← Κύπρος

Ηellenic Bank Public Company Ltd ν. Trans Europa Travel and Tours Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4958/2007, 18/2/2011

Ηellenic Bank Public Company Ltd ν. Trans Europa Travel and Tours Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4958/2007, 18/2/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A48 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιο: Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4958/2007 Ηellenic Bank Public Company Ltd, από τη Λευκωσία Εναγόντων και

  1. Trans Europa Travel and Tours Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Γιαννάκης Δημήτρη Λεμεσιανός, Α.Δ.Τ. 571885, από τη Λεμεσό
  3. Δημητράκης Λεμεσιανός, Α.Δ.Τ 283663, από τη Λεμεσό
  4. Γεωργία Λεμεσιανού άλλως Γιωργούλλα Μελή Κανάκη σύζυγος Γιαννάκη Λεμεσιανού, Α.Δ.Τ 605193, από τη Λεμεσό Εναγομένων 18/2/2011 Για τους ενάγοντες: κα Χάρις Αγαπίου Για εναγόμενους: κος Α. Μαθηκολώνης (για εκφώνηση απόφασης κα Μ. Σωκράτους) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η δοθείσα για την τράπεζα μαρτυρία περιλαμβάνει τους ακόλουθους μάρτυρες: Μ.Ε.1 ήταν ο Ηρακλής Φιλιππίδης, την ουσιώδη περίοδο Ανώτερος Λειτουργός δανειοδοτήσεων στο κατάστημα των εναγόντων όπου διατηρούντο οι επίδικοι λογαριασμοί. Μ.Ε.2 ήταν η Μαρία Κουμέρα εργαζόμενη στο λογιστήριο των εναγόντων στη Λευκωσία η οποία ετοίμασε αναδομημένους λογαριασμούς με βάση τις οδηγίες της Μ.Ε.3 Αννα Πέτρου υποδιευθύντριας στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών με χειρισμό της παρούσης υπόθεσης. Μ.Ε.4 ήταν η Νατάσα Γαβριήλ, υπάλληλος τον ουσιώδη χρόνο το κατάστημα όπου διατηρούνται οι επίδικοι λογαριασμοί και Μ.Ε.5 κ. Ν. Χ"Μάρκου ήταν ο Διευθυντής Διαχειριστικών Κινδύνων και ρευστότητας των εναγόντων. Από την πιο πάνω μαρτυρία οι ενάγοντες προώθησαν την ακόλουθη εκδοχή: To Tεκμήριο 1 είναι η συμφωνία ημερ. 28.8.98 που οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 υπέγραψαν και δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 δάνειο σε τρεχούμενο λογαριασμό και άνοιξαν στο όνομα τους το λογαριασμό με αριθμό 214-01-174017-
  5. Η εν λόγω διευκόλυνση θα χρεώνετο με τόκο προς 8% το χρόνο ή με τόκο ίσο με το εκάστοτε ανώτατο ποσοστό επιτοκίου το οποίο επιτρέπετο από το Νόμο. Το ποσό της εν λόγω τραπεζικής διευκόλυνσης θα ήταν στην απόλυτη κρίση των εναγόντων. Το Τεκμήριο 2 είναι η συμφωνία δανείου ημερ. 9.7.02 την οποία οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 υπέγραψαν και δυνάμει της οποίας οιι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 το ποσό των ₤350.000 και άνοιξαν επ' ονόματι τους το λογαριασμό με αρ. 214-31-174017-
  6. Η εν λόγω τραπεζική διευκόλυνση θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θ' αποτελείτο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο των εναγόντων και περιθώριο 3.25%. Κατά το χρόνο υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας το βασικό επιτόκιο των εναγόντων ήταν 5.5% και ως εκ τούτου το σύνολο του επιτοκίου ανήρχετο στον εν λόγω χρόνο σε ποσοστό 8.75%. Το ποσό του δανείου συμπεριλαμβανομένων και των τόκων θα ήταν πληρωτέο με 96 μηνιαίες δόσεις των ₤5.083 η κάθε μια. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 31.7.02 και η τελευταία δόση στις 30.6.
  7. Σε περίπτωση που διαφοροποιείτο το σύνολο του επιτοκίου θα μεταβαλλόταν και ο αριθμός των δόσεων και κατ' επέκταση και η ημερομηνία της τελευταίας πληρωμής. Σε τέτοια περίπτωση το ποσό της δόσης θα παρέμεινε σταθερό και οι δόσεις θα έπρεπε να συνεχίσουν να πληρώνονται μηνιαίως. Το ισόποσο του εν λόγω δανείου εκταμιεύθηκε με πίστωση του τρεχούμενου λογαριασμού των εναγομένων 1 με αριθμό 214-01-174017-01 στις 17.7.
  8. Με συμφωνία ημερ. 9.7.03 την οποία οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 υπέγραψαν και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου ημερ. 9.7.02, Τεκμήριο 2 τροποποιήθηκε ο όρος 3 της συμφωνίας δανείου, Τεκμήριο 2, και αντικαταστάθηκε με τον όρο ότι το δάνειο συμπεριλαμβανομένων των τόκων και παντός είδους χρεώσεων θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή με 60 μηνιαίες δόσεις των ₤5.100 η κάθε μια της πρώτης δόσης πληρωτέας την 31.8.03 και της τελευταίας την 31.7.
  9. Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση διαφοροποίησης του συνόλου του επιτοκίου θα μεταβληθεί ο αριθμός των δόσεων και συνεπώς και η ημερομηνία της τελευταίας πληρωμής, ενώ το ποσό της δόσης θα παρέμεινε σταθερό. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι οι δόσεις θα συνέχιζαν να πληρώνοντο μηνιαίως. Ολοι οι λοιποί όροι που περιλαμβάνονται στη συμφωνία δανείου, ημερ. 9.7.02, Τεκμήριο 2, καθώς και στην επιστολή παραχώρησης διευκολύνσεων (Commitment Letter) ημερ. 9.7.03 παρέμειναν οι ίδιοι. (Τα Τεκμήρια 3 και 4 είναι αντίστοιχα η συμφωνία τροποποίησης ημερ. 9.7.03 και η επιστολή παραχώρησης διευκολύνσεων ημερ. 9.7.03). Σημειώνεται ότι η σε σχέση με τα Τεκμ. 3 και 4 είναι παραδεκτό γεγονός ότι εκ μέρους των εναγόντων υπογράφησαν από τον Μ.Ε.1 και τον κ. Τζιώρζη και εκ μέρους των εναγομένων1, τον κ. Γ. Λεμεσιανό, διευθυντή τους. Με συμφωνία ημερ. 31.3.04 την οποία οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 υπέγραψαν και η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας δανείου ημερ. 9.7.02, Τεκμήριο 2, τροποποιήθηκε εκ νέου ο όρος 3 της συμφωνίας δανείου, ημερ. 9.7.02, Τεκμήριο 2, και αντικαταστάθηκε με τον όρο ότι το δάνειο συμπεριλαμβανομένων των τόκων και παντός είδους χρεώσεων θα είναι πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή με 84 μηνιαίες δόσεις των ₤2.900 η κάθε μια της πρώτης δόσης πληρωτέας την 15.5.04 και της τελευταίας την 15.4.
  10. Επίσης συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση διαφοροποίησης του συνόλου του επιτοκίου θα μεταβληθεί ο αριθμός των δόσεων και συνεπώς και η ημερομηνία της τελευταίας πληρωμής, ενώ το ποσό της δόσης θα παρέμενε σταθερό. Επίσης συμφωνήθηκε ότι οι δόσεις θα συνέχιζαν να πληρώνοντο μηνιαίως. Ολοι οι λοιποί όροι που περιλαμβάνονται στη συμφωνία δανείου, ημερ. 9.7.02, Τεκμήριο 2 καθώς και στην επιστολή παραχώρησης διευκολύνσεων (commitment letter) ημερ. 31.3.04 θα παρέμειναν οι ίδιοι. Το Τεκμήριο 5 είναι ακριβώς αυτή η συμφωνία τροποποίησης της συμφωνίας δανείου ημερ. 9.7.02 Τεκμήριο 2 και το Τεκμ.6 είναι η επιστολή παραχώρησης διευκολύνσεων ημερ. 31.3.
  11. Είναι παραδεκτό επίσης ότι το Τεκμ.5 υπεγράφη από τα ίδια πρόσωπα όπως και το Τεκμ.3, ενώ το Τεκμ.6 υπογράφηκε εκ μέρους των εναγομένων από το ίδιο πρόσωπο και εκ μέρους των εναγόντων από τον Μ.Ε.1 και τον κ. Σ. Σάββα. Στις 31.3.04 οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 υπέγραψαν συμφωνία δανείου για το ποσό των ₤170.000 - Τεκμήριο 7 - . Δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 το ποσό των ₤170.000 και άνοιξαν επ' ονόματι τους, το λογαριασμό με αρ. 214-31-174017-
  12. Η εν λόγω τραπεζική διευκόλυνση θα χρεώνετο με ετήσιο κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θ' αποτελείτο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο των εναγόντων και περιθώριο 3.40%. Κατά το χρόνο υπογραφής της εν λόγω συμφωνίας το βασικό επιτόκιο των εναγόντων ήταν 4.5% και ως εκ τούτου το σύνολο του επιτοκίου ανήρχετο στον εν λόγω χρόνο σε ποσοστό 7.90%. Το ποσό του δανείου συμπεριλαμβανομένων και των τόκων θα ήταν πληρωτέο με 84 μηνιαίες δόσεις των ₤2.650 η κάθε μια. Η πρώτη δόση θα ήταν πληρωτέα την 31.5.04 και η τελευταία δόση στις 30.4.
  13. Σε περίπτωση που διαφοροποιείτο το σύνολο του επιτοκίου θα μεταβαλλόταν και ο αριθμός των δόσεων και κατ' επέκταση και η ημερομηνία της τελευταίας πληρωμής. Σε τέτοια περίπτωση το ποσό της δόσης θα παρέμενε σταθερό και οι δόσεις θα έπρεπε να συνεχίσουν να πληρώνονται μηνιαίως. Το ισόποσο του εν λόγω δανείου εκταμιεύθηκε με πίστωση του τρεχούμενου λογαριασμού των εναγομένων 1 με αριθμό 214-01-174017-01 στις 5.4.
  14. Προς εξασφάλιση των εναγόντων και σε αντάλλαγμα των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν τις πιο κάτω συμφωνίες εγγύησης: (α) Το Τεκμήριο 8 είναι Συμφωνία εγγύησης ημερ. 31.3.04 με την οποία οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν για το ποσό των ₤170.000 πλέον τόκους και έξοδα όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 για την τραπεζική διευκόλυνση του τρεχούμενου λογαριασμού την οποία παραχώρησαν δυνάμει της συμφωνίας Τεκμήριο
  15. (β) Το Τεκμήριο 9 είναι Συμφωνία εγγύησης ημερ. 31.3.04 με την οποία οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν για το ποσό των ₤180.000 πλέον τόκους και έξοδα όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 για την τραπεζική διευκόλυνση του δανείου το οποίο παραχώρησαν δυνάμει της συμφωνίας Τεκμ.
  16. (γ) Το Τεκμήριο 10 είναι Συμφωνία εγγύησης ημερ. 31.3.04 με την οποία οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εγγυήθηκαν για το ποσό των ₤170.000 πλέον τόκους και έξοδα όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και την τραπεζική διευκόλυνση του δανείου το οποίο παραχώρησαν δυνάμει της συμφωνίας Τεκμ.
  17. Πέραν των πιο πάνω εξασφαλίσεων που οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 παραχώρησαν στους ενάγοντες οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 εκτέλεσαν προς όφελος των εναγόντων τις ακόλουθες υποθήκες: (α) Το Τεκμήριο 11 είναι υποθήκη που οι εναγόμενοι 1 εκτέλεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού, (Υ6080/98) ημερ. 28.8.98 με την οποία υποθήκευσαν όλο το συμφέρον τους στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 58980, Φ/Σχ. LIV 58.5.1 τεμ. Επί 461, Τμήμα G, που βρίσκεται στην επαρχίας Λεμεσού, ενορία Καθολική και στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 58981 Φ/Σχ. LIV 58.5.1 τεμ. Επί 461, Τμήμα G το οποίο βρίσκεται στη Λεμεσό ενορία Καθολικής για το ποσό των ₤190.000 πλέον τόκους προς 8% από 28.8.
  18. Η υποθήκη εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου υποθήκης ημερ. 28.8.98 το οποίο έχει επισυναφθεί στην πιο πάνω υποθήκη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. (β) Το Τεκμήριο 12 είναι η υποθήκη που η εναγόμενη 4 εκτέλεσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού (Υ8426/00) ημερ. 28.12.00 με την οποία υποθήκευσε όλο το συμφέρον της στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 4797, Φ/Σχ. XLVII/19, τεμ. 607, που βρίσκεται στα Μανδριά στην επαρχία Λεμεσού, για το ποσό των ₤8.000 πλέον τόκους προς 8% από 28.12.00 μέχρι εξοφλήσεως. Η υποθήκη εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου υποθήκης ημερ. 28.12.00 το οποίο έχει επισυναφθεί στην πιο πάνω υποθήκη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. (γ) Το Τεκμήριο 13 είναι η υποθήκη που ο εναγόμενος 2 εκτέλεσε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού (Υ8427/00) ημερ. 28.12.00 με την οποία υποθήκευσε όλο το συμφέρον του στα ακίνητα με αρ. εγγραφής 9475, Φ/Σχ XLVII/52, τεμ. 609, που βρίσκεται στην Λόφου επαρχία Λεμεσού και στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 10927, Φ/Σχ. XLVII 52 τεμ. 481 το οποίο επίσης βρίσκεται στην Λόφου της επαρχίας Λεμεσού, για το ποσό των ₤28.000 πλέον τόκους προς 8% από 28.12.00 μέχρι εξοφλήσεως. Η υποθήκη εκτελέστηκε σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου υποθήκης ημερ. 28.12.00 το οποίο έχει επισυναφθεί στην πιο πάνω υποθήκη και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της. (κατατεθέν Τεκμήριο 13 η εν λόγω υποθήκη και το έγγραφο υποθήκης). Σύμφωνα πάντα με τους ΜΕ (ιδιαίτερα την μαρτυρία του Μ.Ε.1) λόγω παράβασης των όρων αποπληρωμής των δόσεων των δανείων σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2, 3, 5 και 7 καθώς και την μη αποπληρωμή του ποσού που υπερέβαινε το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού που σύμφωνα με το Τεκμ. 6 που ήταν ₤140.000, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 8.4.05 τις οποίες απέστειλαν σε όλους τους εναγόμενους με σύνηθες ταχυδρομείο στις διευθύνσεις των εναγομένων που αναγράφοντο στις επίδικες συμφωνίες γνωστοποίησαν σ' αυτούς ότι όλοι οι λογαριασμοί των εναγομένων 1 τερματίστηκαν και κάλεσαν αυτούς όπως εντός 7 ημερών εξοφλήσουν τα χρεωστικά υπόλοιπα που παρουσίαζαν οι επίδικοι λογαριασμοί. Μεταξύ άλλων τους γνωστοποιήθηκε ότι το χρεωστικό επιτόκιο των λογαριασμών αυξήθηκε σε ποσοστό 10.5%. (Κατατέθησαν από τον Μ.Ε.1 ως Τεκμ. 14, 15, 16 και 17 οι εν λόγω επιστολές που αποστάληκαν στους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 αντίστοιχα). Οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών και ως εκ τούτου η υπόθεση αποστάληκε στους δικηγόρους των εναγόντων για τη λήψη μέτρων εναντίον των εναγομένων. Στα Τεκμ. 3, 4, 5, 6, 7, 14, 15, 16 και 17 ο Μ.Ε.1 υπογράφει εκ μέρους των εναγόντων λόγω του ότι από το 2002 που ο Μ.Ε.1 ανέλαβε καθήκοντα ανώτερου λειτουργού δανειοδότησης στο κατάστημα των εναγόντων με αριθμό 214, και ήταν ένας εκ των λειτουργών που χειριζόταν τους λογαριασμούς των εναγομένων
  19. Στα Τεκμ. 8, 9 και 10 υπογράφει ως ένας από τους μάρτυρες των υπογραφών. Με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις (Τεκμ.19, 20 και 21) οι οποίες ετοιμάστηκαν από καταστάσεις - μέρους του αρχείου των εναγόντων (Τεκμ.18, 18Α και 18Ι, 18ΙΙ, 18 ΙΙΙ) προκύπτει το ακόλουθο συνολικό τους υπόλοιπο, το οποίο οι ενάγοντες αξιώνουν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως από όλους τους εναγόμενους, το ποσό των €1.154.507.14, πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €217.638,86 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως πλέον τόκους προς 8.75% ετησίως επι του ποσού των €387.204,29 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τόκους προς 7.90% ετησίως επί ποσού €388.849,61 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Οι αναδομημένες καταστάσεις ετοιμάσθηκαν από την Μ.Ε.2 η οποία στην κατάθεση της περιγράφει λεπτομερώς τον τρόπο εργασίας της. Η Μ.Ε.3 κατάθεσε επίσης επί των πιο πάνω καταστάσεων, εξηγώντας τις οδηγίες που έδωσε στη Μ.Ε.2, την πρακτική χρεώσεων, τον τρόπο υπολογισμού των τόκων, τις επιβαρύνσεις - χρεώσεις και επί άλλων στοιχείων. Η Μ.Ε.4 η οποία και δεν αντεξετάστηκε έδωσε ορισμένες διευκρινίσεις επί συντομογραφιών που υπήρχαν στις εν λόγω καταστάσεις, τις οποίες οι Μ.Ε.2 και 3 δεν ήξεραν ακριβώς να εξηγήσουν αφού αφορούσαν άλλα καθήκοντα. Επίσης ενίσχυσε την μαρτυρία του Μ.Ε.1 στα κύρια θέματα συμφωνιών και λειτουργίας των τραπεζικών διευκολύνσεων, καταθέτοντας επιπρόσθετα ενισχυτικά τεκμήρια (Τεκμήρια 27 - 35). Ο Μ.Ε.5 εξήγησε τη βάση των ανακοινώσεων επί των επιτοκίων σε συνάρτηση με τις σχετικές αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας επί της διαφοροποίησης των επιτοκίων (βλ. Τεκμ. 23 - 26). H υπεράσπιση και ανταπαίτηση θέτει τις εξής θέσεις: - Ο όρος για τερματισμό της συμφωνίας τρεχούμενου χωρίς προειδοποίηση είναι «καταχρηστικός, άκυρος και ανεφάρμοστος καθότι η επίδικη συμφωνία αποτελεί τυποποιημένο έγγραφο που οι ενάγοντες είχαν προς χρήση για όλους τους πελάτες τους και το περιεχόμενο του οποίου δεν αποτελούσε η και δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης». - Δεν αποδέχονται τις σχετικές πρόνοιες για τους τόκους. - Για τις επίδικες εγγυήσεις ισχυρίζονται ότι «υπογράφησαν χωρίς αντάλλαγμα ή και είναι άκυρα και ανεφάρμοστα», επίσης «αόριστα ή και μη εφαρμόσιμα». Ακόμη ότι «δεν υπογράφησαν για εγγύηση όλων των υποχρεώσεων των εναγομένων γενικά αλλά για εγγύηση των εναγομένων 1 σε σχέση με το δάνειο των Λ.Κ.170.000». Πρόσθετα τίθεται επ' αυτών και η θέση ότι αν ήθελε θεωρηθεί ότι καλύπτουν όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες, τότε οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 λέγουν ότι εξουσιοδοτήθηκαν να τα υπογράψουν κατόπιν δόλου ή και ψευδών παραστάσεων των εναγόντων ή και των υπαλλήλων τους ήτοι κατόπιν παραστάσεων ότι τα εν λόγω έγγραφα θα εκάλυπταν μόνο το δάνειο της παραγράφου 9 της εκθέσεως απαιτήσεως και όχι οποιανδήποτε άλλη υποχρέωση γενικά των εναγομένων αρ. 1 όπως επίσης και διότι οι ενάγοντες ή και οι υπάλληλοι τους εν γνώσει τους εξώθησαν τους εναγομένους να υπογράψουν τα εν λόγω εγγυητήρια έγγραφα για το δάνειο των Λ.Κ.170.000 ενώ είχαν πρόθεση οι ενάγοντες να επιτύχουν την εξασφάλιση εγγύησης για όλες τις υποχρεώσεις των εναγομένων αρ. 1 γενικά. Για τους λόγους αυτούς, τα επίδικα εγγυητήρια έγγραφα είναι παράνομα ή και άκυρα ή και ανεφάρμοστα. - Ακυρότητα και παρανομία επικαλούνται και για τις υποθήκες «καθότι το περιεχόμενο των εγγράφων ή συμβάσεων υποθηκών είναι αόριστο μη σαφές». - Υπάρχει επίσης άρνηση για το ότι «οι ενάγοντες απέστειλαν και ότι οι εναγόμενοι παρέλαβαν τις επιστολές και γενικά τον τερματισμό». - Προβλήθηκε η θέση για παράνομες χρεώσεις, παράνομους τόκους κ.α. Η διατυπωθείσα ανταπαίτηση αφορά αίτημα για δηλώσεις του Δικαστηρίου για την ακυρότητα των εγγυητηρίων και υποθηκών. Η πλευρά του εναγομένου δεν έχει προσκομίσει οποιανδήποτε μαρτυρία και το Δικαστήριο άκουσε την νομική ανάλυση των δύο πλευρών καθώς και το σχολιασμό της μαρτυρίας στην οποία προέβησαν οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι. Πρωταρχικό είναι βέβαια η αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας. Σε μια υπόθεση που βασίζεται σε χρόνιες συναλλαγές, όπως η παρούσα στην οποία η αφετηρία των σχέσεων των διαδίκων είναι από το έτος 1998, δεν αναμένεται βέβαια ο κάθε μάρτυρας να έχει απόλυτα προσωπική γνώση και μνήμη για όλα τα θέματα για να θεμελιώσει ή καταρρίψει ισχυρισμούς και γεγονότα. Στην προκείμενη περίπτωση, παρά το μακροχρόνιο και πολύπτυχο των συναλλαγών, κανένα κενό δεν παρέμεινε, ούτε υπήρξε εξήγηση που δεν δόθηκε από το σύνολο της δοθείσης μαρτυρίας που κρίνεται και σφαιρικά και μεμονωμένα. Ξεκινώντας από τον Μ.Ε.1 που ήταν ο βασικός μάρτυρας επί των γεγονότων, κύριο πρόσωπο που υπόγραψε για λογαριασμό των εναγόντων πολλά από τα ουσιώδη έγγραφα, είμαι ικανοποιημένη για την θετικότητα του μάρτυρα και την αληθινή απόδοση απ' αυτών των γεγονότων. Η αντεξέταση του εξ άλλου, κινήθηκε σε περιφερειακά, θα έλεγε κανείς ζητήματα, και δεν άγγιξε το βασικό κορμό της υπεράσπισης. Για το θέμα της αποστολής των επιστολών τερματισμού, ειδοποιήσεων Τεμ. 14 - 17 θα ασχοληθώ ξεχωριστά παρακάτω. Η Μ.Ε.2 είχε συγκεκριμένο καθήκον, να αναπλάσει τις καταχωρηθείσες καταστάσεις λογαριασμών σε αναδομημένες καταστάσεις αφαιρώντας από το σώμα αυτών συγκεκριμένες χρεώσεις που κατά τις οδηγίες της προϊστάμενης της, κυρίως της Μ.Ε.3, δεν δικαιούτο η τράπεζα να επιβάλει όπως επίσης και να αναθεωρήσει την τοκοφορία ποσών ώστε να είναι απόλυτα σύννομες. Εχει πιστοποιηθεί δεόντως δυνάμει του άρθρου 35 του Κεφ. 9 (βλ. Τροπ. Ν. 32(Ι)/2004) μέσω της Μ.Ε.2 και του Τεκμ.18 ότι κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού αποτελούσαν μέρος του αρχείου τήρησης και διατήρησης λογαριασμών που περιλάμβανε τους παρόντες διαδίκους και με αναφορά ειδικά και στο ηλεκτρονικό αρχείο, βεβαιώνεται ότι αποτελούν αντίγραφα των καταχωρημένων στο αρχείο πράξεων, οι οποίες αποτελούν το αρχείο, σε σχέση με τους πάνω επίδικους λογαριασμούς. Η δήλωση αυτή συνοδεύτηκε με τα αναγκαία στοιχεία στο σύνολο της δοθείσης μαρτυρίας, ως είναι το ορθό (βλ. Μάρσελ κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ

(2001)1Γ Α.Α.Δ 1858). Ειδικά η Μ.Ε.2 αναφέρθηκε στους διαφορετικούς λογαριασμούς, στις σχετικές καταστάσεις και στα αξιούμενα ποσά, εξήγησε πως αφαίρεσε «όλες τις χρεώσεις των τόκων καθώς και όλες τις χρεώσεις τις οποίες οι ενάγοντες αποφάσισαν ότι σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία και τις συμφωνίες δεν δικαιολογούνται». Μεγάλη σημασία δόθηκε από τον κ. Μαθηκολώνη στη χρήση επιτοκίου από την μάρτυρα, το υπόβαθρο των ενεργειών της καθώς και πολλές ερωτήσεις έγιναν προς αυτήν για να εξηγήσει συντομογραφίες και αναφορές σ' όλο το φάσμα των καταστάσεων. Η Μ.Ε.2 μπόρεσε να εξηγήσει την χρήση των επιτοκίων καθώς και μερικές από τις συντομογραφίες. Επίσης παρέπεμψε για τον τρόπο εργασίας της στις οδηγίες που έλαβε. Παρά τις κάποιες αδυναμίες της Μ.Ε.2 να απαντήσει σε ορισμένες απορίες του κ. Μαθηκολώνη, δεν έχω καταλήξει ότι πρόκειται για αρνητική ή αναποτελεσματική μαρτυρία ως η έμμεση εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη. Επαρκώς και στα στεγανά των καθηκόντων της η Μ.Ε.2 ήταν θετική. Τα οποία κενά - αν ήθελε θεωρηθούν τέτοια - κάλυψε η μαρτυρία της Μ.Ε.3 η οποία ήταν μια απόλυτα σαφής, απόλυτα θετική, επεξηγηματική και αποτελεσματική μάρτυρας. Η Μ.Ε.3 πραγματικά με εντυπωσίασε θετικά για το λιτό αλλά περιεκτικό τρόπο παράθεσης γεγονότων, θέσεων και διευκρινίσεων. Ιδιαιτέρως διαφωτιστική ήταν στον τρόπο τοκοφορίας, επιτοκίων, και χρεώσεων για τα οποία ρωτήθηκε εξαντλητικά από τον κ. Μαθηκολώνη. Τις οποίες μικρές αδυναμίες της να μη γνωρίζει κάποιες συγκεκριμένες συντομογραφίες επί των καταστάσεων τις εξήγησε η Μ.Ε.4 «η οποία ήταν αρμόδια υπάλληλος και προπαντώς που «λειτουργούσε» στο επίδικο κατάστημα και δούλευε επί των επιδίκων καταστάσεων. Σημειώνεται ότι αυτή η μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Ικανοποιητικός μάρτυρας κρίνεται επίσης ο Μ.Ε.5 ο οποίος παρέπεμψε στις σχετικές αποφάσεις της Κεντρικής Τράπεζας επί των επιτοκίων για να εξηγήσει περαιτέρω τις διαφοροποιήσεις αυτών που περιέχοντο στις ανακοινώσεις των εναγόντων στον Τύπο οι οποίες δέσμευαν, κοινοποιούμενες, τους εναγόμενους. Γενικά για το θέμα των επιτοκίων κρίνεται ότι η σχετική μαρτυρία ήταν αρκούντως ικανοποιητική. Κατατέθηκαν οι σχετικές ανακοινώσεις των εναγόντων στον ημερήσιο Τύπο (Τεκμ.24, 25 και 26) που κατεδείκνυαν τις διαφοροποιήσεις των βασικών επιτοκίων και οι μάρτυρες εξήγησαν αποτελεσματικά τις διαφοροποιήσεις του περιθωρίου στο επιτόκιο που χρεώνοντο με αναφορά και σε συνάρτηση με τα Τεκμ. 4 και 6 «τα commitment letters» μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων 1 καθώς και τις σχετικές πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών για τα επιτόκια των επίδικων λογαριασμών. Τίποτα δεν συνηγορεί υπέρ των θέσεων της υπεράσπισης για παρανομία των επιτοκίων ή παράβαση σχετικών προνοιών. Όπως φαίνεται στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμ. 19 αρ. λογαριασμού 214-01-174017-01 το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 28.8.1998 μέχρι τις 8.7.2003 είναι 8%, το ποσοστό επιτοκίου για την περίοδο από τις 9.7.2003 μέχρι τις 3.3.2004 είναι 9.5%, το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 31.3.2004 μέχρι 7.4.2005 είναι 7.90% και το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 8.4.2005 μέχρι εξοφλήσεως είναι 9%. Όπως παρουσιάζεται επίσης στην αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμ.20 αρ. λογαριασμού 214-31-174017-03 το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 15.7.2002 μέχρι τις 15.12.2002 είναι 8.75%, το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 16.12.2002 μέχρι τις 3.4.2003 είναι 8.25%, το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τι3ς 4.4.2003 μέχρι 8.7.2003 είναι 7.75%, το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 9.7.2003 μέχρι 30.3.2004 είναι 9.50%, το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 31.3.2004 μέχρι 2.5.2004 είναι 7.90%, το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 3.5.2004 μέχρι 27.2.2005 είναι 8.90%, το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 28.2.2005 μέχρι 7.4.2005 είναι 8.65%, το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 8.4.2005 μέχρι εξοφλήσεως είναι 8.75%. Τέλος όπως προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμ.21 αρ. λογαριασμού 214 -31-174017-04 το ποσοστό επιτοκίου που έχει χρησιμοποιηθεί για την περίοδο από τις 5.4.2004 μέχρι τις 2.5.2004 είναι 7.9%, το ποσοστό επιτοκίου για την περίοδο από τις 3.5.2004 μέχρι τις 27.2.2005 είναι 8.90%, το ποσοστό επιτοκίου για την περίοδο από τις 28.2.05 μέχρι 7.4.05 είναι 8.65% και το ποσοστό επιτοκίου για την περίοδο από τις 8.4.2005 μέχρι εξοφλήσεως είναι 7.90%. Η πιο πάνω χρήση επιτοκίων δεν διαφάνηκε ούτε επ' ελάχιστον να είναι παράνομη ούτε εξ άλλου έχω παραπεμφθεί από την υπεράσπιση σε συγκεκριμένες πρόνοιες των συμφωνιών που παραβιάζουν την κείμενη νομοθεσία (κυρίως το Νόμο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Ν. 160(Ι)/99). Επιπρόσθετα, ο Μ.Ε.5 ανάφερε στο Δικαστήριο ότι η διαφοροποίηση του βασικού επιτοκίου της τράπεζας, είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω, γίνεται πάντοτε με βάση τις εκάστοτε διαφοροποιήσεις των βασικών επιτοκίων από την Κεντρική Τράπεζα Και ούτε σ' αυτό το σημείο υπήρξε αντίθετη θέση. Σ'αυτό το σημείο θα πρέπει να ασχοληθώ μ' ένα θέμα το οποίο ο κ. Μαθηκολώνης έθεσε μόνον κατά το στάδιον των αγορεύσεων, το θέμα περί μη δέουσας αποστολής της επιστολής τερματισμού από την πλευρά των εναγόντων στην πλευρά των εναγομένων 1. Απ' ότι ισχυρίζεται στην αγόρευση του η επιστολή που οι ενάγοντες απέστειλαν στην εναγόμενη 1, Τεκμ.14, αποστάληκε στην διεύθυνση Τ.Κ. 51176, Τ.Τ. 3022, Λεμεσός, ενώ η διεύθυνση των εναγομένων 1 επί όλων των συμφωνιών δανείου και τρεχουμένου λογαριασμού ήταν η διεύθυνση Λεωφόρος Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ, 199, Μέγαρο Νεοκλέους Λεμεσού (βλ. σημείο 6 της αγόρευσης του κ. Μαθηκολώνη). Για τον λόγο αυτό εισηγείται ο κ. Μαθηκολώνης η αξίωση βάση του τρεχουμένου λογαριασμού είναι πρόωρη. Αν προσεχθεί η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου Υπεράσπισης, όπως ειδικά τίθεται στην αγόρευση του, δεν είναι ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έλαβαν τον τερματισμό. Στο πιο πάνω σημείο 6 της αγόρευσης του σαφώς ομιλεί για επιστολή που οι ενάγοντες απέστειλαν στην εναγόμενη 1. Εκείνο που εισηγείται κυρίως ο κ. Μαθηκολώνης είναι ότι παραβιάσθηκε ο όρος 13 του Τεκμ.1 για παροχή «πάσας ειδοποίησης βάσει του παρόντος εγγράφου η οποία δύναται να δοθεί εις τον πελάτη δια συνήθους ταχυδρομείου ή ιδιοχείρως, εις την εν παρούση δηλουμένην διεύθυνσιν ή εις οιανδήποτε νέα διεύθυνση ήθελε δώσει ο πελάτης προς την τράπεζα ή στην τελευταία γνωστήν του διεύθυνση» (Βλ. σελ. 4 της αγόρευσης). Στο μυαλό μου είναι απολύτως ουσιώδες ότι σε κανένα μάρτυρα δεν υποβλήθηκε θέση περί μη τερματισμού της συμφωνίας ή περί μη λήψης από τους εναγόμενους 1 της επιστολής - Τεκμ.14. Ομοίως δεν προβλήθηκε από την Υπεράσπιση σε κανένα σημείο της δίκης προς τους μάρτυρες εναγόντων ότι η αναγραφομένη στο Τεκμ.14 διεύθυνση δεν είχε σχέση ή δεν ήταν η διεύθυνση των εναγομένων 1. Εξ άλλου να παρατηρηθεί ότι οι εναγόμενοι 2 και 4 στους οποίους συμπίπτουν η διπλή ιδιότητα διευθυντή και εγγυητή δέχονται γνωστοποίηση του εν λόγω τερματισμού (βλ. Τεκμ.15 και 17 ) και δεν σημειώνεται οποιαδήποτε αντίδραση «περί μη τερματισμού στους πρωτοφειλέτες» Δεν μου διαφεύγει ότι ο Μ.Ε.1 μίλησε γενικά για αποστολή των επιδίκων επιστολών στις διευθύνσεις των εναγομένων που φαίνονται στα επίδικα έγγραφα - συμφωνίες. Αυτό ισχύει πλήρως τύποις και ουσία για τους εναγόμενους 2, 3 και 4. Για τους εναγόμενους 1 παρατηρώ ότι στην συμφωνία - Τεκμ.1 επί της θέσεως της υπογραφής και σφραγίδας των εναγομένων 1 του εναγομένου 2 ως συμβούλου των εναγομένων αναγράφεται το Τ.Κ. (ΡΟΒ 1176) που, εκτός του αριθμού 5, συμπίπτει με το Τ.Κ 51176 το οποίο παρουσιάζεται επί του Τεκμ.14. Δεν είμαι διατεθειμένη - στην απουσία πραγματικής περί του αντιθέτου θέσης σε επίπεδο μαρτυρίας ή τουλάχιστον υποβολής περί του αντιθέτου, - να θεωρήσω ανύπαρκτο το Τεκμ.14 και χωρίς δέουσα λήψη από τους εναγόμενους 1. Ο όλος ισχυρισμός στην αγόρευση της υπεράσπισης εμφανίζεται «τεχνοκρατικός» και ποτέ δεν μετουσιώθηκε στην ακρόαση των μαρτύρων σε θέση επί πραγματικού υποβάθρου περί μη λήψης του τερματισμού, ώστε να δοθεί στην πλευρά των εναγόντων η ευκαιρία να εξηγήσει. Απομακρυσμένη από ένα πραγματικό πλαίσιο αμφισβήτησης δεν βρίσκω ότι ο ισχυρισμός για μη δέοντα τερματισμό μπορεί να πετύχει. Το ότι έπρεπε να αμφισβητηθεί το τεκμήριο αυτό και η αποστολή του, όχι βέβαια σε υποβολή ένστασης στη δεκτότητα αλλά σε επίπεδο αντεξέτασης, προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς από την υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος - ν - Σαλουμή κ.α.
(2006)1Β Α.Α.Δ 1347 (στην οποία γίνεται αναφορά και στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.I Autospares Enterprises Ltd κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ 843). Τονίζεται στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα ότι εφόσον αμφισβητήθηκε ρητά το περιεχόμενο των εγγράφων από την υπεράσπιση στην ακρόαση, όπως προμηνύετο από την Εκθεση Υπεράσπισης, ορθά θεωρήθηκε πρωτόδικα ότι η παρουσίαση των εγγράφων εκ μέρους της μάρτυρος δεν σήμαινε και αποδοχή του περιεχομένου. Στην κρινόμενη περίπτωση επαναλαμβάνω το θέμα διαφοροποιείται επειδή ακριβώς δεν υπήρξε με κανένα τρόπο, αμφισβήτηση στην ακροαματική διαδικασία του εν λόγω τεκμηρίου. Στην Autospares ανωτέρω (βλ. ειδικά στη σελ. 850) κρίθηκε ότι η μη υποβολή αντεξέτασης δεν ήταν αναγκαία λόγω του ότι δεν υπήρξε καν μαρτυρία ουσίας επί του κρινομένου θέματος. Στην κρινόμενη περίπτωση όμως υπάρχει η μαρτυρία ουσίας, που είναι η θέση της αποστολής του τεκμηρίου και η παρέλευση άπρακτου της προθεσμίας που τίθεται σ' αυτήν. Εχει διατυπωθεί συγκεκριμένη θέση του μάρτυρα που συσχετίζεται επαρκώς με την κατάθεση του σχετικού Τεκμ.14 και συνάδει πλήρως και με τα Τεκμ. 15, 16, και
  1. Τα τεκμήρια δε αυτά υπογράφονται εκ μέρους των εναγόντων από τον Μ.Ε.1, όπως ο ίδιος κατάθεσε. Αυτό συνάδει με την παραπέρα σαφή θέση του Μ.Ε.1, ότι οι εναγόμενοι δεν συμμορφώθηκαν με το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών (βλ. ειδικά στην σελ. 8 της γραπτής κατάθεσης Τεκμ.1) σε σημείο πάλι που oμoίως δεν υπήρξε περί του αντιθέτου υποβολή. Είναι δε εξ ίσου σημαντικό να προσεχθεί ότι στην κρινόμενη περίπτωση οι εγγυητές εναγόμενοι 2 και 4 είναι διευθυντές των εναγομένων 1 και περαιτέρω λαμβάνουν γνώση τερματισμού δια των Τεκμ.15 και
  2. (Η ιδιότητα της εναγόμενης 4 ως διευθύντριας προκύπτει από τα Τεκμ.27, 28 και 29). Η γνώση τερματισμού ως πραγματικό γεγονός δεν διαχωρίζεται ανάλογα ώστε να μην υπάρχει για τους εναγομένους 1 μέσω των διευθυντών τους εναγόμενους 2 και 4 αλλά να υπάρχει για τους ιδίους ως εγγυητές. Αυτό θα ήταν αντίθετο στην λογική. Τελειώνοντας θα έλεγα ότι και αν ακόμη υπήρξε παραβίαση του όρου 13 του Τεκμ.1, ή άλλων συναφών όρων των Τεκμ.2 και 3 ως προς σε ποια διεύθυνση έπρεπε να αποσταλεί ο τερματισμός, το πλήγμα δεν είναι θανατηφόρο από την στιγμή και πάλι που δεν προβλήθηκε θέση και υποβολή περί μη λήψης ή γνωστοποίησης του τερματισμού αυτού, ειδικότερον επί της απουσίας θέσης ότι η διεύθυνση επί της επιστολής - Τεκμ.14 - είναι λάθος ή δεν έφθασε στους εναγομένους
  3. Ως κατάληξη των πιο πάνω διαπιστώσεων μου κρίνω ότι η όλη εκδοχή ομού με την ύπαρξη και ερμηνεία των επιδίκων συμφωνιών παρουσιάζει συνολικά μια συμμετρικότητα, ώστε να μη δημιουργείται καμία δυσαρμονία στην εξήγηση τους, όπως χαρακτηριστικά ελέχθη στις υποθέσεις Jepro v. Lartico
(1978)1 C.L.R 201, Saab and another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R 49, Eθνική Τράπεζα ν. Χ"Νέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ (Ε) 204, Archbold Investments Ltd. κ. α. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2006)1(B) A.A.Δ 1084. Δεν έχω αμφιβολία ότι στη βάση της θετικής μαρτυρίας των εναγόντων, η απαίτηση τους έχει αποδειχθεί και διατυπώνονται σχετικά ευρήματα ως η εκδοχή τους (σελ.1 - 8 ανωτέρω) και ως εκ τούτου κρίνεται ότι οι εναγόμενοι 1 ως πρωτοφειλέτες και οι εναγόμενοι 2 - 4 ευθύνονται κοινά και αλληλέγγυα για τα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών και δανείων οι οποίες σύννομα έχουν τερματισθεί ως άνω. Εχει περαιτέρω αποδειχθεί σύμφωνα με την πιο πάνω θεώρηση μου ότι οι ενάγοντες απέστειλαν με σύνηθες ταχυδρομείο στους εναγόμενους επιστολές ημερ. 8.4.2005, (Τεκμ.14 - 17) με τις οποίες τους γνωστοποιούσαν ότι τερμάτιζαν τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών και αξιώνουν τα υπόλοιπα υπό την ιδιότητα των εναγομένων ως πρωτοφειλετών των εναγομένων 1 και ως εγγυητών των λοιπών εναγομένων. Αυτό έγινε λόγω παράβασης των όρων αποπληρωμής των δόσεων των δανείων ως τα Τεκμ.2, 3, 5 και 7 καθώς και την μη αποπληρωμή του ποσού που υπερέβαινε το όριο του τρεχουμένου. Λόγω της παρέλευσης της δοθείσης προθεσμίας χωρίς αποτέλεσμα κινήθηκε πλέον η παρούσα αγωγή. Οι πιο πάνω ενέργειες συμβαδίζουν απόλυτα με τα νομολογηθέντα (βλ. Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 1465). Παρά το ως άνω εύρημα μου για σκοπούς πληρότητας θεωρώ ορθό να εξετάσω τις επάλληλες θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων για το κατά πόσο είναι αναγκαίο να γίνει απαίτηση πληρωμής προς τους εναγόμενους
  1. Αυτό βέβαια έχει σημασία μόνον αν διαπιστωθεί λάθος επί των συμπερασμάτων μου για έγκυρη αποστολή του Τεκμ.14 στους εναγόμενους
  2. Είναι ορθό - και αποδεκτόν και από τους δύο συνηγόρους - ότι ο τερματισμός είναι αναγκαίος αναφορικά με τρεχούμενο λογαριασμό ως έχει εξηγηθεί στη Λαζαρίδη ανωτέρω. Υπάρχει διαφωνία αν αυτό ισχύει για τις συμφωνίες δανείου. Ο κ. Μαθηκολώνης το αντιμετωπίζει σαν υποχρέωση που πηγάζει από τη συμφωνία αφ' ενός και αφετέρου από την υποχρέωση της τράπεζας να το πράξει δι' επιστολής ώστε να ενεργοποιηθεί και η υποχρέωση των εγγυητών, όπως επίσης αναφέρεται στη Λαζαρίδη. Η κα Αγαπίου έχει διαφορετική άποψη όπως εξηγεί στη γραπτή διευκρίνιση της. Δεν έχω εντοπίσει στις συμφωνίες δανείου ο,τιδήποτε που να επιβάλει την αποστολή ειδοποίησης τερματισμού ως προαπαιτούμενο της εκτελεστότητας του χρέους. Το ότι γίνεται πρόνοια σ΄αυτές τις συμφωνίες για πως αποστέλλονται οι ειδοποιήσεις δεν καθιστά προαπαιτούμενο το τερματισμό. Προς τους εγγυητές δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι στάλησαν επιστολές. Αυτό σε συνδυασμό με την ίδια την έγερση της αγωγής ως προς το απαιτητό των δανείων είναι αρκετό. (Βλ. και την N. Joachimson v. Swiss Bank Corporation
(1921)3 K.B. 110 - ειδικά στην απόφαση του Bankesl L.J.). Με δεδομένο την μη ύπαρξη πρόνοιας για αναγκαιότητα απαίτησης πληρωμής στις επίδικες συμφωνίες, αν βέβαια ήθελε θεωρηθεί η κρίση μου επι της εγκυρότητας του Τεκμ.14 λανθασμένη, ισχύουν αυτά που ανάφερε το Δικαστήριο στη Μακεδόνα ν. Παύλου
(2005)1Β Α.Α.Δ 1322 δηλαδή τα εξής, στις σελ. 1325-1326: «Με την έφεση αμφισβητείται η πρωτόδικη άποψη ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε απαίτηση πληρωμής προτού κινηθεί η αγωγή για το χρέος. Η επί του θέματος συζήτηση κάλυψε διάφορα είδη νομικών σχέσεων όπου είχε απασχολήσει το κατά πόσο τέτοια απαίτηση ήταν ή όχι αναγκαία και είχαν, συναφώς, επισημανθεί διακρίσεις μεταξύ περιπτώσεων. Εγινε εκτενής αναφορά σε νομολογία, αγγλική και κυπριακή. Νομίζουμε πως αρκούν, για να φωτίσουν το πεδίο, οι αποφάσεις στις υποθέσεις In re J. Brown's Estate
(1893)2 Ch.300, Bradford Old Bank v. Sutcliffe
(1918)2 K.B 833, MS Fashions Ltd and Others v. Bank of Credit and Commerce International SA and Others (No.2)
(1993)3 All E.R. 769, Ioannou v. Hassan 3 C.L.R 30 και Lombard Natwest Ltd v. Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ 1465 στις οποίες μας παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντος και, σε μερικές από αυτές, ο συνήγορος των εφεσιβλήτων. Θεωρούμε πως δεν χρειάζεται να επεκταθούμε. Μπορούμε εν προκειμένω να περιοριστούμε στην πτυχή της απαίτησης που αφορούσε σε απλό δάνειο. Με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη δεν χρειάζεται απαίτηση πληρωμής, αυτό ισχύει ακόμα και αν θεωρηθεί ότι εδώ η πρόνοια στο γραμμάτιο περί απαίτησης αντανακλούσε και στο ίδιο το δάνειο. Στην re J. Brown's Estate (ανωτέρω) το ζήτημα τέθηκε ως εξής: «....Where there is a present debt and a promise to pay on demand, the demand is not considered to be a condition precedent to the bringing of the action. But it is otherwise on a promise to pay a collateral sum on request, for then the request ought to be made before action brought». Το ίδιο και για τη 2η εφεσίβλητη, η οποία δεσμεύτηκε με όρο ότι θα ευθυνόταν για το χρέος ως πρωτοφειλέτιδα και επομένως η ευθύνη της δεν ήταν μόνο δευτερεύουσα - «collateral» - που αλλιώς θα αντικριζόταν. Παράδειγμα προσφέρει η MS Fashions Ltd and Others (ανωτέρω). Εξάλλου, όπως επισημάνθηκε στη Lombard Natwest Ltd (ανωτέρω), ακόμα και αναγκαία να είναι η απαίτηση πληρωμής, αυτή: «δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του». Τέλος υπενθυμίζουμε την Ioannou v. Hasan (ανωτέρω) όπου, με δεδομένο ότι χρειαζόταν απαίτηση πληρωμής, κρίθηκε ότι η ίδια η αγωγή αποτελούσε επαρκή απαίτηση και ότι το θέμα των εξόδων ρυθμιζόταν εν συνεχεία ανάλογα με την περίπτωση. Καταλήγουμε λοιπόν ότι η απαίτηση του εφεσείοντος εναντίον των εφεσιβλήτων θα έπρεπε να είχε επιτύχει». Διευκρινίζω ότι αν τελικά κριθεί λάθος η κρίση μου επί του Τεκμ.14, η αγωγή των εναγόντων θα έπρεπε να κριθεί πρόωρη μόνον για το μέρος της αξίωσης που αφορά το τρεχούμενο λογαριασμό (βλ. υπόλοιπο εκ του Τεκμ. 19). Επανερχόμενη στα λοιπά ευρήματα πιο συγκεκριμένα κρίνεται ότι - Οι ενάγοντες έχουν αποδείξει την ύπαρξη και την μετονομασία τους ως η δικογραφημένη τους θέση και ότι οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 αρχικά υπόγραψαν συμφωνία παροχής δανείου σε τρεχούμενον, υπ' αρ. 214-01-174017-01 Τεκμ.1 και αργότερα υπόγραψαν την Συμφωνία Δανείου, Τεκμ.2 με βάση την οποία οι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους ₤350.000,00 και άνοιξαν επ' ονόματι των εναγομένων 1 τον λογαριασμό με αριθμό 214-31-174017-
  1. Το ποσό των ₤350.000,00, του επίδικου δανείου εκταμιεύθηκε από τον πιο πάνω λογαριασμό και πιστώθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός των εναγομένων 1, Τεκμήριο 18(i), με αριθμό 214-01-174017-01 στις 17.7.
  2. Οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 υπέγραψαν τροποποιητικές συμφωνίες της Συμφωνίας Δανείου, Τεκμήριο 2, ως ανωτέρω τίθεται. Οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι 1 υπέγραψαν τη Συμφωνία Δανείου, Τεκμήριο 7 με βάση την οποία οι ενάγοντες παραχώρησαν στους εναγόμενους 1 δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους ₤170.000,00 και άνοιξαν επ' ονόματι των εναγομένων 1 τον λογαριασμό με αριθμό 214-31-174017-
  3. Το ποσό των ₤170.000,00 του επίδικου δανείου εκταμιεύθηκε από τον πιο πάνω λογαριασμό και πιστώθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό των εναγομένων 1, Τεκμήριο 18(i), με αριθμό 214-01-174017-01 στις 5.4.
  4. Με βάση τα πιο πάνω έχει αποδειχθεί η υπογραφή των επιδίκων συμφωνιών και η παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων. Ακόμα αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 υπέγραψαν τη Συμφωνία Εγγύησης, Τεκμήριο 8, για το ποσό των ₤170.000,00 πλέον τόκους και έξοδα, τη Συμφωνία Εγγύησης Τεκμ.9 για το ποσό των ₤180.000 πλέον τόκους και έξοδα, τη Συμφωνία Εγγύησης Τεκμήριο 10 για το ποσό των ₤170.000,
  5. Επιπρόσθετα οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 εκτέλεσαν προς όφελος των εναγόντων τις αναφερόμενες πιο πάνω υποθήκες. Οι επίδικες υποθήκες εκτελέστηκαν σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων υποθηκών που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της κάθε υποθήκης ξεχωριστά. Εκτός των πιο πάνω ευρήματα καθίστανται τα λοιπά τεθέντα από τους Μ.Ε. όπως λεπτομερώς καταγράφονται ανωτέρω. Εχει τεθεί επιπρόσθετα θέμα από τον κ. Μαθηκολώνη παρανομίας ως προς τις επίδικες υποθήκες. Ειδικά προβάλλεται παράβαση των άρθρων 5, 8 και 21(γ) του Νόμου 9/65 (βλ. σελ. 9 κ.επ. της αγόρευσης του κ. Μαθηκολώνη) . Αυτή η θέση αφορά τα Τεκμήρια 11, 12 και
  6. Ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης ότι ενώ ο τόκος έπρεπε να καθορίζεται ή να μπορεί να προσδιορισθεί, εντούτοις με το δικαίωμα που διατηρεί η τράπεζα με βάση τον όρο 14 (για τροποποίηση του επιτοκίου), ο τόκος αυτός δεν μπορεί να προσδιορισθεί με αναφορά σε οποιονδήποτε άλλο ποσοστό. Περαιτέρω, συνεχίζει ο κ. Μαθηκολώνης, η πρόνοια στην σύμβαση υποθήκης που επιβάλλει να περιλαμβάνεται στο εξασφαλισθέν ποσό οποιονδήποτε ποσό πληρωθεί για ασφάλεια του ακινήτου (όρος 7), ομοίως καθιστά την πρόνοια αυτή εκτός του πλαισίου και των προνοιών του άρθρ. 21(γ). Πέραν τούτου η πρόνοια του άρθ. 14 της σύμβασης και το σχετικό δικαίωμα των εναγόντων να μεταβάλλουν το επιτόκιο κατά το δοκούν, δεν συμβιβάζεται με την σύμβαση υποθήκης όπου ο τόκος προβλέπεται σε ποσοστό 8%. Γι' αυτό εισηγείται ο κ.Μαθηκολώνης οι υποθήκες είναι άκυρες. Μ' ολη την δυνατή ευρύτητα να δει κάποιος το θέμα, δεν οδηγείται στο συμπέρασμα παράβασης είτε οποιασδήποτε πρόνοιας του Ν. 9/65 είτε πολλώ μάλλον ακυρότητας των επιδίκων υποθηκών. Τα έγγραφα (δήλωση και έγγραφο υποθήκης) κρίνονται στον συνδυασμό τους και όχι μικροσκοπικά. Ούτε η πρόνοια για το επιτόκιο ούτε οι άλλες εισηγήσεις παρανομίας μπορούν να πετύχουν. Στα έγγραφα υποθήκης καθορίζεται τόσο το ύψος του δανείου όσο και το ύψος του επιτοκίου. Το δικαίωμα αύξησης του ποσοστού επιτοκίου σαφώς παραπέμπει στο ανώτατο ποσό του επιτοκίου που επιτρέπεται από το νόμο. Σαν αποτέλεσμα δεν βρίσκω να στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παρανομία ως οι εισηγήσεις του κ. Μαθηκολώνη. Η νομική αμφισβήτηση της υπεράσπισης σε κανένα της σημείο δεν είναι έγκυρη. Οι θέσεις που καταγράφησαν στην Υπεράσπιση δεν μετουσιώθηκαν σε ο,τιδήποτε απτό που θα μπορούσε να κλονίσει τα πιο πάνω. Οι οφειλές των εναγομένων στους ενάγοντες αποκρυσταλλώνονται ως εξής:- Σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με αρ. 214 - 01 - 174017 - 01 Τεκμ.19 το ποσό είναι €350.998,46 πλέον τόκους προς 9% επί του ποσού των €217.638,86 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως, σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με αρ. 214-31-174017-03 Τεκμ. 20 το ποσό είναι €401.603,45 πλέον τόκους προς 8.75% επί του ποσού των €387.204,29 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως και σύμφωνα με την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού με αρ. 214-31-174017-04 Τεκμ.21 το ποσό είναι €401.905,23 πλέον τόκους προς 7.90% ετησίως επί ποσού €388.849,61 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως (συνολικό ποσό €1.154.507,14).. Συνεπακόλουθα όλων των πιο πάνω, έχει καταδειχθεί ότι σύμφωνα με τα πιο πάνω τεκμήρια και μαρτυρία και ιδιαίτερα τα Τεκμ.19 -21 οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως το συνολικό ποσόν των €1.154.507,14 πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €217.638,86, από 1.12.10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τόκους προς 8.75% ετησίως επί του ποσού των €387.204,29 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τόκους προς 7.90% ετησίως επί ποσού €388.849,61 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Με βάση τα πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ εναγόντων και εναντίον των εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσόν των των €1.154.507,14 πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού των €217.638,86, από 1.12.10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τόκους προς 8.75% ετησίως επί του ποσού των €387.204,29 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τόκους προς 7.90% ετησίως επί ποσού €388.849,61 από 1.12.2010 μέχρι εξοφλήσεως. Επίσης εκδίδονται διατάγματα εκποίησης υποθήκης εναντίον των εναγομένων 1, 4 και 2 ως το Παρακλητικό Β, Γ και Δ της Εκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ εναγόντων και εναντίον εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα λόγω της συνεκδίκασης με την απαίτηση και της μη προσθήκης περαιτέρω εξόδων στη διαδικασία.. (Υπ.) ............ Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Τράπεζα) (Re: trapeze) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.