← Κύπρος

Charteredhouse Estates Ltd. ν. DH Cyrprotels Plc. κ.α., Αγωγή Αρ. 3872/10, 15 Φεβρουαρίου, 2011

Charteredhouse Estates Ltd. ν. DH Cyrprotels Plc. κ.α., Αγωγή Αρ. 3872/10, 15 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A40 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3872/10 Μεταξύ: Charteredhouse Estates Ltd., από τη Λευκωσία Εναγόντων - και -

  1. D.H. Cyrprotels Plc., από τη Λεμεσό
  2. Ανδρέα Δράκου, από τη Λεμεσό Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερ. 6.10.2010 15 Φεβρουαρίου, 2011 Για τους ενάγοντες-αιτητές: κ. Κ. Λιβέρας με τον κ. Α. Μιχαηλίδη Για τον εναγόμενο 2-καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Φλωρέντζος με την κα Ττοφαρίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 30 Ιουλίου 2010, καταχωρίζεται ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο οι ενάγοντες, αξιώνουν ποσά πέραν του €1.250.000,00, ως οφειλόμενα ενοίκια, καθώς και άλλα ποσά τα οποία έχουν προκύψει από την ενοικίαση του ξενοδοχείου «Poseidonia Beach Hotel» στη Λεμεσό, στην εναγόμενη
  3. Αξιώνονται ακόμη αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση λόγω της συνεχιζόμενης κατοχής του ξενοδοχείου από την εναγόμενη 1, μετά τον τερματισμό των συμβάσεων ενοικίασης ημερομηνίας 9.1.1998, όπως ανανεώθηκε στις 19.10.2001 και μετέπειτα, με επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 17.6.2010, καθώς και η έκδοση διαταγμάτων για παράδοση στους ενάγοντες της ελεύθερης κατοχής του ξενοδοχείου. Η αξίωση εναντίον του εναγόμενου 2 απορρέει από την ιδιότητα του ως εγγυητή των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες, στη βάση της μεταξύ τους τροποποιητικής συμφωνίας ημερομηνίας 16.9.2007, Τεκμ.4, ένορκη δήλωση αιτητών. Στις 6.10.2010 καταχωρίζεται η υπό εκδίκαση μονομερής αίτηση, της οποίας διατάσσεται η επίδοση στην άλλη πλευρά, για να λάβει γνώση του περιεχομένου της. Στοχεύουν οι ενάγοντες, με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, σε δέσμευση της περιουσίας του εναγόμενου 2, όπως περιγράφεται στην αίτηση: ενός οικοπέδου στη Λεμεσό, και διάταγμα επιβάρυνσης στο συμφέρον που κατέχει ο εναγόμενος 2 στις μετοχές που είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι του στην εταιρεία C.A.D.S Holdings Ltd. Η αίτηση ορίζεται για επίδοση στις 10.10.
  4. Στις 18.11.2010, καταχωρίζεται ειδοποίηση ένστασης με την οποία προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: «
  5. Οι Ενάγοντες/Αιτητές στερούνται βάσης αγωγής και/ή καλής βάσης αγωγής και/ή το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα τους προέκυψε λόγω δικών τους κακών ενεργειών και/ή λόγω δικής τους παράβασης ουσιωδών όρων της μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 1 συμφωνίας και/ή λόγω παράνομων παραλείψεων και/η ενεργειών των Εναγόντων/Αιτητών και δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  6. Οι Ενάγοντες/Αιτητές συνήψαν εν αγνοία της Εναγομένης 1 συνεπεία δικών τους παράνομων πράξεων και/ή παραλείψεων άκυρες και/ή άκυρη συμφωνία μισθώσεως του ξενοδοχείου "Poseidonia Beach Hotel" και/ή συμφωνία και/ή συμφωνίες που είναι αντίθετη και/ή αντίθετες με τη δημόσια πολιτική (public policy) και ως εκ τούτου δεν έχουν καλή βάση αγωγής με αποτέλεσμα να μην νομιμοποιούνται να αξιώνουν τις ζητούμενες θεραπείες εναντίον του Εναγομένου 2/Καθ' ου η Αίτηση.
  7. Λόγω κακόβουλων ενεργειών και/ή πράξεων των Εναγόντων/Αιτητών, η Εναγομένη 1 υπέστηκε ανεπανόρθωτες ζημιές για τις οποίες η Εναγόμενη 1 επιφυλάσσει τα δικαιώματα της για αξίωση αποζημιώσεων και/η απωλειών εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών.
  8. Λόγω της παράβασης από τους Ενάγοντες/Αιτητές της συμφωνίας ημερομηνίας 16/09.2007 μεταξύ των διαδίκων η Εναγομένη 1 έχει υποστεί απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων και/ή ζημιές τις οποίες η Εναγόμενη 1 προτίθεται να ανταξιώσει και/ή ανταπαιτήσει στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Ανεξάρτητα και χωρίς επηρεασμό των πιο πάνω, ο Εναγόμενος 2/Καθ' ου η Αίτηση περαιτέρω και/ή διαζευκτικά ισχυρίζεται:
  9. Οι Ενάγοντες/Αιτητές ήταν σε θέση να μεριμνήσουν για την εξασφάλιση τους κατά τη σύναψη των συμφωνιών και το έπραξαν και δεν νομιμοποιούνται σε αυτό το στάδιο να ζητούν από το Δικαστήριο περαιτέρω εξασφαλίσεις.
  10. Οι Ενάγοντες/Αιτητές ζήτησαν και εξασφάλισαν από τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση κατά τη σύναψη των συμφωνιών την προσωπική εγγύηση του για την πιστή τήρηση των όρων των συμφωνιών μεταξύ των Εναγόντων/Αιτητών και της Εναγομένης 1 χωρίς να ζητήσουν από αυτόν οποιαδήποτε περαιτέρω εξασφάλιση και δεν νομιμοποιούνται σε αυτό το στάδιο και πριν προκύψει οποιαδήποτε οφειλή της Εναγομένης 1 να ζητούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  11. Αντικείμενο της αγωγής στην παρούσα υπόθεση δεν είναι η εγγύηση του Εναγομένου 2/Καθ' ου η Αίτηση, αλλά η ισχυριζόμενη οφειλή της Εναγομένης 1 και επομένως οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν δικαιούνται να λάβουν από τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση, ως εγγυητή, περαιτέρω και/ή επιπρόσθετες εξασφαλίσεις από εκείνη που ζήτησαν και πήραν από τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση δηλαδή τη συγκεκριμένη προσωπική εγγύηση που έδωσε. Επομένως οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν δικαιούνται με την παρούσα αίτηση γενική και/ή καθολική εξασφάλιση από τον Εναγόμενο 2/Καθ' ου η Αίτηση ως εγγυητή.
  12. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν προσάξει οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή επαρκή μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος 2/Καθ' ου η Αίτηση δεν είναι φερέγγυος και/ή έχει οποιαδήποτε κακή πρόθεση να μην τηρήσει τις υποχρεώσεις του.
  13. Δεν τίθεται το ενδεχόμενο να παραμείνει ανικανοποίητη η απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον των Εναγομένων και/ή του Εναγόμενου 2 ως εγγυητού και ως εκ τούτου δεν υπάρχει πιθανότητα οι Ενάγοντες/Αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά.
  14. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Είναι η θέση του Εναγόμενου 2/Καθ' ου η Αίτηση, ότι δεν πρόκειται για σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με βάσιμες πιθανότητες οι Ενάγοντες/Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία τέτοια που εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα να είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
  15. Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/η αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή άλλως πως.
  16. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση του αιτούμενου απαγορευτικού διατάγματος καθότι δεν απέδειξαν ιδιαίτερες περιστάσεις και/ή υπήρξε έκδηλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  17. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή δεν αποκάλυψαν και/ή απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα.
  18. Η παρούσα αίτηση είναι κακόπιστη και/ή με αυτήν επιδιώκονται αλλότριοι σκοποί.
  19. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική.
  20. Οι Ενάγοντες/Αιτητές παρέλειψαν να δώσουν επαρκή στοιχεία στο Δικαστήριο για να μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα και/ή οποιοδήποτε άλλο διάταγμα.» Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του διευθυντή της εναγομένης 1, Ιωάννη Πανταζή. Το Δικαστήριο θα εξετάσει την αίτηση έχοντας στη διάθεση του την Έκθεση Απαιτήσεως και τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Το Δικαστήριο έχει ακόμα στη διάθεση του τη μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του, ύστερα από ικανοποίηση του αιτήματος των εναγόντων-αιτητών, οι οποίοι ζήτησαν και πέτυχαν, την έκδοση διατάγματος για αντεξέταση του ενόρκως δηλούντος, Ιωάννη Πανταζή. Το Διάταγμα περιορίστηκε στο περιεχόμενο της §8 της ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 18.11.2010 και του Τεκμ.39, έκθεση Διοικητικού Συμβουλίου, επί των ξεχωριστών οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης 1, για το έτος που έληξε στις 31.10.2009, ως ζήτημα που άπτεται της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  21. Μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωριστεί υπεράσπιση. Οι αιτητές από τη μεριά τους επέλεξαν να καταχωρίσουν αίτηση για Συνοπτική Απόφαση, στην οποία επιφυλάχθηκε απόφαση του Δικαστηρίου στις 4.2.
  22. Σκοπός των αιτουμένων διαταγμάτων, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση και όπως υποστηρίχτηκε ενώπιον μου κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου δικηγόρου των αιτητών, είναι η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του εναγόμενου 2, ώστε να καταστεί δυνατή για τους ενάγοντες η εκτέλεση, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ τους στην αγωγή: Η πολύ κακή οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1 δικαιολογεί τη δέσμευση της περιουσίας του εναγόμενου 2, ο οποίος εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, όπως πηγάζουν από την ενοικίαση του ξενοδοχείου. Η ύπαρξη και η υπογραφή των συμφωνιών γίνονται παραδεκτές από τους εναγόμενους, όπως παραδεκτό είναι και το γεγονός ότι, ο εναγόμενος 2, εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 προς τους ενάγοντες, σε σχέση με την ενοικίαση του ξενοδοχείου, δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών. Υπάρχει επίσης παραδοχή ότι οι εναγόμενοι είχαν υποχρέωση να εξασφαλίσουν προς όφελος των εναγόντων αμετάκλητη τραπεζική εγγύηση, αρχικώς για ποσό ίσο με ενοίκια δυο τριμήνων και στη συνέχεια, για ποσό ίσο με το συνολικό ετήσιο ενοίκιο. Εγγύηση η οποία θα συνέχιζε να ισχύει για όλη τη διάρκεια της ενοικίασης. Παραπέμπω στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, Τεκμ.
  23. Γίνεται φανερό από αντιπαραβολή των ενόρκων δηλώσεων ότι δεν αμφισβητούνται τα συμφωνηθέντα ποσά των ενοικίων. Φαίνεται επίσης από την ένσταση, ότι η εναγόμενη 1 συνεχίζει και μετά τον τερματισμό των συμφωνιών να κατέχει και να εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο, ενώ παραμένει στις θέσεις της περί μη πληρωμής οιουδήποτε ενοικίου συμφωνηθέντος ή άλλως πως, στη βάση των αιτιάσεων και αξιώσεων της, όπως τις προωθεί και τις οποίες «θα θέσει μελλοντικά υπό μορφή ανταπαίτησης»: Συνοψίζω το υπόβαθρο πάνω στο οποίο στηρίζουν τις θέσεις τους οι καθ' ων η αίτηση: (α) Οι αιτητές στερούνται καλής βάσης αγωγής: το αγώγιμο δικαίωμα, προδιαγράφεται μέσα από την Έκθεση Απαιτήσεως, προέκυψε ακριβώς λόγω παράβασης ουσιωδών όρων της μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνίας και/ή παραλείψεων των εναγόντων να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους. (β) Δεν έχουν τηρήσει τη βασική τους υποχρέωση: να προβούν σε ανακαινίσεις εγκαταστάσεων, κατασκευών ή διευκολύνσεων το κόστος των οποίων θα κατέβαλλαν οι ενάγοντες-ιδιοκτήτες, με ανάλογη αύξηση ενοικίου, τροποποιητική συμφωνία ημερομηνίας 16.9.2007, Τεκμ.4, της ένορκης δήλωσης στην ένσταση. (γ) Το υπό ενοικίαση ξενοδοχείο κατά την ημερομηνία ενοικίασης δεν είχε και συνεχίζει μέχρι σήμερα να μην έχει τις απαραίτητες άδειες, οικοδομική και πολεοδομική, γεγονός που επιφέρει ακυρότητα της συμφωνίας και άπτεται της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/
  24. Νομική Πτυχή Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29 και 32, στον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο του 1992, άρθρο 9, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θθ1, 2, 3, 4, 7, 8 και 9, στη σχετική νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων και στη διακριτική ευχέρεια και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Λακαμίτης ν. Θεοδώρου

(1983)1Α.Α.Δ.520, αποφασίσθηκε ότι διατάγματα του είδους που προβλέπονται από το άρθρο 5, μπορούν να εκδοθούν επίσης και δυνάμει του άρθρου 32 του Ν..14/60, όμως σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει σωρευτικά να ικανοποιούνται οι. προϋποθέσεις των δύο άρθρων. Αρχές που έχουν επαναληφθεί στην υπόθεση Δημήτρη Τσιολάκη κ.α. ν. Ανδρέα Στυλιανίδη,
(1992)1(Β) 782. Από το σαφές κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, συνάγεται ότι το Δικαστήριο δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει ή διαθέσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας του, που κατά τη γνώμη του, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα. Σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται, καθ' οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής, να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει ή να διαθέσει τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντος. Ως εκ τούτου ο ενάγων πρέπει να γνωρίζει κατά προσέγγιση την αξία του ακινήτου, για να μπορεί να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Όπως και να έχουν τα πράγματα οι ευρύτερες εξουσίες που παρέχει το άρθρο 32 υπερκαλύπτει τις πρόνοιες του άρθρου 5 ή του Ν.31
(1)/92. A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Μαίρης Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980. Το αίτημα για διάταγμα επιβάρυνσης των μετοχών του εναγόμενου 2 βασίζεται στο άρθρο 9
(1)του Νόμου 31
(1)/92, το οποίο προνοεί ότι Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή για αποζημιώσεις, δύναται κατόπιν αίτησης του ενάγοντος σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να εκδώσει προσωρινό διάταγμα επιβάρυνσης με όλες ή μερικές από τις συνέπειες του διατάγματος επιβάρυνσης, όπως αυτό θα καθορίσει. Οι προϋποθέσεις για την έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος εκτίθενται στην παράγραφο
(2): (α) η ύπαρξη βάσιμης αξίωσης, και (β) ότι με την μεταβίβαση ή αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία ζητείται το διάταγμα, δυνατό να μείνει ανικανοποίητη η απόφαση του Δικαστηρίου. Η νομολογία υποστηρίζει με σταθερότητα ότι αν υπήρξε ουσιαστική απόκρυψη γεγονότων τότε το προσωρινό διάταγμα υπόκειται σε άμεση ακύρωση χωρίς το Δικαστήριο να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 A.A.Δ. 606, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ 598, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd και άλλου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ 597, όπως συνοψίζεται η αρχή στη Resola «το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Γεώργιος Χριστοδούλου ν. Antoniou M.F.M.
(1999)1(A) A.A.Δ 1475 και Τέτοια υποχρέωση δεν υπάρχει όπου τα γεγονότα δεν είναι γνωστά στον αιτητή ή αμφισβητούνται ή δεν είναι ουσιώδη. Ντάγκλας ν. Ντάγκλας (πιο πάνω) και Μαυρομάτη ν. Μιχαήλ
(2001)1(A) Α.Α.Δ
  1. Προσπάθησα να εντοπίσω, ανατρέχοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, σε τι συνίσταται η απόκρυψη. Δεν εντόπισα οτιδήποτε συγκεκριμένο ή σχετικό. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να εικάζει ή να πιθανολογεί. Σύμφωνα με τη Δ.48 Θ.4 είναι αναγκαία η καταγραφή και η λεπτομερής παράθεση και εξειδίκευση των συγκεκριμένων λόγων ένστασης στην ίδια την ειδοποίηση σύμφωνα με τον τύπο 47, τροποποίηση, Διαδικαστικός Κανονισμός Αρ. 5/99 ημερομηνίας 23.12.
  2. Το θέμα δεν είναι βέβαια τυπικό. Οι αιτητές θα πρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων τις θέσεις της άλλης πλευράς, ούτως ώστε, ξεκινώντας πρώτοι την υπόθεση τους να αντεξετάσουν ή να απαντήσουν αναλόγως της περίπτωσης με την αγόρευση τους. Ο επιτακτικός χαρακτήρας της νέας διάταξης εναποθέτει στο συντάκτη της ένστασης το καθήκον να πληροφορήσει τον αντίδικο του, σε ποιους ακριβώς λόγους έγκειται η ένσταση του, υποχρέωση που έναντι του Δικαστηρίου κρίνεται ως απόλυτη. Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη
(2001)(Α) Α.Α.Δ
  1. Ορθώς λοιπόν το ζήτημα δεν προωθήθηκε με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του καθ' ου, οπότε θεωρώ ότι έχει εγκαταλειφθεί. Κατά την εξέταση της ουσίας της αίτησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τις θέσεις των διαδίκων, έχοντας πάντα κατά νουν ότι στο στάδιο αυτό και ως εκ της φύσης της υπόθεσης, δεν εξετάζεται σε βάθος η μαρτυρία αλλά ούτε και γίνεται ή επιτρέπεται να γίνεται τελεσίδικη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων ή τελικά ευρήματα επί γεγονότων. Aντικείμενο της διαδικασίας είναι να διαπιστωθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος και όχι η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων. Αμφισβητούμενα γεγονότα και δύσκολα νομικά σημεία, αφήνονται να αποφασισθούν με την ουσία της αγωγής. Απαιτείται κρίση μόνο σε ότι αφορά την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του ΄Αρθρου
  2. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita
(2002)1 A.A.Δ 2015 και Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2004)1(A) Α.Α.Δ 629, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R 663 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beorgradska Banka DD
(1999)1 Α.Α.Δ 225. Η υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ 557 έχει προδιαγράψει τα κριτήρια που θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει να συνεκτιμήσει, μαζί με όλους τους λοιπούς σχετικούς παράγοντες, στο τελικό στάδιο, το ισοζύγιο της ευχέρειας. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης σε αναφορά και συνάρτηση με τα καταχωρημένα δικόγραφα. Το δεύτερο κριτήριο σχετίζεται με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και συναρτάται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα. Η προσφερόμενη μαρτυρία όπως προκύπτει είτε από τις ενόρκους δηλώσεις είτε την αντεξέταση των μαρτύρων, έρχεται να θεμελιώσει την αξίωση στη πραγματική της διάσταση και επί των γεγονότων. Σε αυτό το στάδιο είναι ικανοποιητικό να καταδειχθεί κάτι πέρα από απλή πιθανολόγηση και κάτι πιο ελάχιστο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο, σύμφωνα με τη νομολογία πάντοτε, ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις κρίνονται ως μη ικανοποιητική θεραπεία, κάτω από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Εκεί, όπου η αποτίμηση σε χρήμα, εύλογα μπορεί να γίνει, η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του αποκλείεται. Ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση της ζημίας δεν παρέχει κατ' ανάγκη έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος. Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 152, Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 A.A.Δ
  1. Η ποιότητα της μαρτυρίας θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την πλήρωση των τριών προϋποθέσεων και σχετίζεται με τη γενική αξιολόγηση της υπόθεσης των αιτητών και της αποδεικτικής της αξίας. Μετά τη καταχώρηση της ένστασης, ουσιαστικά επανεξετάζονται, υπό το φως των αντιπαραβαλλόμενων κατ' ισχυρισμό γεγονότων, τα τρία κριτήρια του άρθρου 32 ή αναλόγως τα άλλα κριτήρια που θέτουν τα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, υπό το φως πλέον των αντίθετων ισχυρισμών. Στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο αν προκύψει, είτε από γεγονότα που γίνονται αποδεκτά, είτε από γεγονότα που παραμένουν αναντίλεκτα ότι αίρεται ή κλονίζεται το πραγματικό υπόβαθρο της ουσιαστικής βάσης της αγωγής ή αν τα νομικά επιχειρήματα που εισάγει η άλλη πλευρά εξασθενούν ουσιαστικά τις αξιώσεις των εναγόντων, τότε το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Aμφισβητείται από τους εναγόμενους η νομιμότητα του τερματισμού της συμφωνίας και κατά συνέπεια η βάση των αξιώσεων των εναγόντων στην ολότητα τους με προβολή διαφορετικών αιτιάσεων και γεγονότων. Το ποιος ευθύνεται για τη διάρρηξη της συμφωνίας και για τα αίτια που οδήγησαν στην απόφαση των εναγόντων να τερματίσουν την αγωγή ή τις παραλείψεις εκατέρωθεν είναι ζήτημα που εκφεύγει της παρούσης διαδικασίας. Από εξέταση της ένστασης γεγονότων και εγγράφων σε αντιπαραβολή με τις θέσεις των αιτητών διαφαίνεται ότι πρόκειται ουσιαστικά για παρουσίαση δυο διαφορετικών εκδοχών ως προς το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τα γεγονότα που χρήζουν αξιολόγησης στο τελικό στάδιο της αγωγής. Εγείρονται ακόμη πολύπλοκα νομικά ζητήματα που αντικρίζονται κάτω από διαφορετικό πρίσμα. Με τα όσα έχω εξηγήσει πιο πάνω και στη βάση των γεγονότων που έχουν θέσει οι ενάγοντες-αιτητές, με την Έκθεση Απαιτήσεως και την αίτηση βρίσκω ότι πληρούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Με σαφήνεια προκύπτει από τη νομολογία, ότι η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος μονομερώς, δεν μεταθέτει το βάρος της απόδειξης κατά την ακρόαση. Οι αιτητές σε κάθε περίπτωση έχουν το βάρος να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητική μαρτυρία για να καταδείξουν είτε ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ, είτε αναλόγως της περίπτωσης, να εκδοθεί. Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Θεόδωρος Φιλίππου κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1858. Με σαφή τη θέση της νομολογίας, ότι δεν προκύπτει η ανάγκη για προσαγωγή μαρτυρίας για να καταδειχθεί πραγματική πρόθεση του καθ' ου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του, «εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί». Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520, C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. ΣΚΥΡΟΠΟΙΙΑ «ΛΕΩΝΙΚ» ΛΤΔ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ 1301. Το διάταγμα εκδίδεται, όπως εξηγήθηκε στη Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ.1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, υιοθετήθηκε ως θέση στη C. Phasarias (πιο πάνω), «ώστε ν' αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων». Τσιολλάκη και Άλλοι ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 όπου ο Πικής, Δ., παρατηρούσε ότι εκείνο που απαιτείται είναι «η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης υπέρ του ενάγοντος». Larticon, πιο πάνω . Παρόλο που δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση, το Δικαστήριο με περισσότερη ετοιμότητα χορήγησε το διάταγμα. Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412, απόφαση που υιοθετήθηκε στην Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited & Others,
(2001)1(A) A.A.Δ.
  1. Οι αιτητές με την §44 της ένορκης δήλωσης, αναλύουν την κακή, κατά τους ίδιους, οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1, στηριζόμενοι στο περιεχόμενο των Τεκμ.24 και 25, Ανακοίνωση των εναγομένων 1 προς το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου ημερομηνίας 22.12.2009, για το έτος που έληξε την 31.10.2009, Τεκμ.25, Απόσπασμα της Έκθεσης του Ελεγκτικού Οίκου Price Waterhouse Coopers, ημερομηνίας 26.2.2009 και ως Τεκμ.26 τον ενοποιημένο ισολογισμό της εταιρείας στις 31.10.
  2. Στη βάση λοιπόν του τελευταίου ενοποιημένου ισολογισμού της εναγόμενης 1, γίνεται φανερό ότι η εταιρεία δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις τρέχουσες υποχρεώσεις της όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες, συμπεριλαμβανομένων και των υποχρεώσεων της όπως απορρέουν από τις μεταξύ των διαδίκων μερών συμφωνίες. Αποτελεί για τους ίδιους ξεκάθαρη ένδειξη, ότι τα ενοποιημένα, μη ελεγμένα αποτελέσματα για το έτος που έληξε την 31.10.2009, δείχνουν περαιτέρω ζημιά: η αδυναμία της εταιρείας να ανταποκριθεί φαίνεται ολοένα και πιο έντονα να προβάλλει. Με δεδομένη την κακή οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1, σε συνδυασμό με την μέχρι τώρα στάση της έναντι των εναγόντων, καθιστούν, είναι η θέση της, πάρα πολύ δύσκολη την ικανοποίηση οποιασδήποτε απόφασης, η οποία μπορεί να εκδοθεί υπέρ των εναγόντων. Η περιουσία του εναγόμενου 2, της οποίας επιζητείται η δέσμευση περιγράφεται στις παραγράφους 46 και 47 της ένορκης δήλωσης, το Τεκμ.28, τίτλος εγγραφής του ακινήτου και φέρει ως αγοραία αξία την 1.1.1980 το ποσό των €21.870,
  3. Αντίθετη όπως αναμενόταν, είναι θέση των εναγομένων: η εναγόμενη 1 είναι φερέγγυα: τα στοιχεία που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του Ιωάννη Πανταζή και στο Τεκμ.39 υποστηρίζουν την τοποθέτηση τους. Παρά ταύτα οι ενάγοντες επιδιώκουν επιλεκτικώς την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος μόνο εναντίον του εγγυητή, εναγόμενου 2, χωρίς να δίνουν οποιαδήποτε εξήγηση για την επιλογή τους ή λεπτομέρειες γύρω από την φερεγγυότητα της εναγόμενης
  4. κατά τρόπο ώστε να μην ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. του Νόμου. Πέρα από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία και ό,τι προέκυψε από την αντεξέταση του Ιωάννη Πανταζή. Αντεξέταση που περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα της φερεγγυότητας, των εισοδημάτων και στο τέλος της ημέρας, της ικανότητας της εναγόμενης 1 να ικανοποιήσει τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή. Τα πράγματα δεν άλλαξαν ουσιαστικά μετά την αντεξέταση. Παρέμειναν οι δυο πλευρές στις θέσεις τους: οι μεν αιτητές ότι οι ετήσιες εκθέσεις παρουσιάζουν ζημιά: Πρόκειται περί πλασματικής φερεγγυότητας. Τα οποιαδήποτε κέρδη, όπως προκύπτουν από τις οικονομικές καταστάσεις, €8.574.494,00 προέρχονται από πώληση περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης σε άλλες συγγενικές εταιρείες και όχι από την επιχειρηματική δραστηριότητα της εναγόμενης 1 στον ξενοδοχειακό τομέα. Οι καθ' ων η αίτηση ανταπαντούν εμμένοντας στην ετήσια έκθεση: η εταιρεία είναι ένας εύρωστος οργανισμός που έχει ικανοποιητικά εισοδήματα και εμφανίζει κέρδος. Η ικανότητα της να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της είναι φανερή. Η αντεξέταση του μάρτυρα δεν κάλυψε τη διαφορά, ούτε άλλαξε την εικόνα, όπως θέλει να την παρουσιάσει η κάθε πλευρά. Πρόκειται για προώθηση δυο διαφορετικών θέσεων και άλλης αντίκρισης των ετησίων εκθέσεων. Αδυνατώ λοιπόν να υιοθετήσω ό,τι προωθούν οι αιτητές υπό μορφή καταληκτικού συλλογισμού: αφερεγγυότητα της εναγόμενης 1, εξ ου και προωθούν την αίτηση εναντίον του εναγόμενου 2 ως εγγύηση των υποχρεώσεων της εταιρείας προς εξασφάλιση τους. Ο εναγόμενος 2-καθ' ου η αίτηση ήταν και παραμένει εγγυητής σε σχέση με την εκτέλεση και εφαρμογή της συμφωνίας των διαδίκων. Οι καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν πως δεν έχει προκύψει οτιδήποτε που να δίδει στους ενάγοντες-αιτητές το δικαίωμα να αξιώνουν σε αυτό το στάδιο περαιτέρω εξασφαλίσεις. Τα πιο πάνω θα πρέπει να συνδυαστούν με το γεγονός ότι οι αιτητές δεν προσέφεραν μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η μοναδική περιουσία του εναγόμενου 2 είναι αυτή που έχουν αποκαλύψει και της οποίας επιδιώκουν τη δέσμευση. Καταληκτικά εισηγούνται ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που φέρουν ώστε το Δικαστήριο να εξασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια έχοντας ενώπιον του σαφή στοιχεία: αυτή τους η παράλειψη, να προσδιορίσουν ή να καθορίσουν την αξία, πραγματική ή κατ' εκτίμηση, τόσο της ακίνητης περιουσίας, όσο και των μετοχών, θα πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αιτήματος. Είναι σωστή η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση, πως οι αιτητές δεν προσδιορίζουν την αξία της ακίνητης περιουσίας της οποίας επιζητείται η δέσμευση. Από την άλλη είναι επίσης προφανές ότι ούτε η πλευρά του καθ' ου η αίτηση έχει θέσει ενώπιον μου οτιδήποτε σχετικό για την αξία της περιουσίας, ούτε και τέθηκε εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση θέμα υπέρμετρης δέσμευσης. Το γεγονός ότι οι αιτητές δεν αναφέρουν ότι η περιουσία αυτή αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του καθ' ου η αίτηση αντικρίζεται με σιωπή εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση, ο οποίος και πάλι δεν προβάλλει την ύπαρξη άλλης περιουσίας που να παρέχει αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής δικαστικής απόφασης. Κυριάκου Νικόλα ν. Μιχάλη Κεφάλα κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. στην οποία παραπέμπει η C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ,
(2001)1(B)
  1. Έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές όπως τις έχω ήδη αναπτύξει πιο πάνω, και τις πρόνοιες του άρθρου 5, το γεγονός ότι το αποδεικτικό βάρος παραμένει στους ώμους των αιτητών, καταλήγω ότι το τρίτο κριτήριο δεν έχει ικανοποιηθεί. Τέλος όλα τα γεγονότα οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση ότι ούτε το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των αιτητών. Οι αιτητές αποδέχθηκαν τον καθ' ου ως εγγυητή όλων των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 εταιρείας, λαμβάνοντας ως δεδομένη τη φερεγγυότητα του. Δεν ζήτησαν άλλης μορφής εγγυήσεις ούτε αρχικώς ούτε στη πορεία του χρόνου επιπρόσθετες. Η αρχική Συμφωνία Ενοικίασης, 9.1.1958, Τεκμ.1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έφερε την εγγύηση του εναγόμενου 2 όπως επαναλήφθηκε και συνέχισε στην Τροποιητική Συμφωνία 16.9.2007, Τεκμ.4 στην ένορκη δήλωση. Το ίδιο πλαίσιο εξασφαλίσεων συνεχίζει και μετά την υπογραφή της Συμφωνίας Εκχώρησης Δικαιωμάτων ημερομηνίας 30.7.2008, Τεκμ.
  2. Με ατεκμηρίωτη τη θέση των αιτητών περί της κακής οικονομικής κατάστασης της εναγόμενης 1 και την υφιστάμενη εγγύηση κλονίζεται σοβαρά το υπόβαθρο της επιχειρηματολογίας των αιτητών. Με επιστέγασμα την αδυναμία των τελευταίων να προσδιορίσουν την αξία της περιουσίας του καθ' ου η αίτηση έστω κατά προσέγγιση ή ότι πρόκειται για τη μοναδική περιουσία του το όλο εγχείρημα καταρρέει ολοσχερώς. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η εταιρεία φέρεται να μην τηρεί την υποχρέωση της για παροχή τραπεζικής εγγυήσεως, δυνάμει των μεταξύ των μερών Συμφωνιών, με συνεχή ισχύ για όλη τη διάρκεια της ενοικίασης. Όπως και δεν παραγνωρίζω ότι η εταιρεία συνεχίζει να κατέχει και να εκμεταλλεύεται το ξενοδοχείο χωρίς να πληρώνει ενοίκια. Οι αιτητές όμως έκαναν τις επιλογές τους χωρίς να απαιτήσουν εκ των προτέρων άλλη εξασφάλιση. Στην Spidertrade Com Finance Limited v. Κώστα Χατζηγαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121, 126, το Εφετείο επανέλαβε: «Όπως υποδείξαμε πρόσφατα στην Marketrends (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1759, 1760-1761, η εν λόγω εξουσία «πρέπει να ασκείται με φειδώ, όχι ως μέτρο γενικής εξασφάλισης» για το ενδεχόμενο είσπραξης εξ αποφάσεως χρέους. Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, ο συμβαλλόμενος μπορεί για την εξασφάλιση του να μεριμνήσει εκ των προτέρων. Αυτό εν προκειμένω έπραξε και η εφεσείουσα. Και δεν θα πρέπει να αναμένει από το Δικαστήριο ενίσχυση της εξασφάλισης σε βάρος του εναγόμενου, ώστε να καλυφθεί το ενδεχόμενο ικανοποίησης τελικής απόφασης. » Όλα τα πιο πάνω σε συνδυασμό με την καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων και συγκεκριμένα στην καταχώριση της αίτησης, καταληκτικώς οδηγούν σε απόρριψη της αίτησης. Έστω και αν δεν έχει εκδοθεί μονομερώς το Διάταγμα, οι αιτητές είχαν υποχρέωση να επεξηγήσουν τους λόγους που καθυστέρησαν να αποταθούν στο Δικαστήριο. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντοτε αποτελούσε εμπόδιο για τη χορήγηση προσωρινού διατάγματος. Οι αρχές της επιείκειας επιβάλλουν ένα τέτοιο καθήκον. Το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει, σύμφωνα με μια πιο σύγχρονη αντίληψη πως ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που του παρέχει το προσωρινό διάταγμα. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788,.
  1. Είναι βεβαίως θεμιτό για ένα διάδικο να αναμένει να αποδώσει η προσπάθεια, είτε εξώδικης διευθέτησης ή να αναμένει ν' ακολουθήσει πληρωμή των οφειλομένων, πριν καταχωρίσει την αγωγή. Η αγωγή καταχωρίζεται στις 30.7.2010, προηγείται τερματισμός των συμφωνιών στις 17.6.2010 η αίτηση καταχωρίζεται με καθυστέρηση, στις 6.10.
  2. Οι αιτητές δεν επεξηγούν τους λόγους καθυστέρησης. Στη βάση όλων όσων έχω αναλύσει πιο πάνω και μέσα στα πλαίσια της νομολογίας που έχω παραθέσει, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και τα οποία θα πληρωθούν μετά το πέρας της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Δ. Μιχαηλίδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.