ΚΩΣΤΑΣ ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗ ν. ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ κ.α., Αριθ. Αγωγής : 1497/2005, 2 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A25 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Eνώπιον: Τ. Νικολάου, Προσ. Ε.Δ Λ.Κ.25.000 Λ.Κ. 50.000 Αριθ. Αγωγής : 1497/2005 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΣ ΠΙΤΣΙΛΛΙΔΗ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και
- ΕΘΝΙΚΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, από τη Λευκωσία
- ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση του ενάγοντα ημερομηνίας 28.9.2010 για προσθήκη διαδίκου Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για αιτητές - ενάγοντες: κα Γ. Νικολάου για κ.κ.Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση κα Μ. Πατσαλίδου) Για καθ΄ων η αίτηση - εναγόμενους 1 και 2: κ. Γιώργος Λοΐζου για κ.κ.Άντη Τριανταφυλλίδη & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. κ. Μ. Αρμεύτης Για καθ' ων η αίτηση - εναγομένους 1: κ. Γιώργος Λοΐζου για κ.κ. Κούσιο & Κορφιώτη (για να ακούσει απόφαση κα Ε. Κορφιώτου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ακρόαση της υπόθεσης άρχισε στις 13.9.10 με πρώτο μάρτυρα τον ενάγοντα και συνεχίστηκε στις 16.9.10 και 17.9.10 με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του. Παραμένει η επανεξέταση του. Η υπόθεση ορίστηκε για συνέχιση της ακρόασης στις 29.9.
- Στις 28.9.10, ο ενάγοντας καταχώρισε την επίδικη αίτηση, η οποία ορίστηκε κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου στις 29.9.
- Εκείνη την ημέρα, η συνήγορος του ενάγοντα ζήτησε αναβολή της ακρόασης και εισηγήθηκε ότι η εξέταση της εν λόγω αίτησης πρέπει να προηγηθεί της συνέχισης της ακρόασης της υπόθεσης. Οι εναγόμενοι δεν έφεραν ένσταση στο αίτημα για αναβολή. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 26.10.10 και στις 15.10.10 οι εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή ένσταση. Με την αίτηση του ο ενάγοντας ζητά: (α) την προσθήκη της αλλοδαπής εταιρείας "Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η Εθνική" ως εναγομένους
- (β) (ι) την τροποποίηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος με την προσθήκη νέας παραγράφου ως ακολούθως: "
- Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά των πιο πάνω αν φανεί ότι οι εναγόμενοι 1 δε διαδέχθηκαν καθολικά σε όλες τις εργασίες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα τους προκατόχους τους και/ή τους εναγομένους 3, συμπεριλαμβανομένης της παρούσας απαίτησης του ενάγοντα και/ή της υποχρέωσης των εναγομένων 3 για την πληρωμή προμηθειών προς τον ενάγοντα για ασφάλειες που έγιναν κατά τον ουσιαστικό για την παρούσα αγωγή χρόνο, τότε οι εναγόμενοι 3 οφείλουν να αποζημιώσουν τον ενάγοντα για τη ζημιά που υπέστηκε λόγω της μη πληρωμής προς αυτόν των οφειλομένων ποσών από τον ΑΣΤΗΡ Α.Ε. και/ή τους εναγομένους 3". (ιι) την προσθήκη των λέξεων "και/ή των εναγομένων 3" και "και/ή αρ.3" σε διάφορες παραγράφους. (ιιι) την αναρίθμηση των παραγράφων. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.9 θ.1-11, Δ.25 θ.1-5 και Δ.48 θ.1-4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της κας Έυης Χριστοφόρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των κ.κ.Πατρίκος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων του ενάγοντα. Η ένσταση των εναγομένων βασίζεται στη Δ.9 θ.1-11, Δ.25 θ.1-5, Δ.39 θ.1, 2, 3, 5 και 18, Δ.48 θ.1-9 και 12, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2, 29, 30 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/ 60 όπως τροποποιήθηκε), στα άρθρα 1-4, 12-14, 32, 36, 42 και 43 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ.1, στα άρθρα 1-3, 23-27, 29, 30 και 34 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Οι εναγόμενοι ενίστανται στην αίτηση για διάφορους λόγους, οι οποίοι μπορούν να ταξινομηθούν σε έξι κατηγορίες και να συνοψισθούν ως εξής: (α) Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις για την προσθήκη διαδίκου. Οι προτεινόμενοι για προσθήκη ως εναγόμενοι 3, δεν είναι αναγκαίος διάδικος. (β) Ο ενάγοντας μπορεί να καταχωρίσει ξεχωριστή αγωγή εναντίον των προτεινόμενων ως εναγόμενους
- (γ) Δεν πληρούνται οι απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις για την τροποποίηση του κλητήριου. Ο ενάγοντας καταχώρισε την αίτηση του καθυστερημένα και/ή 5 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και μετά που η ακρόαση της ξεκίνησε και δε δίδει επαρκή και/ή νομικά αποδεκτό λόγο ως προς το γιατί τώρα ζητά τα διατάγματα. Αν εγκριθεί η τροποποίηση θα περιπλεχθεί και θα καθυστερήσει η εκδίκαση της υπόθεσης κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. Ο αιτητής είναι αφερέγγυος. (δ) Η αίτηση δε στηρίζεται σε έγκυρη και νομικά αποδεκτή ένορκη δήλωση. (ε) Η αίτηση είναι καταχρηστική, αποσκοπεί έμμεσα στη διάσωση της αξιοπιστίας του ενάγοντα και στο να πετύχει δικονομικά πλεονεκτήματα έναντι των υφιστάμενων και του προτεινόμενου νέου διαδίκου. Ο ενάγοντας αναπροσαρμόζει τη θέση του με βάση την αντεξέταση που του έγινε και αναιρεί τη θέση του όπως αυτή προβάλλεται από τα δικόγραφα του αλλά και όπως την έχει καταθέσει κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέταση του. Αν εγκριθεί η τροποποίηση ο ενάγοντας θα προωθεί ταυτόχρονα και/ή παράλληλα δύο διαφορετικές εκδοχές. Έχει εδώ εφαρμογή το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας. (ζ) Ο ενάγοντας γνώριζε και/ή μπορούσε να διαπιστώσει τη σχέση των εναγομένων με τον προτιθέμενο νέο διάδικο με απλή έρευνα από τα δημόσια αρχεία και/ή από τα μητρώα του εφόρου ασφαλίσεων και/ή του εφόρου εταιρειών. Αρχίζω με τη σύνοψη της διαφοράς στην αγωγή. Ο ενάγοντας με την αξίωση του ζητά το ποσό των Λ.Κ.30.328,75 ως οφειλόμενες προς αυτόν προμήθειες για ασφάλειες, στα πλαίσια των υπηρεσιών του ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγομένων
- Ο ενάγοντας διατείνεται ότι από το 1971 ενεργούσε ως ασφαλιστικός πράκτορας και/ή αντιπρόσωπος κάποιας εταιρείας με το όνομα Ασφαλιστική Εταιρεία ΑΣΤΗΡ Α.Ε., στο εξής η εταιρεία "ΑΣΤΗΡ", η οποία περί το 1997 εξαγοράστηκε και/ή συγχωνεύτηκε με άλλες εταιρείες και τα δικαιώματα και/ή υποχρεώσεις της αναλήφθηκαν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, από την εταιρεία Εθνική Ασφαλιστική Α.Ε.. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, περί το 2000, την τελευταία διαδέχθηκαν οι εναγόμενοι 1, οι οποίοι ανέλαβαν όλα τα δικαιώματα και όλες τις υποχρεώσεις της, συμπεριλαμβανομένων και των οποιωνδήποτε υποχρεώσεων της εταιρείας ΑΣΤΗΡ προς τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας περί το 2000 αφυπηρέτησε. Είναι η θέση του ότι, οι εναγόμενοι 1 μετά την ανάληψη της εταιρείας, κατά παράβαση της ασφαλιστικής του σύμβασης, δεν κατέβαλαν προς αυτόν τις οφειλόμενες προμήθειες του για τα έτη 1994 μέχρι και το
- Σε ό,τι αφορά τους εναγόμενους 2, η αγωγή βασίζεται σε ισχυριζόμενη πρόκληση παράβασης της προαναφερθείσας σύμβασης μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων
- Ο ενάγοντας επίσης ισχυρίζεται ότι, συνεπεία των πιο πάνω, οι εναγόμενοι έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του. Συνοψίζω στη συνέχεια τη θέση των εναγομένων. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν κοινή υπεράσπιση στις 28.09.2005 και, στις 22.3.2010, οι εναγόμενοι 2 καταχώρισαν τροποποιημένη υπεράσπιση, κατόπιν σχετικού διατάγματος ημερομηνίας 4.3.
- Οι εναγόμενοι αρνούνται, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγοντας συνέχισε να λειτουργεί μετά το 1997 και/ή μέχρι την αφυπηρέτηση του ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και/ή ότι ανέλαβαν ως προς τον ενάγοντα όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας ΑΣΤΗΡ. Επίσης, διατείνονται ότι ο ενάγοντας έχει λάβει όλες τις προμήθειες του μέχρι και τον Ιούνιο του
- Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι, από τον Ιούλιο του 1994 και μετέπειτα, οι εναγόμενοι 2 άλλαξαν τον τρόπο πληρωμής των προμηθειών και υιοθέτησαν νέους τρόπους καταβολής τους. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, ο ενάγοντας έλαβε, με βάση αυτό το νέο τρόπο πληρωμής των προμηθειών, το ποσό των Λ.Κ.88.444 για την εξόφληση της περιόδου από τον Ιούλιο του 1994 μέχρι το Δεκέμβριο του 1995, και το ποσό των Λ.Κ.201.748,37 περί τις 11.1.2001, με τη λήψη του οποίου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των εναγομένων, παραιτήθηκε από οποιαδήποτε άλλη σχετική αξίωση εναντίον τους. Ο ενάγοντας καταχώρισε την παρούσα αίτηση όταν, όπως η κα Χριστοφόρου αναφέρει, στην ένορκη δήλωση της, οι εναγόμενοι κατά την αντεξέταση του ενάγοντα προέβαλαν τη θέση ότι κατά την ανάληψη των ασφαλιστικών εργασιών της Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών "η Εθνική" (για συντομία στο εξής θα αναφέρεται "Α.Ε.Ε.Γ.Α.") από τους εναγομένους, οι εναγόμενοι 1 ανέλαβαν τις υποχρεώσεις της οι οποίες σχετίζονταν με τα ασφαλιστικά συμβόλαια μόνο ως προς τα ασφαλισμένα πρόσωπα και όχι με τις προμήθειες του ιδίου. Λέγει ότι είναι σε αυτό το στάδιο που ήλθε για πρώτη φορά στην αντίληψη του ενάγοντα αυτή η θέση τους. Μέχρι τότε ο ενάγοντας εύλογα θεωρούσε ότι ο εναγόμενος 1 ήταν καθολικός διάδοχος της Α.Ε.Ε.Γ.Α. και ότι ανέλαβε το σύνολο των δραστηριοτήτων της όπως και τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της, συμπεριλαμβανομένων και των υποχρεώσεων αυτών, που σχετίζονταν με τους συνεργάτες και αντιπροσώπους της, όπως τον ενάγοντα. Η κα Χριστοφόρου αναφέρει ότι η πεποίθηση του ενάγοντα ως προς αυτό πηγάζει, όπως ο ίδιος της ανέφερε, από παραστάσεις των εναγομένων 1 και των αντιπροσώπων τους κατά τον ουσιαστικό χρόνο που ήταν ακόμη υπάλληλος των εναγομένων 2 και τονίζει ότι η νέα τώρα θέση των εναγομένων δεν ήταν γνωστή στον ενάγοντα και στους δικηγόρους του κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Ο ενάγοντας, ζητά την προσθήκη του διάδικου αυτού καθότι, όπως η κα. Χριστοφόρου αναφέρει, στην περίπτωση όπου φανεί ότι η προαναφερόμενη θέση των εναγομένων 1 ευσταθεί, τότε την υποχρέωση για πληρωμή της επίδικης απαίτησης στον ενάγοντα θα έχουν οι προκάτοχοι των εναγομένων 1, δηλαδή η Α.Ε.Ε.Γ.Α.. Η αίτηση για προσθήκη διαδίκου βασίζεται στη Δ.9 θ.10 που προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: ".the Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order.that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary be joined or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the case or matter, be added." Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική εξουσία να προβαίνει σε οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με την προσθήκη, τη διαγραφή ή την αντικατάσταση των διαδίκων, έτσι ώστε να καθιστά δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων: βλ. Μepa Underwriting Management Limited και άλλων v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1997)1Β Α.Α.Δ. 772. Στην υπόθεση Βyrne and Another v. Brown
(1889)22 Q.B.D. 657, ο Lord Esher, M.R., πραγματευόμενος το θέμα της προσθήκης διαδίκου λέγει τα εξής: " .wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought in should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence, and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it". Στην υπόθεση Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328, στη σελ.332, ο Lord Denning M.R. προσέγγισε το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου, δείχνοντας προτίμηση στην ευρεία ερμηνεία που δόθηκε στην υπόθεση Βyrne (ανωτέρω), έναντι της στενής ερμηνείας η οποία δόθηκε από τον Lord Devlin στην Αmon v. Raphael Tuck & Sons Ltd
(1956)1 All E.R. 273. Στην Κυπριακή νομολογία επικράτησε αναγνώριση ευρείας διακριτικής εξουσίας στο Δικαστήριο: βλ. Μepa Underwriting Management Limited και άλλων (ανωτέρω), Perihan Mustafa Korkut Ή Eyiam Perihan v. Απόστολου Γεωργίου, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Χαράλαμπου Χ. Ζόππου (Αρ. 1)
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1213. Σύμφωνα με τη νομολογία, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το κατά πόσο το πρόσωπο του οποίου ζητείται η προσθήκη κρίνεται αναγκαίος διάδικος. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις: βλ. Παπαχριστοφόρου και άλλη v. Xαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906, Χ'Δαβίδ v.Χ'Δαβίδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1176 Μepa Underwriting Management Limited και άλλων (ανωτέρω), Ανδρέας Οδυσσέως v. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1372. Στην υπόθεση Perihan Mustafa Korkut Ή Eyiam Perihan (ανωτέρω), λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: "Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται". Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης ούτε και καταλήγει σε συμπεράσματα, έστω και προκαταρκτικά, ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά θέματα. Στην υπόθεση Μepa, (ανωτέρω), λέχθηκε αναφορικά ότι: ".η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιοδήποτε από τους εναγομένους. Αυτό που πρωτίστως εξετάζεται από το δικαστήριο στη διαδικασία προσθήκης εναγομένου είναι κατά πόσο ο προτεινόμενος εναγόμενος είναι ένας αναγκαίος διάδικος". Θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τώρα τις αρχές οι οποίες διέπουν και το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων. Έχω την άποψη ότι τα δύο αυτά θέματα, δηλαδή της προσθήκης διαδίκου και της αιτούμενης τροποποίησης, χρήζουν, στην υπό εξέταση περίπτωση, σε κάποιο βαθμό, σωρευτικής εξέτασης. Η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties". Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήματος για τροποποίηση: βλ. ανάμεσα σε άλλες, τις Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Ανδρέας Ευρυπίδου και Άλλος v. Παναγιώτα Μ. Καννάουρου
(1985)1 Α.Α.Δ. 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 1, Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd κ.α.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 33, Πουρίκκος v. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Κallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162, Ιωάννης Νικολάου v. Ζωή Μιλτιάδους και άλλοι
(2007)1Β Α.Α.Δ.
- Βλ. επίσης το Annual Practice 1958 στη σελ.
- Όπως λέχθηκε στη υπόθεση Κallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (ανωτέρω): "Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία". Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωή Μιλτιάδους και άλλοι (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής: "Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων". Στην υπόθεση Accociated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754, o Λόρδος Denning M.R. είπε τα ακόλουθα: "I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here". Στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co και Άλλοι v. A. & G. Leventis και Άλλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, την οποία ακολούθησε η υπόθεση 1.Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. και άλλος v. Bιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ και άλλοι
(2002)1 Α Α.Α.Δ. 237, λέχθηκε, σε σχέση με το ζήτημα του χρόνου υποβολής αίτησης για τροποποίηση, ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης". Κατά την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης η συνήγορος του αιτητή και ο συνήγορος για τους καθ' ων η αίτηση κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις για υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους. Ανέπτυξαν επιχειρηματολογία και έκαμαν αναφορές στη νομολογία σε σχέση με τις εφαρμοστέες αρχές. Δεν υπήρξε αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας. Θεωρώ χρήσιμο πρώτα να παρατηρήσω ότι οι εναγόμενοι επέλεξαν να μην στηρίξουν την ένσταση τους με ένορκη δήλωση. Η Δ.48 θ.4 αφορά το δικαίωμα καταχώρισης ένστασης σε αίτηση και προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: ".Η ειδοποίηση αυτή θα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή στους συγκεκριμένους Διαδικαστικούς Κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται η ένσταση και θα εξειδικεύει τους συγκεκριμένους λόγους της ένστασης. Οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση τα οποία δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας θα αναφέρονται σε μια ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την ειδοποίηση. Αντίγραφα αυτών των ενόρκων δηλώσεων θα αφήνονται στον αιτητή μαζί με την ειδοποίηση". Θα εξετάσω τους λόγους ένστασης των εναγομένων υπό το φως των πιο πάνω προνοιών της Δ.48 θ.4. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι μέρος των ενστάσεων των εναγομένων αφορά σε νομικά ζητήματα. Ξεκινώ πρώτα με την ένσταση των εναγομένων ότι η ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση, δεν είναι έγκυρη και νομικά αποδεκτή. Έχει νομολογηθεί ότι είναι ανεπιθύμητο ένορκη δήλωση να γίνεται από συνήγορο του αιτητή: βλ. In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, Τhanos Hotels Ltd v. Δημητρίου Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Περέλλα Τζεννάρο (Αρ.1)
(1995)1 Α.Α.Δ. 356, Ανδρέας Χριστοδούλου v. Θεοδώρας Αγαθοκλέους
(1996)1Β Α.Α.Δ. 1203, Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)Πολιτική Έφεση αρ. 130/2009. Ανεπιθύμητο μεν, αλλά όχι ανεπίτρεπτο. Στην υπόθεση Ανδρέας Χριστοδούλου v. Θεοδώρας Αγαθοκλέους (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής: "Αποκαλύπτεται παρανόηση της νομολογίας πάνω στο θέμα αλλά και σύγχυση ως προς τη δυνατότητα που προσφέρει η Δ.39 θ.2 και της μεθόδου απόδειξης αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Για σκοπούς όμως της παρούσας υπόθεσης αρκεί να σημειώσουμε πως δεν υπάρχει τίποτε που να αποκλείει πρόσωπο που γνωρίζει σχετικά προς επίδικο ζήτημα να καταθέτει ως μάρτυρας, επειδή είναι δικηγόρος. Το ασυμβίβαστο όπου υπάρχει, αφορά στην ταυτόχρονη ανάληψη της ιδιότητας του δικηγόρου στην ίδια υπόθεση". Στην πρόσφατη υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva (ανωτέρω), λέχθηκε ότι: "Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο.Στις πιο πάνω καλά καθιερωμένες αρχές δεν κρίνουμε ορθό να προσθέσουμε ή να αναγνωρίσουμε και άλλη αρχή σύμφωνα με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, τότε η ένορκη δήλωση πάσχει και θα πρέπει ν' αγνοηθεί ή απορριφθεί". Παρατηρώ πρώτα ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση γίνεται μεν από δικηγόρο η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του αιτητή, δεν είναι όμως η δικηγόρος η οποία χειρίστηκε την υπόθεση κατά την ακρόαση της. Η ομνύουσα αναφέρει δε ότι, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου και από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον ενάγοντα, αλλά και από άλλες πηγές γνώσης τις οποίες εξειδικεύει με αναφορά σε συγκεκριμένα ζητήματα στην ένορκη δήλωση της. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές αλλά και τις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης, έχω την άποψη ότι το γεγονός ότι η δήλωση γίνεται από δικηγόρο δεν δημιουργεί δικονομικό ή άλλο πρόβλημα. Επί της ουσίας της αίτησης, προσεγγίζω τις ανάγκες της παρούσας περίπτωσης καθοδηγούμενη από τις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές που διέπουν την άσκηση των πιο πάνω εξουσιών, οι οποίες αφορούν την προσθήκη διαδίκου και τις τροποποιήσεις. Η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου εξαρτάται από το κατά πόσο το πρόσωπο του οποίου ζητείται η προσθήκη κρίνεται αναγκαίος διάδικος. Θα πρέπει επίσης, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη για την όσο το δυνατό σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης αλλά και της οριστικής επίλυσης της υπόθεσης. Η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 1 αφορά, όπως παρέθεσα εκτενέστερα ανωτέρω, σε ισχυριζόμενη οφειλή για ασφαλιστικές προμήθειες. Ενόψει του ενδεχομένου αυτές να μην οφείλονται από τους υφιστάμενους εναγόμενους αλλά από άλλο πρόσωπο, ήτοι τον προτεινόμενο διάδικο, και έχοντας υπόψη τον τρόπο που συμπλέκονταν οι σχέσεις μεταξύ όλων, καταλήγω ότι οι τελευταίοι εύλογα θεωρούνται αναγκαίος διάδικος. Είναι αναμφίβολα επιθυμητό ο καθορισμός διαδίκων και, η όποια τροποποίηση, να γίνονται όσο το δυνατό ενωρίτερα και είναι ανεπιθύμητο να απασχολούν τέτοια θέματα εκεί όπου η ακρόαση της υπόθεσης έχει ξεκινήσει. Το ζήτημα του κατά πόσο υπάρχει ή όχι καθυστέρηση στην υπό εξέταση περίπτωση θα πρέπει, να εξεταστεί υπό το φως του γεγονότος ότι η ανάγκη για την αιτούμενη προσθήκη και τροποποίηση προέκυψε αμέσως πριν από την υποβολή της αίτησης. Στην υπόθεση C & A Pelekanos Associates Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2075 αναφέρθηκαν σχετικά με αυτό το ζήτημα: "Την επιδιωκόμενη τροποποίηση το Δικαστήριο την αντίκρισε στη σωστή της διάσταση.Επεσήμανε, με αναφορά στην πρόσφατη Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, τη σημασία της καθυστέρησης με την έννοια όχι αφεαυτής της μακράς εκκρεμότητας της αγωγής αλλά της αργοπορίας στην εκδήλωση διαβήματος για άδεια τροποποίησης, εκεί όπου προϋποτίθεται η δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και δεν εξηγείται ικανοποιητικά η παράλειψη". Οι εναγόμενοι έχουν προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας γνώριζε ή θα μπορούσε να διαπιστώσει τη σχέση τους με τους προτεινόμενους ως εναγομένους 3. Δεν έχουν όμως παράσχει στοιχεία που να υποστηρίζουν ή έστω να εξηγούν αυτό τον ισχυρισμό. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται αυτή η πτυχή της ένσταση τους δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας, με αποτέλεσμα η θέση τους να μένει αστήριχτη. Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι μέχρι το στάδιο της αντεξέτασης του αγνοούσε το ενδεχόμενο ότι οι υποχρεώσεις της Α.Ε.Ε.Γ.Α. δεν αναλήφθηκαν από τους εναγομένους 1, δεν έχει αντικρουστεί. Κατά συνέπεια, θεωρώ ικανοποιητικό το λόγο τον οποίο δίνει ο ενάγοντας για το χρόνο που καταχώρισε την αίτηση του. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, τυχόν καθυστέρηση πρέπει να εξεταστεί με αναφορά στο χρόνο κατά τον οποίο ο ενάγοντας αντεξετάστηκε ως προς το ζήτημα. Όπως φαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης, το οποίο παρατίθεται στην αρχή, η αίτηση καταχωρίστηκε στις 28.9.10, δηλαδή, 11 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του ενάγοντα. Επομένως, δεν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι ο ενάγοντας είναι αφερέγγυος, και αυτός ο ισχυρισμός τους μένει αστήριχτος, εφ' όσον τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η συγκεκριμένη ένσταση τους δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Δεν παραγνωρίζω την καθυστέρηση η οποία θα προκληθεί, ούτε και την ανάγκη για σύντομη εκδίκαση των υποθέσεων κατ' επιταγή του άρθρου 30 του Συντάγματος. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ευρύτερα τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης και το ότι τυχόν ζημιά προς τους εναγόμενους δύναται να αποκατασταθεί με σχετική διαταγή ως προς τα έξοδα, έχω την άποψη ότι η προσθήκη των προτεινομένων ως εναγομένων 3 δικαιολογείται αφού θα συμβάλει στην αποτελεσματική και οριστική επίλυση των υφιστάμενων μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων και στην αποφυγή πολλαπλών διαδικασιών. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η αιτούμενη προσθήκη είναι απολύτως αναγκαία. Περαιτέρω, η εισήγηση των εναγομένων ότι στην υπό εξέταση περίπτωση έχει εφαρμογή το δόγμα της επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, δε με βρίσκει σύμφωνη. Παραθέτω απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 649, σελ.652, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Panayiotis Stella v. Constantinos Sayias
(1983)1Α C.L.R. 186. "The doctrine of approbation and reprobation requires for its foundation inconsistency of conduct, as where a man having accepted a benefit given him by a judgment, cannot allege the invalidity of the judgment which conferred the benefit". Έχω την άποψη ότι δεν μπορεί να έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση το δόγμα αυτό. Ο ενάγοντας, δεν έχει εκδηλώσει τέτοια αντιφατική συμπεριφορά. Δεν είναι η περίπτωση όπου ο διάδικος αποκομίζει όφελος με το οποίο να εμποδίζεται σε κατοπινό στάδιο να το αμφισβητήσει καθώς συνεχίζει να το απολαμβάνει. Επιπλέον, λέχθηκε και στην υπόθεση Μepa (ανωτέρω), ότι η διαδικασία προσθήκης εναγομένου δεν προσφέρεται για καθοριστική επίλυση της τύχης της αγωγής σε σχέση με οποιονδήποτε από τους εναγομένους. Εξάλλου, οι εναγόμενοι θα μπορούσαν ν' αποταθούν δυνάμει της Δ.9 θ.10 για να διαγράφουν τα ονόματα τους λόγω κακής συνένωσης πριν από τη δίκη, αν πίστευαν ότι κακώς συνενώθηκαν ως διάδικοι: βλ. The Heirs of the late Theodora Panayi v. The Administration of the Estate of the late Stylianos Mandrioti
(1963)2 C.L.R. 167, σελ. 170. Με το συμπέρασμα μου ότι δικαιολογείται εξ' αντικειμένου η αίτηση, δεν θεωρώ σκόπιμο να σχολιάσω τη θέση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας με την παρούσα αίτηση αποσκοπεί έμμεσα στη διάσωση της αξιοπιστίας του ή στο να πετύχει δικονομικά πλεονεκτήματα. Τέλος, η εισήγηση των εναγομένων να καταχωριστεί νέα αγωγή σε σχέση με τους προτιθέμενους ως εναγόμενους 3, βρίσκεται, πιστεύω, σε αντίθεση με τους σκοπούς της Δ.9 θ.10, αφού αυτό θα σήμαινε ότι, θα καταχωριστούν δύο αγωγές για το ίδιο ουσιαστικά θέμα, θα δημιουργηθούν πρόσθετα έξοδα και μεγαλύτερη καθυστέρηση στην οριστική επίλυση της διαφοράς. Για τους λόγους που ανέφερα καταλήγω ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έκδοσης του διατάγματος προσθήκης των προτεινομένων ως εναγομένων 3 και της συνακόλουθης τροποποίησης. Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, έχω την άποψη ότι, η προσέγγιση αναφορικά με το ζήτημα αυτό στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου v. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ.1)
(2001)3 Α.Α.Δ.31 δεν θα πρέπει να τύχει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Ως εκ τούτου, τόσο τα έξοδα της παρούσας αίτησης όσο και αυτά τα οποία θα προκληθούν από την τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Όλα τα προαναφερόμενα έξοδα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα αυτά να καταβληθούν μετά το τέλος της αγωγής. Tροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τυχόν τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος και τυχόν τροποποιημένη Απάντηση να καταχωριστεί εντός 5 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Το διάταγμα να συνταχθεί εντός 5 ημερών από σήμερα. Ο ενάγοντας να προωθήσει την επίδοση του τροποποιημένου κλητήριου εντάλματος προς τους εναγομένους 3. Η αγωγή ορίζεται για προγραμματισμό στις 4 Μαρτίου 2011. (Υπ.) ............... Τ. Νικολάου, Προσ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο