Chivas Holdings (IP) Limited ν. Osilan Trading Limited, Αρ. Αγωγής 42/11, 2 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A27 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 42/11 Μεταξύ: Chivas Holdings (IP) Limited Εναγόντων και Osilan Trading Limited Εναγομένων ---------------------------- Aίτηση ημερ. 2.2.2011 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης 2 Φεβρουαρίου, 2011 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ. Χρ. Παρασκευάς Για τους εναγόμενους-καθ' ων η αίτηση: κ. Ν. Θρασυβούλου με τον κ. Πότση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ex-tempore Την 1η Φεβρουαρίου, 2011 μετά από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση του με την οποία απέρριψε την αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 5.1.2011και ακύρωσε τα παρεμπίπτοντα διατάγματα, τα οποία είχαν προηγουμένως εκδοθεί μονομερώς, εναντίον της εναγόμενης εταιρείας, στη βάση της αίτησης και των γεγονότων που εμπεριέχονταν στην ένορκη δήλωση που τη συνόδευε. Είχαν εκδοθεί τα ακόλουθα διατάγματα: «Απαγορευτικό διάταγμα παρεμποδίζον και/ή απαγορεύον εις τους Εναγόμενους και/ή τους διοικητικούς συμβούλους των, αξιωματούχους, συνεργάτες, αδελφικές εταιρείες ή επιχειρήσεις, υπαλλήλους, υπηρέτες, αντιπροσώπους, μεταπωλητές ή οποιουσδήποτε εξ αυτών ή άλλως πως, από το να πωλούν και/ή κυκλοφορούν και/ή εμπορεύονται και/η αποπειρώνται να πωλήσουν και/ή υποβοηθούν άλλους και/ή εμπορεύονται και/ή κυκλοφορούν εμπορεύματα και/ή εισάξουν και/ή διαθέσουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και ή εξάξουν από την Κυπριακή Δημοκρατία σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή σε οιανδήποτε άλλη τρίτη χώρα, μπουκάλες Chivas Regal, που βρίσκονται στις αποθήκες (bonded) της εταιρείας E.S.D. Allfreight-Kirzis Logicstics Limited υπό τον έλεγχο των αρμοδίων αρχών, και/ή μετακινήσουν από τις ανωτέρω αποθήκες και/ή χρησιμοποιήσουν με οιονδήποτε άλλο τρόπο τις συγκεκριμένες μπουκάλες Chivas Regal, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των Εναγόντων, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης και/ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Απαγορευτικό διάταγμα παρεμποδίζον και/ή απαγορεύον εις τους Εναγόμενους και/ή τους διοικητικούς συμβούλους των, αξιωματούχους, συνεργάτες, αδελφικές εταιρείες ή επιχειρήσεις, υπαλλήλους, υπηρέτες, αντιπροσώπους, μεταπωλητές ή οποιουσδήποτε εξ' αυτών ή άλλως πως, από το να πωλούν και/ή κυκλοφορούν και/ή εμπορεύονται και/ή αποπειρώνται να πωλήσουν και/ή υποβοηθούν άλλους, και/ή εμπορεύονται και/ή κυκλοφορούν εμπορεύματα και/ή εισάξουν και/ή διαθέσουν στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή εξάξουν από την Κυπριακή Δημοκρατία σε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή σε οιανδήποτε άλλη τρίτη χώρα, και/ή χρησιμοποιήσουν με οιονδήποτε άλλο τρόπο μπουκάλες με την επωνυμία και/ή εμπορικό σήμα Chivas Regal, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση των Εναγόντων, κατά παράβαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων.» Υπό τον όρο ότι οι αιτητές ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι τους θα καταχωρούσαν εγγύηση ύψους €100.000,
- Σήμερα, την επομένη δηλαδή της ακύρωσης του διατάγματος, οι ενάγοντες καταχωρίζουν μονομερή αίτηση με την οποία εξαιτούνται τις πιο κάτω θεραπείες: «Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η ισχύς της απόφασης, ημερομηνίας 1.2.2011, σύμφωνα με την οποία ακυρώθηκαν τα προσωρινά Διατάγματα ημερομηνίας 5.1.2011, και να διατηρείται το status quo με την συνέχιση της ισχύος των απαγορευτικών διαταγμάτων ημερομηνίας 5.1.2011, μέχρι τελικής εκδίκασης της Έφεσης που καταχώρησαν οι Ενάγοντες στις 2.2.2011 και/ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Διαζευκτικώς επιζητούν έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, της ίδιας μορφής και περιεχομένου, ως η αρχική τους αίτηση 5.1.2011, μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης που καταχώρισαν εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.2.
- Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, η αίτηση ορίστηκε εντός της ημέρας και ενώ ξεκίνησε την αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών για να υποστηρίξει την αίτηση, εμφανίστηκε ο δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση, ο οποίος είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη της διαδικασίας. Η αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ.18 και 19, Δ.48 θ.1-9 στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 32 και 47, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 7 και 9 στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου (General practice of the Court) στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου (Inherent powers of the Court) στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στη νομολογία. Είναι η θέση των αιτητών, όπως υποστηρίχθηκε και από την ένορκη δήλωση του ευπαιδεύτου δικηγόρου τους, ότι σε περίπτωση κατά την οποία «δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα οι εναγόμενοι θα κυκλοφορήσουν τα προϊόντα των εναγόντων στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό και επομένως η έφεση αλλά και η αγωγή θα καταστούν άνευ αντικειμένου με αποτέλεσμα η κατάσταση να είναι μη αναστρέψιμη για τους ενάγοντες. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.35, θ.18 και από το λεκτικό της διαταγής προαπαιτείται, για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να παράσχει αναστολή, καταχώριση έφεσης εναντίον της απόφασης. Είναι αυτονόητο, όπως προκύπτει από το κείμενο της ίδια της διαταγής, ότι μια έφεση δεν επενεργεί ως αναστολή της εκτέλεσης ή της διαδικασίας, δυνάμει της οποίας η απόφαση εφεσιβάλλεται. Απαιτείται διαταγή του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του μεταξύ άλλων κατά πόσο η αίτηση ενδέχεται να επιτύχει και δεν είναι επιπόλαιη. Tafco (No.2) v. Ship "Lambros L"
(1977)1 C.L.R.
- Η ειδοποίηση εφέσεως, Τεκμ.1, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προβάλλει ως λόγο έφεσης ότι το Δικαστήριο έσφαλε νομικώς και παρέλειψε να λάβει υπόψη τους αναγκαίους παράγοντες όπως καθορίζονται από τη νομολογία σχετικά με τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Ιδιαιτέρως δε με την αιτιολογία προβάλλονται πέντε λόγοι, ανάμεσα στους οποίους και ο λόγος για τον οποίο ουσιαστικά το Δικαστήριο ακύρωσε τα διατάγματα, όπως με λεπτομέρεια φαίνεται στην απόφαση του: την απόκρυψη ή μη αποκάλυψη γεγονότων στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα. Η Δ.35 θ.18 στοχεύει στην αναστολή εκτέλεσης απόφασης ή ενός διατάγματος εναντίον του οποίου στρέφεται η έφεση ή μιας διαδικασίας η οποία συνεχίζει να υπάρχει ως εκ της απόφασης. Photiou & another v. Petrolina
(1984)1 C.L.R. 708, Aftomata Eleourghia Lythrodonta Ltd v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R.
- Στην πιο πάνω απόφαση, Aftomata Eleourghia, το αίτημα για διάταγμα αναστολής της ενδιάμεσης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου σε υπόθεση παρακοής απορρίφθηκε, υπό την έννοια ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο μπορούσε να εκτελεστεί και επομένως να ανασταλεί. Κατά συνέπεια δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.35, θ.
- Αναλόγως προσέγγισε το ζήτημα το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση In Re E.S. An Infant
(1986)1 C.L.R. 119. O ευπαίδευτος δικηγόρος για τους αιτητές παρέπεμψε το Δικαστήριο στην Αγγλική υπόθεση Erinford Properties Ltd and Another v. Cheshire County Council [1974] 2 W.L.R. 749 και στην απόφαση της αδελφού Δικαστή κας Π. Παναγή, Π.Ε.Δ. προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να καταδείξει την ύπαρξη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στην παροχή θεραπείας. Στήριξε τα επιχειρήματα του και στην Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ., κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1523. Υπενθυμίζω, πριν ξεκινήσω την εξέταση της ουσίας του πράγματος, ότι αυτό το οποίο ζητά ο αιτητής είναι αναστολή του αποτελέσματος ενδιάμεσης απόφασης με την οποία ακυρώθηκαν τα προσωρινά διατάγματα ώστε να διατηρείται το «status quo» με την «συνέχιση» της ισχύος των απαγορευτικών διαταγμάτων. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd. ν. Ανδρέας Κιταλίδης κ.α. Πολ. Εφ. 9033 ημερ. 20.4.94 εξετάσθηκε αίτηση με την οποία ζητείτο αναστολή της εκτέλεσης διατάγματος το οποίο και εφεσιβλήθηκε. Ακολούθως ο εφεσίβλητος εναγόμενος 3 με αίτηση δια κλήσεως επιζήτησε και πέτυχε τροποποίηση του προσωρινού διατάγματος, με αποδέσμευση ποσού από τους εν λόγω λογαριασμούς, για αντιμετώπιση των άμεσων αναγκών της εργασίας και/ή των επιχειρήσεων του. Ακολούθησε καταχώρηση αίτησης Certiorari για τον έλεγχο και ακύρωση του πιο πάνω τροποιητικού διατάγματος. Το Δικαστήριο διέταξε ταυτοχρόνως την αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος, μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για έκδοση του και στη συνέχεια καταχωρήθηκε ΄Εφεση. Το Εφετείο παρέθεσε τις αρχές που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης τις οποίες και υιοθετώ χωρίς να τις επαναλάβω. Το Εφετείο κατέληξε πως ήταν φανερό από τα γεγονότα, πως αν εκτελείτο το τροποποιημένο διάταγμα, η έφεση θα αποστερείτο της αποτελεσματικότητας της. Στη συνέχεια αφού εξέτασε τις αναγκαίες προϋποθέσεις για τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης κατέληξε να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης του τροποιητικού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, διατάσσοντας ταυτοχρόνως τους αιτητές να παράσχουν ασφάλεια σε περίπτωση αποτυχίας τους. Οι πρόνοιες της Δ.35 κ.18 έχουν εξεταστεί και ερμηνευθεί σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Mavrochanna and Another v. Michael
(1984)1 C.L.R. 760, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 και A.B.P. Holdings Ltd v. Kιταλίδη κα (Αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ.
- Στην τελευταία απόφαση ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδη κα. Σελ. 293, λέχθηκαν τα εξής: «H αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης βρίσκεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με βάση δυο αρχές:
- Ο διάδικος, ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς ουσιαστικό λόγο τους καρπούς της επιτυχίας του,
- Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του.» Συνοψίζοντας την νομολογία: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν.18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του μόνο από το γεγονός ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. (γ) Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δυο σημαντικούς παράγοντες: τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Suphire Seas, Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 191/96, ημερ. 29.6.
- Ο διάδικος που έχει επιτύχει θα πρέπει να μπορεί άμεσα να απολαύσει τους καρπούς της επιτυχίας του και από την άλλη να διασφαλιστεί η άλλη πλευρά σε περίπτωση που επιτύχει με την έφεση της να μην μείνει με άδεια χέρια. Το ζήτημα λοιπόν που εγείρεται είναι κατά πόσο η απόφαση η οποία εκδόθηκε, είναι απόφαση με βάση την οποία ο επιτυχών διάδικος θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος να ενεργήσει παρά την εκκρεμότητα της έφεσης. Ως ουσιώδης παράγοντας λοιπόν ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη είναι η πιθανότητα ανατροπής ή διαφοροποίησης της απόφασης κατ' έφεση. Στην υπόθεση Γεωργίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο απαντώντας το σχετικό ερώτημα παρέθεσε και τα ακόλουθα στη σελ. 1534: «Να δούμε λοιπόν την Erinford η οποία, καθώς μας φαίνεται, στην Κύπρο σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκε πως απεικόνιζε αρχές που ίσχυαν και στο δικό μας σύστημα (βλ. π.χ. την Τafco v. Ship "Lambros L" (No.2)
(1977)1 C.L.R. 159) σε άλλες αντικρίστηκε με επιφυλακτικότητα (βλ. Stavros Makris Ltd v. Ports Authority
(1985)1 C.L.R. 731) ενώ σε μια τέθηκε ερωτηματικό (βλ. Ocean Corp. Ltd v. Navarossljskrybprom Co Ltd (Aρ.2)
(1966)1 A.A.Δ. 1154). Για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνο να συλλάβει τη λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των αγγλικών νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση και οι οποίες, σε ουσιώδη πτυχή, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα, διέφεραν από τις Κυπριακές. ............................. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο για διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν, είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν αλλά χρειάζονταν μερικές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 20 Μαρτίου το αργότερο. ............................ Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν στο ζήτημα και στις οποίες εμφανιζόταν κάποια διάσταση. Κατέληξε, με την ερμηνεία που τους έδωσε, ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού διατάγματος και ότι, επιπλέον, ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν αρχικά από το πρωτόδικο δικαστήριο. ............................ Το πρόβλημα ήταν το κατά πόσο είχε και το πρωτόδικο δικαστήριο συντρέχουσα εξουσία. Στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι επειδή το αγγλικό εφετείο έχει, αναφορικά με κάποιο ζήτημα, εξουσία η ίδια εξουσία θα πρέπει να υπάρχει δευτεροβάθμια και στην Κύπρο. ............................ Δεν εισήχθη στην Κύπρο ανάλογη πρόνοια και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ίσως να εκφράζει την πολιτική του δικαίου, με την οποία να σταθμίστηκε το όφελος έναντι των ενδεχομένων προβλημάτων κατόπιν που λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο διάδικος στη χώρα μας. Πάντως ο νομοθέτης δεν ηθέλησε να παραχωρήσει τέτοιο δικαίωμα σε εφεσείοντα και δεν μας επιτρέπεται να αντιστρατευθούμε αυτή την τάξη πραγμάτων. Δεν μπορεί επομένως να προωθηθεί η εξέταση του θέματος στη βάση του ubi jus ibi remedium. Εξάλλου, υπό αυτές τις περιστάσεις καθίσταται άτοπη και η θεώρηση του ζητήματος από τη σκοπιά της σύμφυτης ή εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Όπως υπέδειξε η Πλήρης Ολομέλεια στη Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 Α.Α.Δ. 724, με απόφαση του Πική, Π: «Οι «εγγενείς, εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιον του διαδικασιών.» » Η Erinford αναφέρθηκε με επιδοκιμασία από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Fatco (No.2) v. Ship "Lambros L"
(1977)1 C.L.R. 159. Στη μεταγενέστερη υπόθεση Ocean Corporation Ltd v. Novorossijskrybprom Company Ltd (No.2)
(1996)1 A.A.Δ 1154, (απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της Πρωτοβάθμιας Δικαιοδοσίας του), ο δικαστής κ. Νικολάου κατά την εξέταση παρόμοιας, με την παρούσα, αίτησης, εξέλαβε ως δεδομένη τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων χωρίς ωστόσο να αποφαίνεται για το ζήτημα αυτό οριστικά. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου, αποτελεί μείζον ζήτημα προς το οποίο το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο. Με όσα έχω εξηγήσει γίνεται φανερό ότι το αίτημα στοιχέιο Α στην αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Δεν είναι δυνατή η απόδοση μιας τέτοιας θεραπείας: Το διάταγμα έπαυσε από την 1.2.2011 να ισχύει, ακυρώθηκε αυστηρώς και μόνο για λόγους απόκρυψης και/ή μη πλήρους αποκάλυψης. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει ζήτημα αναστολής ή διατήρησης ανύπαρκτων ή ακυρωμένων διαταγμάτων. Είμαι υποχρεωμένη να σταθώ ιδιαίτερα και να επισημάνω το γεγονός ότι η απόφαση του Δικαστηρίου περιστράφηκε αποκλειστικά γύρω από το ζήτημα της απόκρυψης. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα εξετάστηκαν με λεπτομέρεια, κατά τη γνώμη μου, στα πλαίσια της απόφασης σελ.11 - 20, όπου επεξηγήθηκε ο λόγος ακύρωσης των διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί. Βεβαίως οι αιτητές δεν αποδέχονται τα ευρήματα του δικαστηρίου, εξ ου και καταχωρίζουν την έφεση, όμως εκείνο που επιζητά ο αιτητής είναι διαζευκτικά την επανέκδοση διαταγμάτων του Δικαστηρίου μέχρι εκδίκασης της έφεσης έχοντας να αποσείσει ένα ιδιαίτερο βάρος και τέτοιο βάρος βρίσκω ότι δεν το έχει αποσείσει. Η διακριτική εξουσία για έκδοση τέτοιας φύσης διαταγμάτων διέπεται από τους κανόνες της επιείκειας οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή και με φιδώ. Οι αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος που φέρουν και ιδιαιτέρως δεν έχουν θέσει τέτοια στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτως ώστε να θέσουν τις βάσεις σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αντιδιαστολή με τη ζημιά που ενδέχεται να υποστούν οι αντίδικοι τους από μια «αναστολή» των διαταγμάτων ή έκδοση διαταγμάτων με το αυτό περιεχόμενο, ενώ αυτά έχουν ακυρωθεί. Η αυστηρότητα με την οποία αντικρίζει η νομολογία τα ζητήματα της απόκρυψης και οι συνέπειες που οδήγησαν στην ακύρωση είναι εκεί. Η επανέκδοση του ιδίου διατάγματος για προστασία των αιτητών, οι οποίοι δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο δεν φαίνεται υπό τας περιστάσεις ως μια δίκαιη θεραπεία. Οι επιτυχόντες διάδικοι πρέπει να είναι ελεύθεροι να ενεργήσουν παρά την εκκρεμοδικία της έφεσης, η οποία σημειώνω ότι μόλις καταχωρίστηκε. Τα εμπορεύματα των εναγομένων βρίσκονται, όπως τέθηκαν ενώπιον μου τα γεγονότα με την αρχική αίτηση, και δεν αμφισβητούνται, σε αποθήκη αποταμιεύσεως (transit). Ρωτήθηκε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των αιτητών για τις συνέπειες της παραχώρησης της αναστολής ή της επανέκδοσης ουσιαστικά των απαγορευτικών διαταγμάτων. Τοποθετήθηκε λέγοντας πως από τη στιγμή που το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχε παραβίαση των δικαιωμάτων των αιτητών, δεν θα ήταν δίκαιο να επιτραπεί η εξαγωγή ή εισαγωγή των προϊόντων στη Δημοκρατία με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη στη φήμη και το όνομα τους. Είναι γεγονός πως η Αγγλική νομολογία κρίνει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις που αφορούν σε διατήρηση περιουσίας ή χρηματικού ποσού ως αντικειμένου της αγωγής αλλά βασίζεται σε μια ευρύτερη αρχή ότι για να διασφαλιστούν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου και για να μη καταστούν άνευ αξίας με αδικαιολόγητη διάθεση της περιουσίας θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. Ketchum International Plc v. Group Public Relations Holdings Ltd and others
(1996)4 All E.R. 374, η οποία υιοθέτησε την Pollini v. Gray
(1879)12 Ch.D 439. Στρεφόμενη και πάλι στα όσα τέθηκαν ενώπιον μου βρίσκω ότι οι αιτητές περιορίστηκαν στο ότι, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, η έφεση αλλά και η αγωγή, θα καταστούν άνευ αντικειμένου, με αποτέλεσμα η κατάσταση να είναι μη αναστρέψιμη για τους ενάγοντες. Ακόμη ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο καθότι δεν θα υπάρχει πλέον το αντικείμενο της αγωγής. Ως παρατήρηση σημειώνω ότι δεν είναι νοητό να θεωρηθούν τα εμπορεύματα των εναγομένων ως αντικείμενο της αγωγής το οποίο θα πρέπει να διατηρηθεί για σκοπούς εκτέλεσης. Δεν διαφωνώ ότι αν τα εμπορεύματα αυτά και ο τρόπος παρουσίασης τους παραβιάζει τα δικαιώματα επί του Κοινοτικού Σήματος των εναγόντων ή τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας των εναγόντων μπορούν να δεσμευτούν με σκοπό να παρεμποδιστεί η κυκλοφορία τους για προστασία των δικαιωμάτων των εναγόντων. Σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορώ να τα χειριστώ ως αντικείμενο της αγωγής και κατά συνέπεια δεν μπορώ να επεκτείνω το ζήτημα αυτό κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρήσω, ότι αν δεν εκδοθούν εκ νέου τα διατάγματα, οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη στα δικαιώματα τους και η αγωγή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Έχω πάντα κατά νουν την ευρύτητα των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και ότι η Papastratis v. Petrides,
(1979)1 C.L.R. 231 σημειώνει. Αλλά αυτό δεν αλλάζει τις διαπιστώσεις μου. Τίθεται όμως ακόμη ένα ερώτημα. Κάτω από ποία έννοια θα εκδώσω εκ νέου απαγορευτικά διατάγματα, στη βάση ποιών γεγονότων και σε ποια έκταση, έστω και για τους περιορισμένους σκοπούς της αίτησης: μέχρι εκδίκασης της έφεσης; Η απόφαση 1.2.2011 επεσήμανε τα κενά και τα σημεία που δεν αποκαλύφθηκαν. Ως εκ τούτου και πάλι σε τέτοια περίπτωση θα ήταν αδύνατο για το Δικαστήριο να εκδώσει διατάγματα της ίδιας εμβέλειας ασκώντας εκ νέου την εξουσία του κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 32, Ν.14/60, ενόσω ακύρωσε τα διατάγματα για τους λόγους που παρέθεσε στο σκεπτικό του: απουσία απαραίτητων και ουσιαστικών στοιχείων για να εξασκήσει το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια και που συνιστούσαν ουσιαστικό ζήτημα ως προς τη διάγνωση των αξιώσεων των εναγόντων. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν υποστηρίζεται καθόλου από γεγονότα που να καλύπτουν το ζήτημα επανέκδοσης των διαταγμάτων και την πλήρωση των τριών προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 32. Οι αιτητές ενώ εξαιτούνται μια τέτοια θεραπεία, (Β), της αίτησης, αρκούνται να αναφέρουν ότι η έφεση αλλά και η αγωγή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Η καταχώριση έφεσης δεν συνιστά τη μόνη προϋπόθεση για την παροχή της αιτούμενης θεραπείας. Οι αιτητές έχουν το βάρος να θέσουν γεγονότα τέτοιας αξίας και ποιότητας ώστε εκ πρώτης όψεως να καταδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, κάτι που δεν έπραξαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Αναφορά: Αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο