Kay Xakakian κ.α. ν. Nilom Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4168/09, 9 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A35 Αρ. Αγωγής: 4168/09 Μεταξύ:
- Kay Xakakian
- Gianfranco Confalonieri Εναγόντων και
- Nilom Holdings Ltd
- Δημήτρης Ιωαννίδης
- Παναγιώτα Κωνσταντίνου
- Μαρία Ηλία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 29.9.10 υπό ενάγουσας - αιτήτριας γα προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 9 Φεβρουαρίου 2011 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Μάριος Χριστοφόρου Για εναγομένους - Καθ' ων η αίτηση: κα Αμάντα Κακογιάννη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων αφορά αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν λόγω κατ' ισχυρισμό παραβάσεων των εναγομένων σε σχέση με τα καθήκοντα τους ως διευθυντές της εναγομένης 1 εταιρείας. Πρόκειται για παράγωγη αγωγή, η οποία εγείρεται από τους ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως δικαιούχων (beneficiary) στην πιο πάνω εταιρεία. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο εναγόμενος 2 είναι το πρόσωπο στο οποίο οι ενάγοντες ανέθεσαν την διαχείριση της εναγομένης 1 Εταιρείας στην οποία οι ίδιοι είναι δικαιούχοι με ποσοστό 72,77% ο ενάγοντας 1 και 27,23% ο ενάγοντας
- Οι εναγόμενες 3 και 4 είναι διευθύντριες της εναγόμενης 1 εταιρείας. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.9.
- Με την παρούσα αίτηση τους ημερομηνίας 29.9.10, οι ενάγοντες ζητούν τα πιο κάτω ενδιάμεσα διατάγματα. (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζεται ο διορισμός της Εύας Διονυσίου από τη Λάρνακα ΑΔΤ 782788, ως διευθύντριας της εναγόμενης 1 μέχρι την εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο ή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις. (Β) Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα των πιο πάνω, Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει τη σύγκληση συνέλευσης της εταιρείας με τρόπο και όρους που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. (Γ) Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα των πιο πάνω, Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάζει την άμεση επιθεώρηση των βιβλίων της εταιρείας, τα οποία περιέχουν τα πρακτικά διαδικασίας των γενικών συνελεύσεων. (Δ) Οιανδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπουσα και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 29 και 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, θ.1 και 2, στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, άρθρα 53, 57(α)(στ), 129, 130, 140, επί του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 23 και στους Κανόνες Επιείκειας και της εν γένει Πρακτικής και Εξουσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της Εύας Διονυσίου. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, η πιο πάνω Εύα Διονυσίου, δικηγόρος από την Λάρνακα, είναι πληρεξούσια αντιπρόσωπος των εναγόντων, δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Αναφέρει στην συνέχεια ότι στις 23.9.09 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή. Ακολούθησε η Έκθεση Απαίτησης στις 26.4.
- Στις 13.5.10 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση διά κλήσεως που ορίστηκε στις 24.6.10 με την οποίαν ζητούσαν διάταγμα του Δικαστηρίου για απομάκρυνση των εναγομένων ως διαχειριστών και διευθυντών της Εταιρείας Nilom Ltd μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Διαζευκτικά ζητούσαν τον προσωρινό διορισμό της εταιρείας Sea Ward Management Ltd στην θέση των εναγομένων μέχρι να εκδικαστεί η αγωγή. Επιπλέον στις 9.6.10 οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση, με την οποίαν ζητούσαν διάταγμα που να διατάσσει τους εναγομένους να υπογράψουν ένα πληρεξούσιο έγγραφο καθώς και διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγομένους να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη σε σχέση με την πιο πάνω εταιρεία. Το διάταγμα εκδόθηκε την ίδια μέρα και ορίστηκε επιστρεπτέο στις 16.6.
- Μετά την επίδοση του διατάγματος, οι δικηγόροι των εναγομένων ειδοποίησαν τους δικηγόρους των εναγόντων ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν σε υπογραφή του πληρεξουσίου ως η διαταγή του Δικαστηρίου γιατί μία εκ των συμβούλων που θα έπρεπε να υπογράψει το πληρεξούσιο δεν ήταν πλέον διευθύντρια της εταιρείας και στην θέση της είχε διορισθεί άλλος σύμβουλος. Πράγμα αδιανόητο κατά την ενόρκως δηλούσα γιατί πρώτο λόγο στον διορισμό των συμβούλων έχουν οι ενάγοντες, οι οποίοι εν πάση περιπτώσει έπρεπε να είχαν ενημερωθεί. Μετά από συζητήσεις μεταξύ των δικηγόρων των δυο πλευρών, ο εναγόμενος 2 προχώρησε σε όλες τις ενέργειες για υπογραφή του πληρεξουσίου υπό τον όρο οι ενάγοντες να αποσύρουν τόσον την μονομερή αίτηση όσον και την αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 13.5.10 και με την αμοιβαία κατανόηση ότι θα καταβάλλονταν προσπάθειες για συνολική επίλυση των διαφορών των διαδίκων. Όντως, οι ενάγοντες απέσυραν και τις δυο αιτήσεις και ήταν έτοιμοι προς συζήτηση του θέματος πλην όμως ο εναγόμενος 2 πρότασσε παράλογες οικονομικές απαιτήσεις για να παραδώσει τον φάκελο και διαχείριση της εταιρείας. Στις 19.8.10, οι ενάγοντες έλαβαν μήνυμα με το οποίο τους ανακοινώθηκε ότι η Μαρία Αρτεμίου θα έπαυε από διευθύντρια της εναγόμενης 1 εταιρείας και στην θέση της θα διοριζόταν η Μαρία Δαμιανού ενώ την διαχείριση της εταιρείας θα την αναλάμβανε κάτω από την εποπτεία του εναγόμενου 2, κάποια Έλενα Μαρκουλλή. Ο ενάγοντας 1 ειδοποίησε στις 27.8.10 ότι δεν επιθυμούσε τον διορισμό της Μαρίας Δαμιανού ως διευθύντριας αλλά η εντολή του ήταν ο διορισμός της ενόρκως δηλούσας. Δεν πήρε καμία απάντηση στο μήνυμα του παρά το ότι έστειλε ακόμα δυο υπενθυμίσεις στον εναγόμενο
- Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων κατά την ενόρκως δηλούσα, είναι ουσιαστικής σημασίας για τους ενάγοντες καθότι θα είναι ο μόνος τρόπος μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή τυχόν διευθέτηση της υπόθεσης να μπορούν να γνωρίζουν τι γίνεται στην εταιρεία τους. Ενώ σε σχέση με τους εναγομένους, η έκδοση των διαταγμάτων καμία ζημιά δεν θα τους επιφέρει. Αντιθέτως, τους βοηθάει υπό την έννοια ότι οι ενάγοντες θα γνωρίζουν και θα ελέγχουν τι γίνεται στην εταιρεία και έτσι θα μειωθούν τυχόν άλλες απαιτήσεις θα έχουν εναντίον των εναγομένων για ζημιές στην εταιρεία. Κατά την μονομερή εξέταση της αίτησης λόγω της φύσης των επιδίκων θεμάτων, διέταξα όπως αυτή επιδοθεί στην άλλη πλευρά για να ακουστούν οι απόψεις της. Με την επίδοση της αίτησης, οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση, η οποία στηρίζεται στην ίδια νομική βάση με την αίτηση. Ως λόγους ένστασης, οι εναγόμενοι επικαλούνται τα πιο κάτω: Α. Οι ενάγοντες-αιτητές δεν είναι μέλη (μέτοχοι) ή σύμβουλοι της καθ' ης η αίτηση-εναγομένης 1 και ως εκ τούτου δε νομιμοποιούνται να εγείρουν την παρούσα αίτηση και/ή το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να παράσχει στους ενάγοντες-αιτητές τις αιτούμενες θεραπείες. Β. Η παρούσα αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και παράτυπη και αντιβαίνει τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή τη σχετική Νομολογία. Γ. Οι ενάγοντες-αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» (clean hands) και δεν προέβηκαν σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure) που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα γεγονότων που ήταν εν γνώσει τους κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και αφορούν άμεσα την παρούσα υπόθεση. Δ. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που σωρευτικά θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δηλαδή: (α) Η αγωγή δεν έχει σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και/ή οι ενάγοντες-αιτητές δεν έχουν δείξει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Χωρίς βλάβη της γενικότητας του πιο πάνω λόγου, οι ενάγοντες-αιτητές δε νομιμοποιούνται να εγείρουν παραγωγή αγωγή για λογαριασμό της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση 1 και/ή να επικαλούνται ότι στη παρούσα υπόθεση εγείρονται εταιρικά θέματα. (β) Δεν πληρούται η προϋπόθεση του «κατεπείγοντος» που θέτει το Άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- (γ) Δεν έχουν ικανοποιηθεί και/ή αποδεχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να ικανοποιούν την προϋπόθεση ότι οι ενάγοντες-αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ε. Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή οι ενάγοντες-αιτητές δεν έχουν δείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2, με την οποία επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Όσον αφορά το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, ο εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι στην ένορκη δήλωση της αίτησης, παραλείπεται το γεγονός ότι υπήρχαν οικονομικές εκκρεμότητες από το 2006 σε σχέση με την εναγομένη 1 εταιρεία. Τέλος, αναφέρει ότι ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει τέτοιας φύσης διατάγματα. Ειδικότερα, το Δικαστήριο στερείται εξουσίας διορισμού διευθυντή εταιρείας και οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν σύγκληση συνέλευσης στην οποία εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να παρίστανται αφού δεν είναι μέτοχοι ή διευθυντές της εταιρείας. Αγορεύσεις: Ο συνήγορος των εναγόντων, αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ισχυριζόμενος ότι στην παρούσα υπόθεση έχουν ικανοποιηθεί όλες οι απαιτήσεις της νομολογίας. Είναι φανερό ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Υπάρχει επιπλέον σοβαρός και ορατός κίνδυνος να μην μπορούν οι αιτητές να ικανοποιηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, οι ενάγοντες θα βρίσκονται προ τετελεσμένων χωρίς καμία απολύτως δυνατότητα για διαφύλαξη των συμφερόντων τους. Οι εναγόμενοι θα εξακολουθούν να διαχειρίζονται την εταιρεία κατά βούληση χωρίς καμία απολύτως ενημέρωση των εναγόντων, οι οποίοι δεν θα μπορούν να εκμεταλλευθούν σωστά την περιουσία τους. Δεν θα μπορούν ως εκ τούτου οι ενάγοντες να γνωρίζουν σε ποιο βαθμό οι πράξεις των εναγομένων θα παραβλάπτουν τα συμφέροντα τους. Επιπλέον, η έκδοση του διατάγματος δεν θα παραβλάψει τα συμφέροντα των εναγομένων αφού η εταιρεία θα λειτουργεί κάτω από τις ορθές διαδικασίες. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς ότι οι ενάγοντες δεν είναι μέτοχοι της εταιρείας, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην νομική βάση της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι οι ενάγοντες είναι οι πραγματικοί δικαιούχοι και ιδιοκτήτες της εναγόμενης 1 εταιρείας. Οι δε εναγόμενοι, έχουν δεσμευθεί να λειτουργούν κατ' εντολή και για λογαριασμό τους, δέσμευση την οποία έχουν παραβεί. Τέλος, ο συνήγορος ανέφερε ότι οι ενάγοντες παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, τεκμηριώνοντας όλα τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση τους. Προσπαθούν δε να προστατέψουν τα συμφέροντα της εταιρείας τους και ο μόνος τρόπος να μην υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά είναι να εκδοθούν τα υπό κρίση διατάγματα. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση της, αναφέρθηκε με έκταση στην νομική πτυχή της αίτησης αλλά και στις προϋποθέσεις που καθόρισε η νομολογία για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Στη συνέχεια με αναφορά στους λόγους ένστασης, ισχυρίσθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί καμία προϋπόθεση για έγκριση του αιτήματος των εναγόντων. Ισχυρίσθηκε περαιτέρω ότι δεν ικανοποιούνται οι αρχές για έγερση παράγωγης αγωγής, καθότι οι ενάγοντες δεν είναι εγγεγραμμένα μέλη της καθ' ης η αίτηση 1 εταιρείας. Επιπλέον δεν υφίσταται οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ εναγόντων και εναγομένου 2, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Όσον αφορά την απαίτηση για διορισμό της Εύας Διονυσίου, ως διευθύντριας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, η συνήγορος ισχυρίσθηκε ότι σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο δεν υπάρχει καμία νομική βάση που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να επέμβει με οποιοδήποτε διάταγμα στις εξουσίες των μετόχων για διορισμό διοικητικού συμβούλου εταιρείας, ιδιαίτερα όταν αυτό επιζητείται από πρόσωπα που δεν είναι ούτε μέτοχοι ούτε σύμβουλοι. Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό παράλειψη πλήρους αποκάλυψης ουσιαστικών γεγονότων, ισχυρίστηκε ότι οι αιτητές απέκρυψαν οικονομικές εκκρεμότητες της εναγομένης 1 εταιρείας που υφίστανται από το
- Απέκρυψαν επίσης ότι έγιναν πολλές προσπάθειες για συμβιβασμό της υπόθεσης και ότι στα πλαίσια αυτά, ετοιμάστηκαν διάφορα έγγραφα από τους συνηγόρους των εναγομένων, αλλά την τελευταία στιγμή οι αιτητές υπαναχώρησαν από τα συμφωνηθέντα μεταξύ των δυο πλευρών. Επιπλέον, σύμφωνα με την συνήγορο, οι αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι ο εναγόμενος 2 δεν είναι διαχειριστής της εναγομένης 1, παραπλανώντας έτσι το Δικαστήριο. Τέλος, αναφέρθηκε από την συνήγορο, ότι οι αιτητές δεν απέδειξαν ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Το μόνο που προσθέτει η αίτηση, είναι περιπλοκή των ζητημάτων, τα οποία θα επιλυθούν μόνο με την τελική εκδίκαση της αγωγής. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του πιο πάνω άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Στην έννοια της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, αναφέρεται η απόφαση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ 1791. Η υπόθεση αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια αγωγής για αθέμιτο ανταγωνισμό. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την σελ. 1799 της απόφασης: « Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v Petrides
(1979)1 C.L.R 231,240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου την θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην ίδια μελέτη του Γ.Κ Κωνσταντινίδη στο CORPUS DE JURE CYPRII (ανωτέρω) και σε σχέση με την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 214: "Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι απεριόριστοι και δεν επιδέχονται προσδιορισμό εκ των προτέρων. Γενικά, η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με δεδομένη την εννοιολογική διαφοροποίηση όσων κριτηρίων ο νομοθέτης διαμόρφωσε ως προϋποθέσεις για την γέννηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, οι παράγοντες αυτοί εξετάζονται, βασικά, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη ή έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Σε σχέση με το θέμα αυτό, θα υπενθύμιζα μόνο την υπόθεση American Cyanamid Co.,
(1975)1 All E.R. 504, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, της διατήρησης, δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο Εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποία επιδιώκεται η παρεμπόδιση." Επίσης στην υπόθεση Α. Pieris (Αlakatoudi) Ltd v. Χαριτίνη Ιωαννίδου
(1986)1 J.S.C. 243 αναφέρθηκε ότι: "Η στάθμιση της ταλαιπωρίας την οποία θα υποστεί ο κάθε διάδικος συνεπεία της έκδοσης ή μη έκδοσης του Διατάγματος, λαμβάνεται υπ' όψιν από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Το βάρος της Απόδειξης είναι στον Ενάγοντα να καταδείξει ότι η ταλαιπωρία (inconvenience) που θα υποστεί θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του εναγόμενου εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα". Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 246, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Είναι γεγονός ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Η αρχή όμως αυτή δεν είναι απόλυτη. Παρέχεται ευχέρεια για έκδοση διατάγματος αντιστοίχου προς την τελική αιτούμενη θεραπεία. Με την προϋπόθεση όμως ότι εκτός από ξεκάθαρες περιπτώσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει όπου με το διάταγμα ανατρέπεται η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Σχετική είναι η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788, αναλύονται οι συνέπειες στην καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας, σε αίτημα για προσωρινό διάταγμα. Η υπόθεση αφορούσε αίτηση έκδοσης προσωρινού διατάγματος για την απαγόρευση παραβίασης εμπορικών σημάτων και αναστολή πώλησης προϊόντων των Εναγομένων, που κατ' ισχυρισμό παραβίαζαν τα εμπορικά σήματα των Εναγόντων. Το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υφίσταντο και οι τρεις προϋποθέσεις που προβλέπονται από το Άρθρο 32 του Ν. 14/60 αλλά παρ' όλα αυτά απέρριψε την αίτηση. Η μεγάλη καθυστέρηση των εναγόντων σε συνδυασμό με την ταλαιπωρία που θα υποστούν οι εναγόμενοι αφού αφέθηκαν να ενεργούν από μόνοι τους, δημιουργώντας πελατεία 2000 ατόμων, υπήρξε καθοριστική ούτως ώστε το Πρωτόδικο Δικαστήριο να αρνηθεί να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ των Αιτητών. Το Εφετείο αναλύοντας τις σχετικές αρχές επί του θέματος, επεκύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό: ". Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μην απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής. ............................. Η μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας μετά την διαπίστωση της παραβίασης, προσφέρει επαρκή δικαιολογία για την πορεία που έχει υιοθετήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα στο ενδιάμεσο εκείνο στάδιο". Αναφορικά με την υποχρέωση για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων, έχει νομολογηθεί ότι σε μονομερείς διαδικασίες, επιβάλλεται όπως ο αιτητής αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιαστικά στοιχεία που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει ως εκ τούτου καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Σχετικές είναι μεταξύ άλλων οι υποθέσεις Brink' s Mat Ltd. v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188, Resola Cyprus Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598 και Ahmet Zein κ.α. v. Παράσχος Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ
- Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Tr. Ltd v. Timberland Co. (ανωτέρω), κρίθηκε πως αν ένα γεγονός είναι ουσιώδες προσδιορίζεται σε αναφορά με τα επίδικα θέματα. Το ουσιαστικό κριτήριο για κάποια γεγονότα που πρέπει να αποκαλύπτονται είναι αντικειμενικό. Ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτουμένου διατάγματος. Συμπεράσματα. Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι κατά πόσον έχει αποδειχθεί στην παρούσα υπόθεση, απόκρυψη από τους αιτητές ουσιωδών γεγονότων ούτως ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά ποσόν πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Η επιχειρηματολογία επί του θέματος της συνηγόρου για τους εναγομένους, εστιάζεται σε παράλειψη των αιτητών να αναφερθούν σε κατ' ισχυρισμό οικονομικά προβλήματα της εναγομένης 1 εταιρείας και στις προσπάθειες συμβιβασμού της αγωγής. Όμως κατά την κρίση μου, τα στοιχεία αυτά πέραν του ότι δεν έχουν αποδειχθεί με σχετική μαρτυρία, δεν αποτελούν από μόνα τους γεγονότα που θα μπορούσαν αντικειμενικά να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή εξέταση του αιτήματος. Δεν τίθεται ως εκ τούτου ζήτημα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων από τους αιτητές. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των υπό κρίση αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Εξετάζοντας τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαπιστώνω πως πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Αποκαλύπτεται στην έκθεση απαίτησης αλλά και στην ένορκη δήλωση της αίτησης, πως υπάρχουν σοβαρά ζητήματα για εκδίκαση και ότι οι ενάγοντες έχουν προοπτική επιτυχίας στην αγωγή τους. Η θέση των εναγομένων επί του προκειμένου, είναι ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έγερση παράγωγης αγωγής αφού δεν είναι μέτοχοι της εναγομένης
- Και έτσι όμως να είναι τα πράγματα, υπενθυμίζω ότι η αγωγή εδράζεται επίσης και σε κατ' ισχυρισμό παράβαση σύμβασης και συγκεκριμένα σε σύμβαση ανάθεσης προς τον εναγόμενο 2 από τους ενάγοντες, της διαχείρισης της εναγομένης 1 εταιρείας. Από την άλλη, η εξέταση των ισχυρισμών που έχουν υποβληθεί εκ μέρους της εναγομένων ως προς το δικαίωμα των εναγόντων στην έγερση της υπόθεσης θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων των διαδίκων σε σχέση με την ουσία της αγωγής. Ιδιαίτερα η θέση της συνηγόρου όπως εκφράστηκε στην αγόρευση της ότι δεν υφίσταται οιαδήποτε συμφωνία ανάθεσης από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 2, της διαχείρισης των εργασιών της εναγομένης 1 εταιρείας, είναι στοιχείο που θα εξεταστεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής μετά που θα ακουστεί σχετική μαρτυρία. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση ούτε ενδείκνυται να προβεί σε εύρημα στο στάδιο αυτό επί των πιο πάνω αντικρουόμενων ισχυρισμών των διαδίκων που άπτονται της ουσίας της αγωγής. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, την αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, κρίνω από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου ότι δεν έχει αποδειχθεί από τους αιτητές. Δεν έχει δοθεί κανένα στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου από τους αιτητές με ποιον τρόπο θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα στο παρόν στάδιο. Η πιο πάνω κατάληξη μου σχετίζεται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι εναγόμενοι είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υποστούν οι ενάγοντες σε περίπτωση άρνησης του αιτήματος. Το στοιχείο αυτό σχετίζεται βέβαια και με την μεγάλη καθυστέρηση των εναγόντων στην προώθηση της υπόθεσης τους. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, τα προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων προέκυψαν από το 1999, δύο μόλις χρόνια από την σύσταση της εναγομένης 1 εταιρείας και την ανάθεση της διαχείρισης της στον εναγόμενο
- Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην παράγραφο 8 της έκθεσης απαίτησης ότι ο εναγόμενος 2 αρνείτο να ακολουθήσει τις οδηγίες τους σε σχέση με την διαχείριση της εταιρείας, επικαλούμενος ότι ο ενάγοντας 1 δεν αντιπροσωπεύει όλους τους μετόχους. Ακολούθως, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, το 2003 ο ενάγοντας 1 ζήτησε από τον εναγόμενο 2 την παράδοση της διαχείρισης της εταιρείας πλην όμως ο εναγόμενος 2 αρνήθηκε να πράξει κάτι τέτοιο. Για να επιδεινωθούν τα προβλήματα το 2009 όπου ο εναγόμενος 2 αρνείτο σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης να παράσχει ως διαχειριστής της εταιρείας, συγκεκριμένα έγγραφα. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, στα πλαίσια της οποίας οι ενάγοντες ζήτησαν διάφορες ενδιάμεσες θεραπείες, παρόμοιες με αυτές που ζητούν στην παρούσα, τις οποίες όμως όπως προαναφέρθηκε, απέσυραν στην συνέχεια. Ακολούθως, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση στις 29.9.10 με την οποία οι ενάγοντες ζητούν τα υπό κρίση διατάγματα, επικαλούμενοι την διαδικασία του κατεπείγοντος. Όμως η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγόντων και η μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση της διαδικασίας, αναιρεί τον ισχυρισμό για την ανάγκη επείγουσας θεραπείας αλλά και την θέση τους ότι αν δεν δοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επιπλέον, η μεγάλη καθυστέρηση από τους ενάγοντες στην προώθηση της διαδικασίας από το 1999 που προέκυψαν τα προβλήματα μέχρι σήμερα, έχει μετατρέψει το status quo υπέρ των εναγομένων. Ο εναγόμενος 2 σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των ιδίων των εναγόντων, αφέθηκε για μια δεκαετία να διαχειρίζεται την εναγομένη 1 εταιρεία αφού οι ενάγοντες παρά τα κατ' ισχυρισμό προβλήματα που προέκυψαν δεν αναζήτησαν από τότε Δικαστική θεραπεία σε σχέση με τους ισχυρισμούς τους για κακοδιαχείριση και άρνηση παράδοσης της διαχείρισης της εταιρείας. Όπως αναφέρεται στις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές, η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo), λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της εξέτασης της ταλαιπωρίας που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την έκδοση ή την άρνηση έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου ζητούνται διατάγματα αντίστοιχα προς την τελική αιτούμενη θεραπεία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία δεν εκδίδονται κατά κανόνα διατάγματα που ανατρέπουν την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για τους ιδίους λόγους και σταθμίζοντας τα συμφέροντα και τις ανάγκες των διαδίκων καθώς και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη ή έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του αιτήματος, κρίνω ότι δεν είναι υπό τας περιστάσεις δίκαιο και εύλογο να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο