Grigoryev Alexander ν. Nikitin Alexander, Αγωγή Αρ. 4590/10, 8 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A32 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 4590/10 Μεταξύ: Grigoryev Alexander Ενάγοντα και Nikitin Alexander Εναγομένου -------------------- Αίτηση ημερ. 22.9.2010 8 Φεβρουαρίου, 2011 Για τον ενάγοντα-αιτητή: κ. Μ. Χαραλάμπους για Μ. Κυπριανού Για τον εναγόμενο-καθ' ου η αίτηση: κα Κ. Κακουλλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων, Ρώσος υπήκοος και επιχειρηματίας, κάτοικος Μόσχας, αξιώνει εναντίον Ρώσου υπηκόου και επιχειρηματία, μόνιμου κάτοικου Κύπρου, όπως φέρεται στην Έκθεση Απαιτήσεως, ποσό ΗΠΑ 1.650.000 ως οφειλόμενο δυνάμει δανείου το οποίο παραχωρήθηκε στον Εναγόμενο κατά/ή περί την 12.7.
- Στις 22.9.2010 το Δικαστήριο εξέδωσε κατόπιν μονομερούς αίτησης, διάταγμα με το οποίο δέσμευσε προσωρινώς ένα διαμέρισμα του καθ' ου η αίτηση, που βρίσκεται στη Λεμεσό. Μετά την επίδοση του διατάγματος στον καθ' ου η αίτηση, προηγήθηκε αίτημα για υποκατάστατη επίδοση, ο τελευταίος καταχώρισε ένσταση, παραθέτοντας τους λόγους για τους οποίους το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Ο ενάγοντας, ισχυρίζεται ότι στις 10.7.2010 παραχώρησε στον εναγόμενο δάνειο ύψους 52.000.000 ρουβλιών. Για εξασφάλιση του ενάγοντα, ο εναγόμενος υπέγραψε έγγραφο ημερομηνίας 12.7.2010, με το οποίο αναγνώριζε το χρέος του και επιβεβαίωνε ότι η οφειλή του εναγόμενου προς τον ενάγοντα, ανέρχεται σε $ΗΠ1.650.000,
- Ο εναγόμενος με τη σειρά του, όπως τουλάχιστον προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ισχυρίζεται, ότι ουδέποτε έλαβε το ποσό του δανείου: όλα τα έγγραφα που παρουσίασε ο ενάγοντας τα υπέγραψε ύστερα από εξάσκηση βίας κατά του προσώπου του. Τα γεγονότα αυτά καλύπτονται κάτω από τις παραμέτρους των ψευδών δηλώσεων και της μη πλήρους και αληθινής αποκάλυψης, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλείται να ακυρώσει το διάταγμα. Σε παραπομπή και αναφορά, αλλά και σύγκριση των εγγράφων που κατατέθηκαν στην αίτηση, σε αντιστοιχία με τις μεταφράσεις των εγγράφων, ο εναγόμενος προσπαθεί να καταδείξει, ότι δεν αναφέρεται το όνομα του ενάγοντα πουθενά. Ουδέποτε τα έγγραφα αυτά, ούτε το Τεκμ.1, ούτε η ελληνική μετάφραση του, Τεκ.Β στην ένορκη δήλωση της μεταφράστριας που επισυνάπτεται ως Τεκ.2, αναφέρουν ότι ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι όφειλε το ποσό αυτό ή ότι η αντιστοιχία ρουβλιών και δολαρίων αναφερόταν οπουδήποτε στο κείμενο. Στην ένσταση γίνεται επίσης αναφορά και σε άλλους λόγους, είτε επί των γεγονότων, είτε κάτω από τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ώστε ο εναγόμενος να καλεί το Δικαστήριο να ακυρώσει το διάταγμα. Δεν ικανοποιείται ακόμη είναι η θέση του το επείγον: δεν έχει καταδειχθεί ύπαρξη κινδύνου αποξένωσης ή μη ικανοποίησης της απόφασης. Το ισοζύγιο της ταλαιπωρίας γέρνει προς όφελος της ακύρωσης του εκδοθέντος διατάγματος. Η συνέχιση του παραβιάζει έννομα περιουσιακά δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση: Eκδόθηκε στη βάση ενός εγγράφου που αποκτήθηκε με απειλή βιαιοπραγίας και στη βάση ένορκης δήλωσης που βασίζεται ψευδείς πληροφορίες. Κατά πρώτο θα ήθελα να προχωρήσω σε κάποιες γενικές παρατηρήσεις στον τρόπο σύνταξης της ένορκης δήλωσης του καθ' ου η αίτηση, οι οποίες πιστεύω πως διαφωτίζουν τον τρόπο που αντικρίζεται η υπόθεση από την πλευρά του. «2.1 Το χειρόγραφο σημείωμα Τεκμήριο 1 το έγραψα και υπέγραψα υπό συνθήκες πίεσης και απειλών για βιαιοπραγία εναντίον μου και της οικογένειας μου. Το ίδιο και τη Συμφωνία Δανείου που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, αλλά, όπως με πληροφορεί η δικηγόρος μου, δεν έχει γίνει Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. 2.2 Η δικηγόρος μου με συμβουλεύει ότι η πιο πάνω θέση μου είναι η ουσία της Υπεράσπισης μου που δυστυχώς δεν μπορεί να εξεταστεί σ' αυτό το στάδιο γιατί το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα γεγονότα και αξιοπιστίας πριν τη δίκη. Γι' αυτό θα περιοριστών ν' αναφέρω ότι: Με τον ενάγοντα υπήρξαμε συνεργάτες από το 2008 μέχρι το Μάιο 2010 που εγώ τερμάτισα την επαγγελματική συνεργασία μας λόγω πληροφοριών που έλαβα για το άτομο που οι οποίες με ανησύχησαν. Ο Μπουρ Μαξίμ Ιβάνοβιτς («ο Μπουρ») που αναφέρεται στο Τεκμήριο 1 γνωρίζω ότι είναι φίλος του ενάγοντα. Σε κάποιο στάδιο φαίνεται ότι ο Μπουρ απαίτησε από τον ενάγοντα την επιστροφή χρημάτων που ο ενάγων του χρωστούσε και ο ενάγων του παρέστησε ότι του τα χρωστώ εγώ. Γι' αυτό ο ενάγων, ο Μπουρ με τη συνδρομή άλλων πέντε Ρώσσων αντρών που δεν γνωρίζω, με εξανάγκασαν με απειλές βίας να υπογράψω το Τεκμήριο 1 και τη Συμφωνία Δανείου. Μεταγενέστερα ο Μπουρ πείστηκε ότι δεν έχω οποιαδήποτε σχέση με την οφειλή και με διαβεβαιώνει ότι δεν εμπλέκεται σ' αυτή τη διαδικασία.» Στη συνέχεια γίνεται αναφορά σε καταγγελία της υπόθεσης στην Ρωσική και Κυπριακή αστυνομία, για να καταλήξει ότι, το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Στηρίζεται ακόμη ο εναγόμενος σε αντιπαράθεση των εγγράφων, σε συλλογισμούς και ερμηνείες ή παραπομπές, σε ορθό ή λανθασμένο κείμενο της μετάφρασης που προώθησαν οι δικηγόροι του ενάγοντα, σε αντίθεση με την μετάφραση που προωθεί ο ίδιος ως ορθή. Ένορκη δήλωση της μεταφράστριας Λούντα Ζερβού, ημερομηνίας 1.12.2010 και των εκεί επισυνημμένων, Τεκμ.1, 1Α, 2 και 2Α. Κατά πρώτο θα ήθελα να χειριστώ το ζήτημα της Συμφωνίας Δανείου, η οποία όπως ισχυρίζονται οι δικηγόροι του καθ' ου η αίτηση, δεν έγινε τεκμήριο στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Θα εξηγήσω υπό ποια έννοια: στην § 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται αναφορά στην υπογραφή νέου εγγράφου στη Λεμεσό, που επιβεβαίωνε την οφειλή του εναγόμενου για $ΗΠΑ1.650.000,
- Το έγγραφο που φέρει την ονομασία «Loan agreement» ('η Συμφωνία'). Επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του αιτητή. Φέρει σφραγίδα του Δικαστηρίου, φέρει την υπογραφή του Πρωτοκολλητή και την ημερομηνία καταχώρισης του, φέρει δε το χαρακτηρισμό «Τεκμ.3». Φαίνεται από την ένορκη δήλωση, παράγραφοι 6 και 7 της ένορκης δήλωση του αιτητή να περιγράφεται ως «Loan Agreement». Ενώ όμως το έγγραφο όντως έχει επισυναφθεί ως Τεκμ.3 δεν σημειώνεται ρητώς ως τέτοιο στην § 6, ένορκης δήλωση του αιτητή. Πρόκειται βρίσκω για μια τυπική και τεχνική λεπτομέρεια, την οποία δεν κρίνω ως ουσιαστική, ούτως ώστε να δεχθώ την εισήγηση, ότι το έγγραφο δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ή ότι το έγγραφο ουσιαστικά δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υποστήριζε ή υποστηρίζει την αίτηση. Το έγγραφο ήταν επισυνημμένο, έφερε αριθμό τεκμηρίου και ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου όταν το Δικαστήριο εξέταζε την αίτηση στο σύνολο της: ένορκη δήλωση και επισυνημμένα έγγραφα, για να καταλήξει αν θα παραχωρούσε ή όχι την αιτούμενη θεραπεία. Θεωρώ την παράλειψη αυτή ως μια απλή παρατυπία, ένα απλό λάθος: εκ παραδρομής δεν αναγράφηκε ως Τεκμ.3 στο σώμα της ένορκης δήλωσης, ενώ επισυνάπτεται και αριθμείται δεόντως ως Τεκμ.
- Η τυπική αυτή παράλειψη δεν μπορεί να επενεργήσει με τον τρόπο που εισηγείται ο καθ' ου ούτε και να οδηγήσει το Δικαστήριο στο να το αγνοήσει ή να το παραμερίσει. Το Δικαστήριο κρίνει την αίτηση στη βάση των δεδομένων που υπάρχουν ενώπιον του και δεν έχει καμία υποχρέωση να προβεί σε έρευνα γεγονότων εκτός φακέλου. Zachariades v. Pantelides
(2000)1 A.A.Δ. 447. Το έγγραφο αυτό ήταν στο φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου και έφερε αριθμό τεκμηρίου. Στη βάση λοιπόν τεκμηρίων, Τεκ.1 και 3 θεμελιώνει το αγώγιμο δικαίωμα του ο ενάγων και στον ισχυρισμό ότι το δάνειο αυτό παραμένει ανεξόφλητο παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντα προς τον εναγόμενο, ο οποίος αρνείται μέχρι σήμερα να το αποπληρώσει. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις θέσεις των διαδίκων, έχοντας πάντα κατά νου ότι στο στάδιο αυτό και ως εκ της φύσης της υπόθεσης, δεν εξετάζεται σε βάθος η μαρτυρία αλλά ούτε και γίνεται ή επιτρέπεται να γίνεται τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας ή τελικά ευρήματα επί γεγονότων. Αντικείμενο της διαδικασίας είναι να διαπιστώσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R 663 και Δημοκρατία της Σλοβενίας v. Beorgradska Banka DP
(1999)1 Α.Α.Δ
- Αμφισβητούμενα γεγονότα και δύσκολα νομικά σημεία αφήνονται να αποφασισθούν με την ουσία της αγωγής. Απαιτείται κρίση μόνο σε ότι αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του ΄Αρθρου 32, Ν.14/
- Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita
(2002)1 Α.Α.Δ 2015. Η υπόθεση Οδυσσέως v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ 557 έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά, ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει να συνεκτιμήσει, μαζί με όλους τους λοιπούς σχετικούς παράγοντες, στο τελικό στάδιο, το ισοζύγιο της ευχέρειας. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης σε αναφορά και συνάρτηση με τα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο σχετίζεται με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και συναρτάται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα. Η προσφερόμενη μαρτυρία όπως προκύπτει, όπως εδώ, από τις ενόρκους δηλώσεις, έρχεται να θεμελιώσει την αξίωση στη πραγματική της διάσταση και επί των γεγονότων. Σε αυτό το στάδιο είναι ικανοποιητικό να καταδειχθεί κάτι πέρα από απλή πιθανολόγηση και κάτι πιο ελάχιστο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Σε αυτό το στάδιο οι ενάγοντες δεν έχουν το βάρος να αποδείξουν την αξίωση τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων παρά να καταδείξουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στο σύνολο λοιπόν της μαρτυρίας η οποία έχει παρουσιαστεί ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν οι δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 Ν14/
- Ο ίδιος ο εναγόμενος δεν αρνείται την ύπαρξη των εγγράφων, δεν αρνείται ότι αυτός τα υπέγραψε. Προβάλλει ισχυρισμούς υπογραφής τους κάτω από συνθήκες βίας που σε αυτό το στάδιο δεν είναι δυνατό ούτε να εξετασθούν, ούτε να ελεγχθεί η αλήθεια τους. Ορθώς λοιπόν παρατηρεί ο καθ' ου η αίτηση στην § 2.
- της ένορκης δήλωσης του πως, «η δικηγόρος μου με συμβουλεύει ότι η πιο πάνω θέση μου είναι η ουσία της υπεράσπισης μου που δυστυχώς δεν μπορεί να εξετασθεί σε αυτό το στάδιο γιατί το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε ευρήματα γεγονότων και αξιοπιστίας πριν την δίκη». Εκείνο όμως που αξίζει να σημειωθεί, παρόλο που το Δικαστήριο δεν εξετάζει αντίθετους ισχυρισμούς για να καταλήξει ποια από τις δυο εκδοχές θα προτιμήσει, εφόσον αυτό είναι το έργο που θα επιτελέσει κατά το στάδιο της κυρίως δίκης, είναι πως η προσπάθεια του εναγόμενου, να ερμηνεύσει διαφορετικά τις συμφωνίες, παραπέμποντας στην, «ορθή», μετάφραση των συμφωνιών, όχι μόνο αντιστρατεύεται το σκοπό της συμφωνίας, όπως ορθά παρατηρεί ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, αλλά και θέτει εύλογα ερωτήματα: γιατί ο ενάγων εξάσκησε βία και απείλησε τον εναγόμενο να υπογράψει ένα έγγραφο το οποίο ουσιαστικά δεν αποδείκνυε χρέος του εναγόμενου προς τον ενάγοντα. Το Δικαστήριο προχωρεί σ' αυτή τη παρατήρηση για να καταδείξει την αντιφατικότητα των τοποθετήσεων του εναγόμενου, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν μπόρεσε να θέσει τέτοια γεγονότα τα οποία να κλονίσουν την εικόνα που παρουσίασε ο ενάγων για να θεμελιώσει τις αξιώσεις του. Η επιχειρηματολογία γύρω από την μετάφραση των κειμένων και πάλι δεν μπορεί παρά να εισάξει ισχυρισμούς του εναγόμενου ή θέσεις του εναγόμενου ή εισηγήσεις του ως προς την ορθή μετάφραση ή ερμηνεία, θέσεις οι οποίες ενδεχομένως συνιστούν υπεράσπιση. Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Limited v. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, αναφέρεται ότι: «Ως προς το ζήτημα της κατ' ισχυρισμό κακής μετάφρασης του Αγγλικού κειμένου της ένορκης δήλωσης στην Ελληνική, παρατηρούμε πως δεν έγινε οποιαδήποτε αντεξέταση των μεταφραστών και ως εκ τούτου κρίνουμε ότι τα παράπονα και οι ισχυρισμοί των εφεσειόντων για κακή μετάφραση είναι ατεκμηρίωτα.» Σε κάθε περίπτωση και πάλι πρόκειται για μαρτυρία, για θέσεις και ισχυρισμούς, οι οποίοι θα πρέπει να παραμείνουν κατά το στάδιο της αξιολόγησης στην κυρίως δίκη, οπότε και το Δικαστήριο, αν κληθεί, θα πρέπει να αποφασίσει ως προς το ζήτημα της ορθής μετάφρασης ή της κακής μετάφρασης και λανθασμένης μεταφοράς νοημάτων εκ μέρους του ενάγοντα ή του εναγόμενου. Οι δηλώσεις των δικηγόρων των διαδίκων μερών, όπως καταγράφησαν στο πρακτικό ημερομηνίας 21.12.2010, ενισχύουν την πιο πάνω τοποθέτηση. Στο μόνο με το οποίο μπορώ να συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο του εναγομένου είναι πως ορθώς παρατηρεί ότι: «
(3)Παρά το ότι αναφέρει η παρ. 5 της Ένορκης Δήλωσης Μ.Χ., το Τεκμήριο 1 όπως και το Τεκμήριο 2 (η μετάφραση) δεν αναφέρουν ότι ο Εναγόμενος «αναγνώριζε ότι το ποσό σε Δολάρια του ποσού που είχε λάβει ανερχόταν σε Δολάρια Η.Π.Α. 1.650.000». Περιπλέον το ισόποσο των 52.000 ρουβλιών κατά τη 10.7.2010 ήταν $1.603.948 με ισοτιμία ρούβλι προς δολάριο 0.03242 και όχι $1.650.000.» Ο αυτός ισχυρισμός περιλαμβάνεται και στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Το Τεκ.1 και Τεκ.Β της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, αναφέρεται στο ποσό των 520.000 εκατομμυρίων ρουβλιών μόνο. Το ποσό των $1.650.000.- εμφαίνεται στο Τεκ.3 παράγραφος 1.1 κάτω από τον τίτλο SUBJECT OF THE AGREEMENT. Πρόκειται βρίσκω για κακή σύνταξη της απαίτησης. Πρόκειται όμως για λεπτομέρεια που δεν αλλοιώνει την ουσία του πράγματος και τη βάση της αξίωσης. Τα γεγονότα ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου και τα ποσά στο Τεκ.1 και Τεκ.3 φαίνονται ξεκάθαρα. Όσον αφορά την ισοτιμία των δύο ποσών $1.609.948 αντί $1.650.000 παρατηρώ πως δεν μπορεί να συζητηθεί σοβαρά. Πρώτον, γιατί πρόκειται για αντίθετη θέση περί ισοτιμίας που αναφέρεται χωρίς υποστήριξη αρμοδίου προσώπου ούτε και τοποθετείται θετικά ως προς την ισοτιμία, και δεύτερο, το ύψος της αξίωσης δεν άλλαξε ουσιαστικά. Σε καμία περίπτωση δεν είναι δυνατό να γίνουν αποδεκτές, ως αυταπόδεικτες, οι θέσεις του εναγόμενου. Ούτε ότι τα γεγονότα ή η ερμηνεία που δίδει ο ίδιος και τα οποία χαρακτηρίζει γενικώς ως απόκρυψη ή ψευδείς δηλώσεις ή ότι ο εναγόμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, είναι ορθά και αληθινά. Η δίκη επί της ουσίας είναι το σκηνικό που θα αναδείξει την αλήθεια των θέσεων της κάθε πλευράς. Η νομολογία έχει ξεκαθαρίσει πλέον το ζήτημα μέσα στην πορεία του χρόνου: ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Memstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 157/90, 30.5.1996. Η πλέον πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Dmitry Rybolovley v. Elena Rybolovleva, Π.Ε. 130/2009, 29.1.2010, έχει συνοψίσει εύστοχα την νομολογία στην οποία παραπέμπω και υιοθετώ. Τέλος υπό τας περιστάσεις θα πρέπει να προχωρήσω να εξετάσω αν ικανοποιείται το επείγον για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος. Στρεφόμενη στα όσα η ένορκη δήλωση του ενάγοντα αποκαλύπτει, βρίσκω ότι και το στοιχείο αυτό ικανοποιείται. Σύμφωνα με τις θέσεις του ενάγοντα, που δεν αμφισβητήθηκαν στην ουσία τους, η έρευνα αποκάλυψε ότι το μόνο περιουσιακό στοιχείο του εναγόμενου στην Κύπρο είναι το διαμέρισμα στο οποίο διαμένει και το οποίο δεσμεύτηκε με το συντηρητικό διάταγμα. Με σαφή τη θέση της νομολογίας ότι δεν προκύπτει η ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του καθ' ου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του: «εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιία «ΛΕΩΝΙΚ» Λτδ,
(2001)1(Β), 785, Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd & Others,
(2001)1(Β), 1301. Το Διάταγμα εκδίδεται, όπως εξήγηθηκε στη Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, και υιοθετήθηκε ως θέση στη C Phasarias, πιο πάνω «ώστε ν' αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Στη Τσιολάκκη κ.α., πιο πάνω, ο Πικής, Δ., παρατήρησε, ότι εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης υπέρ του ενάγοντος». Στην Larticon Co v. Detergenta Development Ltd,
(2004)1(Β), 1121, υιοθετήθηκε απολύτως ο λόγος της Phasarias, πιο πάνω: «Το πρωτόδικο εύρημα ότι απαιτείται «στερεά θετική μαρτυρία» και «απτά στοιχεία» για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος είναι ορθή, αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγόμενου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας.» Λαμβάνοντας ακόμη υπόψη ότι ο εναγόμενος είναι αλλοδαπός και πρόσωπο το οποίο μπορεί να αποξενώσει οποτεδήποτε την περιουσία του για να εμποδίσει τον ενάγοντα από του να εκτελέσει τυχόν απόφαση, φεύγοντας από τη Δημοκρατία και η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται. Δεν προβάλλεται ισχυρισμός για άλλη περιουσία, η οποία μπορεί να ικανοποιήσει τον ενάγοντα σε περίπτωση επιτυχίας του στην αγωγή. Αντιθέτως ο ίδιος ο εναγόμενος αποκαλύπτει με την ένορκη του δήλωση, ότι το διαμέρισμα είναι η μόνη του περιουσία στην Κύπρο, είναι υποθηκευμένο και επιπλέον πρόκειται να εγκριθεί αίτηση του από την τράπεζα για περαιτέρω χρηματοδότηση, για τη λειτουργία της επιχείρησης του. Βέβαια, η επιχειρηματολογία αυτή φαίνεται να εισάγεται για να καταδειχθεί η δυσκολία η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο αν συνεχίσει και αν οριστικοποιηθεί το διάταγμα, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα προκληθεί σ' αυτόν ζημιά: η επιχείρηση του θα αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα ρευστότητας. Λυπούμαι να παρατηρήσω ότι οι θέσεις αυτές όχι μόνο είναι απλουστευμένες, αλλά γενικές και επιφανειακές. Καλώς εχόντων των πραγμάτων δεν θα έπρεπε το Δικαστήριο να ασχοληθεί μ' αυτές. Ο ίδιος ο εναγόμενος δέχεται ότι διαμένει στο διαμέρισμα. Ο ίδιος ο εναγόμενος δέχεται ότι θα υποθηκεύσει το ακίνητο για να χρηματοδοτήσει την επιχείρηση του, στην Κύπρο, όπως αντιλαμβάνομαι. Ο ίδιος ο εναγόμενος εμφανίζεται στη διαδικασία και καταχωρίζει εμφάνιση μέσω του δικηγόρου του την 1.12.2010. Η επίδοση γίνεται με διάταγμα του Δικαστηρίου που επιτρέπει την υποκατάσταση επίδοση του κλητηρίου, είτε σε άλλο πρόσωπο που διαμένει στην Κύπρο, είτε στη διεύθυνση της εταιρείας Ινστρούκτο Λτδ. Το διάταγμα εκδίδεται στις 3.11.2010, Καμία αίτηση για παραμερισμό του δεν καταχωρίζεται μέχρι σήμερα, είτε για λόγους που αφορούν έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, είτε για λόγους που αφορούν τη διαμονή του εναγόμενου στην Κύπρο, ή σε συνδυασμό των πιο πάνω. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα της δικαιοδοσίας, και μόνο αν κρίνει ότι έχει δικαιοδοσία προχωρεί να επιληφθεί της ουσίας της υπόθεσης Kolokoudias v. Varnavidou
(1988)1 A.A.Δ. 566. Όμως για να το πράξει θα πρέπει να έχει όλα τα γεγονότα ενώπιον του ως αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά, Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ. 240. Το δε πλαίσιο της διαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση Sevegep Ltd v. United Sea Transport
(1989)1 A.A.Δ. (E) 729, Μοurtzinos Cruises Ltd
(1992)1 Α.Α.Δ. 1160. Το θέμα της δικαιοδοσίας, ως θέμα δημόσιας πολιτικής μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και αυτεπαγγέλτως. Σχετικό με το θέμα της δικαιοδοσίας είναι επίσης το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στο οποίο δίδεται ο εξής ορισμός στη φράση (βάσις της αγωγής» άρθρο 21(α) και (γ): "βάσις της αγωγής περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής ...................» Για το θέμα, Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.ά. ν. Άνδρου Νικολαϊδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364: "H oυσία της αγωγής ταυτίζεται με τη βάση της αγωγής, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.14/60 και περιλαμβάνει το σύνολο των γεγονότων «των θεμελιούντων το αγώγιμο δικαίωμα» ... «Η αγωγή μπορεί να έχει μονομερή ή πολυμερή βάση». .... Η Δ.13 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθιστά δυνατή τη στοιχειοθέτηση δύο ή περισσοτέρων βάσεων αγωγής .. Όπου συνενώνονται δύο ή περισσότερες βάσεις αγωγής στο ίδιο ένδικο μέσο η ουσία της αγωγής σύγκειται από το άρθροισμα των βάσεων της αγωγής.» Η Έκθεση Απαιτήσεως είναι η αποκλειστική πηγή αναζήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι στον τίτλο της αγωγής εμφαίνεται ως διεύθυνση της εταιρείας η Λεμεσός. Είναι νομολογημένο ότι ο τίτλος της αγωγής δεν αποτελεί μαρτυρία. Στην υπόθεση Sartas Importers-Distributors Ltd v. Ανδρέας Μαρουλλή
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1446, το Δικαστήριο έκρινε πως: «το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας δεν είναι ζήτημα που μπορεί να στοιχειοθετηθεί με τη διεύθυνση που αναγράφεται στον τίτλο της αγωγής, . ο τίτλος της αγωγής δεν αποτελεί μαρτυρία. Περαιτέρω δεν αποτελεί μέρος των εγγράφων προτάσεων με συνέπεια να μην παρίσταται ανάγκη για τον εναγόμενο να αρνηθεί ή να δεχθεί το περιεχόμενο του.» Στο τέλος της ημέρας η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου φέρεται να προκύπτει από τον τόπο υπογραφής του εγγράφου αναγνώρισης χρέους στη Λεμεσό με επικουρική ενίσχυση την κατοικία του εναγόμενου. Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν είναι δυνατό να εξετάσει οτιδήποτε προβάλλεται εκ μέρους του καθ'ου, είτε γύρω από το ζήτημα της μόνιμης κατοικίας του ή άλλων συναφών ζητημάτων: ή υπηκοότητα ή βεβαιώσεις ως προς τη μόνιμη διαμονή του. Ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει θέσει στοιχεία για την αξία της ακίνητης περιουσίας, ούτε προβάλλει ισχυρισμούς για υπέρμετρη δέσμευση. Το γεγονός δε ότι το ακίνητο επιβαρύνεται με υποθήκη, ενώ ο ίδιος επιχειρεί την υπογραφή δεύτερης, για σκοπούς εξασφάλισης δανειοδότησης της εταιρείας του δεν υποβοηθούν τις θέσεις τους. Εξετάζοντας τις αντίστοιχες θέσεις συμφωνώ με τον κ. Χαραλάμπους ότι ο αιτητής έχει καλύψει και την τρίτη προϋπόθεση: θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο. Με δεδομένη την αμφισβήτηση αναγνώρισης οφειλής εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση και με την όλη στάση του, δεν επιβεβαιώθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν προτίθεται να αποξενώσει την περιουσία, ούτε δεσμεύτηκε να μην αποξενώσει το ακίνητο, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ του αιτητή. Έχω πάντα κατά νουν ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγμάτων πρέπει να ασκείται με φιδώ, όμως από την άλλη δεν μπορεί να αγνοηθεί η ανάγκη προστασίας του αιτητή. Εξετάζοντας προσεκτικά όλα τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί ενώπιον μου, βρίσκω ότι ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Καταλήγω ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 22.9.2010 οριστικοποιείται. Τα έξοδα σε βάρος του καθ' ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Αναφορά: Συντηρητικό διάταγμα, δέσμευση ακίνητης περιουσίας Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο