← Κύπρος

Ozgun Ahmet Mumtaz (Soyer) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5825/2005, 17.2.2011

Ozgun Ahmet Mumtaz (Soyer) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 5825/2005, 17.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A46 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5825/2005 Μεταξύ: Ozgun Ahmet Mumtaz (Soyer) Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου και Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 1.8.07 Μεταξύ: Muazzez Soyer σαν διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Ozgun Mumtaz Soyer άλλως Ozgοun Mumtaz Soyer, τέως εκ Κερύνειας Ενάγουσας και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου 17.2.2011 Για ενάγοντα: κος T. Kατρί Για εναγόμενο: κος Μαππουρίδης (για την εκφώνηση της απόφασης ο κ. Κυριακίδης) A Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ozgun Mumtaz (Soyer) ήταν τουρκοκύπριος ο οποίος μετά τα γεγονότα του 1974 και μέχρι τον θάνατο του κατοικούσε στη Κερύνεια. Συγκεκριμένα το 1974 εξαναγκάσθηκε από τα τουρκικά στρατεύματα να μετακινηθεί από τη Λεμεσό (όπου είχε την μόνιμη του κατοικία) στη Κερύνεια όπου διέμενε μέχρι τον θάνατο του στις 15.7.

  1. Το πρόσωπο που ενεργεί ως ενάγοντας είναι η νόμιμη διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος. Η αγωγή εγείρεται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα για παράνομη επέμβαση επί κτημάτων ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος στη Λεμεσό στη βάση ότι ο νόμος Περί Κηδεμόνα των Τουρκοκυπριακών περιουσιών είναι αντισυνταγματικός κατά παράβαση του άρθρου 23, το οποίο κατοχυρώνει την προστασία του δικαιώματος ιδιοκτησίας και εναντίον των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και συνεπώς η κράτηση τους από τον κηδεμόνα είναι παράνομη. Τα κτήματα τα οποία περιγράφονται στις παρ. 5.1 μέχρι 5.6 της Εκθεσης Απαίτησης είναι ιδιοκτησίας του αποβιώσαντος και τώρα μέρος της περιουσίας για την οποία έχει ορισθεί ως διαχειριστής η θυγατέρα του. Στη συνέχεια δίδονται οι λεπτομέρειες των κτημάτων αυτών με την συμφωνηθείσα αγοραία τους αξία. Τα κτήματα
  2. Τεμάχιο 918 ενορία Αγιος Ιωάννης, οδός Σιπέλιους, χωράφι, τμήμα 2, αρ. εγγραφής 2/62472, Φ/Σχέδιο LIV. 58.4.Ι, εμβαδού 6.661 τ.μ. το όλο μερίδιο. (παρ. 5.1 της Εκθεσης Απαίτησης). - Αγοραία αξία κατά την ημέρα καταχώρησης της αγωγής €1,300,000,
  3. Η απώλεια χρήσης υπολογίζεται σε ποσοστό 2.5% επί της αγοραίας αξίας κατά το 2005 μειωμένο κατά 5% ετησίως για την περίοδο μέχρι το 1998, οπότε το ακίνητο χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση προσφυγικού συνοικισμού και προσαυξημένο κατά 5% την περίοδο 2005-2010 ως σχετικός συμφωνηθείς πίνακας. Είναι παραδεκτόν ότι το ακίνητο κατέχεται από 1987 από τον εναγόμενον και σ' αυτό έχουν ανεγερθεί 2 πολυκατοικίες που έχουν παραχωρηθεί σε πρόσφυγες.
  4. Τεμάχιο 578 ενορία Αρναούτ, οδός Μεστζιήτ, αρ. εγγραφής 1/33601, Φ/Σχέδιο LIV.58.4.III, εμβαδού 5.847 τ.μ. το όλο μερίδιο. (παρ. 5.2 της Εκθεσης Απαίτησης) - Αγοραία αξία κατά την ημέρα καταχώρησης της αγωγής €550,000,
  5. Οι αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης, αν το δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι ο ενάγοντας δικαιούται αυτές, υπολογίζονται κατά τον ίδιο τρόπο όπως πιο πάνω για την περίοδο από 1.1.1996 μέχρι 31.12.2010 ως ο σχετικός συμφωνηθείς πίνακας - Είναι παραδεκτόν ότι χρησιμοποιείται από τον εναγόμενον από το 1987 με την ανέγερση συγκροτήματος κατοικιών που πραχωρήθηκαν σε πρόσφυγες.
  6. Τεμάχιο 849 ενορία Αγιος Ιωάννης, οδός Μισιαούλλη & Καβάζογλου, αρ. εγγραφής 2/41845, τμήμα 2, Φ/Σχέδιο LIV.58.4.III, εμβαδού οικοπέδου 442 τ.μ. το όλο μερίδιο. (παρ. 5.3 της Εκθεσης Απαίτησης) - Αγοραία αξία - Είναι παραδεκτό ότι το τεμάχιο 849 κατέχεται με άδεια του κηδεμόνα τουρκοκυπριακών περιουσιών χωρίς να έχει επηρεαστεί η κυριότητα του με εκτέλεση οποιωνδήποτε εργασιών σε αυτό και για αυτό δεν αξιώνονται αποζημιώσεις για την αγοραία αξία του. Σε περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει ότι ο ενάγοντας δικαιούται τις αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης, έχει συμφωνηθεί ότι αυτές κατά το 2005 ανέρχονται σε €20,000,00 ετησίως προσαυξημένες κατά 5% ετησίως από το 2005 μέχρι το 2010 και μειωμένες κατά 5% μέχρι 1.1.1975, ως ο σχετικός συμφωνηθείς πίνακας - Είναι παραδεκτόν ότι τα πέντε καταστήματα και η ανώγειος κατοικία που περιγράφονται στην παρ. 5.3 της Εκθεσης Απαίτησης χρησιμοποιούνται από το 1975 από πρόσφυγες με τη συγκατάθεση και έγκριση του εναγομένου.
  7. Τεμάχιο 659 ενορία Αρναουτογειτονιά, οδός Ιστικλάλ, ισόγεια κατοικία, αρ. εγγραφής 1/33601, τμήμα 1, Φ/Σχέδιο LIV. 58.4.ΙV, εμβαδού 33 τ.μ. το όλο μερίδιο. (παρ. 5.4 της Εκθεσης Απαίτησης) - Αγοραία Αξία - Για τους ίδιους όπως πιο πάνω λόγους δεν υπολογίζεται αγοραία αξία. Σε περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει ότι ο ενάγοντας δικαιούται τις αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης, έχει συμφωνηθεί αυτές κατά το 2005 ανέρχονται σε €500,00 ετησίως προσαυξημένες κατά το 5% ετησίως από το 2005 μέχρι το 2010 και μειωμένες κατά 5% μέχρι 1.1.1975, ως ο σχετικός συμφωνηθείς πίνακας. Είναι παραδεκτόν ότι το πιο πάνω είναι ελεύθερο.
  8. Τεμάχιο 595 ενορία Αρναουτογειτονιά, οδός Ιστικλάλ, κατάστημα, αρ. εγγραφής 1/33604, τμήμα 1, Φ/Σχέδιο LIV. 58.4.IV, εμβαδού 26 τ.μ. το όλο μερίδιο. (παρ. 5.5 της Εκθεσης Απαίτησης). - Αγοραία Αξία - Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους δεν υπολογίζεται αγοραία αξία. Σε περίπτωση που το δικαστήριο αποφασίσει ότι ο ενάγοντας δικαιούται τις αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης, έχει συμφωνηθεί ότι αυτές κατά το 2005 ανέρχονταν σε €500,00 ετησίως προσαυξημένες κατά το 5% ετησίως από το 2005 μέχρι το 2010 και μειωμένες κατά 5% μέχρι 1.1.1975, ως ο σχετικός συμφωνηθείς πίνακας. Είναι παραδεκτόν ότι έχει παραχωρηθεί σε πρόσφυγες με την συγκατάθεση του εναγόμενου.
  9. Τεμάχιο 776 ενορία Κάτω Πολεμίδια, χωράφι, αρ. εγγραφής 0/23750, Φ/Σχ. 53.64, συνολικής έκτασης 25.084 τ.μ. (παρ. 5.6 της Εκθεσης Απαίτησης) - Αγοραία Αξία.- Επί του πιο πάνω τεμαχίου ο ενάγοντας κατείχε μερίδιο 5/
  10. Σε περίπτωση που το δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι ο ενάγοντας δικαιούται να λάβει το ποσοστό που του αναλογεί από την προσφερθείσα αποζημίωση, γίνεται παραδεκτό ότι: (α) Η πρώτη απαλλοτρίωση έγινε με την Δ.Π. 51 ημερ. 21.1.1004 και το ολικό ποσό της αποζημίωσης ήταν €45,227,
  11. Το αναλογούν μέρος της αποζημίωσης στα 5/24 είναι €9,432,00 με τόκο προς 9% από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης μέχρι την καταβολή της στο ταμείο κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ή στον ενάγοντα ανάλογα με την απόφαση του Δικαστηρίου. (β) Η δεύτερη απαλλοτρίωση έγινε με την γνωστοποίηση υπό αριθμό 224 ημερ. 29.2.
  12. Το ολικό ποσό της αποζημίωσης ήταν €686,200,00 και το αναλογούν μέρος της προσφερθείσας αποζημίωσης ήταν €142,958,33 με τόκο προς 9% από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης μέχρι την καταβολή της στο ταμείο του κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών ή στον ενάγοντα ανάλογα με την απόφαση του Δικαστηρίου. Σχετικοί είναι οι από κοινού κατατεθέντες πίνακες αποζημιώσεων. Η τοκοφορία των πιο πάνω ποσών αν επιδικασθούν θα άρχεται από τις 8.11.05 στο εκ του νόμου ποσοστό. Με βάση τα πιο πάνω αποδεκτά σημεία δεν ακούσθηκε προφορική μαρτυρία και θα πρέπει να αποφασισθεί αν στοιχειοθετείται παράνομη επέμβαση ως η διατύπωση των θέσεων της Εκθεσης Απαίτησης. Οφείλω σ' αυτό το σημείο να επαινέσω και τους δύο ευπαίδευτους συνηγόρους οι οποίοι με ιδιαίτερο ζήλο, σεβασμό στις εκατέρωθεν θέσεις του αντιδίκου τους και υψηλή αίσθηση καθήκοντος προς το Δικαστήριο, προσπάθησαν όπως τα πραγματικά θέματα της υπόθεσης αυτής καταστούν αποδεκτά γεγονότα, ώστε να διασωθεί ουσιαστικός χρόνος και το Δικαστήριο να ασχοληθεί με την νομική πτυχή που είναι η σημαντική πτυχή εν προκειμένω. Η αφετηρία της σκέψης του Δικαστηρίου είναι η επαγωγή ή μη της παρούσας περίπτωσης κάτω από το νόμο περί τουρκοκυπριακών περιουσιών, δηλαδή του Ν. 131/91 (από τώρα και στο εξής ο Νόμος). Ο πρώτος ουσιαστικός όρος που ενδιαφέρει για ενεργοποίηση της εφαρμογής του νόμου είναι αν οι επίδικες περιουσίες θεωρούνται ή όχι εγκαταλειφθήσες περιουσίες. Η έννοια του όρου, σαφής στο νόμο, καθορίζεται ως η περιουσία τουρκοκυπρίου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στην κρινόμενη περίπτωση ο όρος αυτός ισχύει αφού ο αποβιώσας δεν είχε την συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές. Είναι επίσης σαφές από την νομολογία ότι εφόσον σε μια περίπτωση επέμβασης εφαρμόζεται ο Νόμος, η επέμβαση αυτή παύει να είναι παράνομη. Επί του θέματος του προοιμίου του νόμου καθώς και των σχετικών διατάξεων καθοριστική υπήρξε η θεώρηση που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Bahchecioglou κ.α.

(1998)1Α Α.Α.Δ
  1. Ας δούμε τα σχετικά σημεία του νόμου. Το προοίμιο του νόμου αναφέρει τα ακόλουθα: «Επειδή, συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία. Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων. Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών στη Δημοκρατία. Για όλα αυτά η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:» Το άρθρο 5 του ιδίου νόμου περιέχει τις πιο κάτω πρόνοιες: "
  2. Χωρίς επηρεασμό των υφιστάμενων κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου δικαιωμάτων κατοχής προς όφελος τρίτων προσώπων δυνάμει υφιστάμενης κατά τις 20.7.74 έννομης σχέσης μεταξύ αυτών και των ιδιοκτητών, με το διορισμό του Κηδεμόνα όλες οι Τ/Κ περιουσίες περιέρχονται στον Κηδεμόνα, ο οποίος έχει εξουσία να λάβει άμεση κατοχή αυτών και να τις διαχειρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου". Ο όρος "τουρκοκυπριακή περιουσία" καθορίζεται στο άρθρο 2 όπου αναφέρεται ότι "περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία". Στο ίδιο άρθρο αναφέρεται ότι "Τουρκοκύπριος" σημαίνει Τουρκοκύπριο που δεν έει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από τουρκοκύπριο καθώς και το Εφκάφ". Η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πιο πάνω υπόθεση αναφέρει: «Βασιζόμενοι στον ορισμό του όρου "Τουρκοκύπριος" έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είχε απασχολήσει το Νομοθέτη ο καθορισμός της έννοιας της εγκαταλειφθείσας περιουσίας και την καθόρισε ως την περιουσία Τουρκοκυπρίου που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές». Για την ερμηνεία των ιδίων όρων χρήσιμη είναι και η αναφορά στην υπόθεση Α & Α Enteprises Ltd v. Υπουργού Εσωτερικών - Υποθ. 85/47 ημερ. 6.2.
  3. Ακόμη έχει αποφασισθεί ότι ο Νόμος περιέχει πρόνοιες δημόσιας τάξης τις οποίες μάλιστα κανένα είδος κωλύματος δεν μπορεί να εξοστρακίσει και ο κηδεμόνας των τουρκοκυπριακών περιουσιών έχει εκ του νόμου καθήκον να ασκεί ελεύθερα και ανεμπόδιστα τις εξουσίες και αρμοδιότητες που ο νόμος του παρέχει προς αντιμετώπιση της έκτακτης κατάστασης που έχει δημιουργηθεί εξ αιτίας των γεγονότων του
  4. Εξ άλλου η ανάληψη φυσικής κατοχής από τον κηδεμόνα δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, αποδίδεται δηλαδή στον κηδεμόνα νομική κατοχή (legal possession) χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί η φυσική κατοχή τούτου (βλ. Yπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κηδεμόνας Τουρκουκυπριακών περιουσιών ν. Μυλωνά
(2002)1Α Α.Α.Δ 120). Με βάση τις πιο πάνω παγιωμένες προσεγγίσεις στην κρινόμενη περίπτωση εκείνο που απομένει να απασχολήσει το Δικαστήριο είναι η συνταγματικότητα των επίδικων προνοιών υπό το πρίσμα των θέσεων εκ των επιμελών αγορεύσεων των δύο πλευρών. Όπως βέβαια και το θέμα των αποζημιώσεων εφόσον βέβαια στοιχειοθετείται η εισήγηση της πλευράς του ενάγοντα για αντισυνταγματικότητα του νόμου. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι ο Νόμος είναι αντισυνταγματικός κυρίως γιατί αντίκειται στο άρθρο 23 του Συντάγματος*. Στη δε παρ. 3 της Εκθεσης Απαίτησης του καθώς και στις αγορεύσεις του κ. Κατρί προβλήθηκε η εξής θέση: Αφού έχει αρθεί η απαγόρευση διακίνησης που επιβλήθηκε με την τουρκική εισβολή δεν υπάρχει έκρυθμη κατάσταση που επέβαλλε τη θέσπιση του Νόμου ως προϊόν του Δικαίου της ανάγκης. Για το συσχετισμό του Δικαίου της Ανάγκης και του Νόμου σχετική είναι η υπόθεση Σολομωνίδη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2003)1Β Α.Α.Δ 1275. * Για πλήρη ανάλυση του άρθ. 23 βλ. το σύγγραμμα Α. Λοϊζου Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας σελ. 138 κ.επ. Στην έφεση αυτή που κατεχώρησαν οι εφεσείοντες αμφισβητούσαν την ορθότητα της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου το οποίο είχε αποφανθεί ότι το άρθρο 2 του Νόμου αντίκειται στο 23.10 του Συντάγματος, μπορεί όμως να δικαιολογηθεί με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε αυτή την συλλογιστική. Δεν μπορώ να προχωρήσω σε διαπίστωση με βάση την εισήγηση του κ. Κατρί ότι η προηγηθείσα νομολογία έχει καταστεί ουσιαστικά ανενεργή λόγω της άρσης της απαγόρευσης διακίνησης. Μ' όλο το σεβασμό θα διαφωνήσω μ' αυτή την θέση, η αναγκαιότητα θέσπισης και συνέχισης ισχύος του νόμου άπτεται της έκρυθμου κατάστασης που δημιούργησε η τουρκική εισβολή γενικά. Μια μερική - περιορισμένη και δύσμορφη - ελευθερία διακίνησης που βέβαια είναι ένα κάποιο βήμα προόδου, με κανένα τρόπο θα έλεγα, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με άρση της απαγόρευσης διακίνησης και πολύ περισσότερο με την άρση της έκρυθμου κατάστασης αφού ούτε η ελευθερία ούτε η νομιμότητα έχει αποκατασταθεί. Ούτε, παρά την επιθυμία οποιουδήποτε λογικού πολίτη, η κατάσταση να ανήκει πια στο νομικό μας παρελθόν, δεν υπάρχει δυνατότητα ακόμη να αποκλείσουμε το δίκαιο της ανάγκης ως το νομιμοποιητικό βάθρο της συνταγματικότητας του Νόμου. Στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να αναλύσει την έννοια του Δικαίου της Ανάγκης σημαντικές αποφάσεις είναι οι ακόλουθες: Στην κλασσική και αφετηριακή απόφαση Attorney General of the Republic v. Ibrahim
(1964)C.L.R 195 έγινε εκτενής ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα, όπως αναγνωρίζονται και σε άλλες χώρες, σε συνάρτηση και με τις ιδιάζουσες συνθήκες της Κύπρου. Η αρχή του δικαίου της ανάγκης έχει σκοπό τη διασφάλιση της ύπαρξης και της λειτουργίας του κράτους και τη διατήρηση τάξης στην κοινωνία, όπου δημιουργείται κενό, για να αποτραπεί η κυριαρχία του χάους και της κοινωνικής αταξίας. Στην Apostolides and Others v. Republic
(1982)3 C.L.R 928, λέχθηκε ότι η τουρκική εισβολή του 1974 δημιούργησε άμεσους κινδύνους κατάρρευσης του κράτους και της κοινωνίας, που κατέστησαν αναγκαία την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης για τη διάσωση του κράτους και της κοινωνίας για όσο χρόνο τούτο είναι αναγκαίο. Στην Aloupas v. National Bank
(1983)1(A) C.L.R 55 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (από την σελ. 64): «Το δόγμα της ανάγκης έχει τη δική του νομική δυναμική. Όπως κάθε άλλο νομοθετικό μέτρο, πρέπει να έχει νόμιμη προέλευση και να προέρχεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ το περιεχόμενό του πρέπει να σχετίζεται αμέσως με την έκτακτη κατάσταση την οποία σκοπεύει να διορθώσει και να είναι ανάλογο με αυτή. Το κράτος δικαίου δεν ατονεί στην περίπτωση έκτακτης ανάγκης, υπό την αίρεση ότι η ανάγκη δημιουργεί έγκυρη νομική βάση για νομοθετική ενέργεια. Τα νομοθετικά μέτρα υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Η Δικαστική Εξουσία επωμίζεται το καθήκον να βεβαιωθεί ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι γνήσια ανταπόκριση στην ανάγκη και περαιτέρω, δεν προχωρούν πέραν του ότι δικαιολογεί η ανάγκη. Ο δικαστικός έλεγχος είναι φραγμός εναντίον αυθαίρετης επίκλησης της ανάγκης ως αιτιολογούσας τη λήψη νομικών μέτρων καθώς και φραγμός εναντίον κατάχρησης της ανάγκης με τη λήψη μέτρων που δεν δικαιολογούνται από την ανάγκη. Αλλά, εφόσον τα ληφθέντα μέτρα αποτελούν γνήσια ανταπόκριση στην ανάγκη και σκοπεύουν να την αντιμετωπίσουν, δεν χωρεί επέμβαση στη νομοθετική ενέργεια. Οι νομοθέτες είναι οι κριτές των αναγκαίων μέτρων για να απαλύνουν την κρίση». Η έννοια του Κηδεμόνα επαναλήφθηκε εντασόμενη επίσης στο Δίκαιο της Ανάγκης στην Πολ. Εφ. 62/08 επί τοις αφορώσι το βακουφικό της Siddika και Hatice Hanimlar ημερ. 18.5.2010 (βλ. και Κίτσιος ν. Γενικού Εισαγελέα
(2001)1 Α.Α.Δ 1077 και Αλή Κιαμίλ κ.α. ν. Υπουργός Εσωτερικών 133/05 ημερ. 29.1.07). Οι αρμοδιότητες του κηδεμόνα καθορίζονται από τα Αρθρα 5 και 6 του Ν. 139/91. Με το Αρθρο 5 αυτού, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν. 59
(1)/2003, ο κηδεμόνας κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται από το Νόμο, θα έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που θα είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης της. Ο Τουρκοκυπριακός ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του, η οποία εξακολουθεί να του ανήκει, υπό τους προσωρινούς περιορισμούς του Ν. 139/91, οι οποίοι θα αρθούν με τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής. Ο κηδεμόνας, στον οποίο έχει περιέλθει η κατοχή και διαχείριση κάθε τουρκοκυπριακής περιουσίας που έχει εγκαταλειφθεί, είναι το μόνο πρόσωπο που νομιμοποιείται στη διαχείρισή της και δεν μπορεί να παρακάμπτεται. (Βλ. Reziye Cemil v. Επί τοις αφορώσι τον Cemil Cufi Suleyman αποβιώσαντα, Πολιτική Εφρεση αρ. 331/*2006, ημερ. 19 Σεπτεμβρίου 2008). Οι παραχωρήσεις τουρκοκυπριακής γης στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του κηδεμόνα προς διαχείριση της από το 1991 είναι θέμα όχι ιδιωτικού αλλά δημοσίου Δικαίου (βλ. Σαβεριάδη ν. Γενικού Εισαγγελέα κα. Π.Ε. 309/07 ημερ. 16.12.09). Στην υπόθεση Σολομωνίδη - ν - Γεν. Εισαγγελέα (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαιώνοντας την προηγούμενη νομολογία αναφέρει στη σελ. 1282: «Με βάση τις πιο πάνω αρχές, κρίνουμε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως οι επίδικες νομοθετικές πρόνοιες, σε σχέση ειδικά με τις βακούφικες περιουσίες, εδικαιολογούντο με βάση την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης. Η Πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή , είχε καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο προστασία και διαχείρισή της περιουσίας. Τα δε μέτρα που λήφθηκαν ήταν, κατά την άποψη μας, τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί». Eίναι λοιπόν σαφές από την προηγηθείσα αναφορά ότι δεν παρέχεται πεδίο στο να πετύχει η εισήγηση για αντισυνταγματικότητα του νόμου, ως έχει επιχειρηθεί. Με αυτό το δεδομένο η επέμβαση του κηδεμόνα στα επίδικα ακίνητα δεν μπορεί να κριθεί παράνομη. Ο κ. Κατρί εισηγείται επίσης ότι υπάρχει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας αφού ο νόμος υπερβαίνει το απολύτως απαραίτητο για να εφαρμοσθεί το Δίκαιο της Ανάγκης. Λέει ο κ. Κατρί τα ακόλουθα (σελ. 3 της αγόρευσης του). «... Σύμφωνα με το Δίκαιο της ανάγκης, τα μέτρα που θα λαμβάνονται θα πρέπει να εφαρμόζονται με αναλογικότητα και να είναι προσωρινά και η άρνηση του εναγόμενου να αποζημιώσει τον ενάγοντα υπερβαίνει την αναλογικότητα των μέτρων που λαμβάνονται με το Δίκαιο της ανάγκης και είναι αντίθετη με την προσωρινότητα των μέτρων. Τούτο γιατί ο ενάγοντας, αφού δεν θα έχει την δυνατότητα να επιστρέψει λόγω της κατοχής της ιδιοκτησίας του από τον εναγόμενο, το στερούμενο δικαίωμα του θα πρέπει να αποκατασταθεί με την καταβολή αποζημιώσεων»». Ακόμα σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων ο νόμος είναι αντίθετος με τις πρόνοιες της Σύμβασης για την εξάλειψη κάθε μορφής φυλετικής διάκρισης που υιοθετήθηκε με την απόφαση 2106 Α(ΧΧ) της 21.12.1965 - Κυρωτικός Νόμος 12/1967 όπως επίσης και αντίθετος με το περί καταπολέμησης των φυλετικών και άλλων διακρίσεων Ν. αρ. 42(Ι) του 2004. Κατά την εισήγηση, η επίκληση της ύπαρξης έκρυθμης κατάστασης δεν μπορεί να εξαιρέσει τον ενάγοντα από την προστασία που παρέχει η σύμβαση «επειδή ο ενάγοντας έχει πλέον την δυνατότητα είτε ο ίδιος είτε οι κληρονόμοι του να απολαύσει και κατέχει την ιδιοκτησία του» . (Βλ. αναλυτικά το επιχείρημα στη σελ. 3 και 4 της αγόρευσης του κ. Κατρί). Με όλο το σεβασμό στις θέσεις του κ. Κατρί ο πυρήνας της επιχειρηματολογίας του είναι η ισχυριζόμενη άρση της έκρυθμης κατάστασης, όμως κάτι τέτοιο δεν έχω πεισθεί ότι έγινε ως πιο πάνω έχω αναλύσει, πέραν βέβαια και του τυπικού γεγονότος ότι δεν εξεδόθη διάταγμα άρσης της έκρυθμης κατάστασης ως η νομοθεσία προνοεί. Εξ άλλου δεν μπορεί να εντοπισθεί ο,τιδήποτε στο νόμο που έχει να κάνει με φυλετική διάκριση προσώπων αλλά απλώς οι πρόνοιες αφορούν ρύθμιση συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, κάτω από συνθήκες έκρυθμης κατάστασης και εντός του πλαισίου του Δικαίου της Ανάγκης.. Αναφορικά με το επιχείρημα της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας αντίβαρο τίθεται το προσωρινό των μέτρων αλλά και του ότι η η Δικαστική εξουσία είναι ακριβώς ad hoc θεματοφύλακας να κρίνει ότι «τα μέτρα που λαμβάνονται είναι γνήσια ανταπόκριση στην ανάγκη και δεν προχωρούν πέραν του ότι δικαιολογεί η ανάγκη» (βλ. το πλήρες σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Aloupas - v - National Bank ανωτέρω στη σελ. 10 της παρούσας). Κρίνεται λοιπόν ότι στο όλο φάσμα των πραγμάτων και δεδομένης της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούν να πετύχουν οι πιο πάνω θέσεις. Τονίζεται δε περαιτέρω ότι η θέση ότι ο αποβιώσας δεν εκπλήρωσε την επιθυμία του να ζήσει στις ελεύθερες περιοχές αλλά εμποδίσθηκε από την μη ανάληψη κατοχής της περιουσίας του δεν ανταποκρίνεται στο μαρτυρικό υλικό και παρέμεινε σαν υποθετική θέση. Όπως έχει επιβεβαιωθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Bahchecioglou (ανωτέρω), σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με τη σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς του σκοπούς, πρέπει να καταβάλλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engeneering Co. Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 All E.R. 796). Στην υπόθεση Χρυσοχόου ν. Turkish Bank Ltd Π.Ε. 68/2008 ημερ. 3.12.2010 το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε τις πιο πάνω παραμέτρους αποζημιώσεων. Για το θέμα των αποζημιώσεων έχω προβληματισθεί αν πρέπει σύμφωνα με την καθιερωμένη γενική πρακτική να προχωρήσω σε διαπιστώσεις και ευρήματα επ' αυτής της πτυχής σε περίπτωση που ανατραπεί το εύρημα μου επί της συνταγματικότητας του νόμου. Ο κ. Μαπουρίδης επισημαίνει στην αγόρευση του ότι κάτι τέτοιο δεν είναι συμβατό με τα δεδομένα της υπόθεσης. Λέει ο ευπαίδευτος συνήγορος (σελ. 5 της αγόρευσης του) ότι αν το Δικαστήριο κρίνει ότι η επίδικη περιουσία έχει τεθεί υπό τον έλεγχο του κηδεμόνα τότε δεν μπορεί να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση ή εύρημα αναφορικά με το ύψος των αποζημιώσεων, αφού ο ενάγων δεν έχει οποιαδήποτε αιτία αγωγής. Μετά από περίσκεψη, θα συμφωνήσω, μ' αυτή την προσέγγιση. Θα ήταν αταίριαστο με το εύρημα μου για ανυπαρξία αγώγιμου δικαιώματος εκ της προβαλλόμενης άρσης της έκρυθμου κατάστασης να προχωρήσω σε διαβαθμίσεις ζημιών οι οποίες ακριβώς δεν θα είχαν σύζευξη με οποιαδήποτε παράβαση ή παραβίαση νόμου και άρα με αγώγιμο δικαίωμα, ώστε να μπορούν ευχερώς να προσδιορισθούν οι ζημιές. Να θυμίσω ότι με βάση την δεδηλωμένη και σαφή αρχή που πηγάζει από την νομολογία και το νόμο, ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης, δεν αποστερείται της περιουσίας του της οποίας εξακολουθεί να είναι κύριος. Απλώς η διαχείριση της περιουσίας αυτής ανατίθεται, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης, στο Κηδεμόνα. Το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας υπόκειται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς που συνάδουν με το άρθρο 23.3 του Συντάγματος. Και εξ ίσου σαφές είναι ότι ο νόμος 139/91 δεν έχει σκοπό να θεσπίσει περιορισμούς ή να επιβάλει στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών. Τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί (βλ. Kornut Perihan v. Γεωργίου
(2008)1 Α.Α.Δ σελ. 905). Σ' αυτό το πλέγμα θεώρησης δεν έχει βάση και η παράπλευρη θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι το Αρθρο 9* του νόμου παραβιάσει το άρθρο 23 του Συντάγματος που προνοεί ότι ο ιδιοκτήτης πρέπει να αποζημιωθεί «το ταχύτερον», ενώ το άρθρο 9 αναστέλλει την οποιαδήποτε πληρωμή κατά την διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης. Δεν μπορεί, βέβαια, να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε πληρωμή είτε αμέσως είτε άλλως πως, αφού ελλείπει το εύρημα παρανομίας. Παρά την πιο πάνω προσέγγιση μου, ωστόσο μπορώ να προβώ στις εξής διαπιστώσεις - παρατηρήσεις για τα επίδικα ακίνητα ως εξής:
  1. Τεμ. 978 . Εκτός από το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε για ανέγερση τριών πολυκατοικιών στις οποίες στεγάσθηκαν πρόσφυγες, μέρος του χρησιμοποιήθηκε για δρόμο και υποσταθμό με βάση διαδικασία απαλλοτρίωσης και το ποσό της αποζημίωσης πληρώθηκε στον Διευθυντή Διαχείρισης Τ/Κ περιουσιών. *
  2. Η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που οφείλεται σε ιδιοκτήτη τουρκοκυπριακής περιουσίας σε σχέση με την περιουσία αυτή αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης που επικρατεί στην Κυπριακή Δημοκρατία λόγω της τουρκικής κατοχής. Είναι επ' αυτού ορθή η παρατήρηση του κ. Μαπουρίδη ότι το θέμα της απαλλοτρίωσης και της αποζημίωσης όπως και τα ποσά της ενοικιαστικής αξίας αφορούν το Κηδεμόνα που τα αποδέχθηκε (για την αποζημίωση) και που τα διαχειρίζεται.
  3. Τεμ.
  4. Το ίδιο ισχύει αναλογικά και γι'αυτό το τεμάχιο.
  5. Τεκμ. 849 στο οποίο ο αποβιώσας είχε από παλιά κτίσει κατάστημα και οικία που κατέχονται από πρόσφυγες. Ο Κηδεμόνας εισπράττει κάποια ενοίκια. Οπότε αναλογικά ισχύει το ίδιο.
  6. Το τεμάχιο 659 αν και τέθηκε υπό τον έλεγχο του Κηδεμόνα δεν παραχωρήθηκε σε πρόσφυγες.
  7. Το τεμάχιο 595 αφορά ένα κατάστημα το οποίο παραχωρήθηκε σε δικαιούμενο από τον Κηδεμόνα.
  8. Το τεμάχιο 796 δεν χρησιμοποιήθηκε από πρόσφυγες αλλά μέρος του απαλλοτριώθηκε στις 24.3.
  9. Ο αποβιώσαντας έχει σ' αυτή 29/260 μερίδια και η απαλλοτρίωση έχει γίνει αποδεκτή από τον Κηδεμόνα. Δεν μου διαφεύγει ότι επί ακινήτων (βλ. πιο πάνω) έχουν ανεγερθεί οικισμοί για πρόσφυγες και δεν έχει εκδοθεί διάταγμα απαλλοτρίωσης. Εχω προβληματισθεί επί του θέματος αν θα πρέπει να υπάρξει οποιαδήποτε διαφοροποίηση. Στη βάση της αρχής ότι ο νόμος δεν θεσπίζει μόνιμους περιορισμούς αφενός, και αφετέρου του γεγονότος ότι ο νόμιμος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του εφόσον εξακολουθεί να είναι κύριος, δεν θεωρώ ότι μπορώ να διαχωρίσω το θέμα αφού μόνον η άρση της έκτακτης κατάστασης θα αποκρυστάλλωνε τα πράγματα και τότε ο τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης (και οι οποιονδήποτε δικαιούχοι), παραμένοντες ως τέτοιοι θα παραλάμβαναν την κατοχή της περιουσίας του αφού θα είχαν αρθεί πλέον οι προσωρινοί περιορισμοί οι οποίοι, παρά την χρονική τους διάρκεια, δεν παύουν να είναι προσωρινοί. Το ίδιο ισχύει και για τα πιο πάνω ακίνητα. Αν δια της επανόδου της κατοχής διαπιστωθεί εμπόδιο για την κατοχή αυτή σίγουρα οι δικαιούχοι δεν χάνουν τυχόν δικαίωμα αποζημιώσεως. Προς το παρόν όμως, δεδομένης της έκρυθμης κατάστασης και της εξ αυτής ισχύος του Δικαίου της Ανάγκης, δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός ή θεωρητικός υπολογισμός αποζημίωσης αφού ακριβώς το εγχείρημα θα ήταν ακαδημαϊκή σπουδή. Ακόμη για το θέμα των απαλλοτριώσεων ισχύει ότι τελειωμένης της απαλλοτρίωσης με αποδοχή του Κηδεμόνα δεσμεύεται η περιουσία και δεν τίθεται θέμα ξέχωρης ή άλλης αποζημίωσης. Με έχει ακόμα προβληματίσει αν πρέπει να ιδωθεί διαφορετικά το θέμα της κατοχής ακινήτων πριν την ημερομηνία θέσπισης του Νόμου. Δεν έχω παραπεμφθεί σε ο,τιδήποτε ειδικό που πραγματεύεται το θέμα. Εξάλλου η αξίωση εδράζεται στο «αντισυνταγματικό του νόμου» και όχι σε ο,τιδήποτε άλλο. Μετά από σκέψη και επαναξιολόγηση των σχετικών αυθεντιών καταλήγω ότι αφ'ης στιγμής η κατοχή συνετελέσθηκε λόγω της έκτακτης κατάστασης, ενεργοποιώντας την ιδιότητα του Υπουργού Εσωτερικών ως Διαχειριστή και Κηδεμόνα των επηρεαζόμενων περιουσιών, δεν χωρεί οποιαδήποτε τέτοια θεώρηση χρονικού διαχωρισμού της κατοχής η οποία όπως τονίσθη παύει να είναι παράνομη για τους λόγους που αναλύθηκαν, κάτω από το πλέγμα του Δικαίου της Ανάγκης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Κηδεμόνας, Ν. 131/91- συνταγματικότητα του Νόμου) (Re: kedemonas, N.131/91- syntagmatikotita tou Nomou) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.