← Κύπρος

Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. Ανδριάνα Κύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1593/2007, 10/02/2011

Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ ν. Ανδριάνα Κύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1593/2007, 10/02/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1593/2007 Μεταξύ: Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ από τη Λευκωσία Εναγόντων και 1. Ανδριάνα Κύρου από τη Λευκωσία 2. Πρόδρομος Γιουμαγιας από τη Λευκωσία 3. Λεύκιος Κύρου από τη Λεμεσό 4. Παναγιώτα Gray από τη Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 17.11.2010 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 10/02/2011 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες - αιτητές: κ. Κλ. Στυλιανού για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σια. Για εναγόμενους 1, 3 & 4 - καθ' ων η αίτηση: κ. Λ. Κύρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την Έκθεση Απαίτησης τους οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι ασφαλιστική εταιρεία και κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν συνεργασία με την εναγόμενη αρ. 1 η οποία ενεργούσε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος τους δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 16/12/2004. Προς το σκοπό αυτό ανοίχθηκε χρεωπιστωτικός λογαριασμός από τους ενάγοντες επ' ονόματι της εναγομένης αρ. 1 ο οποίος χρεωνόταν με το συνολικό ποσό των ασφαλίστρων, με βάση τη σύναψη ασφαλιστηρίων από την εναγομένη αρ. 1 και/ή προμήθειες και/ή εισπράξεις ασφαλίστρων. Οι εναγόμενοι αρ. 2, 3 & 4 εγγυήθηκαν την πιστή τήρηση των υποχρεώσεων της εναγομένης αρ. 1 προς τους ενάγοντες. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι για το συνολικό ποσό των £7,962.22 σεντ ως χρεωστικό υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού πλέον τόκους και έξοδα. Στις 17/11/2010 οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία αιτούνται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως: Α) Στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης να προστεθούν τα ακόλουθα, μετά το τέλος της υφιστάμενης παραγράφου: «..Η εν λόγω συμφωνία είχε συναφθεί αφού η Εναγομένη 1 ήδη εργαζόταν ως δόκιμος αντιπρόσωπος για την Ενάγουσα από ή περί το Μάρτιο του 2002, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ίσχυαν κατά το σχετικά με την ως άνω αγωγή χρόνο, για όλους τους δόκιμους αντιπροσώπους της Ενάγουσας.» Β) Να προστεθεί το ακόλουθο κείμενο ως νέα παράγραφος 3: «3. Oι όροι με τους οποίους εργάζετο η Εναγομένη 1 περιελάμβαναν τα ακόλουθα: α. Η Εναγομένη 1 αναφέρεται ως Δόκιμη Αντιπρόσωπος και εκτός της Ενάγουσας αναφέρεται και κάποιος Ανδρέας Αντωνίου, ο οποίος ήταν Αντιπρόσωπος της Ενάγουσας. β. Ο Αντιπρόσωπος αναλαμβάνει κατά το διάστημα που θα μεσολαβήσει από την ημερομηνία της παρούσης μέχρι και την ημερομηνία που ο Δόκιμος Αντιπρόσωπος θα δικαιούται από μόνος του να προσκομίσει προτάσεις ασφάλισης προς την Εταιρεία (στο εξής Η «Περίοδος» Δοκιμασίας ) να τον καθοδηγεί και να τον επιβλέπει, γ. Για όσους πελάτες θα συστήσει ο Δόκιμος Αντιπρόσωπος στον Αντιπρόσωπο κατά την Περίοδο Δοκιμασίας οι οποίοι τελικώς θα υποβάλουν πρόταση ασφάλειας και θα ασφαλισθούν με την Εταιρεία θα ακολουθείτε η εξής δοκιμασία: (ι) Η πρόταση ασφάλειας θα υποβάλλεται από τον Αντιπρόσωπο. (ιι) Η προμήθεια που θα αντιστοιχεί στην εν λόγω ασφάλεια θα πιστώνεται σε μερίδα (στο εξής «Μερίδα) του Αντιπροσώπου χωριστή από εκείνη τη μερίδα που ήδη έχει με την Εταιρεία η οποία θα φέρει και το όνομα του Δόκιμου Αντιπροσώπου. (Σχετικός Πίνακας προμηθειών επισυνάπτεται). δ. Η Εταιρεία θα έχει πρώτη επιβάρυνση στη Μερίδα για τυχόν επιδόματα και/ή ποσά που δυνατόν να δοθούν σαν έναντι των μελλοντικών του προμηθειών και/ή προκαταβολές εκπαίδευσης που θα παρέχει στον Δόκιμο Ασφαλιζόμενο και/ή οφειλόμενα ασφάλιστρα των πελατών που συστήνει ο Δόκιμος Αντιπρόσωπος. ε. Αν ο Δόκιμος Αντιπρόσωπος αποτύχει να καταστεί Αντιπρόσωπος ή αν παραιτηθεί προτού καταστεί Αντιπρόσωπος ή αν συνεχίσει τη δοκιμασία του με άλλη Εταιρεία τότε κάθε πιστωτικό υπόλοιπο στην Μερίδα θα καθίσταται περιουσία της Εταιρείας το δε χαρτοφυλάκιο θα μεταφέρεται στο χαρτοφυλάκιο της Εταιρείας και οποιαδήποτε ποσά έχουν δοθεί στον Δόκιμο Αντιπρόσωπο από την Εταιρεία είτε υπό τη μορφή επιχορήγησης, επιδόματος είτε σαν έναντι των μελλοντικών του προμηθειών θα καθίστανται αμέσως απαιτητά και πληρωτέα. Αμέσως απαιτητά και πληρωτέα θα καθίστανται επίσης και οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο των πελατών που ο Δόκιμος Αντιπρόσωπος έχει συστήσει στην Εταιρεία. Οποιαδήποτε δε έντυπα της Εταιρείας ευρίσκονται στην κατοχή του θα επιστρέφονται αμέσως στην Εταιρεία. (Η Ενάγουσα επιφυλάσσεται να αναφερθεί στο πλήρες κείμενο και τη νομική ισχύ και/ή τις συνέπειες του ως άνω κειμένου κατά τη δικάσιμο.)» Γ. Η παράγραφος 3 να αναριθμηθεί και να γίνει παράγραφος 4 και η παράγραφος 4 να γίνει αντιστοίχως παράγραφος 5. Δ. Η υφιστάμενη παράγραφος 5 να αντικατασταθεί με την ακόλουθη παράγραφο: «5. Η Ενάγουσα από το Μάρτιο του 2002 και λόγω της ως άνω συνεργασίας της με την Εναγομένη 1 και/ή δυνάμει προφορικής συμφωνίας και/ή δυνάμει του εμπορικού έθους και/ή της συνήθους πρακτικής στη συνεργασία των μερών άλλως πως άνοιξε εις το όνομα της Εναγομένης 1 χρεωπιστωτικό λογαριασμό και/ή μερίδα στον οποίο πίστωνε και/ή χρέωνε ανάλογα την Εναγομένη 1 με προμήθειες που δικαιούτο ως Δόκιμος Αντιπρόσωπος ή άλλως πως στον κλάδο ζωής με βάση την παραγωγή και/ή τα πληρωμένα ασφάλιστρα (paid premiums) και/ή χρεώνετο με τυχόν χρηματοδοτήσεις και/ή πληρωμές προς αυτόν.» Ε. Η υφιστάμενη παράγραφος 6 να διαγραφεί. ΣΤ. (ι) Η υφιστάμενη παράγραφος 7 να τροποποιηθεί με την προσθήκη της πιο κάτω φράσης μετά τη λέξη "Συμβούλου" στην Τρίτη γραμμή της εν λόγω παραγράφου ήτοι: "...και/ή τη Συνεργασία της Εναγομένης 1 με την Ενάγουσα...". (
  2. ii)Η υφιστάμενη παράγραφος 7 να τροποποιηθεί με τη διαγραφή της φράσης ".. της Εναγομένης αρ. 1 δυνάμει της εν λόγω Σύμβασης." Και την τοποθέτηση τελείας πριν την εν λόγω φράση. Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25, Θ.1,2, Δ.48, Θ.1,2

(1), 2
(2)και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Ηλία, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγόντων. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι μετά από σχετική μελέτη της υπόθεσης και του περιεχομένου στο σχετικού φακέλου που τηρείται από την Ενάγουσα, διαπιστώθηκε η ύπαρξη αριθμού εγγράφων και γεγονότων που αφορούν τη σχέση των μερών και περαιτέρω που καθορίζουν τα επίδικα γεγονότα, τα οποία σε κάποια σημεία διαφέρουν από ότι καθορίζεται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη 1 εργάζετο ως δόκιμη αντιπρόσωπος για ένα χρονικό διάστημα πριν τη Συμφωνία Αντιπροσώπου που ήδη είναι επίδικο θέμα και με διαφορετικούς όρους από ότι η εν λόγω Συμφωνία Αντιπροσώπου και ότι τα ποσά που οφείλει η εναγομένη 1 αφορούν κατά κύριο λόγο προπληρωμένες προμήθειες και όχι οφειλόμενα ασφάλιστρα. Επίσης, αναφέρει ότι όλα τα σχετικά έγγραφα για να μπορέσει η εναγομένη 1 να εγγραφεί ως αντιπρόσωπος ήταν έτοιμα και οι ενέργειες της ή μάλλον έλλειψη αυτών έχει καθορίσει τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας Αντιπροσώπου και της συνεργασίας με την ενάγουσα αλλά και την τελική οφειλή της προς αυτή. Είναι η θέση της ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις θα μπορέσουν να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα για να υπάρχει πλήρης εικόνα των επίδικων ζητημάτων. Αναφορικά με το χρόνο που υποβάλλεται η αίτηση, ισχυρίζεται ότι δεν θα επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των εναγομένων αφού η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει και ότι οι εναγόμενοι θα μπορέσουν να αποζημιωθούν με την καταβολή των εξόδων. Οι εναγόμενοι 1,3&4 - καθ' ών η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στις αιτούμενες τροποποιήσεις προβάλλοντας έξι λόγους ένστασης ως ακολούθως:
  1. Η ένορκη δήλωση στην αίτηση τροποποίησης γίνεται από αναρμόδιο πρόσωπο και/ή πρόσωπο που δεν έχει ιδίαν γνώση και/ή αντίληψη των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση.
  2. Η ενόρκως δηλούσα και/ή η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση.
  3. Με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η αλλαγή της βάσης της αγωγής ως να καταχωρείται νέα αγωγή.
  4. Τα γεγονότα τα οποία προσπαθεί να εισάξει στην αγωγή της η Ενάγουσα ήτο σε γνώση της και/ή στην κατοχή προ της καταχώρησης της αγωγής και εν πάση περιπτώσει στα αρχικά στάδια καταχώρησης της αγωγής, η δε σκοπούμενη τροποποίηση επιχειρείται να γίνει 4 ολόκληρα χρόνια μετά από επανειλημμένες αναβολές της ακρόασης και ζητήθηκε χρόνος για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης στις 20/10/
  5. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση ουσιαστικά αλλάζει η βάση της αγωγής ενώ παράλληλα γίνεται εκτενής αναφορά σε νέα γεγονότα που ήτο γνωστά στην Ενάγουσα - Αιτήτρια και πριν την καταχώρηση της αγωγής.
  6. Η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής Διαδικασίας. Η νομική βάση της ένστασης είναι η Δ.9, Θ.10,11, Δ.12, θ.1-4, Δ.25, Θ.1,2,3,4,5,6 και Δ.48, Θ.θ. 1,2,3 και 4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ο Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999 όπως έχει τροποποιηθεί, ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 58(Ι)/03, άρθρα 84-91, ο Περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60, άρθρο 32, το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και η πρακτική και οι συμφυείς εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται επίσης, από την ένορκη δήλωση της κας Παναγιώτας Βαρνάβα, δικηγόρου η οποία συνεργάζεται με το γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων. Σε αυτή ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και επιβεβαιώνονται οι λόγοι ένστασης, ως ανωτέρω. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις αποτελούν νέα βάση αγωγής καθότι επιχειρείται να εισαχθούν στοιχεία και/ή να δικογραφηθούν γεγονότα που αλλάζουν εντελώς την βάση αγωγής που προϋπήρχε. Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι ενώ η υπάρχουσα αγωγή ανέφερε ότι η εναγόμενη 1 υπέγραψε το 2004 τώρα επιχειρείται τροποποίηση για να εισαχθεί ισχυρισμός για προφορική συμφωνία που έγινε το
  1. Αν επιτραπεί, συνεχίζει, η εν λόγω τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα να φέρει την πλευρά των εναγομένων σε δυσμενέστερη θέση. Η ακρόαση της παρούσας αίτηση διεξήχθη στην βάση προφορικών αγορεύσεων με βάση τις οποίες αμφότερες οι πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Επίσης, να σημειωθεί ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων πριν την ακρόαση της αίτησης, απέσυρε τον πρώτο λόγο ένστασης του. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων και στη Δ.25 θ.1 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών η οποία αποτελεί τη βασική πρόνοια που παρέχει δυνατότητα τροποποίησης κλητηρίου εντάλματος και/ή δικογράφου. Οι γενικές διατάξεις της Δ.25 είναι αυτές που δίδουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να προβαίνει στις σχετικές τροποποιήσεις. Η Δ.25 Θ.1 στην οποία στηρίζεται η αίτηση προνοεί ως ακολούθως: "
  2. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties." Όσον αφορά τις βασικές αρχές σε θέματα τροποποίησης στο The Annual Practice 1958, στη σελ. 622, η γενική αρχή εκτίθεται ως εξής: "In Tildesley v. Harper, 10 Ch. D. pp. 396, 397, Bramwell, L.J., said: "My practice has always been to give leave to amend unless I have been satisfied that the party applying was acting mala fide, or that, by his blunder, he had done some injury to his opponent which could not be compensated for by costs or otherwise". "However negligent or careless may have been the first omission, and however late the proposed amendment, the amendment should be allowed if it can be made without injustice to the other side. There is no injustice if the other side can be compensated by costs" (per Brett, M.R., Clarapede v. Commercial Union Association, 32 W.R. p. 263; Weldon v. Neal, 19 Q.B. D. p. 396; Australian Steam Navigation Co. v. Smith, 14 App. Cas. P.320; Hunt v. Rice & Son, 53 T.L. R.931, C.A and see the remarks of Bowen, L.J., Cropper v. Smith, 26 Ch. D. pp. 710, 711, of Lindley, L.J., Indigo Co. v. Ogilvy,
(1891)2 Ch. 39, and of Pollock, B., Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B.D. p. 180, and C.A.P. 558). An amendment ought to be allowed if thereby "the real substantial question can be raised between the parties", and multiplicity of legal proceedings avoided." Eιδικότερα στο ίδιο σύγγραμμα, σελ. 624, γίνεται εκτενής αναφορά στις νομικές αρχές που διέπουν την τροποποίηση πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση: "Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position than he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v. North Metropolitan Tramways Co., 16 Q.B. D.556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs .» Όπως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180: «The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run. The Civil Procedure Rules (Or.19, r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule. A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied. If in the course of the trial it appears that a party΄s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails". Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του θέματος είναι πλούσια και ιδιαίτερα διαφωτιστική. Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι ότι η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Κυρίαρχο επίσης στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η παροχή δυνατότητας σε κάθε διάδικο να θέσει ενώπιον του το σύνολο των πραγματικών διαφορών των διαδίκων. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ.11 και Περικτιόνη Χρίστου ν Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Στην υπόθεση Φοινιώτης ν. Greenman Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ.33, τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις τροποποίησης. Συγκεκριμένα στη σελίδα 36 αναφέρονται τα πιο κάτω: «Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντίδικου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του Αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη». Στην υπόθεση Kallice Holding Co Ltd v. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 162 στη σ. 164 επισημαίνεται: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο κυρίαρχος παράγων ο οποίος διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι ένας άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου». Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα,
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223). Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης ή αβλεψίας, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα (βλ. SABA & Co. (T.M.P) v T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Η πιο πάνω αρχή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ. ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου τονίστηκε ότι το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση, παραπέμπω στην υπόθεση Astor Co. κ.α. ν. Α & G Leventis Ltd κα
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, στην οποία λέχθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εάν και ο παράγοντας αυτός δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη. Φυσικά το σημαντικό δεν είναι η ευρύτητα του χρόνου που διέρρευσε, γιατί διαφορετικά θα ήταν άσκοπη η ενασχόληση με το θέμα, αλλά το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την αναγκαιότητα της τροποποίησης και ο χρόνος που επέλεξε για να δράσει προς αυτή την κατεύθυνση. Περαιτέρω, αποτελεί αρχή ότι τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν σαφώς φανερή ή έκδηλη από καιρό αλλά δεν ζητήθηκε, δεν θα επιτραπεί λόγω του ότι θα δημιουργήσει ακόμα περισσότερη καθυστέρηση αλλά και διότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη σχετική δικογραφία τους με την απαραίτητη ενδελέχεια και να καταγράφουν από νωρίς τις συγκεκριμένες τους θέσεις οι οποίες είναι ή θα πρέπει να είναι γνωστές σ΄ αυτούς από την αρχή που εκτυλίσσονται τα γεγονότα. Σύμφωνα με τη νομολογία, ο βέβαιος προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξη τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Kallice Holding Co Ltd v. MTR Metals (Overseas) Ltd (πιο πάνω), Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 607, και United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 A.A.Δ. 501). Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση λαμβάνοντας υπόψη μου του λόγους ένστασης του εναγομένου οι οποίοι ουσιαστικά αφορούν το καθυστερημένο της υποβολής της παρούσας αίτησης, το ότι δεν υπάρχει εύλογη αιτία που να δικαιολογεί την αιτούμενη τροποποίηση και ότι αυτή εισάγει νέα βάση αγωγής. Έχω μελετήσει την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων και παρατηρώ ότι η αξίωση τους βασίζεται σε υπόλοιπο χρεωπιστωτικού λογαριασμού τον οποίο διατηρούσαν οι ενάγοντες επ' ονόματι της εναγομένης Νο. 1 και ο οποίος ανοίχθηκε δυνάμει συμφωνίας ασφαλιστικού συμβούλου ημερομηνίας 16/12/2004 και/ή δυνάμει του εμπορικού έθους και/ή της συνήθης πρακτικής στη συνεργασία των μερών. Αξιώνουν από την εναγομένη Νο. 1 το ποσό των £7,962.22 σεντ το οποίο αποτελεί χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού από εισπράξεις ασφαλίστρων και/ή προμηθειών από την εναγομένη Νο. 1 για λογαριασμό των εναγόντων. Επίσης, η αξίωση εναντίον των εναγομένων 2,3&4 είναι δυνάμει σχετικής εγγύησης που υπέγραψαν για την πιστή τήρηση των συμφωνηθέντων μεταξύ εναγόντων και εναγομένης Νο.
  1. Να σημειωθεί ότι η αγωγή προχωρεί μόνο εναντίον των εναγομένων 1,3&4 αφού η αγωγή δεν έχει επιδοθεί στον εναγόμενο
  2. Πέραν των πιο πάνω, εκείνο που παρατηρείται από την Έκθεση Απαίτησης των εναγόντων είναι ότι από τη συνεργασία εναγόντων και εναγομένης Νο. 1 προέκυψε το υπόλοιπο το οποίο αξιώνεται από τους ενάγοντες. Επίσης, υπάρχει ισχυρισμός ότι η συνεργασία εναγόντων και εναγομένης Νο. 1 τερματίστηκε κατά ή περί την 21/09/
  3. Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις ζητείται όπως περιληφθούν στην Έκθεση Απαίτησης γεγονότα τα οποία αφορούν περίοδο προγενέστερη της 16ης/12/2004 που υπεγράφη η Συμφωνία Ασφαλιστικού Συμβούλου και στην ουσία ισχυρισμοί ότι το αξιούμενο υπόλοιπο του χρεωπιστωτικού λογαριασμού της εναγομένης Νο. 1 προέκυψε και πριν την υπογραφή της Σύμβασης ημερομηνίας 16/12/
  4. Με την παράγραφο Α τις αίτησης ζητείται όπως περιληφθούν γεγονότα στην Έκθεση Απαίτησης που να επεξηγούν τον τρόπο που οι διάδικοι κατέληξαν στην υπογραφή της πιο πάνω συμφωνίας και ότι αυτό έγινε αφού η εναγομένη Νο. 1 εργαζόταν ως δόκιμος αντιπρόσωπος για τους ενάγοντες. Περαιτέρω, με τις παραγράφους 3Β α-στ της αίτησης ζητείται η περίληψη στην Έκθεση Απαίτησης των όρων με βάση τους οποίους η εναγόμενη Νο. 1 εργαζόταν ως δόκιμος αντιπρόσωπος για τους ενάγοντες. Τέλος, προκύπτει από την αίτηση ότι ζητείται η συμπερίληψη στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμών ότι ο εν λόγω χρεωπιστωτικός λογαριασμός διατηρείτο από τους ενάγοντες από τον Μάρτιο του 2002 όταν άρχισε η συνεργασία των διαδίκων και ότι ουσιαστικά το υπόλοιπο που αξιώνεται προέκυψε και αφορά και την περίοδο εκείνη πριν από τη σύναψη της Σύμβασης Ασφαλιστικού Συμβούλου. Περαιτέρω, προκύπτει από την αίτηση ότι το αξιούμενο ποσό δεν αλλάζει. Αντικρίζοντας σφαιρικά τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης τους δεν έχουν περιλάβει όλα τα γεγονότα που αφορούν της συνεργασία τους με την εναγομένη 1 και επιζητούν όπως τα συμπεριλάβουν. Είναι ξεκάθαρο από τις αιτούμενες τροποποιήσεις, ότι η κατ' ισχυρισμό συνεργασία των μερών δεν άρχισε στις 16/12/2004 που υπεγράφη η Συμφωνία Ασφαλιστικού Συμβούλου αλλά από τον Μάρτιο του 2002 και ότι ο χρεωπιστωτικός λογαριασμός ανοίχθηκε από τότε και όχι στις 16/12/2004 όπως ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησης τους και ότι το αξιούμενο υπόλοιπο προέκυψε προγενέστερα της εν λόγω Σύμβασης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο με τα πιο πάνω γεγονότα και ισχυρισμούς που επιζητούν οι ενάγοντες να εισάξουν στην Έκθεση Απαίτησης τους αλλάζει η βάση της παρούσας αγωγής. Φαίνεται ότι η αξίωση τους προκύπτει από υπόλοιπο χρεωπιστωτικού λογαριασμού ο οποίος ανοίχθηκε δυνάμει της Σύμβασης Ασφαλιστικού Συμβούλου ημερομηνίας 16/12/
  5. Κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής και με τους υφιστάμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς, οι ενάγοντες θα έχουν δικαίωμα να προσκομίσουν την κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού. Η κίνηση του εν λόγω λογαριασμού όμως φαίνεται να αρχίζει από το 2002 που άρχισε η συνεργασία των διαδικών και όχι από το 2004 που υπεγράφη η Σύμβαση. Πράγματι φαίνεται όμως, από την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης η αξίωση των εναγόντων να αναφέρεται σε ασφάλιστρα δυνάμει της Σύμβασης Ασφαλιστικού Συμβούλου και όχι στην προγενέστερη συνεργασία των διαδίκων. Γίνεται δηλαδή, προσπάθεια να εισαχθούν ισχυρισμοί οι οποίοι θα βασίζουν την αξίωση των εναγόντων σε προφορική συμφωνία η οποία έγινε κατά ή περί τον Μάρτιο του 2002 με την οποία η συνεργασία της εναγόμενης Νο.1 με τους ενάγοντες άρχισε και στηριζόταν σε αυτήν τη συμφωνία. Η συμφωνία αυτή, σύμφωνα με τις αιτούμενες τροποποιήσεις προέβλεπε ότι η εναγόμενη Νο.1 θα συνεργαζόταν με τους ενάγοντες ως δόκιμη αντιπρόσωπος και όχι ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος όπως φαίνεται στους ήδη δικογραφημένους ισχυρισμούς. Περαιτέρω, φαίνεται ότι ο χρεωπιστωτικός λογαριασμός ανοίχθηκε δυνάμει της εν λόγω προφορικής συμφωνίας και όχι δυνάμει της σύμβασης ασφαλιστικού αντιπροσώπου όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και ότι διατηρείτο από τους ενάγοντες από τότε που άρχισε η συνεργασία των μερών. Επίσης, διαφαίνεται από τις αιτούμενες τροποποιήσεις ότι το αξιούμενο υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού προέκυψε από προμήθειες που καταβλήθηκαν από τους ενάγοντες στην εναγομένη Νο.1 και όχι από ασφάλιστρα που η εναγόμενη Νο.1 εισέπραξε ως ασφαλιστικός αντιπρόσωπος. Με τα πιο πάνω φαίνεται ότι υπάρχει διαφοροποίηση της βάσης της αγωγής των εναγόντων αλλά και το είδος των ποσών που αξιώνονται και τα οποία αφορούν προμήθειες και όχι ασφάλιστρα. Πέραν τούτου όμως, δεν μπορεί να διαχωριστεί η προγενέστερη συνεργασία που είχαν οι διάδικοι, δηλαδή η συνεργασία από τον Μάρτιο του 2002 μέχρι και τις 16/12/2004 που υπεγράφη η συμφωνία ασφαλιστικού συμβούλου. Πρόκειται για την ίδια φύση συνεργασίας και η προγενέστερη συνεργασία οδήγησε στην μεταγενέστερη και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια ενιαία συνεργασία και με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται προσπάθεια να αναφερθούν όλα τα γεγονότα που αφορούν την συνεργασία των διαδίκων από την αρχή μέχρι το τέλος. Ακόμη και στις περιπτώσεις που με τις αιτούμενες τροποποιήσεις γίνεται αλλαγή της βάσης της αγωγής, δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι αυτές δεν θα επιτρέπονται. Στο Annual Practice 1958, στη σελίδα 627 διατυπώνεται με καθαρότητα το κριτήριο του τί αποτελεί νέα βάση αγωγής : " The court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v Murdoch, 1 Ch. D. 42, Hubbuck v Helms, 56 L.J. Ch. p.539). But it will do so where the amendment would change the action into one of substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action.". Στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για αξίωση σε σχέση με μια συνεργασία που είχαν οι διάδικοι και είναι προτιμότερο η όποια διαφορά προέκυψε μεταξύ τους να επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής για να αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών και η καταχώρηση νέας αγωγής. Θεωρώ ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως η όποια διαφορά προέκυψε μεταξύ των διαδίκων να επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Δεν υπάρχει ουσιαστική αλλαγή της βάσης της αγωγής η οποία θα ήταν προτιμότερο να διαχωριστεί από την υφιστάμενη και να συμπεριλήφθη σε νέα αγωγή. Επίσης, δεν θεωρώ ότι οι εναγόμενοι με την έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα επηρεαστούν με οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο καθότι και οι ίδιοι στην υφιστάμενη Έκθεση Υπεράσπισης τους αναφέρουν ότι η συνεργασία της εναγομένης Νο.1 με τους ενάγοντες άρχισε το 2002 και εξηγούν τη φύση της συνεργασία που είχε κατά την πιο πάνω περίοδο. Επομένως, κρίνω ότι είναι προτιμότερο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα γεγονότα που αφορούν τη συνεργασία των μερών από την αρχή μέχρι το τέλος και να διαφανεί από πού προέκυψε το εν λόγω υπόλοιπο του λογαριασμού, αν υπάρχει υπόλοιπο και τί αφορά αυτό. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται το αίτημα παρατηρώ τα ακόλουθα: Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί μετά από τέσσερα σχεδόν χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής και αφού αυτή έχει οριστεί και αναβληθεί για ακρόαση. Ο λόγος που αναφέρουν οι ενάγοντες στην αίτηση τους είναι ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά από σχετική μελέτη της υπόθεσης και του περιεχομένου του σχετικού φακέλου που τηρείται από την ενάγουσα και αφού διαπιστώθηκε η ύπαρξη αριθμού εγγράφων. Με τους ισχυρισμούς των εναγόντων δεν διευκρινίζεται πότε προέκυψε η ανάγκη για την τροποποίηση. Η δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι γενική. Από το φάκελο της υπόθεσης όμως, προκύπτει ότι στις 22/10/2010 που ήταν ορισμένη η παρούσα αγωγή για ακρόαση ο συνήγορος των εναγόντων ανέφερε στο Δικαστήριο ότι προέκυψαν έχουν εντοπιστεί κάποια νέα στοιχεία και δεδομένα και θα χρειαζόταν να γίνει αίτηση για τροποποίηση. Με την ένσταση τους οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τα γεγονότα αυτά και τα έγγραφα που αναφέρουν οι ενάγοντες βρίσκονταν στην κατοχή τους προ πολλού και δεν δίνουν καμία δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Δεδομένου ότι τα γεγονότα και η ανάγκη για την τροποποίηση προέκυψε από στοιχεία τα οποία βρίσκονται στο φάκελο που τηρείται από την ενάγουσα, θεωρώ ότι αυτά ήταν σε γνώση της και όφειλε να εντοπίσει την αναγκαιότητα της τροποποίησης πολύ ενωρίτερα. Παρόλα αυτά όμως, κρίνω ότι η οποιαδήποτε αμέλεια, παράλειψη ή λάθος των εναγόντων δεν μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά για την τύχη της παρούσας αίτησης, έχοντας υπόψη τη σύγχρονη τάση για έγκριση τέτοιων αιτημάτων, έστω και στις περιπτώσεις αμέλειας ή λάθους ή καθυστέρησης. Το σημαντικό είναι ότι δεν διαπιστώνω οποιαδήποτε κακοπιστία από πλευράς εναγόντων ούτε οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της διαδικασίας. Πρόκειται για λάθος ή απροσεξία των εναγόντων το οποίο εντόπισαν σε κάποιο στάδιο μετά την έγερση της αγωγής και μετά από πιο προσεκτική μελέτη του φακέλου της υπόθεσης τους όταν αυτή ήταν ορισμένη για ακρόαση. Περαιτέρω, το Συνταγματικό δικαίωμα του διαδίκου για εκδίκαση των δικαιωμάτων του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αντισταθμίζεται από το επίσης συνταγματικό δικαίωμα του αντιδίκου του, να έχει την ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι παραγνωρίζω σε οποιαδήποτε περίπτωση την έννοια και σημασία του άρθρου 30 του Συντάγματος. Επίσης, στην υπόθεση Πάρη Χριστοφίδη v Κώστα Λουκά
(1998)1 Α.Α.Δ. 389 τονίστηκε ότι η αξίωση για δίκαιη δίκη μέσα σε εύλογο χρόνο δεν εξετάζεται κάτω από απόλυτους χρονολογικούς όρους. Συνεκτιμούνται οι ιδιαιτερότητες της κάθε περίστασης αλλά η κατάληξη τροχιοδρομείται ενόψει και του παράλληλου συνταγματικού δικαιώματος των διαδίκων για ακρόαση. Στην προκειμένη περίπτωση και αφού έλαβα υπόψη μου όλες τις περιστάσεις και δεδομένα που περιβάλλουν την αγωγή αυτή κρίνω ότι εάν δεν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις τότε τα επίδικα γεγονότα δεν θα είναι στην ορθή και ολοκληρωμένη μορφή που οι ενάγοντες επιθυμούν καθώς και η μαρτυρία που θα προσαχθεί κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα συνάδει με τα γεγονότα και ισχυρισμούς που είναι ήδη δικογραφημένοι μέσα από την έκθεση απαίτησης και συγκεκριμένα με την κατάσταση λογαριασμού και την όλη συνεργασία των διαδίκων. Οι ενάγοντες τότε θα στερηθούν του συνταγματικού δικαιώματος τους να παρουσιάσουν τη δική τους ολοκληρωμένη και σύμφωνα με τους ίδιους ορθή εκδοχή για την υπόθεση αυτή ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι το ιστορικό της συνεργασίας των διαδίκων και πώς προέκυψε το χρεωπιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Αυτό εν ολίγοις θα είναι ανεπιεικές και άδικο για τους ενάγοντες και ασφαλώς κατά παράβαση των προνοιών του Συντάγματος. Επιπλέον, παρατηρώ ότι δεν θα επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο η υπεράσπιση των εναγομένων αφού η ακρόαση της αγωγής δεν έχει αρχίσει και οι εναγόμενοι θα έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν στους νεοεισαχθέντες ισχυρισμούς με την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Περαιτέρω, θεωρώ ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε βλάβη ή ζημιά στους εναγόμενους 1 που δεν αποζημιώνεται με χρήμα. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλους τους σχετικούς παράγοντες και ιδιαίτερα το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης και την αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών, κρίνω υπό τις περιστάσεις πως θα πρέπει να εξασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια υπέρ των εναγόντων - αιτητών και να εγκρίνω τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται επομένως διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης ως οι παράγραφοι Α, Β α-στ, Γ, Δ, Ε και ΣΤ της αίτησης των Αιτητών ημερομηνίας 17/11/2010. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης και η τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τόσο τα έξοδα της Αίτησης όσο και αυτά που θα απωλεσθούν λόγω της τροποποίησης, θα είναι σε βάρος των εναγόντων - αιτητών και προς όφελος των εναγομένων - καθ' ών η αίτηση 1,3&4 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: Αίτηση για τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.