ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Ανδρέα Χριστοφόρου, Αρ. Αγωγής: 3200/2005, 1 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3200/2005 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LIMITED Ενάγουσας και Ανδρέα Χριστοφόρου Εναγομένου Ημερομηνία : 1 Φεβρουαρίου, 2011 Εμφανίσεις : Για Ενάγουσα: Ο κ. Λ. Παπαχαραλάμπους Για Εναγόμενο: Ο κ. Α. Κυπρίζογλου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ. 40.051,07 (το αντίστοιχο σε € 68.431,32) ως υπόλοιπο λογαριασμού και/ή πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν σε αυτόν με αποκλειστικό σκοπό την αγορά μετοχών, ομολόγων, χρεογράφων ή άλλων αξιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («Χ.Α.Κ.») δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερομηνίας 15.11.1999, η οποία αργότερα αντικαταστάθηκε με νέα συμφωνία ημερομηνίας 3.3.2000, που ακολούθως τροποποιήθηκε από συμφωνία ημερομηνίας 23.1.
- Στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, ο Εναγόμενος παραδέχεται ότι οι συμφωνίες ημερομηνίας 15.11.1999, 3.3.2000 και 23.1.2001 υπογράφθηκαν, πλην όμως ισχυρίζεται ότι το συνολικό ύψος των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκαν δεν καθορίστηκε ποτέ από την Ενάγουσα λόγω του ότι το εν λόγω επενδυτικό δάνειο ρυθμιζόταν με τρόπο που επέτρεπε την πλήρη κατοχύρωση του λαβείν της Ενάγουσας, ενόσω και εφόσον οι αγοραζόμενες αξίες που αναγράφονταν επ' ονόματι της Ενάγουσας ήταν δυνατόν να πωληθούν από την Ενάγουσα ανά πάσα στιγμή σύμφωνα με την τρέχουσα τιμή αγοράς και πωλήσεως των εν λόγω αξιών στο Χ.Α.Κ. χωρίς να ερωτηθεί ο Εναγόμενος και να εισπράττετο το λαβείν της Ενάγουσας. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος αρνείται ότι το ύψος των διευκολύνσεων αυξήθηκε από Λ.Κ. 50.000,00 σε Λ.Κ. 68.000,00 ως ο σχετικός ισχυρισμός της Ενάγουσας και ότι έλαβε τις επιστολές ημερομηνίας 7.2.2005, 8.3.2005 και 31.3.2005 που επικαλείται η Ενάγουσα στις παραγράφους 8, 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης αντίστοιχα, ισχυρίζεται δε ότι ουδέν ποσό οφείλει στην Ενάγουσα και αξιώνει ανταπαιτητικώς αναγνωριστικές αποφάσεις ως αυτές καταγράφονται στην παράγραφο 5Δ (Α και Β) της Έκθεσης Υπεράσπισης και στην Ανταπαίτηση του. Στο στάδιο αυτό κρίνω ορθό να σημειώσω ότι κατά την ακροαματική διαδικασία ο Εναγόμενος δεν προώθησε την ανταπαίτηση του είτε με την προσκόμιση μαρτυρίας ή άλλως πως και για το λόγο αυτό το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί περαιτέρω με τα εκεί εγειρόμενα ζητήματα. Η Ενάγουσα προώθησε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της με τη μαρτυρία του διευθύνοντος συμβούλου της κ. Αιμίλιου Έλληνα (ΜΕ). Η μαρτυρία του κ. Έλληνα είναι καταγεγραμμένη στην πολυσέλιδη γραπτή δήλωσή του (Έγγραφο Α) και μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Η Ενάγουσα είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει σε πελάτες δάνεια και διευκολύνσεις, για συγκεκριμένους σκοπούς όπως ενοικιαγορές, επενδυτικά σχέδια και προεξόφληση επιταγών. Κατά ή περί τις αρχές Νοεμβρίου 1999, ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στην Ενάγουσα για χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου ζητώντας όπως η Ενάγουσα του παραχωρήσει όριο ύψους ΛΚ 50.000,00 για σκοπούς επένδυσης στο Χ.Α.Κ. (η πρωτότυπη αίτηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Αφού η αίτηση του Εναγομένου εξετάστηκε, ακολούθως εγκρίθηκε η παραχώρηση σε αυτόν πιστωτικών διευκολύνσεων με όριο Λ.Κ. 50.000,00 και στις 15.11.1999 οι διάδικοι υπέγραψαν Συμφωνία Χρηματοδότησης Επενδυτικού Σχεδίου (στο εξής η «Αρχική Συμφωνία»). Ταυτόχρονα με την υπογραφή της Αρχικής Συμφωνίας, ο Εναγόμενος υπέγραψε Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο εξουσιοδότησε τη χρηματιστηριακή εταιρεία Share Link Securities Ltd (στο εξής ο «Χρηματιστής») όπως μεταξύ άλλων αγοράζει και/ή πωλεί μετοχές και χρεόγραφα που είναι εγγεγραμμένες στο Χ.Α.Κ. και τις μεταβιβάσει στην Ενάγουσα ώστε να κρατούνται ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του προς αυτή και γενικά τον εκπροσωπεί στις σχέσεις του με την Ενάγουσα σε σχέση με την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία (η πρωτότυπη συμφωνία και το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται σε αυτήν, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 4). Μετά την υπογραφή της Αρχικής Συμφωνίας, η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό στο όνομα του Εναγομένου με κωδικό αριθμό EF5732 και έθεσε στη διάθεση του Εναγομένου το συμφωνηθέν όριο των Λ.Κ. 50.000,00, ενώ κατά ή περί την 7.2.2000 ο Εναγόμενος μεταβίβασε επ' ονόματι της Ενάγουσας 9.667 μετοχές της F.W.Woolworth & Co (Cyprus) ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του με βάση τις πρόνοιες της Αρχικής Συμφωνίας. Ο Εναγόμενος προέβηκε σε αγοραπωλησίες αξιών στο Χ.Α.Κ. χρησιμοποιώντας τις παραχωρηθείσες διευκολύνσεις και η Ενάγουσα ενημερωνόταν από τον Χρηματιστή για τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί στο Χ.Α.Κ. για λογαριασμό του Εναγομένου. Την 3.3.2000 ο Εναγόμενος υπέγραψε νέα συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου (στο εξής η «Συμφωνία»), η οποία αντικατέστησε την Αρχική Συμφωνία και ταυτόχρονα υπέγραψε νέο πληρεξούσιο έγγραφο προς το Χρηματιστή. Η Συμφωνία υπεγράφη από το Χρηματιστή, όπως επίσης από την εταιρεία Ellinas Finance (Custodian) Ltd (στο εξής η «Θυγατρική Εταιρεία» - η συμφωνία και το πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο επισυνάπτεται σε αυτή κατατέθηκαν μαζί ως Τεκμήριο 6). Με την αντικατάσταση της Αρχικής Συμφωνίας από τη Συμφωνία, ο κωδικός του λογαριασμού του Εναγομένου άλλαξε, ενώ η συμφωνία λειτουργούσε στην πράξη με τον ίδιο τρόπο με τη μόνη διαφορά ότι οι αξίες του Εναγομένου τώρα εγγράφονταν στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας και όχι της Ενάγουσας. Στις 23.1.2001 οι διάδικοι υπέγραψαν συμπληρωματική συμφωνία η οποία διελάμβανε ότι το ύψος των διευκολύνσεων αυξανόταν από Λ.Κ.50.000,00 σε Λ.Κ.68.000,00 (στο εξής η «Συμπληρωματική Συμφωνία», η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 7). Μια φορά το μήνα η Ενάγουσα απέστελλε στον Εναγόμενο ταχυδρομικώς κατάσταση του λογαριασμού του μαζί με όλα τα πινακίδια συναλλαγών που αφορούσαν τον μήνα εκείνο και ο Εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με την Ενάγουσα για να διαφωνήσει με τις συναλλαγές που αναφέρονταν στην κατάσταση αυτή ή με το υπόλοιπο του λογαριασμού του. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα τόσο με επιστολές της ημερομηνίας 17.12.1999, 18.7.2000, 9.3.2002, 19.11.2002 και 7.2.2005 (Τεκμήρια 9(Α) -(Ε)) όσο και τηλεφωνικά κάλεσε τον Εναγόμενο να φέρει επιπρόσθετες αξίες ως εξασφάλιση και/ή μετρητά τα οποία να πιστώνονταν στο λογαριασμό του ή να δώσει εντολές στο Χρηματιστή ώστε να πωλήσει μετοχές για να μειωθεί το χρεωστικό υπόλοιπο. Ο Εναγόμενος αρχικά ανταποκρίθηκε στις κλήσεις της Ενάγουσας και εκποίησε σταδιακά το χαρτοφυλάκιο του και στις 3.3.2002 κατέβαλε το ποσό των ΛΚ 28.000,00 έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού. Ενόψει της μη ανταπόκρισης του Εναγομένου στις μεταγενέστερες προφορικές και γραπτές οχλήσεις της Ενάγουσας για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του, οι δικηγόροι της Ενάγουσας με επιστολή τους προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 13.4.2005 (Τεκμήριο 11), τερμάτισαν τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και απαίτησαν από τον Εναγόμενο την πληρωμή του τότε χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του που ανερχόταν σε Λ.Κ. 40.051,07 πλέον τόκους. Μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος δεν έχει πληρώσει κανένα ποσό στην Ενάγουσα έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του και η Ενάγουσα αξιώνει από αυτόν το ποσό των Λ.Κ. 39.414,85 πλέον τόκο προς 8,5% ετησίως επί του εν λόγω ποσού από 1.1.2005 - 10.4.2005 και 12,5% ετησίως από 11.4.2005 μέχρι εξοφλήσεως, ως εμφαίνεται στην Κατάσταση Λογαριασμού η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο Εναγόμενος δεν έδωσε μαρτυρία ούτε κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υποστήριξη της εκδοχής του. Παρακολούθησα με προσοχή τον κ. Αιμίλιο Έλληνα κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του στο Δικαστήριο και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε με σκοπό να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια και να παρουσιάσει τα γεγονότα που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση με αναφορά και παραπομπή στα σχετικά έγγραφα/τεκμήρια. Ο κ. Έλληνας ήταν ειλικρινής και σαφής ενώ παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και η αξιοπιστία του δεν κλονίστηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Περαιτέρω και χωρίς περιορισμό επισημαίνονται τα ακόλουθα: Σε σχέση με τη θέση του κ. Κυπρίζογλου ότι το ποσό του ορίου στην αίτηση (Τεκμήριο 3) συμπληρώθηκε από τους Ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο, ο κ. Έλληνας ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι δεν έγινε κάτι τέτοιο και εξήγησε ότι το έντυπο της αίτησης πάντοτε συμπληρωνόταν στο χέρι, όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο μάρτυρας ήταν επίσης επεξηγηματικός αναφορικά με τη σχέση της αίτησης (Τεκμήριο 3) και της συμφωνίας ημερομηνίας 15.11.1999 (Τεκμήριο 4), αφού όπως υπέδειξε, η αίτηση είναι ένα έγγραφο που συμπληρώνει είτε ο αιτητής ή κάποιος εκπρόσωπος της Ενάγουσας ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες πληροφορίες και να ετοιμαστεί η συμφωνία η οποία και λειτουργεί αυτόνομα και ανεξάρτητα από την αίτηση. Περαιτέρω, με αναφορά στα πινακίδια συναλλαγών (Τεκμήριο 5) εξήγησε στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο γίνονταν οι καταχωρήσεις και χρεώσεις στο λογαριασμό του Εναγομένου σε περίπτωση αγοράς ή πώλησης μετοχών και δεν δίστασε να αναφέρει ότι δεν ήταν αναμεμειγμένος στη σύνταξη των εν λόγω πινακιδίων, υποδεικνύοντας ωστόσο ότι καθημερινά γινόταν έλεγχος των πινακιδίων από την Ενάγουσα και τον ίδιο προσωπικά ώστε να ελέγχεται η ορθότητα του τελικού ποσού με το οποίο χρεωπιστωνόταν ο πελάτης (Εναγόμενος). Σε γενικές γραμμές, ο κ. Έλληνας μου άφησε άριστη εντύπωση και δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στη μαρτυρία του που να εγείρει ερωτηματικά ή να εμβάλλει υποψίες ότι σε κάποιο σημείο δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια ή την απέκρυψε. Παράλληλα, η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με την έγγραφη μαρτυρία και ως αξιόπιστη γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της. Ενόψει της αποδοχής της μαρτυρίας του κ. Αιμίλιου Έλληνα και της μη προσκόμισης μαρτυρίας προς υποστήριξη της εκδοχής του Εναγόμενου διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν ως ακολούθως: · Η Ενάγουσα είναι δημόσια εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία και οι μετοχές της είναι εισηγμένες στο Χ.Α.Κ. · Η αρχική ονομασία της Ενάγουσας ήταν ΕΛΛΗΝΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΛΙΜΙΤΕΔ. Στις 16.03.2000 άλλαξε την ονομασία της σε ELLINAS FINANCE LTD και στις 19.05.2005 σε ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD (φωτοαντίγραφα των Πιστοποιητικών Αλλαγής Ονόματος του Εφόρου Εταιρειών κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 1(Α) και (Β) αντίστοιχα). · Η Ενάγουσα είναι χρηματοδοτικός οργανισμός και παρέχει σε πελάτες δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις για συγκεκριμένους σκοπούς, όπως ενοικιαγορές, επενδυτικά σχέδια και προεξόφληση επιταγών. Προκύπτει επίσης από την ενώπιον μου μαρτυρία και αποτελεί εύρημα μου ότι η Ενάγουσα δεν είναι ούτε χρηματιστής (stockbroker) αλλά ούτε και διαχειριστής χαρτοφυλακίων (portfolio manager). · Η αποκλειστική πηγή των χρημάτων για τις εργασίες της Ενάγουσας είναι δικά της κεφάλαια. Η Ενάγουσα δεν δέχεται καταθέσεις από οποιονδήποτε πελάτη ή το κοινό γενικά, δεν ανοίγει ή τηρεί λογαριασμούς αποταμίευσης ή ταμιευτηρίου, ούτε δέχεται καταθέσεις ποσών που θα έχει υποχρέωση να αποπληρώσει μεταγενέστερα. Η Ενάγουσα δεν εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και δεν της αποστέλλονται οποιεσδήποτε εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας ενώ δεν έχει την υποχρέωση να εγγραφεί σε οποιοδήποτε μητρώο (φωτοαντίγραφο σχετικής επιστολής της Κεντρικής Τράπεζας προς την Ενάγουσα ημερομηνίας 15.2.2008 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2). · Στα πλαίσια των εργασιών χρηματοδότησης, οι πελάτες που έχει χρηματοδοτήσει ή δανείσει η Ενάγουσα καταβάλλουν στην Ενάγουσα χρήματα που της οφείλουν προς εξόφληση ή έναντι του δανείου τους. · Ανάμεσα στις εργασίες της Ενάγουσας είναι και η παραχώρηση σε πελάτες πιστωτικών διευκολύνσεων που θα χρησιμοποιηθούν από τους πελάτες, μέσω ειδικού λογαριασμού για επενδύσεις στο Χ.Α.Κ., γνωστή ως «χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου». Όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την πλευρά του Εναγομένου. · Κατά ή περί τις αρχές Νοεμβρίου 1999, ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στην Ενάγουσα για χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου, ζητώντας όπως η Ενάγουσα του παραχωρήσει όριο ύψους Λ.Κ.50.000,00 για το σκοπό επένδυσης στο Χ.Α.Κ. (η πρωτότυπη αίτηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3). Το όριο των Λ.Κ.50.000,00 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τον Εναγόμενο για την αγορά μετοχών και άλλων αξιών (όπως χρεογράφων, δικαιωμάτων αγοράς μετοχών (warrants), δικαιωμάτων προτίμησης (rights) κ.λ.π., εισηγμένων στο Χ.Α.Κ. (στο εξής «οι Αξίες»). · Αφού η αίτηση του Εναγομένου εξετάστηκε, εγκρίθηκε η παραχώρηση στον Εναγόμενο πιστωτικών διευκολύνσεων με όριο ύψους Λ.Κ.50.000,00 και στις 15.11.1999 οι διάδικοι υπέγραψαν την Αρχική Συμφωνία. · Ταυτόχρονα με την υπογραφή της Αρχικής Συμφωνίας, ο Εναγόμενος έπρεπε να υπογράψει και πληρεξούσιο έγγραφο προς το Χρηματιστή, ο οποίος θα ενεργούσε ως ο χρηματιστής του Εναγομένου αναφορικά με το λογαριασμό του με την Ενάγουσα και θα τον αντιπροσώπευε στις σχέσεις του με την Ενάγουσα στα πλαίσια της Αρχικής Συμφωνίας (η πρωτότυπη Αρχική Συμφωνία και το Πληρεξούσιο Έγγραφο κατατέθηκαν μαζί ως Τεκμήριο 4). · Μετά την υπογραφή της Αρχικής Συμφωνίας και του πληρεξουσίου εγγράφου προς το Χρηματιστή, η Ενάγουσα άνοιξε λογαριασμό στο όνομα του Εναγομένου με κωδικό EF5732 και έθεσε στη διάθεση του Εναγομένου το συμφωνηθέν όριο των Λ.Κ.50.000,
- · Περαιτέρω, σύμφωνα με τους όρους της Αρχικής Συμφωνίας περί την 7.2.2000 ο Εναγόμενος μεταβίβασε επ΄ ονόματι της Ενάγουσας ως εξασφάλιση 9.667 μετοχές της F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd, οι οποίες κατά το χρόνο της μεταβίβασης τους είχαν αξία Λ.Κ.28.517,
- · Ο Εναγόμενος χρησιμοποίησε το παραχωρηθέν όριο μέσω του Χρηματιστή για την αγορά αξιών χαρτοφυλακίου, οι οποίες εγγράφηκαν επ' ονόματι της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα προέβη σε ανάλογες πληρωμές του τιμήματος αγοράς των Αξιών προς τον Χρηματιστή για να ολοκληρωθούν οι συναλλαγές και χρεώσεις στο λογαριασμό του Εναγομένου. Ο Εναγόμενος μπορούσε να προβεί και προέβαινε σε πωλήσεις Αξιών όποτε αυτός επιθυμούσε. Η Ενάγουσα εισέπραττε από το Χρηματιστή το προϊόν από την πώληση τους και προέβαινε σε ανάλογες πιστώσεις στο λογαριασμό του Εναγομένου. · Στις 3.3.2000 ο Εναγόμενος υπέγραψε τη Συμφωνία, η οποία αντικατέστησε την Αρχική Συμφωνία και ταυτόχρονα υπέγραψε νέο πληρεξούσιο προς το Χρηματιστή (η πρωτότυπη Συμφωνία και το πληρεξούσιο έγγραφο κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 6). Η Συμφωνία υπεγράφη και από τη Θυγατρική Εταιρεία. · Με την αντικατάσταση της Αρχικής Συμφωνίας από τη Συμφωνία, ο κωδικός του λογαριασμού του Εναγομένου με την Ενάγουσα άλλαξε από EF5732 σε EFC5732 και στο ηλεκτρονικό σύστημα τήρησης των λογαριασμών των πελατών της Ενάγουσας το υπόλοιπο του λογαριασμού με αριθμό EF5732 μεταφέρθηκε, ως είχε, στο νέο λογαριασμό. · Η Συμφωνία λειτουργούσε στην πράξη με τον ίδιο τρόπο όπως η Αρχική Συμφωνία, με μόνη διαφορά ότι οι Αξίες του Εναγομένου τώρα εγγράφονταν στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας και όχι στο όνομα της Ενάγουσας. · Στις 23.01.2001 υπογράφθηκε μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγόμενου η Συμπληρωματική Συμφωνία η οποία διελάμβανε ότι το ύψος των διευκολύνσεων αυξάνεται από Λ.Κ.50.000,00 σε Λ.Κ.68.000,00 (η Συμπληρωματική Συμφωνία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7). · Η Ενάγουσα ενημερωνόταν από το Χρηματιστή για τις συναλλαγές που είχαν εκτελεστεί στο Χ.Α.Κ. για λογαριασμό του Εναγόμενου, αφού επί καθημερινής βάσεως (εφόσον είχαν γίνει συναλλαγές) δινόταν στην Ενάγουσα κατάσταση με τις συναλλαγές της ημέρας για όλους τους πελάτες που εξυπηρετούνταν από αυτόν, περιλαμβανομένου και του Εναγόμενου, μαζί με τα πινακίδια συναλλαγής («contract notes») για κάθε συναλλαγή. Τα πινακίδια συναλλαγής εκδίδονταν από το Χρηματιστή για κάθε συναλλαγή που εκτελείτο στο Χ.Α.Κ. και ανέφεραν το είδος της συναλλαγής (αγορά ή πώληση), τον αριθμό των Αξιών, το τίμημα, την προμήθεια του, τα τέλη του Χ.Α.Κ. και την ημερομηνία. · Η Ενάγουσα, βασιζόμενη στα στοιχεία που δίδονταν από το Χρηματιστή πλήρωνε το συνολικό ποσό του κάθε πινακιδίου αγοράς (ήτοι δηλαδή το τίμημα αγοράς πλέον την προμήθεια του Χρηματιστή και τα τέλη του Χ.Α.Κ.) στο Χρηματιστή και χρέωνε αντίστοιχα το λογαριασμό του Εναγομένου, και εισέπραττε το καθαρό ποσό του κάθε πινακιδίου πώλησης (ήτοι το προϊόν πώλησης μείον την προμήθεια του Χρηματιστή και τα τέλη του Χ.Α.Κ.) και πίστωνε αντίστοιχα το λογαριασμό του Εναγόμενου (φωτοαντίγραφα των πινακιδίων συναλλαγής που αφορούν στο λογαριασμό του Εναγομένου και παραδόθηκαν στην Ενάγουσα από το Χρηματιστή κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5). · Μια φορά τον μήνα η Ενάγουσα απέστελλε στον Εναγόμενο ταχυδρομικώς κατάσταση του λογαριασμού του, μαζί με όλα τα πινακίδια συναλλαγής που αφορούσαν τον μήνα εκείνο (δέσμη αντιγράφων των μηνιαίων καταστάσεων που αποστέλλονταν στον Εναγόμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8). · Ο Εναγόμενος ουδέποτε επικοινώνησε με την Ενάγουσα για να διαφωνήσει με τις συναλλαγές που αναφέρονταν στην κατάσταση αυτή ή με το υπόλοιπο του λογαριασμού του. · Η Ενάγουσα από καιρού εις καιρό απέστελλε στον Εναγόμενο επιστολές με σκοπό τη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του. Τόσο με επιστολές της ημερομηνίας 17.12.1999, 18.07.2000, 19.03.2002, 19.11.02 και 7.2.2005 όσο και τηλεφωνικώς η Ενάγουσα κάλεσε τον Εναγόμενο να φέρει επιπρόσθετες αξίες ως εξασφάλιση και/ή μετρητά τα οποία να πιστώνονταν στο λογαριασμό του ή να δώσει εντολές στο Χρηματιστή για να πωλήσει μετοχές ώστε να μειωθεί το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του (οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 9(Α), (Β), (Γ), (Δ) και (Ε) αντίστοιχα). Καμία εκ των πιο πάνω επιστολών επιστράφηκε. · Η Ενάγουσα απέστειλε επίσης στον Εναγόμενο διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 08.03.2005 με την οποία τον ενημέρωνε ότι ο τόκος που χρεώνεται στο λογαριασμό του θα κεφαλαιοποιείται την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ως επίσης και συστημένη επιστολή ημερομηνίας 31.03.2005 σύμφωνα με την οποία το επιτόκιο επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων αυξανόταν από 8,5% σε 12,5% με ισχύ από 11.04.2005 οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 10(Α) και (Β) αντίστοιχα). Καμία εκ των δύο πιο πάνω επιστολών έχει επιστραφεί. · Ο Εναγόμενος ανταποκρίθηκε αρχικά στις κλήσεις της Ενάγουσας εκποιώντας σταδιακά το χαρτοφυλάκιο του και καταβάλλοντας επίσης στις 3.3.2002 έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του το ποσό των Λ.Κ.28.000,00, πλην όμως ο λογαριασμός του παρουσίαζε τότε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.30.496,
- · Εν όψει της μη ανταπόκρισης του Εναγομένου στις μεταγενέστερες οχλήσεις της Ενάγουσας για εξόφληση του υπολοίπου του λογαριασμού του, οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν στον Εναγόμενο διπλοσυστημένη επιστολή ημερομηνίας 13.04.2005 με την οποία μεταξύ άλλων τερματίζονταν οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες και η λειτουργία του λογαριασμού του. · Η εν λόγω επιστολή επιστράφηκε με την ένδειξη «αζήτητη» (η εν λόγω επιστολή, η απόδειξη του ταχυδρομείου ως επίσης αντίγραφο της επιστολής κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 11). · Ο Εναγόμενος ουδέν ποσό επλήρωσε μέχρι σήμερα στην Ενάγουσα και η Ενάγουσα αξιοί από αυτόν το ποσό των Λ.Κ. 39.414,85 (το αντίστοιχο σε €67.344,27). Εξέταση των θέσεων του Εναγόμενου Στο σημείο αυτό θα πρέπει να εξεταστούν τα ζητήματα που εγείρονται από τον Εναγόμενο στην Υπεράσπισή του ξεχωριστά: Η θέση του Εναγομένου ότι στην Αρχική Συμφωνία, στη Συμφωνία και στη Συμπληρωματική Συμφωνία δεν καθορίστηκε όριο Τα ακόλουθα στοιχεία συνηγορούν στην απόρριψη της πιο πάνω θέσης του Εναγομένου:
- Στην αίτηση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3 και φέρει την υπογραφή του Εναγόμενου αναγράφεται το ποσό των Λ.Κ. 50.000,00 ως όριο. Σημειώνεται ότι παρά τις σχετικές υποβολές του κ. Κυπρίζογλου στον κ. Έλληνα, περί αυθαίρετης συμπλήρωσης του ποσού των Λ.Κ.50.000,00 από την Ενάγουσα σε χρόνο μεταγενέστερο της υπογραφής της αίτησης, ο Εναγόμενος δεν προσέφερε στο Δικαστήριο τη δική του μαρτυρία, με αποτέλεσμα η θέση του κ. Έλληνα να παραμένει ως η μόνη εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία και κρίθηκε αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή.
- Σύμφωνα με την παράγραφο 1 της Αρχικής Συμφωνίας (Τεκμήριο 4) το ύψος του δανείου και/ή των πιστωτικών διευκολύνσεων θα καθορίζεται εκάστοτε από την Ενάγουσα και καμία αναφορά ή πρόνοια υπάρχει στην Αρχική Συμφωνία ή στη Συμφωνία που να δικαιολογεί ή να τεκμηριώνει τη θέση του Εναγομένου περί μη καθορισμού του ορίου και αυξομείωσης και ρύθμισης του ορίου ανάλογα με τις δυνατότητες του. Ειδικότερα επί του σημείου τούτου υποδεικνύεται ότι από τη δέσμη Καταστάσεων Λογαριασμού, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8, φαίνεται ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγόμενου ήταν κατά τον πλείστο χρόνο στα επίπεδα του εκάστοτε σε ισχύ ορίου (όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του κ. Έλληνα και τα κατατεθειμένα τεκμήρια).
- Σύμφωνα και πάλι με τους όρους της Αρχικής Συμφωνίας (βλέπε παράγραφος 3), προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του ο Εναγόμενος υποχρεούτο να καταθέσει στην Ενάγουσα μετρητά και/ή μεταβιβάσει επ' ονόματι της Ενάγουσας μετοχές και/ή χρεόγραφα της απόλυτης έγκρισης της Ενάγουσας ώστε οι υποχρεώσεις του να μην υπερβαίνουν το 75% της αξίας των εκάστοτε κρατουμένων από την Ενάγουσα μετοχών και χρεογράφων. Συμμορφούμενος με την εν λόγω πρόνοια, περί την 7.2.2000 ο Εναγόμενος μεταβίβασε επ' ονόματι της Ενάγουσας ως εξασφάλιση 9,667 μετοχές της F.W. Woolworth & Co (Cyprus) Ltd, αξίας κατά τον χρόνο μεταβίβασης τους εκ Λ.Κ. 28.517,65, ήτοι πέραν του 50% του ποσού των διευκολύνσεων.
- Στις 3.3.2000 ο Εναγόμενος υπέγραψε τη Συμφωνία (Τεκμήριο 6), όπου στον Πίνακα Χρεώσεων αναφέρεται το ποσό των Λ.Κ. 50.000,00 ως περιθώριο ασφαλείας. Το γεγονός ότι το ποσό αυτό συμπληρώθηκε χειρογράφως δεν δημιουργεί στο Δικαστήριο οποιαδήποτε αμφιβολία ούτε μπορεί να επαληθεύσει ή να τεκμηριώσει τις θέσεις του Εναγομένου περί μη συμφωνίας του για το ύψος του ορίου, ενόψει της μη προσκόμισης οποιασδήποτε μαρτυρίας από τον Εναγόμενο προς υποστήριξη των δικογραφημένων του θέσεων και της εξήγησης που έδωσε ο κ. Αιμίλιος Έλληνας, ήτοι ότι οι συμφωνίες αυτές ήταν τυποποιημένες και τα στοιχεία του πελάτη συμπληρώνονταν πάντοτε με το χέρι. Η εξήγηση αυτή παρουσιάζεται λογική και ταυτόχρονα πειστική, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη τους λόγους για τους οποίους κατέστη αναγκαία η υπογραφή νέας συμφωνίας, ήτοι επειδή η Ενάγουσα θα μετατρεπόταν σε δημόσια εταιρεία και στη βάση νομικής συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους της, ήταν ορθότερο όπως οι αξίες που λαμβάνονταν ως εξασφαλίσεις πιστωτικών διευκολύνσεων να εγγράφονται στο όνομα θυγατρικής της Ενάγουσας σε μερίδα του πελάτη (βλέπε παράγραφο 15 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Έλληνα), γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τον Εναγόμενο.
- Στις 23.1.2001 ο Εναγόμενος υπέγραψε τη Συμπληρωματική Συμφωνία (Τεκμήριο 7) με την οποία συμφώνησε όπως το όριο δανειοδότησης του σε σχέση με τη Συμφωνία αυξηθεί από Λ.Κ. 50.000,00 σε Λ.Κ. 68.000,
- Για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω (υπό αναφορά 1 και 5 πιο πάνω), κρίνω ότι ούτε η θέση του Εναγόμενου περί μη καθορισμού ποσού στην Συμπληρωματική Συμφωνία τεκμηριώθηκε με οποιοδήποτε τρόπο.
- Όπως προκύπτει από τη δέσμη πινακιδίων συναλλαγών (Τεκμήριο 5), ο Εναγόμενος χρησιμοποίησε τις παραχωρηθείσες διευκολύνσεις από την 24.11.
- Συναφώς σημειώνεται ότι σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του κ. Αιμίλιου Έλληνα, τα εν λόγω πινακίδια αποστέλλονταν στον Εναγόμενο κάθε μήνα και αυτός δεν αμφισβήτησε το περιεχόμενό τους.
- Στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 8) που η Ενάγουσα απέστελλε στον Εναγόμενο κάθε μήνα αναγραφόταν το εκάστοτε σε ισχύ πιστωτικό όριο και σύμφωνα με τον κ. Αιμίλιο Έλληνα, ο Εναγόμενος ουδέποτε αποτάθηκε στην Ενάγουσα ώστε να αμφισβητήσει οτιδήποτε σε σχέση με αυτό. Συναφώς σημειώνεται ότι στις 3.3.2002 ο Εναγόμενος κατέβαλε έναντι του χρέους του το ποσό των Λ.Κ. 28.000,00 σε μετρητά, κάτι το οποίο λογικά δεν θα έπραττε εάν υπήρχε οποιαδήποτε διαφορά του με την Ενάγουσα ως προς το ύψος των παραχωρηθέντων διευκολύνσεων και του ποσού που όφειλε σε αυτή. Η Ενάγουσα δεν είναι σε θέση να γνωρίζει το ορθό ή λανθασμένο των συναλλαγών που περιέχονται στην Κατάσταση Λογαριασμού ή κατά πόσον οι σχετικές εντολές δόθηκαν από τον Εναγόμενο Επί της θέσης αυτής, θα πρέπει αρχικά να γίνει παραπομπή στις παραγράφους 1(Δ) και 3 της Συμφωνίας (Τεκμήριο 6), οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «1(Δ) Ο Επενδυτής παρέχει δια του παρόντος εκ μέρους του και εκ μέρους των διαδόχων και εκδοχέων του (successors and assigns) ανέκκλητη εξουσιοδότηση στο Χρηματιστή και στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του Χρηματιστή να διαχειρίζονται και/ή να χειρίζονται το Λογαριασμό για σκοπούς της Συμφωνίας και αναγνωρίζει και δηλώνει ότι ανέκκλητα παραιτείται οποιουδήποτε δικαιώματος να παρέχει εντολές ή οδηγίες προς την Εταιρεία αναφορικά με το Λογαριασμό, τη διαχείριση και/ή το χειρισμό του» «3 (Α) Ο Χρηματιστής ανέκκλητα εξουσιοδοτείται από τον Επενδυτή (και εκ μέρους των διαδόχων και εκδοχέων του) και αναλαμβάνει να διαχειρίζεται και χειρίζεται το Λογαριασμό, τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, η δε Θυγατρική Εταιρεία ανέκκλητα εξουσιοδοτείται διά του παρόντος να δέχεται και/ή εκτελεί τις οδηγίες ή εντολές του Χρηματιστή αναφορικά με τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας και/ή οποιαδήποτε δικαιώματα σχετίζονται με ή απορρέουν καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτές. Τόσο η εταιρεία όσο και η Θυγατρική Εταιρεία δεν θα έχουν οποιαδήποτε ευθύνη ή καθήκον έναντι του Επενδυτή ή του Χρηματιστή σε σχέση με τη λειτουργία ή διαχείριση του Λογαριασμού ή σε σχέση με την αγοραπωλησία, διαχείριση ή παρακολούθηση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας ή σε σχέση με οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέουν από ή σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με τις Αξίες Χαρτοφυλακίου.» (Β) Ο Χρηματιστής θα έχει την ευθύνη παρακολούθησης των Αξιών Χαρτοφυλακίου και των Αξιών Περιθωρίου Ασφάλειας περιλαμβανομένης και της υποχρέωσης άσκησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτές και τόσο η Εταιρεία όσο και η Θυγατρική Εταιρεία ουδεμία ευθύνη θα φέρουν για την άσκηση ή μη άσκηση τέτοιων δικαιωμάτων. Ο Επενδυτής δεν θα έχει οποιοδήποτε δικαίωμα να δίδει εντολές ή οδηγίες προς τη Θυγατρική Εταιρεία αναφορικά με τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας και/ή οποιαδήποτε δικαιώματα σχετίζονται με ή απορρέουν καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτές. (Γ) Ο Χρηματιστής θα ετοιμάζει εβδομαδιαία αναλυτική κατάσταση (η «Κατάσταση») των Αξιών Χαρτοφυλακίου και των Αξιών Περιθωρίου Ασφάλειας στην οποία θα περιλαμβάνει τον αριθμό και την αξία τους κατά την τελευταία ημέρα της εβδομάδας την οποία αφορά η Κατάσταση και κατά την οποία διεξήχθησαν συναλλαγές στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες η Εταιρεία ήθελε λογικά απαιτήσει. Η Κατάσταση θα παρέχεται στην Εταιρεία τη δεύτερη εργάσιμη για την Εταιρεία ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί την εβδομάδα που αφορά η Κατάσταση. (Δ) Ο Χρηματιστής υποχρεούται όποτε η Εταιρεία το ήθελε απαιτήσει να ετοιμάζει την Κατάσταση και να την παραδίδει στην Εταιρεία εντός εικοσιτεσσάρων ωρών από τη ζήτηση της.» Σχετικό είναι επίσης το περιεχόμενο του Πληρεξουσίου Εγγράφου ημερομηνίας 3.3.2000 (μέρος του Τεκμηρίου 6) με το οποίο ο Εναγόμενος διόρισε την εταιρεία Share Link Securities Ltd (Χρηματιστή) ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του και, όπως μεταξύ άλλων, αγοράζει και πωλεί για λογαριασμό του κινητές αξίες που είναι εγγεγραμμένες στο Χ.Α.Κ. και γενικά τον εκπροσωπεί σε όλες τις σχέσεις του με την Ενάγουσα. Σημειώνεται ότι παρόμοιες πρόνοιες περιέχονταν και στο Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερομηνίας 15.11.1999 (μέρος του Τεκμηρίου 4). Είναι γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν παρουσιάστηκε προς κατάθεση οποιαδήποτε γραπτή εντολή του Εναγόμενου, ούτε προσκομίστηκε μαρτυρία αναφορικά με προφορικές εντολές του Εναγόμενου για διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων προς το Χρηματιστή. Όμως προκύπτει ξεκάθαρα από όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα και ιδιαίτερα από τη μαρτυρία του κ. Αιμίλιου Έλληνα ότι η Ενάγουσα ουδεμία ανάμειξη ή σχέση είχε στην αγοραπωλησία Αξιών εισηγμένων στο Χ.Α.Κ. εκ μέρους και για λογαριασμό του Εναγόμενου, αφού οι πράξεις αυτές διεκπεραιώνονταν από τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του και Χρηματιστή του. Η σχέση της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο περιοριζόταν ξεκάθαρα στον επενδυτικό λογαριασμό, ο οποίος χρεωνόταν και πιστωνόταν με βάση τα στοιχεία που δίδονταν από τον Χρηματιστή και ειδικότερα τα Πινακίδια Συναλλαγών, τα οποία κατατέθηκαν σε δέσμη ως Τεκμήριο
- Σχετικά με το θέμα αυτό ο κ. Έλληνας ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός αφού, όπως εξήγησε, επί καθημερινής βάσεως για όσες συναλλαγές γίνονταν, ο Χρηματιστής ενημέρωνε κάθε πελάτη, ενώ παράλληλα η ίδια η Ενάγουσα στο τέλος κάθε μήνα απέστελλε στον Εναγόμενο κατάσταση του λογαριασμού του. Περαιτέρω, σε σχέση με την ορθότητα των πληροφοριών που λαμβάνονταν από το Χρηματιστή, ναι μεν ο κ. Έλληνας δέχθηκε ότι δεν γινόταν έλεγχος κατά πόσον η εντολή πράγματι δόθηκε στο Χρηματιστή αλλά ήταν η θέση του ότι επί καθημερινής βάσεως η Ενάγουσα προέβαινε σε έλεγχο των πινακιδίων συναλλαγών που λάμβανε από το Χρηματιστή, ήτοι γινόταν σύγκριση της συγκεντρωτικής λίστας που απέστελλε ο Χρηματιστής με τα αντίστοιχα πινακίδια συναλλαγής ώστε να γινόταν αναφορά στα ορθά ποσά. Με δεδομένες, λοιπόν, τις πρόνοιες της Συμφωνίας και την προσκόμιση από μέρους της Ενάγουσας όλων των Πινακιδίων Συναλλαγών (Τεκμήριο 5) στη βάση των οποίων έγιναν οι ανάλογες χρεώσεις και πιστώσεις στο λογαριασμό του Εναγόμενου, το γεγονός ότι επί μηνιαίας βάσεως η Ενάγουσα απέστελλε στον Εναγόμενο κατάσταση του λογαριασμού του μαζί με όλα τα πινακίδια συναλλαγής που αφορούσαν το μήνα εκείνο και ότι ο Εναγόμενος όχι μόνο δεν επικοινώνησε ποτέ με την Ενάγουσα για να διαφωνήσει με τις συναλλαγές που αναφέρονταν στην κατάσταση ή με το υπόλοιπο του λογαριασμού του αλλά αντίθετα περί την 3.3.2002 πλήρωσε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού το ποσό των Λ.Κ.28.000,00 και εκποίησε σταδιακά το χαρτοφυλάκιο του ώστε το υπόλοιπο του να μειωθεί, κρίνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει το απαραίτητο υλικό στη βάση του οποίου μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι συναλλαγές που αποτυπώνονται στο λογαριασμό του Εναγομένου προήλθαν από δικές του εντολές και/ή σε κάθε περίπτωση αυτός ουδέποτε τις αμφισβήτησε. Αξιοσημείωτο είναι, τέλος, το γεγονός ότι ο Εναγόμενος δεν προσέφερε τη δική του μαρτυρία ώστε να τεκμηριώσει τη θέση του ότι οι πράξεις που αναφέρονται στα πινακίδια συναλλαγών και στις καταστάσεις λογαριασμού ή οποιαδήποτε εξ αυτών δεν προήλθαν από δικές του εντολές. Αναφορικά με το υπό εξέταση ζήτημα μπορεί να γίνει παραπομπή και στην απόφαση του Δικαστή Ναθαναήλ, τότε Προέδρου Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή αρ. 6559/02 Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Αιμίλιου Κούλλουρου, ημερομηνίας 18.1.2008 και ειδικότερα στις σελίδες 26 και 27 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Πρόσθετα, ................, ορθά εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που η Επενδυτική δεν εισήχθη στην αγωγή ως διάδικος, είτε ως τριτοδιάδικος, είτε ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη, οποιοδήποτε ερώτημα σε σχέση με την ύπαρξη εντολών, της διαβίβασης αυτών και της αγοραπωλησίας μετοχών επί τη βάση αυτών των εντολών, δεν αφορά την ίδια την Τράπεζα, η οποία έδινε τις χρηματικές διευκολύνσεις επί τη βάση των εντολών που έπαιρνε από την Επενδυτική. Και από τη στιγμή που ο εναγόμενος αποδέχθηκε το σύνολο των συναλλαγών (έστω και αν η θέση του είναι ότι δεν έδινε ο ίδιος εντολές γι΄ αυτές, θέση μη αποδεκτή όμως από το Δικαστήριο), αυτό σημαίνει ότι η Τράπεζα όντως απελευθέρωσε τα σχετικά κονδύλια προς κάλυψη αυτών των συναλλαγών. Όπως όμως εξηγήθηκε και προηγουμένως, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι ο εναγόμενος έδινε εντολές και το σύνολο των συναλλαγών δεν έγινε ανεξέλεγκτα και αυθαίρετα από την Επενδυτική ή μετέπειτα τη Χρηματιστηριακή.» Υπήρχε ρητός ή εξυπακουόμενος όρος για αποπληρωμή των πιστωτικών διευκολύνσεων με εκποίηση των αξιών που ήταν στα χέρια της Ενάγουσας και η Ενάγουσα είχε ρητή και/ή εξυπακουόμενη υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές Ούτε αυτή η θέση του Εναγόμενου μπορεί να επιτύχει, αφού με βάση την παράγραφο 2(Στ) της Συμφωνίας η Ενάγουσα είχε απλά το δικαίωμα και όχι την υποχρέωση να πωλεί τις αξίες που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι της αρχικά και της Θυγατρικής εταιρείας έπειτα. Συγκεκριμένα οι πρόνοιες της εν λόγω παραγράφου έχουν ως εξής: «2(Στ) Τόσο οι Αξίες Χαρτοφυλακίου όσο και οι Αξίες Περιθωρίου Ασφάλειας θα παραμείνουν για σκοπούς εγγύησης εγγεγραμμένες επ' ονόματι της Θυγατρικής Εταιρείας η οποία θα ενεργεί ως εμπιστευματοδόχος (trustee) της Εταιρείας ενόσω υπάρχει υπόλοιπο οφειλόμενο από τον Επενδυτή προς την Εταιρεία και η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να πωλεί τις εν λόγω Αξίες Χαρτοφυλακίου και άλλες Αξίες και να εισπράττει το εκ της πωλήσεως εισόδημα ή να εισπράττει οποιοδήποτε εισόδημα από μερίσματα ή άλλο ποσό προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού οφείλεται στην Εταιρεία από τον Επενδυτή άνευ επηρεασμού του δικαιώματος της Εταιρείας να απαιτήσει από τον Επενδυτή οποιοδήποτε οφειλόμενο προς αυτή ποσό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι με βάση τις πρόνοιες της Συμφωνίας, οι αξίες αυτές ναι μεν θα εγγράφονταν επ' ονόματι της Θυγατρικής εταιρείας για σκοπούς εγγύησης, το γεγονός όμως αυτό δεν απάλλασσε τον Εναγόμενο από την υποχρέωση του να πληρώσει οποιοδήποτε οφειλόμενο υπό αυτόν ποσό. Σχετική επί του θέματος είναι η παράγραφος 6(Γ) της Συμφωνίας, οι πρόνοιες της οποίας έχουν ως ακολούθως: «6(Γ) Η Εταιρεία δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον Επενδυτή με απλή ειδοποίηση προς τον Επενδυτή να τερματίσει τη Συμφωνία και/ή λειτουργία του Λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητό και πληρωτέο αμέσως οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο και/ή να καταστήσει απαιτητές και πληρωτέες αμέσως όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις. Σε μια τέτοια περίπτωση η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να ζητήσει αμέσως από τον Επενδυτή την πληρωμή όλων των οφειλομένων από τον Επενδυτή ποσών (τα οποία, προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας, θα φέρουν μέχρι την αποπληρωμή τους τόκο ως καθορίζεται στην παράγραφο 4 πιο πάνω) και περαιτέρω να δίδει εντολές και/ή οδηγίες προς τη Θυγατρική Εταιρεία να προβαίνει σε εκποίηση (είτε μέσω του Χρηματιστή ή μέσω άλλου προσώπου το οποίο ήθελε επιλέξει η Εταιρεία) των Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή των Αξιών Περιθωρίου Ασφάλειας και να καταβάλλει στην Εταιρεία οποιοδήποτε ποσό ήθελε προκύψει από την εν λόγω εκποίηση προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού οφείλεται στην Εταιρεία από τον Επενδυτή. Προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας, σε περίπτωση που παρά την προαναφερθείσα εκποίηση ο Επενδυτής εξακολουθεί να οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την Εταιρεία ο Επενδυτής θα υποχρεούται να το καταβάλει αμέσως προς την Εταιρεία.» Αυτή η πτυχή της υπεράσπισης του Εναγομένου απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του, ήτοι Μαρία Συρίμη v. Παγκυπριακής Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση 315/2007, απόφαση ημερομηνίας 12.7.2010 και Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση 21/2008, απόφαση ημερομηνίας 14.7.
- Θεωρώ ότι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Συρίμη ν. Παγκυπριακής (πιο πάνω), το οποίο υιοθετείται και στην απόφαση Καλλικάς ν. Ελληνικής (πιο πάνω), απαντά όλα τα ζητήματα σε σχέση με το πιο πάνω θέμα: Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις και επιχειρήματα του δικηγόρου της Εφεσείουσας. Το λεκτικό του όρου 7 είναι σαφές. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα και όχι υποχρέωση που διατηρούσαν οι Εφεσίβλητοι ως ενεχυροδανειστές, δυνάμει του άρθρου 134 του Κεφ.
- Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατά την άποψή μας παραλλήλισε την περίπτωση με το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει την περιουσία, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση (βλ. Cuckmere Brick Co. Ltd. v. Mutual Finance Ltd.
(1971)2 All ER 633, AIB Finance Ltd. v. Debtors
(1997)4 All ER 677 και Silven Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All ER 484). Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All ER 839, οι Εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της Εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή, όπως ήταν οι Εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς, τη δεδομένη στιγμή. Δεν συμφωνούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται θέμα παραβίασης του περί Επιτρόπων Εμπιστεύματος Νόμου, Κεφ. 193, όπως εισηγείται στην εκατοντασέλιδη αγόρευση του ο κ. Παπαντωνίου, στα πλαίσια του δέκατου λόγου έφεσης. Ούτε συμφωνούμε ότι όσα διαπιστώθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο, έρχονται σε αντίθεση με τον δικαστικό λόγο της αγγλικής υπόθεσης China and South Sea Bank v. Tan (ανωτέρω). Η πιο πάνω υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ως ενισχύουσα τη θέση ότι ο δανειστής δεν καθίσταται και εμπιστευματοδόχος μετοχών που έχουν ενεχυριαστεί και ούτε έχει οποιαδήποτε ευθύνη προς τον οφειλέτη σε περίπτωση που δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης που έχει και η αξία των μετοχών μειωθεί. Μπορεί η πιο πάνω αγγλική υπόθεση να έχει διαφορές με την υπό εκδίκαση, αλλά καμιά διαφορά δεν διαπιστώνεται στην πιο πάνω διαπιστωθείσα αρχή του κοινοδικαίου, η οποία συνάδει με το δικό μας δίκαιο, όπως αυτό κωδικοποιείται στο Κεφ. 149. Επομένως, ούτε ο δέκατος λόγος έφεσης ευσταθεί. Κατά τα άλλα, το δικαίωμα πώλησης του δανειστή όπως και του ενυπόθηκου δανειστή, δεν μπορεί σύμφωνα με το γενικό δίκαιο να περιοριστεί, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφώνησαν διαφορετικά (βλ. άρθρο 110, Κεφ. 149). Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η ίδια η Εφεσείουσα είχε δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές και θα μπορούσε η ίδια να το πράξει όποτε ήθελε, σύμφωνα με τον όρο 3 του σχεδίου, για να εξοφλήσει το χρέος της ή για να μειώσει τη ζημιά της, αλλά δεν το έπραξε. Όπως ορθά διαπιστώνει ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, φαίνεται να πρυτάνευσε στο μυαλό της ίδιας και του συζύγου της που την συμβούλευε, η λογική της τότε εποχής και η ελπίδα για ανάκαμψη του ΧΑΚ. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία τέθηκε για να εξηγήσει γιατί η Εφεσείουσα δεν έδωσε οδηγίες για πώληση των μετοχών ή για τερματισμό της συνεργασίας της με τους Εφεσίβλητους. Ως εκ τούτου, ούτε ο λόγος 9 ευσταθεί. Τέλος, η Εφεσείουσα είχε το δικαίωμα να ακυρώσει τη σύμβαση αν θεωρούσε, είτε δυνάμει του άρθρου 111 του Κεφ. 149 είτε άλλως πως, ότι οι Εφεσίβλητοι ενήργησαν κατά τρόπο ασυμβίβαστο με τη σύμβαση. Κατά πόσον παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο οι επιστολές Τεκμήρια 9 (Α) εως (Ε), 10(α) και (β) και 11 Κατά την αντεξέταση του κ. Αιμίλιου Έλληνα η πλευρά του Εναγόμενου αρνήθηκε την παραλαβή των πιο πάνω επιστολών. Σε σχέση με το θέμα αυτό, αναφορά θα πρέπει καταρχήν να γίνει στις παραγράφους 14(Α) και (Β) της Συμφωνίας οι οποίες προβλέπουν τα ακόλουθα: «14(Α) Οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις ή άλλες επικοινωνίες απαιτούνται δυνάμει της Συμφωνίας να δωθούν προς τα μέρη θα δίδονται ή γίνονται με επιστολή ή φαξ:- (i) στην περίπτωση της Εταιρείας - ................ (ii) στην περίπτωση της Θυγατρικής - ................ (iii) στην περίπτωση του Χρηματιστή ................ (iv) στην περίπτωση του Επενδυτή Ελευθερίας 5 Λεμεσός Φαξ: ......... Σε προσοχή: ....... ή σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση ή αριθμό φαξ ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ήθελε κοινοποιηθεί από το σχετικό μέρος προς τα υπόλοιπα μέρη στη Συμφωνία κατά τον προαναφερθέντα τρόπο για το σκοπό αυτό. (Β) Οποιαδήποτε τέτοια επικοινωνία θα θεωρείται ότι έλαβε χώρα και είναι αποτελεσματική, σε περίπτωση επιστολής κατά την παράδοση της ή σε περίπτωση φαξ, κατά το χρόνο αποστολής της.» H υπόθεση Ioannis Katsiantonis v. Kyriacos Frantzeskou
(1981)1 CLR 566, αφορούσε σε περίπτωση ειδοποίησης απαίτησης καταβολής καθυστερημένου ενοικίου από τον ιδιοκτήτη ακινήτου, η οποία δόθηκε με συστημένη επιστολή στη διεύθυνση του ενοικιαστή. Ο ενοικιαστής, αν και ειδοποιήθηκε να μεταβεί ώστε να παραλάβει τη συστημένη επιστολή, δεν το έπραξε και αυτή επιστράφηκε στον αποστολέα της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι θα έπρεπε να είχε αποδειχθεί όχι μόνο ότι η ειδοποίηση ταχυδρομήθηκε, αλλά και ότι ήρθε σε γνώση του ενοικιαστή. Το Εφετείο ανέτρεψε αυτή την άποψη, υπό το φως των προνοιών του περί Ενοικιοστασίου Νόμου και του περί Ερμηνείας Νόμου και αποφάσισε ότι, υπό τις συνθήκες εκείνες, η ταχυδρόμηση ήταν αρκετή. Στην υπόθεση Paris Motors Agency Ltd ν. Δήμου Λεμεσού
(1989)3 ΑΑΔ 1482, εξετάστηκε, μεταξύ άλλων, η πρόνοια του άρθρου 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, σύμφωνα με την οποία επιστολή που αποστέλλεται με προπληρωμένο ταχυδρομικό τέλος, εκτός αν αποδειχθεί το αντίθετο, θεωρείται ότι παραδίδεται στο χρόνο που με τη συνηθισμένη διαδικασία του ταχυδρομείου παραδίδεται, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό μαχητό τεκμήριο ως προς την παράδοση της επιστολής στον παραλήπτη[1] (Βλ. επίσης Theodorou v. Abbot of Kykko Monastery
(1965)1 CLR 9 και Χριστόδουλος Πιττάκα ν. Γ. & Β. Χατζηδημοσθένους Λτδ
(2004)1 ΑΑΔ 1895). Στην προκειμένη περίπτωση τα ακόλουθα συνηγορούν σε κατάληξη του Δικαστηρίου ότι με την αποστολή των πιο πάνω επιστολών η επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων θεωρείται ότι έλαβε χώρα και είναι αποτελεσματική:
- Οι επιστολές στάληκαν στη διεύθυνση που ο ίδιος ο Εναγόμενος έδωσε ως διεύθυνση αλληλογραφίας για τους σκοπούς της Συμφωνίας.
- Στα πλαίσια της αντεξέτασης του κ. Αιμίλιου Έλληνα δεν υποβλήθηκε από τον κ. Κυπρίζογλου ότι ο Εναγόμενος άλλαξε διεύθυνση ή ότι η Οδός Ελευθερίας 5, Λεμεσός, δεν είναι η διεύθυνση του Εναγόμενου, αλλά ούτε και ο Εναγόμενος προσέφερε μαρτυρία για να υποστηρίξει κάτι τέτοιο.
- Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του κ. Έλληνα και τα ενώπιον μου κατατεθειμένα Τεκμήρια, οι επιστολές Τεκμήρια 9 (Α) - (Δ) στάληκαν με συνήθες ταχυδρομείο, οι επιστολές Τεκμήριο 9 (Ε) και 10 (Β) με συστημένο ταχυδρομείο και οι επιστολές Τεκμήρια 10 (Α) και 11 με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο. Ειδικότερα σημειώνεται ότι η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 13.4.2005 (Τεκμήριο 11) η οποία στάληκε στον Εναγόμενο από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, επιστράφηκε αζήτητη.
- Προκύπτει, επομένως, από τα πιο πάνω ότι η Ενάγουσα ενήργησε με το δέοντα τρόπο και σε σχέση με τις επιστολές που αφορούσαν την αύξηση του επιτοκίου, την κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο και τον τερματισμό της Συμφωνίας, απέστειλε αυτές με προπληρωμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση του Εναγομένου. Από την άλλη, οι υποβολές του συνηγόρου του Εναγομένου περί μη παραλαβής των εν λόγω επιστολών παρέμειναν μετέωρες ενόψει της μη προσκόμισης σχετικής προς τούτο μαρτυρίας, ενώ παράλληλα με τη στάση του αυτή ο Εναγόμενος δεν ανέτρεψε το μαχητό τεκμήριο περί παράδοσης των επιστολών στον ίδιο.
- Σε κάθε περίπτωση, από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει ότι ο Εναγόμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου των επιστολών που στέλλονταν κατά καιρούς από την Ενάγουσα, αφού ανταποκρινόμενος στις οχλήσεις της Ενάγουσας για κατάθεση μετρητών στο λογαριασμό του ή μεταβίβαση μετοχών στη Θυγατρική Εταιρεία, ο Εναγόμενος εκποίησε σταδιακά μέρος του χαρτοφυλακίου του και κατέθεσε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του το ποσό των ΛΚ 28.000,
- Το ύψος της αξίωσης Το τελευταίο ζήτημα που παραμένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσον η Ενάγουσα απέδειξε το ύψος του ποσού που αξιώνει από τον Εναγόμενο. Προς τούτο ο κ. Αιμίλιος Έλληνας κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 12 κατάσταση του λογαριασμού του Εναγομένου με κωδικό EFC5732 (Cash Statement Valuation) από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του μέχρι τον τερματισμό του. Όπως εξήγησε στο Δικαστήριο ο κ. Έλληνας, το Τεκμήριο 12 έχει εκτυπωθεί από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας, στον οποίο συγκεντρώνονται πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και συναλλαγές πελατών της Ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένου και του Ενάγοντα. Ο ίδιος έχει ελέγξει ότι οι πληροφορίες που αναφέρονται στο Τεκμήριο 12 είναι οι ίδιες με αυτές που φυλάσσονται στον ηλεκτρονικό υπολογιστή αναφορικά με το λογαριασμό του Εναγόμενου. Στην παράγραφο 26 της Γραπτής Δήλωσης του κ. Έλληνα επεξηγούνται πλήρως και με κάθε λεπτομέρεια τα ποσά τα οποία παρουσιάζονται στο Τεκμήριο
- Θα πρέπει καταρχήν να σημειωθεί ότι με την εξαίρεση των χρεώσεων για δικαιώματα επί τυχόν υπέρβασης του ορίου (παράγραφος 26 (ε) της Γραπτής Δήλωσης) και των χρεώσεων για ταχυδρομικά τέλη αποστολής καταστάσεων λογαριασμού προς τον Εναγόμενο (παράγραφος 26(θ) της Γραπτής Δήλωσης), για τα οποία δεν υπάρχει πρόνοια στη Συμφωνία (Τεκμήριο 6) και τελικά δεν αξιώνονται από την Ενάγουσα, όλα τα υπόλοιπα ποσά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 12 καλύπτονται από τους όρους της Συμφωνίας και είτε αφορούν χρεώσεις δυνάμει της Συμφωνίας (βλέπε Πίνακα Χρεώσεων του Τεκμηρίου 6) είτε αγοραπωλησίες μετοχών με ανάλογη χρεωπίστωση του λογαριασμού, είτε πιστώσεις μερισμάτων που εισπράττονταν προς όφελος του Εναγομένου λόγω ιδιοκτησίας αξιών (σχετικά κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 13(α), (β) και (γ) οι αποδείξεις για τα μερίσματα που εισπράχθηκαν) ή χρεώσεις του Χ.Α.Κ. αναφορικά με τη μεταβίβαση των αξιών στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας ή της Ενάγουσας ως εξασφάλιση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι κατά την αντεξέταση του κ. Έλληνα, δεν αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της επιβολής των εν λόγω χρεώσεων ούτε και ο κ. Έλληνας αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 12, ενώ η μόνη θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση ήταν ότι ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να ελέγξει την ορθότητα των καταχωρήσεων σε σχέση με την αγοραπωλησία μετοχών και αξιών από το Χ.Α.Κ. λόγω του ότι οι πράξεις αυτές διενεργούνταν από το Χρηματιστή. Για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, η θέση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε την απαίτηση της για το ποσό των Λ.Κ. 39.414,85 (το αντίστοιχο σε €67.344,27). Ερχόμενη τώρα στο θέμα του τόκου, η Ενάγουσα αξιώνει επί του πιο πάνω ποσού τόκο προς 8,5% ετησίως από 1.1.2005 - 10.4.2004 και 12,5% από 11.4.2005 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Σε σχέση με την αύξηση του επιτοκίου και την κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο παρατηρούνται τα ακόλουθα:
- Με βάση την παράγραφο 4 της Συμφωνίας οι διευκολύνσεις θα επιβαρύνονται με μεταβαλλόμενο τόκο που δεν θα υπερβαίνει το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και ο τόκος θα υπολογίζεται επί των ημερησίων υπολοίπων και θα καταβάλλεται και/ή κεφαλαιοποιείται την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους.
- Στον Πίνακα Χρεώσεων της Συμφωνίας, αναφέρεται ότι «ο τόκος στο παρόν στάδιο χρεώνεται με επιτόκιο 8,5% το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα» ενώ «η εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να μεταβάλει από καιρού εις καιρό τα πιο πάνω αφού γνωστοποιήσει τυχόν αλλαγές στον επενδυτή».
- Με επιστολή της προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 8.3.2005 (Τεκμήριο 10(α)), η Ενάγουσα τον ενημέρωσε ότι από το έτος 2005 και μετά ο τόκος θα καταβάλλεται και/ή κεφαλαιοποιείται την 30ην Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους.
- Με επιστολή της προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 31.3.2005 (Τεκμήριο 10(β)), η Ενάγουσα τον ενημέρωσε ότι από 11.4.2005 το επιτόκιο του λογαριασμού του αυξάνεται από 8,5% σε 12,5% επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων.
- Έχω ήδη καταλήξει πιο πάνω ότι η Ενάγουσα γνωστοποίησε στον Εναγόμενο τις αλλαγές αναφορικά με το ύψος και την καταβολή στον τρόπο του τόκου σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας ώστε να δικαιούνται σε απόφαση για τόκο 12,5% επί των ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €67.344,27 (Λ.Κ. 39.414,85) με τόκο επί αυτού προς 8,5% ετησίως από 1.1.2005 - 10.4.2005 και 12,5% ετησίως από 11.4.2005 μέχρι εξοφλήσεως πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ταυτόχρονα, η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου απορρίπτεται, χωρίς καμιά ιδιαίτερη διαταγή για έξοδα, εφόσον αυτή συνεκδικάστηκε με την αγωγή. (Υπ.).............. Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής (Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Επενδυτικό Δάνειο) [1] Στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Κεφ 1 αναφέρονται τα ακόλουθα: «επίδοση με ταχυδρομείο» - όταν ο Νόμος ή δημόσιο έγγραφο επιτρέπει ή απαιτεί όπως έγγραφο επιδοθεί ταχυδρομικώς, ανεξάρτητα αν χρησιμοποιείται η έκφραση επίδοση ή η έκφραση 'δοθεί' ή ' αποσταλεί' ή οποιαδήποτε άλλη έκφραση τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η επίδοση θα λογίζεται ότι γίνεται με την κανονική αποστολή, προπληρωμή και ταχυδρόμηση επιστολής που περιέχει το έγγραφο και εκτός αν αποδεικνύεται το αντίθετο, ότι επιτεύχθηκε κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η επιστολή θα παραδιδόταν με τη συνήθη πορεία του ταχυδρομείου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο