← Κύπρος

Chivas Holdings (IP) Limited ν. Osilan Trading Limited, Αρ. Αγωγής 42/11, 1 Φεβρουαρίου, 2011

Chivas Holdings (IP) Limited ν. Osilan Trading Limited, Αρ. Αγωγής 42/11, 1 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A22 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 42/11 Μεταξύ: Chivas Holdings (IP) Limited Εναγόντων και Osilan Trading Limited Εναγομένων ---------------------------- Aίτηση ημερ. 5.1.2011 1 Φεβρουαρίου, 2011 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ. Γ. Γεωργιάδης Για τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Γιωρκάτζης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 5.1.2011, οι ενάγοντες καταχωρούν ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και ακολούθως μονομερή αίτηση με την οποία εξαιτούνται την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων που να εμποδίζει και/ή να απαγορεύει στους εναγόμενους και/ή ή σε άλλα πρόσωπα τα οποία τους εκπροσωπούν, από του να εμπορεύονται και κυκλοφορούν και/ή εισάξουν και/ή διαθέσουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή εξάγουν από την Κυπριακή Δημοκρατία σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή σε οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα, μπουκάλες Chivas Regal που βρίσκονται σε αποθήκες bonded, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων μέχρι της τελικής εκδίκασης της υπόθεσης. Επίσης διάταγμα κάτω από τους ίδιους όρους σε αναφορά με μπουκάλες, με την επωνυμία και/ή το εμπορικό σήμα Chivas Regal, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων, κατά παράβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Η γενική οπισθογράφηση κινείται στα ίδια πλαίσια. Αξιώνονται θεραπείες που θεμελιώνονται στην παράβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των εναγόντων, και του Ε.Κ. 178/2002, παράβαση εμπορικού σήματος και/ή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Στην ίδια παράμετρο ζητείται διάταγμα παράδοσης και/ή καταστροφής των προϊόντων και συσκευασιών τα οποία προσβάλλουν ή παραβιάζουν τα εμπορικά σήματα των εναγόντων και/ή που συνιστούν πλαστή απομίμηση των προϊόντων των εναγόντων. Η αίτηση βασίζεται ανάμεσα σ' άλλα και στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ.148, άρθρο 35, επί του Νόμου 66/83, άρθρα 9 και 10 επί των Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφ.268 και άλλων συναφών διεθνών και εμπορικών συμβάσεων περί προστασίας δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και κοινοτικών κανονισμών, όπως με λεπτομέρεια φαίνεται στην αίτηση. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Χρύσας Ψαρά, δικηγόρος εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες ως αντιπρόσωπος τους. Η ενάγουσα, φέρεται ως κατασκευάστρια παραγωγός, και έμπορος ουίσκυ γνωστού διεθνώς ως Chivas Regal, όνομα το οποίο έχουν καταχωρίσει και εγγράψει ως κοινοτικό εμπορικό σήμα, Τεκμ.

  1. Tο προϊόν κυκλοφορεί σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου. Κατόπιν ειδοποίησης του Τμήματος Τελωνείου, την 1.12.2010, προς τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της ενάγουσας στην Κύπρο, διαπιστώθηκε ότι μεγάλη ποσότητα μπουκαλιών Chivas Regal, μεγάλης αξίας, βρíσκονταν στις αποθήκες αποταμίευσης - bonded της εταιρείας E.S.D. Allfreight-Kirzis Logistics Limited, τα οποία δεν είχαν εκτελωνιστεί: υπήρχε «υποψία ότι εκ πρώτης όψεως παραβιάζουν ή ενδέχεται να παραβιάσουν δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας». Tα εμπορεύματα ελέγχθηκαν από αντιπρόσωπο των εναγόντων, οπότε διαπιστώθηκε, σύμφωνα πάντα με τη θέση των αιτητών, ότι έγινε παραποίηση σε αυτά: οι κωδικοί, LOT, αφαιρέθηκαν από τα μπουκάλια κατά παράβαση των άρθρων 18 και 19 του Κοινοτικού Κανονισμού (ΕΚ) Αρ.178/
  2. Είναι η θέση των αιτητών ότι οι ίδιοι, δεν έχουν εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε εισαγωγέα, αλλά και ούτε έχουν δώσει τη συγκατάθεση τους για να εισαχθούν τα εμπορεύματα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα εμπορεύματα προορίζονταν να διατεθούν, κατά τον ισχυρισμό τους, στην Κυπριακή Δημοκρατία και ακριβώς, για να αποτρέψουν αυτό τον κίνδυνο, καταχώρισαν στις 22.12.2010 την αγωγή υπ' αρ. 10842/10 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, εξασφαλίζοντας μέσα στα ίδια πλαίσια, την έκδοση απαγορευτικών και προστακτικών διαταγμάτων: ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ως εκπρόσωπος αντιλαμβάνομαι της αρμόδιας αρχής - Τελωνείου και η εταιρεία E.S.D. Allfreight-Kirzis Logistics Limited, διατάχθηκαν να αποκαλύψουν στους ενάγοντες τους προμηθευτές και/ή εισαγωγείς των μπουκαλιών που βρίσκονταν στις αποθήκες των εναγομένων 2 και/ή υπό τον έλεγχο των εναγομένων 1 και
  3. Η δε εναγόμενη 2 εμποδίζονταν από του να εισάξει και/ή διαθέσει στην Κυπριακή αγορά τα επίδικα προϊόντα, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των εναγόντων, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω διαταγμάτων και στη βάση της αποκάλυψης της ταυτότητας των εδώ εναγομένων ως εισαγωγείς και/ή δικαιούχοι των προϊόντων, σύμφωνα με την παρουσίαση και κατάθεση της άδειας εισαγωγής και των σχετικών τιμολογίων, οι αιτητές κινήθηκαν καταχωρώντας την παρούσα αγωγή. Είναι η θέση τους πως, χωρίς τα διατάγματα του Δικαστηρίου και αποτροπή της εξαγωγής των εμπορευμάτων από τη Δημοκρατία, η φήμη των εναγόντων θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία θα είναι εκ των πραγμάτων, αδύνατο να υπολογιστεί σε κατοπινό στάδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα. Ακολούθησε η καταχώριση ένστασης εκ μέρους των εναγομένων: «
  4. Δεν τηρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  5. Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή κωλύονται από το να αιτούνται την προς όφελος τους άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και/ή να επικαλούνται την ενεργοποίηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου και/ή των φυσικών αρχών της επιείκειας για την έκδοση των Διαταγμάτων.
  6. Οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες (non disclosure) και δεν προέβηκαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωση τους να ενεργούν με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith).
  7. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σε αυτούς ανεπανόρθωτης ζημιάς στην περίπτωση που τα εκδοθέντα Διατάγματα δεν θα εκδίδονταν.
  8. Το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει όπως τα αιτούμενα Διατάγματα απορριφθούν και κατά συνέπεια δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.
  9. Το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση και/ή το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει αυτήν είναι ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  10. Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση των εναγόντων είναι αντικανονική και/ή παράτυπη με δεδομένο ότι δεν αποκαλύπτεται ως επιβάλλεται από την Νομολογία και την Διάταξη 39 η πηγή πληροφόρησης της Ενόρκως Δηλούσας.
  11. Τα μονομερώς εκδοθέντα Διατάγματα ημερομηνίας 05/01/11 είναι γενικά και αόριστα γιατί μεταξύ άλλων στρέφονται ανεπίτρεπτα εναντίον μη διαδίκων κατά τρόπο άμεσο.
  12. Δεν αποκαλύπτεται από τους ενάγοντες η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς στην φήμη του σήματος και των δικαιούχων του που να αποδίδεται σε ενέργειες των εναγομένων ενώ οι ενέργειες που αποδίδονται στους εναγόμενους δεν υπάρχει πιθανότητα να προκαλέσουν ζημιά στην φήμη του σήματος και των δικαιούχων του.
  13. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αφού επιδιώκεται και σκοπείται η έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων με αντικείμενο τις ίδιες και/ή παρόμοιες με τις αιτούμενες τελικές θεραπείες της αγωγής.
  14. Η αίτηση των εναγόντων είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική (oppressive and vexatious).» Έρχομαι κατά πρώτο να εξετάσω το ζήτημα της απόκρυψης όπως έχει τεθεί μέσα από την ένσταση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει. Τα γεγονότα που συνιστούν απόκρυψη ή μη πλήρη αποκάλυψη μπορούν να ενταχθούν σε δυο κατηγορίες:
  15. Γεγονότα σε αναφορά με το τι προηγήθηκε από την ημερομηνία πληροφόρησης των εμπορικών αντιπροσώπων της αιτήτριας για «μη αυθεντικά προϊόντα», μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της εδώ αγωγής §§ 10 - 21 της ένστασης.
  16. Απόκρυψη της διαδικασίας που προκλήθηκε μέσα στα πλαίσια της Αγωγής 10842/10, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, §§ 22 -
  17. Ιδιαιτέρως στέκονται οι καθ' ων η αίτηση στο Τεκμ.Β που επισυνάπτεται στην ένσταση: δυο δηλώσεις ημερομηνίας 8.12.2010 που ήταν επισυνημμένες στις Ειδοποιήσεις Κατακράτησης Εμπορευμάτων, υπογραμμένες από τη Χρύσα Ψαρά, με τις οποίες επιβεβαιώνεται ότι τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας των εναγόντων δεν παραβιάζονται, ως έγγραφα που δεν αποκαλύφθηκαν. Οι αιτητές περιορίστηκαν στην καταχώριση του Τεκμ.2 Ειδοποίηση κατακράτησης εμπορευμάτων, Έντυπο Τελωνείου Δ.Δ.1.
  18. Για να δώσω ολοκληρωμένη απάντηση στο ζήτημα θα σταθώ στη θέση των αιτητών όπως προβάλλεται με τις § 6 - 7 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση σε συνδυασμό με την § 8 της ίδιας. «
  19. Στις 1.12.2010 το Τελωνείο μου απέστειλε προσωπικά, ως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της Chivas Holdings (IP) Limited, μπουκάλια Chivas Regal για έλεγχο, τα οποία πήρε από μια μεγάλη ποσότητα μπουκαλιών Chivas Regal μεγάλης αξίας, τα οποία βρίσκονται στις αποθήκες (bonded) της Εταιρίας E.S.D. Allfreight-Kirzis Logistics Limited και δεν έχουν εκτελωνιστεί ακόμη, λόγω του ότι υπήρχε υποψία ότι πρόκειτο περί απομίμησης. Επισυνάπτω σχετικές επιστολές του Τελωνείου ως Τεκμήριο
  20. Αντιπρόσωπος των πελατών μου Chivas Holdings (IP) Limited, έλεγξε τα μπουκάλια και διαπίστωσε ότι έγινε παραποίηση σ' αυτά και οι κωδικοί (LOT) αφαιρέθηκαν από τα μπουκάλια, κατά παράβαση των Άρθρων 18 & 19 του Κοινοτικού Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 178/
  21. Εξ όσων μας πληροφορούν οι πελάτες μου Chivas Holdings (IP) Limited, δεν έχουν εξουσιοδοτήσει οποιονδήποτε εισαγωγέα, αλλά ούτε έχουν δώσει τη συγκατάθεση τους για να εισαχθούν αυτά τα μπουκάλια σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» Εξετάζοντας ένα προς ένα τα σημεία καταλήγω ότι οι αιτητές έχουν αποκαλύψει την προηγούμενη διαδικασία στην αγωγή 10842/10 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Κατά την εξέταση της αίτησης για έκδοση των σχετικών διαταγμάτων και παροχής θεραπειών μέσα στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, το Δικαστήριο είχε ενώπιον του εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα όπως τα περιέγραψαν οι αιτητές σε αναφορά με την πορεία της υπόθεσης, πριν την καταχώριση της αγωγής. Είναι ορθή όμως η επισήμανση ότι οι αιτητές παρέλειψαν να αναφερθούν στην εμφάνιση των εναγομένων και την πρόθεση τους να αμφισβητήσουν το διάταγμα του Δικαστηρίου Λευκωσίας, παραδίδοντας μάλιστα στις 30.12.2010, στους ενάγοντες, Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών αντικρίζει το θέμα στην αγόρευση του: «Περαιτέρω όσο αφορά τον ισχυρισμό περί μη επίδειξης της ένστασης ή και της ένορκης δήλωσης των εναγόμενων που την συνόδευε, είναι η θέση μας ότι αυτός είναι καταχρηστικός, αφού η ένσταση τους στην διαδικασία της 10842/10 είχε απορριφθεί, μετά την απόφαση του δικαστηρίου που έκρινε ότι είχαν εισέλθει παρατύπως στη διαδικασία σαν ενδιαφερόμενο μέρος. Εν πάση περιπτώσει αν ο αόριστος ισχυρισμός περί μη αποκάλυψης εκ μέρους μας των τεκμηρίων που είχαν προσκομίσει στην αγωγή 10842/10 αναφέρεται συγκεκριμένα στα τεκμήρια που σχετίζονται με την απόδειξη περί της γνησιότητας των προϊόντων, έχουμε ήδη απαντήσει σε άλλο σημείο της παρούσης ότι τα έγγραφα αυτά είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα και η προσκόμιση τους στο δικαστήριο θα ήταν αχρείαστη.» Δεν θα συμφωνήσω με τον κ. Γεωργιάδη. Ο διάδικος που προσέρχεται στο Δικαστήριο επιζητώντας μονομερώς θεραπεία, έχει υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλα τα γεγονότα. Το Δικαστήριο είχε το δικαίωμα να γνωρίζει ό,τι προηγήθηκε. Οι αιτητές είχαν υποχρέωση να γνωστοποιήσουν κάθε τι που προηγήθηκε, συμπεριλαμβανομένης της ένστασης ή και της Ένορκης Δήλωσης των εναγομένων που τη συνόδευε. Δεν είναι στο διάδικο να κρίνει τη σκοπιμότητα των πληροφοριών ή των γεγονότων. Ούτε βέβαια είναι στους αιτητές να αποφασίζουν κατά την κρίση τους, αν οι καθ' ων εισήλθαν «παρατύπως» στη διαδικασία ως ενδιαφερόμενο μέρος. Ακόμη, δεν ήταν στην κρίση τους, αν τα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν είναι άσχετα με τα επίδικα θέματα. Οι αιτητές είχαν, είναι η κατάληξη μου υποχρέωση να θέσουν όλα τα στοιχεία και έγγραφα, τόσο εκείνα που υποστήριζαν την αίτηση, όσο και εκείνα που πρόβαλλαν οι καθ' ων η αίτηση ως υπεράσπιση και τις όποιες θέσεις ή αμφισβητήσεις της άλλης πλευράς. Αντιθέτως, με τη μονόπλευρη και κατ' επιλογή παράθεση γεγονότων, αποψίλωσαν το ιστορικό που αφορά στην Αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας, αφήνοντας έξω από την εικόνα τους καθ' ων η αίτηση, που προσπάθησαν να παρέμβουν και να θέσουν τη δική τους εκδοχή ή ενδεχομένως την υπεράσπιση τους. Ορθές είναι επίσης και οι άλλες αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση: δεν απεκαλύφθη εκ μέρους των αιτητών ότι τα εμπορεύματα είναι αυθεντικά. Ότι υπάρχει, όπως και οι ίδιοι οι αιτητές δέχονται τελικώς, είναι μόνο διαγραφή των κωδικών, Lot numbers από τα μπουκάλια, κατά παράβαση των άρθρων 18 και 19 του Κανονισμού Ε.Κ 178/
  22. Το Τεκμ.Β, που συνοδεύει την ένσταση, δήλωση Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού, ημερομηνίας 8.12.2010, δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και ούτε γίνεται αναφορά σ' αυτό από τους αιτητές. Ότι εξάγεται από την §7 είναι πως υπήρξε παραποίηση των κωδικών. Δεν υπάρχει στο σώμα της ένορκης δήλωσης οποιοσδήποτε ρητός ισχυρισμός, περί μη γνησιότητας των προϊόντων. Όπως και δεν υπάρχει και θετική δήλωση περί γνησιότητας. Δεν θα διαφωνήσω με τον κ. Γεωργιάδη ότι οι αιτητές δεν είχαν καμία υποχρέωση να δεκτούν τις όποιες παρατηρήσεις ή συμπεράσματα, υπό μορφή κατάληξης, των Τελωνειακών Λειτουργών περί αυθεντικότητας ή μη των προϊόντων, όπως προβάλλονται μέσα από τις δηλώσεις του Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού ημερομηνίας 8.12.2010, Τεκμ.Β, στην ένσταση. Παραμένει όμως ως γεγονός, ότι οι δηλώσεις αυτές προηγήθηκαν της καταχώρισης της παρούσας αγωγής, όπως και προηγήθηκαν της έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, 23.12.2010, στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Όπως και παραμένει αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι δυο δηλώσεις, Τεκμ.Β, υπογράφονται από την ενόρκως δηλούσα, δικηγόρο. Υπογραφή που τίθεται κάτω από την παρατήρηση: «Τα προϊόντα είναι αυθεντικά αλλά η διαγραφή των κωδικών (LOT numbers) από τα μπουκάλια παραβιάζει τα Άρθρα 18 και 19 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 178/2002 του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου,
  23. Παρακαλώ όπως ελεγχθούν τα προϊόντα από τις αρμόδιες Υγειονομικές Υπηρεσίες.» Και οι δηλώσεις αυτές δεν αποκαλύπτονται στο Δικαστήριο ώστε να στρέψει την προσοχή του στο επι μέρους ζήτημα της διαγραφής των κωδικών και των νομικών παραμέτρων αλλά και των συνεπειών μιας τέτοιας διαγραφής σε αναφορά με την παραβίαση των δικαιωμάτων των αιτητών. Στην αγόρευση του ο δικηγόρος των αιτητών αναφέρεται στα γεγονότα αυτά. Δέχεται ότι ειδική εμπειρογνώμονας των αιτητών στις 7.12.2010 προέβη σε έλεγχο των φιαλών, δέχεται ότι η εμπειρογνώμονας αποφάσισε ότι οι φιάλες ήταν αυθεντικές, αλλά υπήρχε παραποίηση των κωδικών, σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι αναφορά της § 7 αποδίδει το ίδιο νόημα. Άλλο «αντιπρόσωπος» των πελατών και άλλο «εμπειρογνώμονας». Άλλο απουσία θετικής αναφοράς για γνησιότητα και άλλο απλή αναφορά για παραποίηση κωδικών. Η λακωνική αναφορά σε παραβίαση των Άρθρων 18 και 19 του Κοινοτικού Κανονισμού, χωρίς καν προσδιορισμό του τίτλου των Κανονισμών ή της φύσης των προνοιών του ή του αντικειμένου της προστασίας τους, άφηνε στο Δικαστήριο λανθασμένες εντυπώσεις. Αντικειμενικώς και πάλι ιδωμένο το ζήτημα, οδηγούσε το Δικαστήριο στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα, ότι επρόκειτο περί απομίμησης εμπορικού σήματος και παραβίασης των πνευματικών δικαιωμάτων των εναγόντων. Αυτό το συμπέρασμα εύκολα μπορούσε να εξαχθεί, σε παραπομπή πάντοτε με τη γενική οπισθογράφηση, η οποία αποτελεί και το μόνο οδηγό του Δικαστηρίου για διάγνωση των δικαιωμάτων και αξιώσεων των εναγόντων, εφόσον μέχρι την ημέρα της ακρόασης δεν καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησης. Η αναφορά των αιτητών: δεν δόθηκε η συγκατάθεση τους για να εισαχθούν τα προϊόντα σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ότι αυτά προορίζονταν να διατεθούν στην Κυπριακή αγορά, σε συνδυασμό πάντοτε με τον κίνδυνο ζημιάς στη φήμη τους, οδηγούσε το Δικαστήριο σε λανθασμένες ατραπούς. Επισημαίνω ότι και εδώ οι αιτητές δεν θέτουν ξεκάθαρα το πλαίσιο των δικαιωμάτων τους. Διφορούμενη παραμένει και εδώ η κατάσταση. Πρόκειται για ισχυρισμό παράλληλων εισαγωγών ή για προσπάθεια εισαγωγής στη Δημοκρατία προϊόντων απομίμησης. Ο κ. Γεωργιάδης με την αγόρευση του προσπάθησε να συμπληρώσει το κενό επεξηγώντας την § 12 της ένορκης δήλωσης της Χρύσας Ψαρά. «Η εισαγωγή των προϊόντων στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή εξαγωγή τους σε τρίτη χώρα, θα έχει ανεπανόρθωτη βλάβη στην φήμη των εναγόντων-αιτητών. Αυτό συνίσταται στο γεγονός ότι εφόσον δεν ισχυροποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα, οι ενάγοντες-αιτητές θα υποστούν ζημιά τόσο στο εμπορικό τους σήμα όσο και στη φήμη τους, αφού αφενός θα επιτραπεί στους εναγόμενους-καθ' ου η αίτηση να εισάξουν και/ή εξάξουν τις φιάλες με παραποιημένους τους κωδικούς, αποκλείοντας έτσι την δυνατότητα στους ενάγοντες-αιτητές αλλά και στις αρμόδιες αρχές να συνδέουν τους προμηθευτές με τα προϊόντα ούτως ώστε να παρέχεται η μέγιστη δυνατή ασφάλεια τροφίμων, αντίθετα με το πνεύμα του Κανονισμού 178/
  24. Αυτό κατά συνέπεια θα έχει καταστροφικές συνέπειες τόσο για το εμπορικό σήμα όσο και για την φήμη των εναγόντων αφού τα μέγιστα μέτρα ασφάλειας που παρέχει η Chivas Holdings (IP) Ltd στα προϊόντα της Chivas Regal θα μπορούν μέσω των παράλληλων εισαγωγών να παρακάμπτονται κατά ανάλογο τρόπο με αποτέλεσμα η ζημιά που θα υποστεί η Chivas Holdings (IP) Ltd να είναι ανεπανόρθωτη και ο προσδιορισμός της απροσδιόριστος.» Ανεπιτυχής βεβαίως προσπάθεια. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του ό,τι τίθεται με την αγόρευση του δικηγόρου η οποία δεν μπορεί να αμφισβητήσει, να θέσει ή επεξηγήσει γεγονότα. Demeco Company Ltd v. Beckhoff Gassell Chaft B.M.H.

(1988)1 A.A.Δ. 82. Η ένορκη δήλωση παραμένει χωρίς υποστήριξη θέσεων ή επεξηγήσεων των δικαιωμάτων των αιτητών και της έκτασης της παραβίασης τους. ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ - ΜΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ Είναι πλέον νομολογιακά καθιερωμένο, πως ένα πρόσωπο που απευθύνεται στο Δικαστήριο και επιζητεί την έκδοση διατάγματος με μονομερή αίτηση, έχει την υποχρέωση να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα. Τα πιο πάνω τονίστηκαν στην Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd., κ.α,
(2008)1(Α) 801. Όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης θα πρέπει να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, μιας και το Δικαστήριο σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και των δηλώσεων των δικηγόρων του αιτητή. Η αρχή αυτή συναρτάται απόλυτα με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Cobelfret Ro-Ro Services κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733. Ο κανόνας της πλήρους αποκάλυψης όπως τονίστηκε στην υπόθεση Τhe King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington,
(1917)1 K.B. 486 η οποία υιοθετείται στην απόφαση Cobelfret (πιο πάνω), είναι ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας. Το Δικαστήριο δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα. Ο αιτητής θα πρέπει να τα παραθέτει πλήρως και δικαίως. Η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, είναι να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση. Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξαρτήτως αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1988)3 All E.R. 178. Ο Δικαστής Ηλιάδης Δ., με διεξοδικό και αναλυτικό τρόπο υιοθετώντας την υπόθεση Brink's - Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)3 All E.R. 188, έθεσε στην πλήρη του διάσταση το θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης γεγονότων στην οποία παραπέμπω και υιοθετώ. Το Δικαστήριο πρέπει να έχει ενώπιον του όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασης του και που δυνατόν να καθιστούν την αξιολόγηση του εκ των πραγμάτων ελλιπή. Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Tr. Ltd v. Timberland Co.
(1977)1 (Γ) Α.Α.Δ 1791 κρίθηκε πως, αν ένα γεγονός είναι ουσιώδες προσδιορίζεται σε αναφορά με τα επίδικα θέματα. Το ουσιαστικό κριτήριο για ποιά γεγονότα πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό. Ουσιώδες σε κάθε περίπτωση, είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτουμένου διατάγματος. Η αποτυχία αποκάλυψης αυτής καθ' εαυτής, θα πρέπει άλλωστε να εξεταστεί στην ολότητα της αίτησης. Όπως λέχθηκε στη Γρηγορίου (πιο πάνω) θα ήταν άδικο να ακυρωθεί ένα διάταγμα, γι' αυτή και μόνο την παράλειψη, αν κατά τα άλλα και στην ουσία, υπήρχαν τόσα άλλα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου που θα δικαιολογούσαν, εν πάση περιπτώσει, την έκδοση του διατάγματος. Στην απόφαση του Δικαστή Bingham στην Siporex Trade v. Comdel
(1986)Lloyd´s L.R. Vol. 2, σελ. 437, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Γιωρκάτζης και η οποία όντως είναι άμεσα σχετική με την παρούσα, αναφέρθηκαν τα πιο κάτω: "The scope of the duty of disclosure of a party applying ex parte for injunctive relief is, in broad terms, agreed between the parties. Such an applicant must show the utmost good faith and disclose his case fully and fairly. He must, for the protection and information of the defendant, summarize his case and the evidence in support of it by an affidavit or affidavits sworn before or immediately after the application. He must identify the crucial points for and against the application and not rely on general statements and the mere exhibiting of numerous documents. He must investigate the nature of the cause of action asserted and the facts relied on before applying and identify any likely defences. He must disclose all facts which reasonably could or would be taken into account by the Judge in deciding whether to grant the application. It is no excuse for an applicant to say that he was not aware of the importance of matters he has omitted to state." Σχετικές επίσης είναι και οι αποφάσεις που παρατίθενται στην πιο πάνω απόφαση, η οποία σημειώνω πως έτυχε αναφοράς και έγκρισης στην AK INTERNATIONAL UK LIMITED v. ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ 'NAIMES΄
(2004)1(Γ),
  1. Στην πλέον πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου γύρω από το θέμα της μη αποκάλυψης Dmitry Rybolovlev v. Ελενα Rybolovleva, Π.Ε. 130/09, ημερομηνίας 29.1.2010 το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας ως λόγο έφεσης, την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο θέμα της παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους της αιτήτριας και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της, συνοψίζοντας τη νομολογία γύρω από το ζήτημα, έκανε δεκτή την έφεση και τερμάτισε τα διατάγματα που είχαν εκδοθεί στη βάση της: Έκρινε ως ουσιώδη όλα τα θέματα που είχαν εγερθεί και ιδιαιτέρως της μη αποκάλυψης σχετικών προνοιών του Ελβετικού δικαίου. Το καίριο ζήτημα έκρινε το Εφετείο, που θα έπρεπε να απασχολήσει, ήταν κατά πόσο, εκείνα τα στοιχεία του αλλοδαπού δικαίου σχετίζονται με το βάσιμο του δικαιώματος της αιτήτριας, όπως αυτό διαγραφόταν στο δικόγραφο της, με τη σοβαρότητα του ζητήματος που εγειρόταν και με την πιθανότητα επιτυχίας της στην αγωγή. Για να προσθέσει: «Όπως είναι φανερό από το κείμενο της ενδιάμεσης απόφασης, το πρωτόδικο Δικαστήριο προχώρησε στην έκδοση και ακολούθως στην οριστικοποίηση των απαγορευτικών διαταγμάτων, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο ότι τα δικαιώματα της εφεσίβλητης-αιτήτριας αφορούσαν σε περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή σε μετοχές που εδικαιούτο και όχι σε χρηματική διεκδίκηση.» Επανερχόμενη στα όσα η ένσταση προβάλλει ως μη αποκάλυψη διαπιστώνεται ότι οι αιτητές δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία και γεγονότα που προηγήθηκαν της αγωγής, όπως τα προσδιόρισα, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο, να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια κάτω από τη γενική ομπρέλα της παραποίησης εμπορευμάτων. Οι αιτητές είχαν υποχρέωση να συγκεκριμενοποιήσουν, βρίσκω, τα ζητήματα παραθέτοντας την πλήρη εικόνα των γεγονότων και εγγράφων και να στρέψουν την προσοχή του Δικαστηρίου γύρω από τις πρόνοιες του σχετικού Κανονισμού και τις παραβιάσεις των άρθρων 18 και 19 του Κοινοτικού Κανονισμού Ε.Κ. 178/2002 σε συνάρτηση με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας αλλά και να προσδιορίσουν τους κινδύνους από μια τέτοια παράβαση σε συνάρτηση με το πλαίσιο των αξιώσεων τους. Ακόμη θα πρέπει να προστεθεί και κάτι άλλο: οι αιτητές ενώ είχαν πλέον στα χέρια τους όλα τα σχετικά στοιχεία των εμπορευμάτων, παρέλειψαν να τα θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην έχει πλήρη εικόνα ποιά η χώρα προέλευσης ή χώρα τελικού προορισμού. Στοιχεία απαραίτητα για να εξασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια και που συνιστούν ουσιαστικό ζήτημα ως προς τις αξιώσεις των εναγόντων. Το γεγονός ότι τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμ.4, χωρίς το Δικαστήριο να καθοδηγηθεί είτε μέσα από την ένορκη δήλωση, είτε άλλως πως ως, προς την χώρα προέλευσης των προϊόντων ή τη χώρα όπως είπα τελικού προορισμού δεν είναι ικανοποιητικό. Πρόκειται για ειδικά Τελωνειακά ή άλλα έντυπα που χρήζουν κάποιας επεξήγησης ώστε να μπορούν να «διαβαστούν» και να αξιολογηθούν από μη ειδικούς. Κρίνω ότι είναι απαραίτητο για να γίνει κατανοητή η πιο πάνω τοποθέτηση, χωρίς να υπεισέρχομαι στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, να εξετάσω, έστω σε γενικές γραμμές, το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τις αξιώσεις των εναγόντων. Σύμφωνα με τον περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο, Κεφ.268 και τους Κανονισμό 40/94/ΕΕΚ και Οδηγία 89/104/ΕΕΚ περί Εγγραφής Εμπορικού Σήματος, ο ιδιοκτήτης εμπορικού σήματος έχει αποκλειστικό δικαίωμα επ' αυτού και δικαιούται να απαγορεύει σε τρίτο να το χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του χωρίς τη συγκατάθεση του. Το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.) ασχολήθηκε εκτεταμένα με την ερμηνεία και εφαρμογή της Οδηγίας 89/104/ΕΕΚ και κατά συνέπεια την ερμηνεία και εφαρμογή των σχετικών προνοιών τους που έχουν υιοθετηθεί και εφαρμοστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία με τον Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμο, Κεφ. 268 ως τροποποιήθηκε, ο οποίος εφαρμόζει τις πρόνοιες της εν λόγω Οδηγίας. Όσον αφορά στην περίπτωση προϊόντων που τέθηκαν σε κυκλοφορία εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου από τον δικαιούχο του σήματος ή με τη συγκατάθεσή του και τα οποία εισάγονται εντός κράτους μέλους, χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου, αναγνωρισμένη αυθεντία αποτελεί η υπόθεση Silhouette International Schmied GmbH & Co. KG v Hartlauer Handelsgesellschaft mbH (Case C-355/96), Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 2001 σελίδα I -
  2. Στην πιο πάνω υπόθεση συζητήθηκε το θέμα της ανάλωσης των δικαιωμάτων του δικαιούχου σε ένα εμπορικό σήμα τόσο εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου όσο και εκτός. Συγκεκριμένα στο σκεπτικό της απόφασης του στην πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο άρθρο 7 της Οδηγίας 89/104/ΕΕΚ ως ακολούθως: «Το άρθρο 7 της Οδηγίας (89/104/ΕΕΚ), το οποίο αφορά την ανάλωση των δικαιωμάτων που παρέχει το σήμα, ορίζει: «
  3. Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί υπό το σήμα αυτό στο εμπόριο μέσα στην Κοινότητα από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.
  4. Η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται εάν ο δικαιούχος έχει νόμιμους λόγους να αντιταχθεί στη μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των προϊόντων, ιδίως όταν η κατάσταση των προϊόντων μεταβάλλεται ή αλλοιούται μετά τη διάθεση τους στο εμπόριο.
  5. Σύμφωνα με το άρθρο 65, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το παράρτημα ΧVII, σημείο 4, της Συμφωνίας ΕΟΧ, το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας τροποποιήθηκε για τους σκοπούς της Συμφωνίας, οπότε η φράση «μέσα στην Κοινότητα» αντικαταστάθηκε από τις λέξεις «στην αγορά ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη» (δηλαδή του Ε.Ο.Χ.). Αξίζει να σημειωθεί ότι το άρθρο 7 της Οδηγίας 89/104/ΕΕΚ έχει τύχει εφαρμογής στην Κυπριακή νομοθεσία με το άρθρο 6
(7)του Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφάλαιο 268 ως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 176(Ι) του 2000. Το άρθρο 6
(7)του Νόμου αυτού προβλέπει ότι: «Το δικαίωμα που παρέχετε με την εγγραφή εμπορικού σήματος, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του εν λόγω σήματος να απαγορεύει τη χρήση του εμπορικού σήματος για εμπορεύματα που έχουν διατεθεί υπό το εμπορικό σήμα στο εμπόριο μέσα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα από τον ίδιο τον ιδιοκτήτη ή με τη συγκατάθεσή του. Νοείται ότι το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται αν ο ιδιοκτήτης έχει νόμιμους λόγους να αντιταχθεί στην μεταγενέστερη εμπορική εκμετάλλευση των εμπορευμάτων, ιδίως όταν η κατάσταση των εμπορευμάτων μεταβάλλεται ή αλλοιώνεται μετά την διάθεση τους στο εμπόριο.» Ως φαίνεται ξεκάθαρα από τα πιο πάνω το λεκτικό του άρθρου 6
(7)του Περί Εμπορικών Σημάτων Νόμου, Κεφάλαιο 268 ως τροποποιήθηκε είναι πανομοιότυπο ή ουσιαστικά όμοιο με το λεκτικό του άρθρου 7 της Οδηγίας 89/104/ΕΕΚ. Στην μετέπειτα Αγγλική υπόθεση Mastercigars Direct Ltd v. Hunters & Frankau Ltd,
(2006)R.P.C. 32, το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η αυθεντία στο θέμα της ύπαρξης ή μη συγκατάθεσης στο εμπόριο στον Ε.Ο.Χ. προϊόντων τα οποία προέρχονται από χώρες μη μέλη του Ε.Ο.Χ. είναι η απόφαση του Δ.Ε.Κ. στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Davidoff και Levi Strauss C-414/99 έως C-416/
  1. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ως κανόνας δικαίου, όσον αφορά τις παράλληλες εισαγωγές προϊόντων, τα οποία φέρουν εμπορικά σήματα τρίτων, ανεξαρτήτως αυθεντικότητας τους, από χώρες εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου σε οποιοδήποτε κράτος μέλος αυτού, χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου, απαραιτήτως εφαρμόζεται η ερμηνεία της Οδηγίας 89/104/ΕΚ όπως αυτή έχει αποδοθεί από το Δ.Ε.Κ. στην υπόθεση Silhouette και στις Davidoff και Levi Strauss (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-414/99 έως C-416/99), ανωτέρω. Πέρα από τις πιο πάνω παρατηρήσεις μου θα ήθελα να επισημάνω και τα πιο κάτω, όπως προκύπτουν από την υπόθεση C-405/03 26 Μαίου 2005, όπου ζητήθηκαν από το Δικαστήριο διευκρινίσεις ως προς την ερμηνεία της φράσεως «να χρησιμοποιεί [ένα σήμα] στις συναλλαγές» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 5 της οδηγίας περί εμπορικών σημάτων, Οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21.12.1988, όπου προς απάντηση των ερωτημάτων δόθηκαν οι πιο κάτω απαντήσεις: «
  2. Ο δικαιούχος εμπορικού σήματος δεν μπορεί να εναντιωθεί στην είσοδο, χωρίς τη συγκατάθεσή του, στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, μη κοινοτικών εμπορευμάτων τα οποία φέρουν το σήμα του και τα οποία έχουν υπαχθεί σε κοινοτικό καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης ή τελωνειακής αποταμίευσης, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω εισαγωγή αυτή καθαυτή συνιστά «χρησιμοποίηση (του σήματος) στις συναλλαγές», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων.
  3. Ενόσω τα εν λόγω εμπορεύματα διατηρούν τον χαρακτήρα των μη κοινοτικών προϊόντων, η προσφορά τους προς πώληση ή η πώλησή τους δεν συνιστούν «χρησιμοποίηση (του σήματος) στις συναλλαγές», κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ.
  4. Ο δικαιούχος του εμπορικού σήματος το οποίο φέρουν τα εν λόγω εμπορεύματα νομιμοποιείται, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ, να εμποδίσει τη θέση τους σε ελεύθερη κυκλοφορία στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο.
  5. Στην παρούσα φάση εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οσάκις δικαιούχος εμπορικού σήματος προσφεύγει στα δικαστήρια επικαλούμενος παραβίαση του εμπορικού του σήματος, το ποιος διάδικος φέρει το βάρος αποδείξεως καθορίζεται σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες, εκτός αν πρόκειται για το ζήτημα αν τα εμπορεύματα διατέθηκαν προς εμπορία στην αγορά εντός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, υπό το σήμα αυτό, με τη συγκατάθεση του δικαιούχου.» Γίνεται πλέον πολύ καλά αντιληπτό ότι μετά την είσοδο της Κυπριακής Δημοκρατίας ως πλήρους μέλους της Ε.Ε. και την εναρμόνιση του Εθνικού Δικαίου με τη Κοινοτική Νομοθεσία ένας μεγάλος όγκος κανονισμών και οδηγιών της Ε.Ε. υπεισέρχεται στο νομολογιακό πλαίσιο της φύσης υποθέσεων, όπως η υπό εξέταση. Η ίδια η επιζητούμενη θεραπεία απαγόρευση εισαγωγής, εξαγωγής ή κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εμπόριο στη Δημοκρατία ή σε χώρα μέλους της Ε.Ε. ή σε οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα ως εκ της φύσης της, επέβαλλε αυξημένη υποχρέωση στους αιτητές να στρέψουν την προσοχή του Δικαστηρίου προς τα πιο πάνω ζητήματα. Η γενική αναφορά της § 6 ότι οι ενάγοντες δεν είχαν εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε εισαγωγέα, αλλά ούτε είχαν δώσει τη συγκατάθεση τους για να εισαχθούν αυτά τα μπουκάλια σε χώρα τις Ε.Ε. δεν συνιστά κατά την κρίση μου ικανοποιητική αποκάλυψη με την έννοια ότι απουσιάζει καταλυτικά, η παράθεση ουσιαστικών και κρίσιμων σημείων ως προς τον σαφή προσδιορισμό και ή καθόλου του αγώγιμου δικαιώματος και την έκταση της επιζητούμενης προστασίας. Αλλά ακόμη και τον προσδιορισμό, της όποιας υπεράσπισης, είχαν ενδεχομένως, οι καθ' ων η αίτηση, ή σε σχέση με το καθεστώς κάτω από το οποίο τελούσαν τα εμπορεύματα, υπό κοινοτικό καθεστώς εξωτερικής διαμετακόμισης, «transit», ούτως ώστε το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, ενδέχετο αν γνώριζε με λεπτομέρεια τα γεγονότα να περιορίσει το διάταγμα αναλόγως, π.χ. να εκδώσει το διάταγμα περιορίζοντας την απαγόρευση μόνο στην κυκλοφορία των προϊόντων στην Κυπριακή Δημοκρατία ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα του Ε.Ο.Χ. Ή τέλος να αρνηθεί την έκδοση του μονομερώς. Είναι η κατάληξη μου ότι όσα πιο πάνω κρίθηκαν ως μη αποκαλυφθέντα ή μη παρουσιασθέντα κατά τρόπο ειλικρινή και δίκαιο συνιστούσαν ουσιώδη ζητήματα της διαφοράς των διαδίκων. Άπτονταν της βάσης των δικαιωμάτων και διεκδικήσεων των αιτητών: της πιθανότητας επιτυχίας τους στην αγωγή στη βάση της γενικής οπισθογράφησης. Το κάθε ένα από τα στοιχεία αυτά, αλλά και σωρευτικά, κρίνω ότι με τον τρόπο που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ή που παραλήφθηκαν από τους αιτητές κατά τη διαδικασία της μονομερούς αίτησης, αντικειμενικώς ιδωμένα, πρόβαλλαν μια εικόνα πραγμάτων, από νομικής, όσο και πραγματικής διάστασης, αν όχι πολύ διαφορετικής από εκείνη που τελικά διαμορφώθηκε κατά την ακρόαση, τουλάχιστον θα έλεγα μιας «γκρίζας ζώνης»: υπήρχε αδυναμία σαφήνειας και προσδιορισμού των ουσιωδών γεγονότων. Το Δικαστήριο ενήργησε εκλαμβάνοντας ως δεδομένη τη μη γνησιότητα των εμπορευμάτων αντίκρισε το θέμα κάτω από το γενικότερο πλαίσιο του αθέμιτου ανταγωνισμού και της παραβίασης κοινοτικού σήματος και όχι της παραβίασης συγκεκριμένου νομοθετήματος. Ασχέτως αν στο τέλος της ημέρας μια τέτοια παραβίαση δυνατόν να οδηγεί στο αυτό αποτέλεσμα: παραβίαση της ευρύτερης έννοιας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή του δικαιώματος του ιδιοκτήτη του εγγεγραμμένου κοινοτικού σήματος. Ως εκ τούτου στη βάση της εικόνας που παρουσίασαν οι αιτητές και κάτω από την κρίση του επείγοντος η κρίση του Δικαστηρίου κατέστη ακροσφαλής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα διατάγματα που έχουν εκδοθεί ακυρώνονται λόγω μη αποκάλυψης. Στη βάση της κατάληξης μου δεν παρέχεται περιθώριο εξέτασης των λοιπών ζητημάτων, όπως έχουν τεθεί με την ένσταση. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα / Παραβίαση Κοινοτικού Σήματος / Απόκρυψη Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.