθεί με την παρούσα. Επισημαίνεται επίσης πως μέρος των εξόδων υπό στοιχείο Α1, όπως παρουσιάζεται στο Τεκ.11, αφορά έξοδα που κατέβαλε ο ενάγων για ιατρικές υπηρεσίες που του έχουν ήδη παρασχεθεί από τους εναγόμενους και για νοσηλεία που του προσφέρθηκε. Επομένως ούτε αυτά μπορούν να αποδοθούν. Για έξοδα φυσιοθεραπείας δικαιούται και επιδικάζεται ποσό (ΛΚ3.034 και ΛΚ4.290) €12.450.- (Τεκ.12 και 13) αφού δεδομένου της κατάστασης στην οποία περιέπεσε ήταν λογικό να αναζητήσει θεραπεία και καλυτέρευση, η οποία φαίνεται ότι απέδωσε αφού παρουσιάζεται μια έστω περιορισμένη κινητικότητα στα πόδια. Για μελλοντικά έξοδα και φυσιοθεραπεία, ισχύουν τα ό,σα ανωτέρω αναφέρθηκαν για απουσία της αναγκαίας σχετικής μαρτυρίας που να ικανοποιεί την απαίτηση και να δικαιολογεί την επιδίκαση της. Σε σχέση με το αξιούμενο κονδύλι για φάρμακα και ιατρικό εξοπλισμό, έχει κατατεθεί το Τεκμήριο 14. Σ' αυτό καταγράφονται ως φάρμακα και άλλα αναλώσιμα, για τα οποία δεν εδόθη μαρτυρία, τι είδους φάρμακα έπρεπε ή επιβάλλετο να λαμβάνει για τις ζημιές και βλάβες που ευρέθη ότι υπέστη εξαιτίας της αμέλειας των εναγομένων. Επισημαίνεται επίσης πως δεν εδόθη η απαιτούμενη μαρτυρία για τις άλλες ανάγκες του ενάγοντα όπως μωρομάντιλα, αντισηπτικός αφρός, κ.λ.π.. Συνεπώς δεν μπορεί να αποδοθεί κανένα ποσό για τούτα. Επιδικάζεται το ποσό των €379.- για νάρθηκα και air bed (Τεκ.15 και 16). Σε σχέση με την αξίωση που αφορά τα μεταφορικά, κατετέθη το Τεκ.18
(1)-18
(3), αποδείξεις αγοράς καυσίμων. Ναι μεν όλα τα ανωτέρω τεκμήρια κατατέθησαν χωρίς ένσταση, αλλά δεν έγινε αποδεκτό ότι αυτά αφορούσαν όντως έξοδα και ζημιές του ενάγοντα, ο οποίος φέρει και το βάρος της αυστηρής απόδειξης τους. Για τα συγκεκριμένα τεκμήρια δεν εδόθη επεξήγηση για την αγορά των καυσίμων και τις ανάγκες που κάλυψαν. Για τα έξοδα νοσηλευτικής, φροντίδας και περίθαλψης, καμία

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.