Αντρέας Κουρέας ν. Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού Αχίλειον Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 2695/2010, 11/02/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2695/2010 Μεταξύ: Αντρέας Κουρέας από τη Λεμεσό Ενάγοντος και Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού Αχίλειον Λίμιτεδ από τη Λεμεσό Εναγομένης ------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 21.10.2010 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες. Ημερομηνία: 11/02/2011 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους - αιτητές: κα Μ. Ηλία για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σια. Για ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση: κα Α. Ιωάννου για κ. Μιχάλη Β. Ιωάννου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή αξιώνει εναντίον των εναγομένων το συνολικό ποσό των €29,355 ως υπόλοιπο ιατρικών υπηρεσιών που πρόσφερε σε χειρουργεία της κλινικής των εναγομένων. Με την Έκθεση Απαίτησης του, ισχυρίζεται ότι είναι ιατρός αναισθησιολόγος και κατά ή περί τον Απρίλιο του 2008 κατόπιν συμφωνίας και/ή συμφωνίας συνεργασίας με τους εναγόμενους, οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες της κλινικής με τον ονομασία Αχίλειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο, συμφώνησε όπως προσφέρει τις υπηρεσίες του σε χειρουργεία εντός του Νοσοκομείου έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής. Σύμφωνα με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης οι εναγόμενοι από την αρχή της συνεργασίας τους μετά του ενάγοντα κατά παράβαση των όσων είχαν συμφωνήσει δεν κατέβαλλε τα οφειλόμενα προς τον ενάγοντα ποσά παρόλο που εισέπραττε τούτα από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες ως έπρεπε δυνάμει των όρων της πιο πάνω μεταξύ τους συμφωνίας αλλά πλήρωνε μέρος των οφειλομένων ποσών και κατά την 31/12/2008 οφείλετο στον ενάγοντα από τους εναγόμενους το υπόλοιπο της αμοιβής του εκ €6,915 δια ιατρικές υπηρεσίες δια το έτος 2008, επί πλέον το ποσό των €14,940 υπόλοιπο αμοιβής του δια ιατρικές υπηρεσίες δια το έτος 2009 και επί πλέον το ποσό των €7,500 υπόλοιπο αμοιβής του δια ιατρικές υπηρεσίες δια το έτος 2010 ήτοι συνολικό ποσό εκ €29,355. Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την Έκθεση Υπεράσπισης, οι εναγόμενοι αιτούνται από το Δικαστήριο διάταγμα που να διατάσσει τον ενάγοντα όπως δώσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης ως ακολούθως:
- i)Ποιά είναι τα οφειλόμενα ποσά τα οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη εισέπραξε από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες και δεν του καταβλήθηκαν.
- ii)Σε ποιούς αρρώστους και σε ποιές ασφαλιστικές εταιρείες αναφέρεται ο ενάγοντας. iii) Πότε η εναγόμενη εισέπραξε τα εν λόγω ισχυριζόμενα οφειλόμενα ποσά από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Η αίτηση των εναγομένων εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, Θ.1, 2-3 και 9(j), Δ.19, Θ.5 έως 9, Δ.2, Θ.6
(4), Δ.64, Θ.1 και 2 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο ενάγοντας στις 26/10/2010 καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση με την οποία προβάλει εννέα λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως εμφαίνονται σε αυτήν. Κάποιοι από τους λόγους ένστασης είναι οι ίδιοι και επαναλαμβάνονται και δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει λεπτομερής αναφορά στο παρόν στάδιο. Θα απαντηθούν κατωτέρω κατά την εξέταση της αίτησης και εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο θα γίνει αναφορά σε αυτούς. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, Θ. 6, 7, 8 και Δ.48, Θ. 1-4, 9(i) στις εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης (βλ. Τσαγγάρη ν Γαβριηλίδου κ.α.
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 472). Θα πρέπει να συντάσσονται σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.19 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, και ιδιαίτερα του Κ. 4 ο οποίος διαλαμβάνει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει, και αυτό σε συνοπτική μορφή, όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του, ανάλογα με την περίπτωση, κι όχι τη μαρτυρία με την οποία θ' αποδειχθούν αυτά τα γεγονότα. Η λέξη «ουσιώδης» (material) σημαίνει αναγκαία για το σκοπό να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής. Όπως επίσης, έχει αναφερθεί στην Κρις (Χρίστος) Χριστοδούλου v. Χρ. Μαρνέρος & Σια Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718, τα δικόγραφα δεν έχουν μόνο σκοπό τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ' απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας. Θα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ' απήνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (βλ. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 A.A.Δ. 649, 652). Tο δικαιοδοτικό πλαίσιο για την έκδοση διατάγματος για την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών περιλαμβάνεται στην Δ.19, Θ.6 η ο οποία έχει ως ακολούθως: "Α further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just." Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με μοναδικό γνώμονα την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων που σκιαγραφεί η νομολογία. Προχωρώντας να εξετάσω την παρούσα αίτηση, θα πρέπει να απαντηθεί αρχικά, ο πρώτος λόγος ένστασης του ενάγοντα με τον οποίο ισχυρίζεται ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να θεωρηθεί ως πρόωρος καθότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν προτού καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση για διάταγμα για λεπτομέρειες, να τις ζητήσουν με επιστολή. Εκείνο που προκύπτει τόσο από την αίτηση και την ένσταση αλλά και από το φάκελο της υπόθεσης είναι ότι οι εναγόμενοι πριν την υποβολή της παρούσας αίτησης δεν έχουν ζητήσει τις αιτούμενες λεπτομέρειες με επιστολή σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.19, Θ.
- O εν λόγω θεσμός έχει ως ακολούθως: "Before applying for an order for particulars a party may apply for them by letter. The costs of the letter and of any particulars delivered pursuant thereto shall be allowed on taxation. In dealing with the costs of any application for an order for particulars, the provision of this rule shall be taken into consideration by the Court or judge." Eκείνο που φαίνεται από το πιο πάνω θεσμό είναι ότι η ορθή διαδικασία είναι οι αιτούμενες λεπτομέρειες να ζητούνται με επιστολή αρχικά και εφόσον το αίτημα δεν ικανοποιείται, τότε ο αιτητής να προχωρεί με την καταχώριση σχετικής αίτησης. Ο σκοπός του θεσμού αυτού είναι για να αποφεύγεται η καταχώριση αίτησης για λεπτομέρειες με σκοπό την καθυστέρηση (βλ. Τhe Annual Practice 1958, Vol. 1, p. 460). Παρόλα αυτά όμως, δεν διαφαίνεται ότι ο αιτητής εμποδίζεται να προχωρήσει με την καταχώριση αίτησης χωρίς προηγουμένως να ζητήσει τις αιτούμενες λεπτομέρειες με σχετική επιστολή. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί από το Δικαστήριο αποφασίζοντας για τα έξοδα της εν λόγω αίτησης. Στο Halsbury's Laws of England, Third Edition, Vol. 30, para. 63 αναφέρεται ότι "Before applying for particulars by summons or notice a party should apply for them by letter. Failure to apply by letter may result in an order for payment of costs of an application for them by summons." Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την παρούσα αίτηση επί της ουσίας της ασχέτως ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν ζητήθηκαν προηγουμένως με επιστολή. Σε περίπτωση έγκριση της αίτησης, τότε θα ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αναφορικά με την διαταγή για έξοδα. Ως εκ τούτου ο λόγος ένστασης αυτός απορρίπτεται. Συνεχίζοντας τώρα να εξετάσω την ουσία της αίτησης του ενάγοντα και έχοντας υπόψη μου τις νομικές αρχές που διέπουν τα ζήτημα της παρούσας αίτησης θα ασχοληθώ με τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων όπως αυτές εμφαίνονται και από τα δικόγραφα τους. Ο ενάγοντας με την αγωγή του ουσιαστικά ισχυρίζεται παράβαση σύμβασης και/ή συμφωνίας συνεργασίας από τους εναγόμενους με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ζημία ύψους €29,
- Ισχυρίζεται ότι το ποσό αυτό αποτελεί υπόλοιπο προσφοράς των υπηρεσιών του στους εναγόμενους ως ιατρός αναισθησιολόγος δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας που είχαν οι διάδικοι. Επίσης, με την Έκθεση Απαίτησης, δικογραφούνται και οι όροι της εν λόγω συμφωνίας. Αποτελεί βασική θέση του ενάγοντα ότι οι εναγόμενοι θα διατηρούσαν κατάσταση λογαριασμού για τις υπηρεσίες του ενάγοντα και ότι όλα τα οφειλόμενα προς αυτόν ποσά θα ήταν καταβλητέα από αυτούς το συντομότερων δυνατό και εν πάσει περιπτώσει όχι αργότερο του ενός μηνός από τη προσφορά των εν λόγω υπηρεσιών. Η ουσιαστική και βασική θέση δηλαδή του ενάγοντα είναι ότι οι εναγόμενοι θα ήταν υπόχρεοι να καταβάλλουν σε αυτόν την αμοιβή για τις υπηρεσίες που θα πρόσφερε στα χειρουργεία της κλινικής τους. Η πιο πάνω θέση του ενάγοντα είναι αρκούντος σαφής και ξεκάθαρη και δεν χρήζει οποιασδήποτε επεξήγησης. Η παρούσα αίτηση όμως, αφορά την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης, την οποία παρέθεσα ανωτέρω. Σε αυτή ουσιαστικά γίνεται αναφορά στο αξιούμενο ποσό και παράλληλα ο ενάγοντας αναφέρεται και σε όρο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι δηλαδή οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να εισπράττουν τα ποσά των υπηρεσιών που πρόσφερε σε αυτούς ο ενάγοντας από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Συνεχίζοντας, αναφέρει ότι παρόλο που οι εναγόμενοι εισέπρατταν αυτά τα ποσά από τους πιο πάνω, εντούτοις δεν του καταβλήθηκαν όλα τα ποσά και παραμένει υπόλοιπο όπως το περιγράφει στην εν λόγω παράγραφο. Εκείνο που προκύπτει από την αίτηση είναι ότι οι εναγόμενοι δεν ζητούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με το πώς προέκυψε το οφειλόμενο υπόλοιπο δηλαδή πόσα ήταν το σύνολο των υπηρεσιών που πρόσφερε ο ενάγοντας στους εναγομένους και πότε, πόσα πληρώθηκε και πώς τελικά προέκυψε το υπόλοιπο που αξιώνει. Το σημείο στο οποίο, γενικά, επικεντρώνεται η αίτηση είναι τα χρήματα που οι εναγόμενοι εισέπραξαν από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες, ποίοι ήταν αυτοί και πότε έγινε η είσπραξη των εν λόγω ποσών. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει και αναφορά στην υπεράσπιση των εναγομένων, στην οποία ουσιαστικά παραδέχονται την ύπαρξη συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων αλλά με διαφορετικούς όρους. Βασική θέση της υπεράσπισης είναι ότι ο ενάγοντας θα πρόσφερε τις υπηρεσίες του στα χειρουργεία των εναγομένων, αλλά αυτός θα πληρωνόταν για τις υπηρεσίες του από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Οι εναγόμενοι δεν θα είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση έναντι του ενάγοντα. Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι θα το διευκόλυναν με την είσπραξη των ποσών αυτών από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες χωρίς ωστόσο οποιαδήποτε υποχρέωση να το πράξουν αυτό. Όσα ποσά, αναφέρουν, εισέπραξαν για λογαριασμό του, έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα. Από τα πιο πάνω αλλά και από τα δικόγραφα προκύπτει ότι η αξίωση του ενάγοντα είναι για το υπόλοιπο ποσό των υπηρεσιών που προσέφερε στους εναγομένους. Η είσπραξη των εν λόγω ποσών από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες από τους εναγόμενους, παρόλο που ο ενάγοντας αναφέρει ότι ήταν όρος της συμφωνίας και υποχρέωση των εναγομένων, εντούτοις ο ισχυρισμός του αυτός είναι επουσιώδης για την αξίωση του. Η αναφορά του για είσπραξη των εν λόγω ποσών από τους εναγομένους δεν είναι ουσιαστική για την αξίωση του η οποία, επαναλαμβάνω, βασίζεται στην υποχρέωση των εναγομένων στην πληρωμή των υπηρεσιών του. Τα ποσά τα οποία οι εναγόμενοι εισέπραξαν από τους πιο πάνω είναι κάτι το οποίο είναι σημαντικό για τους ιδίους με σκοπό να αποδείξουν και να τεκμηριώσουν την υπεράσπιση τους. Η βασική θέση του ενάγοντα είναι ότι η είσπραξη των εν λόγω ποσών από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες ήταν υποχρέωση των εναγομένων. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αρκούντος σαφής και οι εναγόμενοι είναι σε θέση να γνωρίζουν τί θα αντιμετωπίσουν στη δίκη. Η απάντηση στον ισχυρισμό αυτό του ενάγοντα βρίσκεται στην υπεράσπιση των εναγομένων, στην οποία αναφέρουν ότι δεν είχαν τέτοια υποχρέωση αλλά το έκανα μόνο για σκοπούς διευκόλυνσης του ενάγοντα και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι τα όποια ποσά εισέπραξαν τα κατέβαλαν στον ενάγοντα. Επομένως, οι εναγόμενοι θα πρέπει να αποδείξουν κατά το στάδιο της δίκης, αρχικά, τον συγκεκριμένο όρο της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και ακολούθως τα ποσά που εισέπραξαν από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες και τα οποία τα κατέβαλαν στον ενάγοντα. Στο The Annual Practice του 1958, σελ. 461, αναφέρεται ότι "The Court will never order particulars of any immaterial allegation (Cave v. Torre, 54 L.T. 515; Gibbons v. Norman, 2 T.L.R. 676); or of one as to which the burden of proof lies on the applicant (James v. Radnor County Council, 6 T.L.R. 240; Roberts v. Owen, ib. 172). Περαιτέρω, θεωρώ ότι οι εναγόμενοι είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα από τον ενάγοντα τα πιο πάνω στοιχεία και ποσά που εισπράχθηκαν και η όποια διευκρίνιση του ενάγοντα γι αυτά δεν θα εξυπηρετήσει με οποιοδήποτε τρόπο τους εναγόμενους για να προετοιμαστούν για την ακρόαση. Άλλωστε ο ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης του ισχυρίζεται ότι τα οφειλόμενα ποσά που αξιώνει έχουν εισπραχθεί από τους εναγομένους από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Πέραν των πιο πάνω, με τα σημεία ii) και iii) οι εναγόμενοι ζητούν όπως τους δοθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με τους συγκεκριμένους αρρώστους και ασφαλιστικές εταιρείες από τους οποίους εισπράχθηκαν τα εν λόγω ποσά αλλά και πότε αυτό έγινε. Επιπρόσθετα από τα πιο πάνω που ανέφερα, θεωρώ ότι οι λεπτομέρειες που ζητούνται με τα εν λόγω σημεία αφορούν και μαρτυρία η οποία θα προσκομιστεί κατά τη δίκη, κάτι το οποίο εκφεύγει των σκοπών της παρούσας αίτησης. Δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο για τους εναγόμενους η παράθεση από τον ενάγοντα των πιο πάνω ονομάτων με σκοπό να προετοιμαστούν για την ακρόαση. Κρίνω ότι γίνεται προσπάθεια για ιχνηλάτευση μαρτυρίας κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. Επίσης, να αναφερθεί ότι οι εναγόμενοι με την υπεράσπιση τους αρνούνται ότι εισέπραξαν οποιοδήποτε ποσό από αρρώστους και ασφαλιστικές εταιρείες και δεν το απέδωσαν στον ενάγοντα και κατ' επέκταση το οφειλόμενο υπόλοιπο που αξιώνεται δεν εισπράχθηκε από αυτούς. Η οποιαδήποτε παράθεση ονομάτων αλλά και το πότε έγινε η είσπραξη αυτών των ποσών δεν θα είχε οποιαδήποτε σημασία για την υπόθεση των εναγομένων ούτε θα τους βοηθούσε να προετοιμαστούν κατά τη δίκη. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας διαταγής θα απόληγε στο να διαταχθούν οι εναγόμενοι να αποκαλύψουν την μαρτυρία τους με την οποία θα αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους που αμφισβητούνται από τους εναγομένους. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες αφορούν επουσιώδη ισχυρισμό στην Έκθεση Απαίτησης, είναι ζήτημα για το οποίο το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους των εναγομένων και ότι οι ίδιοι είναι σε θέση να γνωρίζουν καλύτερα τα ποσά που εισέπραξαν από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Επίσης, κρίνω ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες των σημείων ii) και iii) αφορούν μαρτυρία η οποία δεν δύναται αποκαλυφθεί στο στάδιο αυτό και στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Δεν θεωρώ επίσης, ότι με τις αιτούμενες λεπτομέρειες θα προσδιοριστούν καλύτερα τα επίδικα θέματα ή ότι θα βοηθηθούν οι εναγόμενοι να γνωρίζουν την υπόθεση που θα αντιμετωπίσουν έτσι ώστε να μην βρεθούν προ εκπλήξεως. Η απαίτηση του ενάγοντα είναι σαφής. Αφορά υπόλοιπο για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στους εναγόμενους, ανεξάρτητα αν τα ποσά που αξιώνει εισπράχθηκαν ή όχι από τους αρρώστους και τις ασφαλιστικές εταιρείες από αυτούς. Ισχυρίζεται ότι εισπράχθηκαν αυτά τα ποσά από τους εναγόμενους ως έπρεπε να πράττουν αλλά η αξίωση του δεν βασίζεται σε ποσά που εισπράχθηκαν και δεν του καταβλήθηκαν. Η θέση αυτή αποτελεί την υπεράσπιση των εναγομένων, την οποία θα πρέπει να αποδείξουν οι ίδιοι. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επομένως, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα - καθ' ού η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.)................. Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Action/ Interim Aναφορά: Αίτηση για λεπτομέρειες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο