Marfin Popular Bank Public Co Ltd ν. Κατερίνα Ψαρή κ.α., Αρ. Αγωγής: 5334/09, 1 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A24 Αρ. Αγωγής: 5334/09 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd εκ Λευκωσίας Ενάγουσας και
- Κατερίνα Ψαρή, εκ Λεμεσού
- Περικλής Ψαρή, εκ Λεμεσού Εναγομένων Αίτηση ημερ. 15.10.10 υπό ενάγοντος - αιτητή για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 1 Φεβρουαρίου
- Για ενάγοντα - αιτητή: κα Χάρις Βοσκαρίδου Για εναγόμενο 2 - καθ' ου η αίτηση: κα Έλενα Ιωάννου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον των εναγομένων ανέρχεται στο ποσό €111.881,85, πλέον τόκους και έξοδα και εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό συμφωνίες δανείου με την εναγομένη 1 ως πρωτοφειλέτιδα και την εγγύηση του εναγομένου
- Ο εναγόμενος 2 κατεχώρησε υπεράσπιση & ανταπαίτηση στην αγωγή. Ακολούθησε αίτημα της ενάγουσας για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης, το οποίο απορρίφθηκε όμως στις 9.7.10 από συνάδελφο Δικαστή που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης. Οι λόγοι απόρριψης αναφέρονται με λεπτομέρεια στην ενδιάμεση απόφαση της συναδέλφου και δεν θεωρώ σκόπιμο να τους επαναλάβω στο παρόν στάδιο. Σημειώνω μόνο ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι στην ένορκο δήλωση που συνόδευε την αίτηση, υπήρχαν αβάσιμοι και αντιφατικοί ισχυρισμοί με αποτέλεσμα να στερείται της δυνατότητας να αξιολογήσει κατά πόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις ούτως ώστε να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της αιτούμενης τροποποίησης. Επιπλέον σύμφωνα με την πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να λάβει υπόψη, τις παραγράφους 4 & 5 της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση και η οποία έγινε από Δικηγορική υπάλληλο καθότι αυτές είναι αντικανονικές και αντίκεινται στις πρόνοιες της Δ.39.Θ.
- Ακολούθησε στις 15.10.10 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία η ενάγουσα ζητά τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με τις ίδιες θεραπείες που ζητούσε στην προηγούμενη απορριφθείσα αίτηση της ημ. 11.5.
- Την παρούσα αίτηση συνοδεύει αυτή την φορά, ένορκη δήλωση της Πόλας Θεοχάρους, η οποία είναι στην υπηρεσία της ενάγουσας στο Τμήμα Είσπραξης Χρεών. Σύμφωνα με την ομνύουσα, ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση, την πληροφόρησε ότι κατά τη σύνταξη της έκθεσης απαίτησης από αβλεψία δεν έχουν συμπεριληφθεί συγκεκριμένα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση της ενάγουσας. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις κατά την ενόρκως δηλούσα, είναι ως εκ τούτου απαραίτητες για την επίλυση της επίδικης διαφοράς και για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Επιπλέον ως την συμβουλεύει ο δικηγόρος της ενάγουσας, η αίτηση γίνεται καλόπιστα, οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αλλάζουν τη βάση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγομένους. Ο εναγόμενος 2 καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Σε αυτήν επικαλείται δεδικασμένο με την έννοια ότι τα ίδια θέματα έχουν αποφασιστεί με την απόφαση της συναδέλφου ημερομηνίας 9.7.
- Επιπλέον, οι αιτητές έχουν αποκρύψει το στοιχείο αυτό στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Ακόμα, είναι η θέση του εναγομένου 2 ότι η παρούσα αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών αφού τα επίδικα θέματα έχουν λυθεί οριστικά με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.7.
- Επί της ουσίας, είναι η θέση του εναγομένου 2 ότι αιτούμενη τροποποίηση έχει αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση της υπόθεσης και όχι στη διακρίβωση των μεταξύ των διαδίκων πραγματικών διαφορών. Αγορεύσεις Η συνήγορος της ενάγουσας - αιτήτριας στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, υποστηρίζοντας ότι αυτή πληροί τις προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση του αιτήματος. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του εναγομένου 2 για ύπαρξη δεδικασμένου, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η προγενέστερη αίτηση δεν έχει απορριφθεί κατόπιν εξέτασης της ουσίας της αλλά ένεκα της ύπαρξης αβάσιμων και αντιφατικών ισχυρισμών σε σχέση με την αναγκαιότητα της αιτούμενης τροποποίησης. Το Δικαστήριο υπό τας περιστάσεις δεν υπεισήλθε στην ουσία της αίτησης για να αξιολογήσει κατά πόσο στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Στη συνέχεια, η συνήγορος με αναφορά σε νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, ισχυρίστηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις προκειμένου να επιλύονται οι ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των διαδίκων. Ισχυρίζεται τέλος ότι η αίτηση είναι καλόπιστη και γίνεται για να μπορέσει το Δικαστήριο να προσδιορίσει και να αποφασίσει τις ουσιαστικές διαφορές των μερών. Επιπλέον εάν δοθεί η αιτούμενη τροποποίηση, οι εναγόμενοι δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Η συνήγορος του εναγομένου 2 - καθ' ου η αίτηση, ισχυρίστηκε αρχικά ότι η ένορκη δήλωση που έγινε προς υποστήριξη της αίτησης, είναι άκυρη και χωρίς καμία δικονομική αξία. Συγκεκριμένα, η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (Jurat) δεν συνάδει με το πρότυπο που παρέχει το έντυπο 35 του δικονομικού κανονισμού της Δ.39 Θ
- Επίσης, το Δικαστήριο δε θα πρέπει να λάβει υπόψη την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση διότι περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς σε ουσιώδη θέματα με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του εξουσία κατά πόσον θα επιτρέψει την αίτηση. Στη συνέχεια, η συνήγορος επικαλέστηκε δεδικασμένο αλλά και παράληψη της ενόρκως δηλούσας στην αίτηση να αναφερθεί ότι τα συγκεκριμένα επίδικα ζητήματα έχουν επιλυθεί από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούσε η ίδια διαδικασία με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.7.
- Επί της ουσίας, η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση ισχυρίστηκε ότι δεν πληρούνται ουσιαστικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος, το οποίο γίνεται με αποκλειστικό σκοπό να καθυστερήσει και περιπλέξει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης του εναγομένου
- Αυτό γιατί στην αίτηση αλλά και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, οι ενάγοντες αναφέρονται σε διάφορα έγγραφα όπως δύο υποθήκες, τρείς τραπεζικούς λογαριασμούς, προειδοποιητικές επιστολές και επιστολές τερματισμού αλλά παρόλα αυτά, παραλείπουν να επισυνάψουν τα εν λόγω έγγραφα στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα Η αίτηση στηρίζεται στον Κανονισμό 25 Θ1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει την τροποποίηση δικογράφου δυνάμει του πιο πάνω κανονισμού, υπήρξε αντικείμενο πληθώρας αποφάσεων τόσο των Αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου. Η σύγχρονη τάση όπως προκύπτει από τη Νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις ακόμη και όπου αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Τα πιο πάνω αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 όπου υιοθετήθηκε το πιο κάτω απόσπασμα του Λόρδου Denning στην Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754: "I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε σε μεταγενέστερη νομολογία. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Easton v. Ford Motor Co Ltd
(1993)4 All E.R. 257 και Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ 44), στην οποία λέχθηκε μεταξύ άλλων ότι το θέμα ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης Δίκης. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, ταυτίζεται πλήρως με τις αρχές που εφαρμόζονται στην Αγγλία επί του θέματος αυτού. Οι προϋποθέσεις τις οποίες το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Στέλιου Βουνιώτη ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 33. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση αυτή: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης της υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 Ch. D. 361 υπεδείχθη ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη". Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης, και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. (Βλ. Astor Manufacturing Ltd κ.ά. v. A & G Leventis κ.ά.
(1983)1 Α.Α.Δ. 926 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι οι ισχυρισμοί της συνηγόρου για τον καθ' ου η αίτηση για το αντικανονικό της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι η βεβαίωση του πρωτοκολλητή (Jurat) δεν συνάδει με το πρότυπο που παρέχει το έντυπο 35 του δικονομικού κανονισμού της Δ.39 Θ.
- Οι διατάξεις της Δ.39 Θ.10 έχουν ως ακολούθως: «
- The person taking the affidavit shall note immediately at the foot thereof, towards the left side of the paper, the time when and the place where the affidavit is taken, and that the affidavit was sworn and signed before him; he shall sign the jurat and describe his office. (Form 35).» Από μελέτη της βεβαίωσης που τέθηκε στην ένορκη δήλωση της αίτησης, προκύπτει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός για αντικανονικότητα. Το πρόσωπο ενώπιον του οποίου έγινε η ένορκη δήλωση, αναγράφει στο κάτω αριστερό μέρος της δήλωσης ότι η ενόρκως δηλούσα ορκίστηκε ενώπιον του, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 15/10/
- Στην συνέχεια υπογράφει την βεβαίωση και περιγράφει τον τίτλο του ως «Πρωτοκολλητής». Κρίνω ως εκ τούτου ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Θ.10 έχουν τηρηθεί και δεν τίθεται ζήτημα αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Η πλευρά του καθ' ου η αίτηση έθεσε επίσης ζήτημα δεδικασμένου αναφορικά με τα επίδικα θέματα της παρούσας. Η αρχή του δεδικασμένου (res judicata) καθιερώθηκε σύμφωνα με την νομολογία με στόχο την αποτροπή του φαινομένου να υποχρεωθεί ένας διάδικος να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές για το ίδιο θέμα. Δυνάμει της πιο πάνω αρχής, οι διάδικοι εμποδίζονται από το να εγείρουν εκ νέου ζητήματα για τα οποία το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί. Για την στοιχειοθέτηση δεδικασμένου, απαιτείται σύμφωνα με την νομολογία ταυτότητα διαδίκων και επιδίκων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττα) ν. Σ.Μ. Φλοκκάς Λτδ, κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1703). Επιπλέον για να ισχύει δεδικασμένο, απαιτείται όπως το Δικαστήριο αποφανθεί στην πρώτη υπόθεση με τρόπο καθοριστικό επί της ουσίας των επιδίκων θεμάτων. Με αυτήν την έννοια δεν υπάρχει δεδικασμένο στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο δεν έχει μορφώσει γνώμη και αποφασίσει στην αρχική διαδικασία επί της ουσίας του επιδίκου θέματος. Σχετική είναι η απόφαση KSR Comercio S.A v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ 309 που αφορούσε ισχυρισμούς για δεδικασμένο σε ενδιάμεση αίτηση όπως και στην παρούσα περίπτωση. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού παρέθεσε τις γενικές αρχές που ισχύουν στις περιπτώσεις δεδικασμένου, σημείωσε τα πιο κάτω: «Είναι, εντούτοις, απαραίτητη προϋπόθεση, όπως επισημαίνεται και στην παραπάνω απόφαση, η μόρφωση και έκφραση γνώμης από το δικαστήριο με τρόπο καθοριστικό είτε σε ζήτημα νομικό είτε πραγματικό. Η ενασχόληση του δικαστηρίου με την ουσία του επίδικου θέματος είναι η βάση για την εφαρμογή του δόγματος res judicata. Βλέπε Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 16 παράγραφος
- Ο όρος "δικαστική διαδικασία" περιλαμβάνει και αίτηση στην οποία εκδόθηκε παρεμπίπτουσα διαταγή: Peareth v. Marriott [1882] 22 Ch.D. 182, 191 και Badar Bee ν. Habib Merican Noordin [1909] A.C. 615, P.C. Στην απόφασή του το δικαστήριο επεσήμανε την παντελή έλλειψη υλικού που θα του επέτρεπε να ασκήσει την οποιαδήποτε εξουσία έχει στο ζήτημα. Δεν προέβη σε αξιολόγηση, αντιπαραθέτοντας μάλιστα αποδεικτικά στοιχεία. Με άλλα λόγια δεν έγιναν πραγματικά ευρήματα. Με περαιτέρω λόγια δε δόθηκε απόφαση (adjudication, determination) επί της ουσίας οποιουδήποτε θέματος νομικού ή πραγματικού που θα θεμελίωνε res judicata.» Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται βέβαια ότι υπάρχει ταυτότητα διαδίκων και επιδίκων θεμάτων με την προηγούμενη αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ημερομηνίας 11.5.
- Ενόψει τούτου, το θέμα δεδικασμένου που εγέρθηκε θα πρέπει να εξεταστεί μόνο μέσα από το ερώτημα κατά πόσο η απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 9.7.10, αποφάνθηκε επί της ουσίας της διαφοράς και του αντικειμένου της προηγούμενης αίτησης. Κατά πόσο δηλαδή το Δικαστήριο έκρινε ότι η αιτήτρια δεν δικαιούται του αιτούμενου Διατάγματος επί της ουσίας επειδή δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος όπως αυτές καθορίστηκαν από την νομολογία. Έχω μελετήσει με προσοχή της ενδιάμεση απόφαση της συναδέλφου ημερομηνίας 9.7.
- Προκύπτει ότι το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, απορρίφθηκε όχι λόγω έλλειψης των προϋποθέσεων που καθορίζει η νομολογία αλλά λόγω του ότι δεν δόθηκε αποδεκτή μαρτυρία με την έννοια ότι η ένορκη δήλωση της αίτησης, περιείχε αντιφατικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Το στοιχείο αυτό σύμφωνα με την απόφαση της συναδέλφου, στερούσε από το Δικαστήριο την δυνατότητα να αποφασίσει επί των δεδομένων της υπόθεσης ούτως ώστε να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να αποφανθεί επί της ουσίας κατά πόσον δηλαδή ίσχυαν οι προϋποθέσεις που θα δικαιολογούσαν έγκριση του αιτήματος. Δεν υπάρχει ως εκ τούτου τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κρίνεται ότι δεν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος τροποποίησης. Η έλλειψη μαρτυρικού υλικού που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας δεν αποτελεί δεδικασμένο σύμφωνα με την νομολογιακές αρχές που παρέθεσα πιο πάνω. Οι ισχυρισμοί ως εκ τούτου για δεδικασμένο που προβλήθηκαν από τον καθ' ου η αίτηση, απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Το ίδιο ισχύει και για τους ισχυρισμούς για αντικανονικότητα της ένορκης δήλωσης της αίτησης λόγω διαζευκτικών ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας σε αυτήν. Η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση δεν καθόρισε στην ένσταση της ούτε και αναφέρθηκε στην αγόρευση της ενώπιον του Δικαστηρίου, πού εντοπίζονται οι διαζευκτικοί ισχυρισμοί που αναφέρει ότι περιέχονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, έχω μελετήσει με προσοχή την πιο πάνω ένορκη δήλωση και δεν έχω εντοπίσει διαζευκτικούς ισχυρισμούς σε ουσιώδη ζητήματα που να δικαιολογούν την θέση της συνηγόρου ότι με τον τρόπο που συντάχθηκε, το Δικαστήριο εμποδίζεται να ασκήσει την διακριτική του εξουσία κατά πόσον θα επιτρέψει την έγκριση του αιτήματος. Η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση, ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι υπήρξε προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου επειδή δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αίτησης, το γεγονός της απόρριψης της προηγούμενης αίτησης τροποποίησης. Ούτε όμως αυτή η θέση ευσταθεί. Εν πρώτοις, η παρούσα δεν αποτελεί μονομερή αίτηση, στην οποία σύμφωνα με την νομολογία η αιτήτρια όφειλε να αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα λόγω απουσίας της άλλης πλευράς. Επιπλέον, το γεγονός της απόρριψης της προηγούμενης αίτησης, προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Οι αρχές για αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων, αφορούν μονομερείς αιτήσεις και αναφέρονται σε στοιχεία που δεν είναι υπόψη του Δικαστηρίου κατά την μονομερή εξέταση αιτημάτων και δεν προκύπτουν επίσης από τον φάκελο της υπόθεσης. Δεν τίθεται ως εκ τούτου ζήτημα παραπλάνησης του Δικαστηρίου όπως εισηγήθηκε η συνήγορος του καθ' ου η αίτηση. Με δεδομένα τα πιο πάνω θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κατά πόσον δηλαδή πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για την έγκριση του αιτήματος. Έχοντας υπόψη τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών όπως προκύπτουν από τα μέχρι τώρα καταχωρηθέντα Δικόγραφα αλλά και τις ένορκες δηλώσεις της παρούσας διαδικασίας, κρίνω ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εισάγουν νέα βάση αγωγής ούτε επιφέρουν την ριζική μετατροπή της απαίτησης της ενάγουσας. Αυτό που επιδιώκεται στην ουσία, είναι η εισαγωγή ισχυρισμών επεξηγηματικών των συμβατικών σχέσεων των διαδίκων και της θέσης των εναγόντων αναφορικά με τα ποσά που διεκδικούν από τους εναγομένους. Επιζητείται συγκεκριμένα, η αντικατάσταση του ισχυρισμού που αφορά τις υποθήκες που παραχώρησε η εναγομένη 1 προς εξασφάλιση του δανείου ούτως ώστε να αναφέρεται στο ½ και όχι στο όλο μερίδιο της, όπως φαίνεται στην αρχική έκθεση απαίτησης. Διαφοροποιείται επίσης το παρακλητικό, διαχωρίζοντας την απαίτηση για την εναγομένη 1 με απαίτηση πλην των επιδίκων ποσών και σε αιτούμενη θεραπεία για εκποίηση των υποθηκών. Ειδικότερα για τον καθ' ου η αίτηση εναγόμενο 2, περιορίζεται η απαίτηση της ενάγουσας για ποσά που κατ' ισχυρισμό οφείλονται δυνάμει σύμβασης εγγύησης που υπέγραψε σε σχέση με στεγαστικό δάνειο της εναγομένης
- Επιπλέον, κρίνω ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, ο καθ' ου η αίτηση δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Πέραν του γεγονότος ότι πλείστες τροποποιήσεις δεν τον αφορούν, η διευκρίνιση των ποσών που η ενάγουσα ζητά από τον κάθε εναγόμενο όχι μόνο δεν πλήττει τα δικαιώματα του αλλά κατά την κρίση μου είναι υποβοηθητική και για τον ίδιο ούτως να είναι σε θέση να γνωρίζει τι θα αντιμετωπίσει στο Δικαστήριο. Ούτε βέβαια ισχύει η θέση ότι επηρεάζονται τα συμφέροντα του εναγομένου 2 επειδή δεν επισυνάφθηκαν στην αίτηση οι συμφωνίες δανείου, εγγύησης και υποθηκών, στις οποίες αναφέρθηκε η ενόρκως δηλούσα για την αιτήτρια. Υπενθυμίζω ότι στα στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε και αποτελεί προϋπόθεση για την έγκριση αιτήματος τροποποίησης, η αποκάλυψη μαρτυρικού υλικού που ο αιτητής θα χρησιμοποιήσει στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και μετά από συνυπολογισμό όλων των δεδομένων της υπόθεσης, κρίνω ότι η διακριτική μου εξουσία θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Με δεδομένη την φύση της αξίωσης σε συνυπολογισμό και με τους άλλους παράγοντες της νομολογίας, βρίσκω ότι με την έγκριση της αίτησης εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της Δικαιοσύνης αφού θα δοθεί η δυνατότητα στο Δικαστήριο να επιληφθεί των ουσιαστικών διαφορών των διαδίκων. Αντιθέτως, κρίνω ότι τυχόν απόρριψη της αίτησης θα στερούσε ουσιαστικά από την αιτήτρια, του δικαιώματος να παρουσιάσει την υπόθεση της όπως η ίδια κρίνει ορθό, ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, σημαντικό στοιχείο στην πιο πάνω απόφαση μου, αποτελεί το γεγονός ότι η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμα αρχίσει ούτως ώστε η εκτροπή από την πορεία της Δίκης να μειώνεται σημαντικά. Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως το αιτητικό της παρούσας αίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Να ακολουθήσει εντός 21 ημερών η υπεράσπιση. Στην συνέχεια να ακολουθηθούν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. Αναφορικά με τα έξοδα, το κύριο κριτήριο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι η υπαιτιότητα των δύο μερών για την δημιουργία τους (βλ, Phylactou ν. Michael
(1982)1 CLR 204). Στην παρούσα υπόθεση, βρίσκω ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ευθύνεται σε οποιονδήποτε βαθμό στην δημιουργία των εξόδων που χάνονται με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα αυτά χάνονται μόνο από την παράλειψη της αιτήτριας να καταχωρήσει στο αρχικό δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης, τους ισχυρισμούς που σήμερα επιχειρεί να προσθέσει. Κρίνω ως εκ τούτου ότι τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί στο σύνολο τους η ενάγουσα - αιτήτρια. Δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα έξοδα της παρούσας αίτησης, τα οποία θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί ο εναγόμενος 1 - καθ' ου η αίτηση. Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να αποκλίνω από τον βασικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας, τα δικαιούται ο επιτυχών διάδικος που στην περίπτωση αυτή είναι η ενάγουσα - αιτήτρια. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως όλα τα έξοδα της αγωγής που χάνονται από την τροποποίηση να τα επιβαρυνθεί η ενάγουσα - αιτήτρια ενώ τα έξοδα της παρούσας αίτησης να βαρύνουν τον εναγόμενο 1 - καθ' ου η αίτηση. Όλα τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε, στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο