← Κύπρος

Mersano Investments Ltd ν. GAJ Enterprises Ltd, Αρ. Αγωγής: 3880/10, 7 Φεβρουαρίου 2011

Mersano Investments Ltd ν. GAJ Enterprises Ltd, Αρ. Αγωγής: 3880/10, 7 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A31 Αρ. Αγωγής: 3880/10 Μεταξύ: Mersano Investments Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και G.A.J Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Εναγομένης Αίτηση ημερ. 30.7.10 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ημερομηνία: 7 Φεβρουαρίου 2011 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Αλέξανδρος Δημητρίου Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Αλέξανδρος Αλεξάνδρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα εταιρεία ζητά μεταξύ άλλων διατάγματα που να διατάσσουν τους εναγομένους όπως επιτρέψουν στους ενάγοντες επιθεώρηση των βιβλίων λογαριασμών της διαχείρισης του συμπλέγματος κτιρίων με την ονομασία «Zavos Santa Barbara Village, Face B» που βρίσκεται στο χωριό Μουτταγιάκα στη Λεμεσό και αποτελείται από 32 διαμερίσματα και ένα εστιατόριο. Επιζητείται επίσης η παράδοση των πιο πάνω ακινήτων αλλά και συγκεκριμένα ποσά που κατ' ισχυρισμό δικαιούται η ενάγουσα από την παράδοση της διαχείρισης των ακινήτων στην εναγομένη. Αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης ότι οι ενάγοντες συμφώνησαν να παραχωρήσουν στους εναγομένους, την διαχείριση του πιο πάνω συμπλέγματος κτιρίου ιδιοκτησίας τους. Δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας, οι εναγόμενοι αποδέχτηκαν να αποδίδουν στους ενάγοντες μετά την φορολογία, το 50% των καθαρών εισπράξεων από τη διαχείριση του συμπλέγματος. Συμφωνήθηκε περαιτέρω όπως διοριστούν από κοινού ελεγκτές των λογαριασμών διαχείρισης του κτηριακού συμπλέγματος. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι εναγόμενοι δεν συνεργάστηκαν για το διορισμό ελεγκτών ούτε και παρέδωσαν λογαριασμούς στους ενάγοντες σε σχέση με τη διαχείριση του κτηριακού συγκροτήματος. Από κάποια μόνο συμβόλαια που δόθηκαν, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι εισέπραξαν τουλάχιστον, το ποσό των €281.768 από το οποίο οι ενάγοντες δικαιούνται δυνάμει συμφωνίας το 50%. Λόγω των πιο πάνω κατ' ισχυρισμό παραβάσεων, οι ενάγοντες με επιστολή του δικηγόρου τους τερμάτισαν τη συμφωνία και κάλεσαν τους εναγομένους να παραδώσουν την κατοχή του συμπλέγματος κτιρίου και να καταβάλουν όλα τα οφειλόμενα ποσά. Οι εναγόμενοι παρόλα αυτά σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης δεν συμμορφώθηκαν και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να κατέχουν παράνομα, να λειτουργούν και να διαχειρίζονται το επίδικο σύμπλεγμα κτιρίων, προκαλώντας περαιτέρω ζημία στους ενάγοντες. Στο αιτητικό μέρος της έκθεσης απαίτησης, οι ενάγοντες πέραν των διαταγμάτων που ζητούν όπως τους παραδοθεί ελεύθερο κατοχής το επίδικο σύμπλεγμα, αιτούνται επίσης απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσονται οι εναγόμενοι να επιτρέψουν επιθεώρηση των λογαριασμών διαχείρισης του συμπλέγματος και απόδοση εξελεγμένων λογαριασμών καθ' όλη την περίοδο που οι εναγόμενοι διαχειρίζονται το κτιριακό συγκρότημα. Επιζητούν επίσης την επιδίκαση του ποσού των €140.893,00 που αναλογεί στο 50% του ποσού που παραδέχθηκαν ότι εισέπραξαν οι εναγόμενοι αφού αφαιρεθεί η φορολογία. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά προσωρινό διάταγμα που να παρεμποδίζει τους εναγομένους από το να εισέρχονται, λειτουργούν και διαχειρίζονται το επίδικο συγκρότημα κτιρίων. Ζητούν επίσης διάταγμα με το οποίο να τίθεται στους ενάγοντες η διαχείριση του συγκροτήματος μέχρι πλήρους εκδίκασης της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρεται ότι εάν δεν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι εναγόμενοι θα εξακολουθήσουν παράνομα να διαχειρίζονται το επίδικο συγκρότημα προκαλώντας ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες. Η συνάδελφος που επιλήφθηκε της υπόθεσης κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης, διέταξε την επίδοση της στους καθ' ων η αίτηση, κρίνοντας ότι λόγω των επίδικων θεμάτων δεν θα μπορούσε να εξεταστεί η αίτηση μονομερώς. Με την επίδοση της αίτησης, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση. Ως λόγους ένστασης επικαλούνται κατάχρηση των διαδικασιών καθότι επιχειρείται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία στην ουσία, αποφασίζεται η αγωγή. Ισχυρίζονται επιπλέον ότι το πρόσωπο που υπογράφει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν νομιμοποιείται να εκπροσωπεί την ενάγουσα καθότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας έχει διοριστεί παράνομα κατά παράβαση του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.

  1. Το σημερινό Διοικητικό Συμβούλιο που έδωσε εντολή για καταχώρηση της αγωγής, έπαυσε και αντικατέστησε τον προηγούμενο μοναδικό Διοικητικό Σύμβουλο χωρίς να ακολουθήσει τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου. Αναφέρεται τέλος στην ένσταση ότι η συμφωνίες επί των οποίων εδράζεται η αγωγή, είναι παράνομες και συνεπώς άκυρες ή ακυρώσιμες. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, απορρίπτονται οι ισχυρισμοί της ενάγουσας σε σχέση με τις πρόνοιες της συμφωνίας διαχείρισης και επιπλέον υπάρχει ισχυρισμός ότι η εναγόμενη ειδοποίησε την ενάγουσα ότι επιθυμεί την ανανέωση της συμφωνίας διαχείρισης. Απορρίπτεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα δεν εισέπραξε ποτέ χρήματα από τη διαχείριση. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα στην ένσταση, όλα τα έσοδα και έξοδα της διαχείρισης είναι στη διάθεση της ενάγουσας αλλά και αλλοδαπού προσώπου, ο οποίος συνέστησε την ενάγουσα εταιρεία. Υπάρχει επιπλέον ισχυρισμός ότι το πρόσωπο αυτό εισέπραξε διάφορα ποσά σε συγκεκριμένες ημερομηνίες. Επίσης, η ενάγουσα ουδέποτε διόρισε ελεγκτή ή ζήτησε από την εναγομένη την ετοιμασία εξελεγμένων οικονομικών καταστάσεων. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις που η νομολογία καθόρισε για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ήταν η θέση του ότι στην παρούσα περίπτωση υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή προοπτική η ενάγουσα να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Ήταν επίσης θέση του ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της ενάγουσας ενόψει και του γεγονότος ότι σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, οι εναγόμενοι - καθ' ων η αίτηση θα αφεθούν ανενόχλητοι να διαχειρίζονται την περιουσία των εναγόντων και να καρπούνται παράνομα οικονομικά οφέλη χωρίς να παρουσιάζουν οικονομικές καταστάσεις στους ενάγοντες. Ο συνήγορος της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση του, αναφερόμενος στα γεγονότα που κατά τον ισχυρισμό του προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις, ισχυρίστηκε ότι η επίδικη συμφωνία διαχείρισης είναι παράνομη αφού έγινε αγορά ακίνητης περιουσίας από ξένο υπήκοο χωρίς την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου. Μετά δε τη ρήξη της εναγομένης με το πρόσωπο αυτό στις αρχές του 2010, ο ξένος υπήκοος παράνομα και κατά παράβαση του Περί Εταιρειών Νόμου, έπαυσε τον τότε Διευθυντή της ενάγουσας και προχώρησε σε παράτυπες αλλαγές στον Έφορο Εταιρειών. Η ενάγουσα με το νέο Διοικητικό Συμβούλιο, προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Όμως κατά τον συνήγορο, ο νέος Διοικητικός Σύμβουλος δεν δικαιούται να εκπροσωπεί την ενάγουσα ενώ οι ισχυρισμοί των αιτητών σε σχέση με τις πρόνοιες της υπό κρίση συμφωνίας, απορρίφθηκαν ως αναληθείς με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα έχει αποκρύψει από το Δικαστήριο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη και ότι ο ξένος υπήκοος εισέπραξε ο ίδιος αρκετά χρήματα από τη διαχείριση του συγκροτήματος. Τέλος, είναι η θέση του συνηγόρου για την εναγομένη ότι η αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος αφού οι βασικοί ισχυρισμοί της προέρχονται από τον ίδιο τον δικηγόρο της, ο οποίος προέβηκε σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης. Ο δικηγόρος όμως αυτός δεν έχει καμία προσωπική γνώση της υπόθεσης και σε κανένα σημείο των ενόρκων δηλώσεων του δεν αναφέρει ή αποδεικνύει την ορθότητα των πληροφοριών του, αφήνοντας τους ισχυρισμούς του να εκκρεμούν. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 9 του Κεφ. 6 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την σελ. 1799 της απόφασης: « Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v Petrides
(1979)1 C.L.R 231,240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου την θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην ίδια μελέτη του Γ.Κ Κωνσταντινίδη στο CORPUS DE JURE CYPRII (ανωτέρω) και σε σχέση με την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 214: "Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι απεριόριστοι και δεν επιδέχονται προσδιορισμό εκ των προτέρων. Γενικά, η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με δεδομένη την εννοιολογική διαφοροποίηση όσων κριτηρίων ο νομοθέτης διαμόρφωσε ως προϋποθέσεις για την γέννηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, οι παράγοντες αυτοί εξετάζονται, βασικά, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη ή έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Σε σχέση με το θέμα αυτό, θα υπενθύμιζα μόνο την υπόθεση American Cyanamid Co.,
(1975)1 All E.R. 504, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, της διατήρησης, δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο Εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποία επιδιώκεται η παρεμπόδιση." Επίσης στην υπόθεση Α. Pieris (Αlakatoudi) Ltd v. Χαριτίνη Ιωαννίδου
(1986)1 J.S.C. 243 αναφέρθηκε ότι: "Η στάθμιση της ταλαιπωρίας την οποία θα υποστεί ο κάθε διάδικος συνεπεία της έκδοσης ή μη έκδοσης του Διατάγματος, λαμβάνεται υπ' όψιν από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Το βάρος της Απόδειξης είναι στον Ενάγοντα να καταδείξει ότι η ταλαιπωρία (inconvenience) που θα υποστεί θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του εναγόμενου εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα". Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 246, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Είναι γεγονός ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Η αρχή όμως αυτή δεν είναι απόλυτη. Παρέχεται ευχέρεια για έκδοση διατάγματος αντιστοίχου προς την τελική αιτούμενη θεραπεία. Με την προϋπόθεση όμως ότι εκτός από ξεκάθαρες περιπτώσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει όπου με το διάταγμα ανατρέπεται η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788, αναλύονται οι συνέπειες στην καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, σε αίτημα για προσωρινό διάταγμα. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση έκδοσης προσωρινού διατάγματος για την απαγόρευση παραβίασης εμπορικών σημάτων και αναστολή πώλησης προϊόντων των Εναγομένων, που κατ' ισχυρισμό παραβίαζαν τα εμπορικά σήματα των Εναγόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υφίσταντο και οι τρεις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 αλλά παρ' όλα αυτά απέρριψε την αίτηση. Η μεγάλη καθυστέρηση των εναγόντων σε συνδυασμό με την ταλαιπωρία που θα υποστούν οι εναγόμενοι αφού αφέθηκαν να ενεργούν από μόνοι τους, δημιουργώντας πελατεία 2000 ατόμων, υπήρξε καθοριστική ούτως ώστε το Πρωτόδικο Δικαστήριο να αρνηθεί να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ των Αιτητών. Το Εφετείο αναλύοντας τις σχετικές αρχές επί του θέματος, επεκύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: ". Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μην απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής. ............................. Η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης, προσφέρει επαρκή δικαιολογία για την πορεία που έχει υιοθετήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα στο ενδιάμεσο εκείνο στάδιο". Συμπεράσματα Εξετάζοντας τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαπιστώνω πως πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Αποκαλύπτεται στην έκθεση απαίτησης αλλά και τις ενόρκους δηλώσεις για την αιτήτρια, πως υπάρχουν σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση και ότι η ενάγουσα έχει προοπτική επιτυχίας στην αγωγή της. Υπενθυμίζω ότι η αγωγή εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης αλλά και στην εκ μέρους της διάπραξη του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης στο επίδικο συγκρότημα. Από την άλλη, η εξέταση των ισχυρισμών που έχουν υποβληθεί εκ μέρους της εναγομένης θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων των διαδίκων. Ιδιαίτερα ως προς την θέση για το παράνομο της σύμβασης, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση με το παρόν μαρτυρικό υλικό αλλά ούτε και ενδείκνυται στο στάδιο αυτό να προβεί σε τέτοιο εύρημα. Πέραν τούτου να σημειώσω την αντιφατικότητα της πιο πάνω θέσης όπου η εναγομένη ισχυρίζεται ότι οι επίδικες συμβάσεις είναι άκυρες λόγω παρανομίας και ταυτόχρονα να επιμένει στην εφαρμογή τους με το να συνεχίζει να διαχειρίζεται το επίδικο συγκρότημα. Ούτε είναι αποδεκτό, η εναγομένη να επικαλείται την συμμετοχή της σε παράνομες δραστηριότητες, προκειμένου να αποφύγει τις ευθύνες της όπως πηγάζουν από την επίδικη σύμβαση. Αναφορικά με τις κατ' ισχυρισμό παράνομες αλλαγές διοικητικών συμβούλων της αιτήτριας, κρίνω ότι αυτό είναι ζήτημα που δεν θα μπορούσε να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, παίρνοντας καθοδήγηση από την πιο πάνω Νομολογία, κρίνω ότι και αυτή έχει αποδειχθεί από τον αιτητή. Η υπόθεση αφορά αγωγή για παράβαση σύμβασης αλλά και κατ' ισχυρισμό παράνομης επέμβασης σε ακίνητο της ενάγουσας με προεκτάσεις στα δικαιώματα της, πέραν της υλικής ζημιάς. Περαιτέρω, σταθμίζοντας την ταλαιπωρία που θα υποστούν οι διάδικοι κρίνω ότι έγκριση της αίτησης θα επιφέρει λιγότερη ταλαιπωρία στην εναγομένη από αυτήν που θα προκαλέσει στην ενάγουσα, η τυχόν απόρριψη της. Η θέση αυτή προκύπτει και από τον ισχυρισμό της εναγομένης στην παράγραφο 20 της ενόρκου δηλώσεως της ένστασης ότι είναι πρόθυμη να παραδώσει την διαχείριση του συγκροτήματος αρκεί να αποζημιωθεί για τα έξοδα που θα υποστεί. Η συνέχιση όμως της διαχείρισης της ακίνητης περιουσίας της ενάγουσας από την εναγομένη θα επιφέρει μεγαλύτερη ταλαιπωρία στην ενάγουσα από τυχόν ζημιές που η εναγομένη θα υποστεί και τις οποίες εν πάση περιπτώσει μπορεί να διεκδικήσει στα πλαίσια της ουσίας της αγωγής. Η στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων των διαδίκων αλλά και το ισοζύγιο της ευχέρειας, απαιτούν κατά την κρίση μου την απόδοση σε αυτό το στάδιο του συγκροτήματος στην ενάγουσα που είναι η ιδιοκτήτρια της ακίνητης περιουσίας και η οποία με επιστολή της ημερομηνίας 9.6.10, ειδοποίησε την εναγομένη ότι δεν επιθυμεί την συνέχιση της συνεργασίας τους. Όσον δε αφορά τις εκατέρωθεν απαιτήσεις για αποζημιώσεις που πηγάζουν από την εφαρμογή των επίδικων συμβάσεων, αυτές θα εξεταστούν στην ουσία της αγωγής και μετά που το Δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία και από τις δύο πλευρές. Όσον αφορά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας δεν εντοπίζω αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την ενάγουσα στην προώθηση της υπόθεσης. Η επιστολή για μη ανανέωση της σύμβασης στάλθηκε στις 9.6.
  2. Η εναγομένη μέσω των δικηγόρων της, απάντησε αρνητικά στις 11.6.10 (τεκμ. Α στην ένορκη δήλωση της ένστασης). Ακολούθησε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στις 30.7.10, η καταχώρηση της αγωγής και της παρούσας αίτησης με την οποία η ενάγουσα ζητά τα υπό κρίση προσωρινά διατάγματα. Για τους ιδίους λόγους κρίνω δίκαιο και εύλογο όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα όπως αναφέρονται στις παραγράφους Α, Β & Γ του αιτητικού μέρους της αίτησης για παράδοση του ακινήτου και της διαχείρισης του συγκροτήματος στην ιδιοκτήτρια ενάγουσα μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Εκδίδεται επίσης διάταγμα δυνάμει της παραγράφου Δ της αίτησης με το οποίο διατάσσεται η εναγομένη όπως παραδώσει στους ενάγοντες οιαδήποτε ποσά περιέλθουν στην κατοχή της από την διαχείριση του συγκροτήματος για την χρονική περίοδο από την επίδοση του διατάγματος σε αυτήν μέχρι την παράδοση της διαχείρισης του συγκροτήματος στην ενάγουσα. Η εναγομένη - καθ' ης η αίτηση να επιβαρυνθεί επίσης τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.