← Κύπρος

ΝΙΚΟΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΦΥΡΗ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΒΑΣΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ άλλως ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4482/09, 14 Φεβρουαρίου, 2011

ΝΙΚΟΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΦΥΡΗ ν. ΜΑΡΙΑΣ ΒΑΣΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ άλλως ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4482/09, 14 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A38 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4482/09 Μεταξύ: ΝΙΚΟΛΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΦΥΡΗ, από τον Αρακαπά Λεμεσού Ενάγοντα και

  1. ΜΑΡΙΑΣ ΒΑΣΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ άλλως ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
  2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Αμφότεροι ως οι Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Βάσου Χαραλάμπους Δημοσθένους βάσει διαταγής και/ή διορισμού τους στην υπ' αρ. 113/08 αίτηση διαχείρισης του Ε.Δ. Λεμεσού
  3. ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ως Εγγυητής των ως άνω διαχειριστών βάσει εγγυήσεως του δοθείσας κατά/ή περί τις 29/2/08 στα πλαίσια της πιο πάνω Αίτησης Διαχείρισης με αρ. 113/08, - και/ή όλων των πιο πάνω (Εναγομένων 1-3) ως αναλαβόντων την υποχρέωση πληρωμής των χρεών και/ή άλλων απαιτήσεων τρίτων πάντα στα πλαίσια της ως άνω διαχείρισης με αρ. 113/08
  4. ΜΑΡΙΑΣ ΒΑΣΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ άλλως ΜΑΡΙΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
  5. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΒΑΣΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Αμφοτέρων προσωπικά και/ή ως των μόνων κληρονόμων του ως άνω αποβιώσαντα και/ή των προσώπων που δικαιούνται να λάβουν και/ή έλαβαν την καταληφθείσα από τον αποβιώσαντα περιουσία του, όλων από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------- Ημερομηνία: 14 Φεβρουαρίου, 2011 Για τους αιτητές-εναγόμενους: κος Σ Τσαγκάρης Για τον καθ'ου η αίτηση-ενάγοντα: κος Σ. Σωφρονίου (κ. Κονταξής για ν' ακούσει απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 18/1/2008 και περί ώρα 08:55, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, «o αποβιώσας Βάσος Χαραλάμπους Δημοσθένους, μετέβη με το αυτοκίνητο του στο μηχανουργείο του Ενάγοντα στον Αρακαπά, και αφού εισήλθε εντός του, πυροβόλησε τον Ενάγοντα με κυνηγετικό όπλο κτυπώντας τον μετά τον πυροβολισμό με σκληρό αντικείμενο (τούβλο) στο κεφάλι, με αποτέλεσμα να του προκαλέσει διαμπερές τραύμα δεξιού ώμου και θλαστικά τραύματα τριχωτού της κεφαλής. Εν συνεχεία ο ρηθείς Βάσος Χαραλάμπους Δημοσθένους αυτοπυροβολήθηκε και πέθανε». Αποτέλεσμα του γεγονότος τούτου, ήταν η πρόκληση στον ενάγοντα σωματικών βλαβών και ειδικών ζημιών. Γι' αποκατάσταση και αποζημίωση των ζημιών και βλαβών αυτών κατεχώρησε στις 19/10/09 την παρούσα αγωγή. Με τις καταχωρηθείσες εκθέσεις υπεράσπισης, εγέρθηκαν διάφορα θέματα ως προδικαστικές ενστάσεις. Κατόπιν σχετικών αιτημάτων των εναγομένων, με ενδιάμεση απόφαση ημερ. 22/09/10 αποφασίσθηκε όπως το εγειρόμενο θέμα της ύπαρξης παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα, εκδικασθεί προδικαστικά. Για τούτο και ορίσθηκε ημερομηνία ακρόασης για το συγκεκριμένα θέμα, το οποίο και ακούσθηκε. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Η προταθείσα ύπαρξη παραγραφής βασίζεται στο άρθρο 34 του Κεφ. 189 η ερμηνεία του οποίου αποτέλεσε σημείο διαφωνίας μεταξύ των συνηγόρων. Έτερο σημείο διάστασης αποτελεί η ισχύς ή όχι της χρονικής προθεσμίας που θέτει το εν λόγω άρθρο και εάν ο περί αναστολής της παραγραφής Νόμος την έχει συμπαρασύρει. Ο συνήγορος των εναγομένων ερμηνεύοντας το άρθρο 34 εισηγείται ότι η φράση «η βάση της αγωγής προέκυψε τουλάχιστον έξι μήνες πριν από το θάνατο του» δεν μπορεί να σημαίνει τίποτα άλλο πέραν του ότι το συμβάν εμπίπτει στην περίοδο παραγραφής και έπρεπε να καταχωρηθεί η αγωγή το αργότερο εντός 6 μηνών από την παραχώρηση εγγράφων διαχειρίσεως στους διαχειριστές. Με μια εκτενή αναφορά στο Νόμο και την Νομολογία υποδεικνύει πως με την έναρξη ισχύος του Νόμου 110

(1)/02 την 1/6/05 και την κατάργηση των Νόμων 57/64 και 36/82 ως και των βάσει αυτών διαταγμάτων επανέρχεται σε ισχύ/ενέργεια η διάταξη του άρθρου 34 του Κεφ. 189 που προνοεί για καταχώρηση αγωγής μέσα σε περίοδο 6 μηνών αφ'ης στιγμής παραχωρήθεισαν έγγραφα διαχείρισης περιουσίας αποβιώσαντος. Παραπέμποντας στην υπόθεση Κασάπη ν. Φεσσά κ.α.
(1998)υπογράμμισε ότι το Ανώτατο Δικαστήριο ξεκαθάρισε ότι ο Περί παραγραφής Νόμος Κεφ. 15 δεν έχει εφαρμογή για Νομοθετικές διατάξεις παραγραφής που υπήρχαν εξ' αρχής και σε κάθε περίπτωση πριν τον Ν.57/64. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του συνηγόρου των εναγομένων ότι σκοπός του Νομοθέτη με τη θέσπιση του επίμαχου άρθρου και την επιβολή 6μηνης προθεσμίας για έγερση αγωγής ήταν να προστατεύσει τον θεσμό της διαχείρισης μιας κληρονομιάς, μέσα από τον οποίο γεννιούνται αρκετά δικαιώματα υπέρ τρίτων προσώπων και τυχόν περαιτέρω προθεσμία ή έλλειψη προθεσμίας θα δημιουργούσε ένα συνοθύλευμα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με καταστροφικά αποτελέσματα για την εκάστοτε διαχείριση. Έχει επίσης ο συνήγορος ασχοληθεί με το ζήτημα της συνταγματικότητας των Νόμων που προνοούν για περιόδους παραγραφής δικαιωμάτων, και παρέθεσε νομολογία (Φεσσά) ανωτέρω, Μυλωνά ν. Μυλωνά
(2003)1 AAΔ 688, Γιωργαλλά ν. Χ"Χριστοδούλου
(2000)1 ΑΑΔ 2060, όπου κρίθηκε πως «η καθιέρωση χρονικών πλαισίων για την άσκηση δικαιωμάτων δεν αντίκειται στο Σύνταγμα με την προϋπόθεση βεβαίως ότι ο χρόνος που καθορίζεται δεν είναι ασφυκτικός σε βαθμό που να πλήττει τη δραστικότητα του δικαιώματος». Το θέμα συνταγματικότητας του σχετικού άρθρου δεν φαίνεται να εγείρεται από τον συνήγορο του ενάγοντα. Αντίθετα μάλιστα επικαλείται και ο ίδιος την απόφαση Φεσσά (ανωτέρω) επισημαίνοντας ότι ήταν καθαρή η πρόθεση του νομοθέτη να εξαιρέσει την περίπτωση αυτή διά νομοθεσίας από τις γενικότερες πρόνοιες αναστολής των περιόδων παραγραφής η οποία προϋπήρχε και ότι δεν εδημιουργείτο συνταγματικό πρόβλημα λόγω άνισης μεταχείρισης από τη διατήρηση της αναστολής της παραγραφής σε άλλες αιτίες αγωγής. Ο συνήγορος του ενάγοντα δίδει μια τελείως διαφορετική ερμηνεία του επίδικου άρθρου. Εισηγείται πως η προθεσμία που τίθεται αφορά γεγονότα και αστικά αδικήματα που έλαβαν χώρα «πέραν των έξι μηνών πριν το θάνατο». Αν αυτό συμβαίνει τότε η αγωγή έδει να εγερθεί μέσα σε 6 μήνες από το διορισμό διαχειριστή (ή μέσα σε 2 χρόνια από τον θάνατο του αν δεν είχε εν τω μεταξύ διορισθεί διαχειριστής της περιουσίας του) διαφορετικά, εισηγείται ο συνήγορος «όπως είναι η δική μας περίπτωση» που η αδικοπραξία (η βάση της αγωγής) προέκυψε μέσα στους 6 μήνες πριν το θάνατο, κανείς χρονικός περιορισμός δεν προβλέπεται και ως εκ τούτου δεν τίθεται θέμα παραγραφής. Πέραν της ανωτέρω θέσης, ο συνήγορος του ενάγοντα εισηγείται πως δεν υφίσταται θέμα παραγραφής καθ' όσον: Ο περί αστικών αδικημάτων Νόμος καθορίζει τριετή περίοδο «ασυλίας» και υποδεικνύει το άρθρο 58. του ιδίου Νόμου. Σύμφωνα και πάλι με το συνήγορο του ενάγοντα ο τροποποιητικός Ν.110
(1)/02 και οι προγενέστεροι του οι οποίου αναστέλλουν τον περί Παραγραφής Νόμο, κατισχύουν του άρθρου 34 του Κεφ. 189, ως μεταγενέστεροι του και συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Κρίνεται σκόπιμο προτού ασχοληθώ με την ερμηνεία του επίμαχου άρθρου 34 του Κεφ. 189 να αποφασισθεί το θέμα κατά πόσον τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του περί Παραγραφής και Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι. Το δικαίωμα προσφυγής σε αρμόδιο δικαστήριο για διεκδίκηση αστικής φύσεως δικαιωμάτων και απόδοση θεραπειών, είναι δεδομένο αναφαίρετο και κατοχυρωμένο συνταγματικά, τόσο στην Κύπρο όσο και σε κάθε χώρα στην οποία υπάρχει σεβασμός προς τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών της. Προς το σκοπό όμως της πιο εύρυθμης και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, κρίνεται σαν λογικό να επιβάλλονται περιορισμοί στο δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο. Τέτοιοι περιορισμοί οι οποίοι έχουν καθιερωθεί, είναι είτε τοπικοί, είτε χρονικοί, ή παράγοντες όπως η ανικανότητα, η ηλικία κλπ. Περιορισμοί χρονικοί με την έννοια των προθεσμιών που πρέπει να τηρηθούν, συναντώνται βέβαια σε πολλές πτυχές του δικαίου. Το ίδιο το Σύνταγμα για παράδειγμα θέτει απόλυτη προθεσμία 75 ημερών, εντός της οποίας ένας πολίτης έχει το δικαίωμα να προσβάλει μια πράξη ή παράλειψη της διοίκησης. «. Ο Νομοθέτης έχει την ευχέρεια, ανάλογα με την περίπτωση που αφορά το νομοθέτημα, να ορίζει τις περιόδους παραγραφής που θεωρεί κατάλληλες .. Ας μη λησμονούμε πως είναι επιθυμητό το ζύγιασμα των δικαιωμάτων ενάγοντα και εναγομένου. Ο νομοθέτης μπορεί , μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει πως το χρονικό διάστημα που πέρασε από τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος και της καταχώρισης της αγωγής δεν επενεργεί στην εξάλειψη μαρτυρικού υλικού .» (Φεσσά & άλλη ν. Κασάπη
(1996)1 Α.Α.Δ. 337 στη σελ. 343). Η γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερομένους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελειώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων που αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς (Γ. Φοινικαρίδου ν. Γ. Οδυσσέως
(2001)1 ΑΑΔ σελ. 1745). Στην Γιωργαλλά (ανωτέρω) εξάλλου υπογραμμίσθηκε ότι: "o καθορισμός προθεσμίας συναρτάται με τη λελογισμένη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις επιπτώσεις που ενέχει η χρονικά απεριόριστη δυνατότητα διεκδίκησης τους στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τρίτων. Η απουσία προθεσμιών, εξ αντικειμένου, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. Το επιβεβλημένο της επιβολής χρονικών περιορισμών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε από το δίκαιο της επιείκειας, προ πολλού χρόνου, με την καθιέρωση της αρχής ή του δόγματος «laches» (ολιγωρία), σύμφωνα με το οποίο ουσιαστική καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων, συνοδευόμενη από συνθήκες που καθιστούν άδικη την προβολή τους, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκηση τους". Ο περί Παραγραφής Νόμος Κεφ. 15 προέβλεπε διάφορες περιόδους παραγραφής για συγκεκριμένες αιτίες και βάσεις αγωγής. Με το άρθρο 10(
  1. d)εξαιρούσε από τις διατάξεις του περιόδους παραγραφής που ετίθοντο με άλλους Νόμους, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση το άρθρο 34 του Κεφ.189 προβλέποντας πως: «Nothing to this Law shall . ........................ (
  2. d)affect any provision in any other law relating to the limitation of any action under such law." Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι το Κεφ. 189 τέθηκε σε ισχύ την 1/1/55 (Επίσημη Εφημερίδα Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. 23.12.54). Της θέσπισης του Κεφ.15 ακολούθησαν οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου 57/64 και 36/82 οι οποίοι υπό τους όρους και προϋποθέσεις που έθεταν, ανέστελλαν κάθε περίοδο παραγραφής υπό οποιονδήποτε Νόμο αυτή επιβαλλόταν. Στην υπόθεση Φεσσά ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337 λέχθηκε ότι ήταν σαφής η βούληση του Νομοθέτη όταν θέσπιζε το Νόμο 57/64, να αναστείλει οποιοδήποτε δικαίωμα παραγραφής ίσχυε κατά την ημερομηνία έναρξης του Νόμου εκείνου. Δεν είναι πρόθεση και σκοπός του Δικαστηρίου να αναφερθεί λεπτομερώς στις πρόνοιες του ανωτέρου Νόμου όπως και άλλων που θεσπίστηκαν αργότερα και έτασσαν παραγραφή σε ορισμένες βάσεις αγωγής (όπως ο Ν.217/90), αλλά να θέσει ότι είναι αναγκαίο και απαραίτητο για επίλυση του συγκεκριμένου ζητήματος. Με τον Περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (προσωρινές διατάξεις Ν.αρ. 110
(1)/2002) επιτεύχθηκε άρση των θεσπισθέντων αναστολών. Ο ανωτέρω Νόμος παρά το ότι θεσπίστηκε τον Ιούλιο του 2002, τέθηκε σε ισχύ την 1ην Ιουνίου 2005. Αποτέλεσμα της θέσπισης της προαναφερθείσας νομοθεσίας του 2002 είναι ότι από την 1.6.05 που τέθηκε σε ισχύ αυτός ο νόμος, επανέρχονται στο προσκήνιο και αρχίζουν να τρέχουν εκείνες οι προθεσμίες οι οποίες προβλέπονται σε οποιοδήποτε νόμο, εντός των οποίων θα πρέπει να ασκήσει κάποιος το αγώγιμο δικαίωμα του, άλλως αυτό παραγράφεται. Τερματίζεται δηλαδή έτσι κάθε περίοδος αναστολής εκτός από εκείνες που περισώζονται όπως προβλέπει ο νέος νόμος. Μια σημαντική πρόνοια του εν λόγω Νόμου είναι ότι όσον αφορά σε αγώγιμα δικαιώματα, τα οποία διατηρήθηκαν εν ζωή λόγω της νομοθεσίας για αναστολή της παραγραφής, η οποία νομοθεσία καταργήθηκε με το νόμο αρ. 110
(1)/02, είναι σαφές ότι αυτά δεν κατέστησαν παραγεγραμμένα λόγω της κατάργησης της αναστολής. Αυτό προνοείται ρητά στην επιφύλαξη στο Α.4
(1)του νόμου, το οποίο προσθέτει ότι τέτοια δικαιώματα θα καταστούν παραγεγραμμένα μόνο όταν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου (δηλ. μετά την 1.6.05) νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής. Ο ρηθείς Νόμος δεν υπέστη τροποποίηση. Μεταγενέστεροι Νόμοι θεσπίστηκαν και παρέτειναν την εφαρμογή της αναστολής, αλλά στα πλαίσια του περί Παραγραφής Νόμου Κεφ.15. Οι Νόμοι αυτοί (60
(1)/07, 28
(1)/08, 34
(1)/08, 16
(1)/09, 20
(1)/10, 111
(1)/10) τροποποίησαν το Κεφ.15 μόνον και έτσι η αναστολή της παραγραφής εφαρμόζεται μόνο σε βάσεις αγωγής που προτείνονται από το συγκεκριμένο Νόμο, όχι οποιοδήποτε άλλο Νόμο. Αυτό πιστεύω ότι απαντά τη θέση του κ. Σωφρονίου για ύπαρξη μεταγενέστερων Νόμων, οι οποίοι επιβάλλουν αναστολή της παραγραφής. Μια άλλη θέση του κ. Σωφρονίου για ύπαρξη τριετής ασυλίας που παρέχεται με τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, δεν ευσταθεί αφού ρητά με το άρθρο 68 του ανωτέρου Νόμου, εξαιρούνται οι διατάξεις του άρθρου 34 του Κεφ. 189. Αναφέρει συγκεκριμένα το άρθρο τούτο: «Νοείται περαιτέρω ότι καμιά διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό δεν θεωρείται ότι επηρεάζει τις διατάξεις του άρθρου 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου και του άρθρου 58 του Νόμου αυτού». Κρίνεται συνακόλουθα πως το άρθρο 34 του Κεφ. 189 και η χρονική προθεσμία που αυτό επιβάλλει, δεν εμπίπτει στις αναστολές που δόθηκαν και με την εφαρμογή του Ν.110
(1)/2002, επανήλθε η θεσπισθείσα παραγραφή. Επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν η κρινόμενη αγωγή εμπίπτει στις διατάξεις του Νόμου και την αποκλειστική προθεσμία που θέτει για καταχώριση της αγωγής. Προτού γίνει ενασχόληση με την ερμηνεία τη επίμαχης διάταξης, χρήσιμο είναι να παρατεθεί απόσπασμα από την υπόθεση Ketterman and others v. Hamel Properties Ltd
(1988)1 All E.R. 38 όπου επεξηγούνται: τα ακόλουθα χρήσιμα στοιχεία ως προς τη διαδικαστική φύση της παραγραφής (σε μετάφραση): ".. H υπεράσπιση της παραγραφής επιτρέπει σε εναγόμενο να εγείρει ένα διαδικαστικό εμπόδιο το οποίο αποτρέπει τον ενάγοντα από του να προωθήσει την αγωγή εναντίον του. Δεν έχει να κάνει τίποτε με την ουσία της αγωγής η οποία δυνατόν να είναι ολοκληρωτικά υπέρ του ενάγοντα. Η Βουλή προνόησε πως ένας εναγόμενος θα πρέπει να έχει την ευκαιρία να αποφεύγει να αντιμετωπίζει μπαγιάτικες αξιώσεις. Η επιλογή εναπόκειται στον εναγόμενο και αν αυτός επιθυμεί να επωφεληθεί της νομοθετικής υπεράσπισης, αυτή θα πρέπει να δικογραφείται. Ένας εναγόμενος δεν είναι απαραίτητο να επιθυμεί όπως επικαλεσθεί την υπεράσπιση της παραγραφής και δυνατόν να προτιμήσει να αντιμετωπίσει τα επίδικα θέματα στην ουσία τους . Εάν και οι δύο πλευρές ετοιμάσουν την υπόθεση τους για να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά και νομικά θέματα που εγείρονται στη διαφορά και εκδικάζονται . η επίκληση παραγραφής πλέον δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό σαν διαδικαστικό εμπόδιο .». Αυτή η αρχή επιβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων και στην προαναφερθείσα απόφαση του Κυπριακού Εφετείου στην υπόθεση Φεσσά (ανωτέρω σελ. 340), όπου τονίστηκε ότι αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση. Από το άρθρο 34 του Κεφ. 189 το μέρος που ενδιαφέρει είναι το εδάφιο
(3)αυτού το οποίο κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο, αφού παρατεθεί το εισαγωγικό μέρος: "34
(1)Tηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, σε περίπτωση που αποθνήσκει οποιοδήποτε πρόσωπο μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού, όλες οι βάσεις αγωγής οι οποίες υπάρχουν κατά ή έχουν περιέλθει στον αποθανόντα επιβιώνουν κατά, ή ανάλογα με την περίπτωση, επ' ωφελεία της κληρονομίας του: ..............................
(3)Κανένα δικαστικό μέτρο δεν δύναται να ληφθεί για βάση αγωγής δυνάμει του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ή δυνάμει αστικού αδικήματος (tort) κατά το κοινοδίκαιο (common law) δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η οποία βάσει του άρθρου αυτού έχει επιβιώσει κατά της κληρονομίας του αποθανόντος προσώπου εκτός αν είτε - (α) κατά την ημερομηνία του θανάτου του εκκρεμούσε εναντίον του δικαστικό μέτρο σχετικά με την εν λόγω βάση αγωγής είτε (β) η βάση της αγωγής προέκυψε τουλάχιστον έξι μήνες πριν το θάνατο του και το δικαστικό μέτρο σχετικά με αυτή λήφθηκε το αργότερο εντός έξι μηνών από τότε που ο προσωπικός αντιπρόσωπος πήρε την αντιπροσώπευση και αν καμιά αντιπροσώπευση δεν λήφθηκε εντός δύο ετών από το θάνατο του αποθανόντος τότε όχι αργότερα από την εν λόγω ημερομηνία.» Έχουν ανωτέρω καταγραφεί οι θέσεις των συνηγόρων επί του θέματος. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το Αγγλικό κείμενο το οποίο αποτελεί την πρωτογενή νομοθεσία, η οποία διατηρεί την αυθεντικότητα της, και διαφωτίζει περισσότερο την αναζητούμενη ερμηνεία (Ταμείο Συντάξεων Δικηγόρων ν. Αντωνιάδη
(2000)1 Α.Α.Δ. 1915: "b. the cause of action arose not earlier than six months before his death and proceedings are taken in respect thereof not later than six months after his personal representative took out representation, and if no such representation is taken out within two years of the death of the deceased, then not later them that date". Η χρήση της φράσης "not earlier than" είναι σαφές ότι υποδηλοί χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 6 μηνών πριν την ημερομηνία θανάτου. Πέραν τούτου αξίζει να σημειωθεί ότι για να επιτευχθεί καλύτερα η ερμηνεία επίμαχων λέξεων και φράσεων, πρέπει να κατανοηθεί ο λόγος και ο σκοπός για τον οποίο το άρθρο και η διάταξη αυτή τέθηκε. H ανεύρεση της πρόθεσης του Νομοθέτη αποτελεί σημαντικό παράγοντα για την ορθή ερμηνεία του. Όπου δε, υπάρχει αμφιβολία και ύπαρξη δύο ερμηνειών πρέπει να δίνεται η ερμηνεία η οποία συνάδει με τη λογική. Αυτό το έργο ανήκει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί ενώ η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν (Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερμασόγειας ΑΕ1804/20.5.98). Γι' αυτό και η τελολογική μέθοδος ερμηνείας είναι επιτρεπτή οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, για την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του Νομοθέτη (Chalanos Distributors Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 302/12.9.02, Ράφτης ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 3017/5.6.02, Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1556, Maxwell on the Interpretation of Statutes, 10η έκδοση σελ. 2). Όπως ξεκάθαρα προκύπτει, από την παράθεση ολόκληρου του εδαφίου 3 του αρ. 34, σκοπός και πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να μην επιτρέψει την επιβίωση αγωγών που βάση έχουν αστικό αδίκημα που διέπραξε ο αποβιώσας. Επιτρέπει κατ' εξαίρεση να συμβεί αυτό σε δύο περιπτώσεις. Όπου η διαδικασία εκκρεμούσε εναντίον του αποβιώσαντα κατά το χρόνο του θανάτου και η δεύτερη περίπτωση, η προνοούμενη από το 34
(3)(b). Το ερώτημα είναι, η πρόθεση του Νομοθέτη ήταν να διασώσει βάσεις αγωγών που προέκυψαν σε βάθος χρόνου, ξεκινώντας έξι μήνες και πέραν του θανάτου του αδικοπραγήσαντα, όπως εισηγείται ο κ. Σωφρονίου; Η απάντηση είναι αρνητική. Δεδομένης της πρόθεσης του Νομοθέτη να μην επιβιώνουν του θανάτου του αποβιώσαντα, τέτοιας φύσεως αγωγές, είναι πιο δίκαιο και ορθό να ερμηνευθεί ότι η διάσωση βάσεων αγωγών επιτρέπεται μόνον όταν τα διαδραματισθέντα γεγονότα ήσαν πρόσφατα και πλησίον της ημερομηνίας του θανάτου του αδικοπραγήσαντα. Αντίθετη ερμηνεία, όπως την εισηγείται ο κ. Σωφρονίου θα αντιστρατεύεται το σκοπό του Νόμου όπως ανωτέρω εξηγήθηκε. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η βάση της αγωγής είναι αστικό αδίκημα. Αυτό της επίθεσης και πρόκλησης σωματικών βλαβών. Το αστικό αδίκημα έλαβε χώραν την 18.1.
  1. Την ίδια ημερομηνία επήλθε και ο θάνατος του αδικοπραγήσαντα. Έπρεπε, επομένως η αγωγή να κατατεθεί το αργότερο εντός 6 μηνών από την ημερομηνία παραχώρησης εγγράφων διαχειρίσεως στους διαχειριστές η οποία ήταν η 7.5.2008 (συναφής είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 22.9.10). Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.10.09, ενώ έπρεπε να είχε καταχωρηθεί μέχρι την 7/11/
  2. Επομένως η καταχώρηση της ήταν εκπρόθεσμη. Ας σημειωθεί ότι η διαχείριση είχε ήδη ολοκληρωθεί με την καταχώρηση τελικών λογαριασμών στις 15.9.09 (σχετική είναι η ένορκη δήλωση του ενάγοντα ημερ. 19.10.09) και η περιουσία είχε διανεμηθεί στους κληρονόμους. Από αυτό το γεγονός, αναδύεται επίσης ο σκοπός του Νομοθέτη, ο οποίος πέραν των ανωτέρω, ήταν να μην διαταράσσει σχέσεις, δικαιώματα και καταστάσεις που δημιουργούνται μετά τον θάνατο και η πάροδος του χρόνου τα εδραιώνει. Παρά την ανωτέρω κατάληξη θα πρέπει να τύχει εξέτασης ακόμα ένα θέμα. Αυτό της μη εφαρμογής της παραγραφής σε ορισμένες περιπτώσεις. Το ζήτημα της άσκησης της διακριτικής αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου εισήγαγε με τον τροποποιητικό του περί Παραγραφής Νόμου, ο Νόμος 108
(1)/02 ο οποίος πρόσθεσε το άρθρο 8(Α) το οποίο προνοεί τα εξής: "Σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει, ότι είναι δίκαιο και ορθό, να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και τη διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα να χειριστεί την υπόθεσή του, περιλαμβανομένου και του αποβιώσαντα, εάν η αγωγή αφορά θάνατο, τη συμπεριφορά του ενάγοντα στην προσπάθεια για εξασφάλιση των απαραίτητων σχετικών στοιχείων και του εναγομένου σ' αυτή την προσπάθεια και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας: Νοείται ότι η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο πέντε ετών από την ημερομηνία παραγραφής της αξίωσης". Το βάρος απόδειξης για την ύπαρξη αδυναμίας και ανικανότητας του ενάγοντα, βαρύνει βέβαια τον ίδιο. Στην αγόρευση του συνηγόρου του ενάγοντα υπάρχει η εξής τοποθέτηση: "Και ένα τελευταίο σημείο που άπτεται πρακτικά του χρόνου ικανότητας του οποιουδήποτε παθόντα από αδικοπραξία του αποβιώσαντα, και ενταύθα του Ενάγοντα: O παθών - Ενάγοντας είχε πάρα πολύ σοβαρά τραυματισθεί από τον αποβιώσαντα στις 18/1/2008. Όπως θα διαπιστώσετε και από την Έκθεση Απαίτησης λόγω του σοβαρού τραυματισμού του για πέραν των 2 ετών, ο Ενάγοντας μετέβαινε συνεχώς σε διάφορα ιατρικά κέντρα (Νοσοκομεία) της Κύπρου και του εξωτερικού (Ισραήλ κλπ). Η άμεση ενέργεια του, και των συγγενών του, ήτανε να σωθεί η ζωή του, βρισκόταν συνεχώς και ιδιαίτερα το 1ο χρόνο μεταξύ ζωής και θανάτου, και ανθρωπίνως ανίκανος και ήτανε αδύνατο να προχωρήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο Δικαστικά, είτε να εγείρει αγωγή είτε να λάβει οποιαδήποτε άλλα Δικαστικά διαβήματα. Ένεκα αυτού και βάσει του Δικαίου της Επιείκειας και άλλων Νομοθετημάτων, αλλά και της Πρακτικής και συμφυούς εξουσίας των Δικαστηρίων μας, - όπως άλλωστε συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις, - εάν όντως η ερμηνεία που το Δικαστήριο σας θα έδιδε στο άρθρο 34
(3)του Κεφ. 189 θα ήτανε ότι το δικαίωμα του Ενάγοντα να εγείρει αγωγή παρεγράφει επειδή καθυστέρησε». Η αναφορά αυτή, είναι γενική και αόριστη και δεν παρέχει χρονικά προσδιορισμένα πλαίσια ανικανότητας και αδυναμίας. Από τη μελέτη της έκθεσης απαίτησης, διαπιστώνεται πως εκτός του ότι όντως περιγράφει τις σωματικές βλάβες του ενάγοντα και την μετάβαση του στο Ισραήλ, δεν καθορίζει τον χρόνο κατά τον οποίο αυτή πραγματοποιήθηκε. Αντίθετα ο ενάγων με τον ένορκη δήλωση του ημερ. 19/10/09 δηλώνει ότι εκκρεμούσης της διαχείρισης είχε εξ' αρχής και έγκαιρα διαβουλεύσεις και συζητήσεις με τους διαχειριστές για διευθέτηση της αξίωσης του, κρίνεται ότι είχε ευχέρεια να καταχωρήσει αγωγή, επί γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Έχοντας συνυπολογίσει όλους τους παράγοντες και συνεκτιμήσει τα γεγονότα όπως καθορίζονται στο ανωτέρω άρθρο, κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δεν είναι εύλογο να ασκηθεί υπέρ του ενάγοντα. Συνακόλουθα, η αγωγή αναστέλλεται (Κασάπη ανωτέρω). Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής (Subject: Civil/Other actions/Ιnterim) (Aναφορά: Παραγραφή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.