← Κύπρος

Δήμου Καμπούρη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6360/07, 21.2.2011

Δήμου Καμπούρη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6360/07, 21.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A51 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6360/07 Μεταξύ: Δήμου Καμπούρη, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ελένης Καμπούρη, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγόντων - και - Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - 21.2.2011 Για τους Ενάγοντες: κ. Πιριλίδης με κ. Α. Ερωτοκρίτου Για τους Εναγόμενους: κα Καουτζιάνη Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι εν γνώσει τους και χωρίς επαρκή δικαιολογία προκάλεσαν τρίτα πρόσωπα να παραβιάσουν το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 10.7.2006, μεταξύ των τρίτων προσώπων και των Εναγόντων. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι χωρίς επαρκή δικαιολογία παράνομα και απερίσκεπτα, στις 15.7.2006 και κατά την περίοδο 10.7.2006 - 10.8.2006, αρνήθηκαν να ενεργήσουν σύμφωνα με ρητές οδηγίες των Εναγόντων να τους καταβάλουν το ποσό των £100.000, το οποίο εν γνώσει των Εναγομένων θα χρησιμοποιείτο ως μέρος της αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης κτήματος. Γ. Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις ύψους £200.

  1. Είναι δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 10.7.2006, οι Ενάγοντες, εν γνώσει των Εναγομένων, αγόρασαν το κτήμα με αρ. εγγραφής 0/9210, Φ/Σχ.54/51, Τεμ. 461 στο Δήμο Αγίου Αθανασίου στη Λεμεσό (στο εξής το «κτήμα»), από τους εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες του Μαρία και Νεοφύτα Έλληνα (στο εξής «οι πωλητές»). Είναι παραδεκτό ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου Ιουλίου και Αυγούστου 2006, οι Ενάγοντες διατηρούσαν με τους Εναγόμενους, στο υποκατάστημα τους στην οδό 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό, διάφορους πιστωτικούς λογαριασμούς σε διάφορα νομίσματα. Ωστόσο, όπως διατείνονται οι Ενάγοντες, κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 10.7.2006 και 10.8.2006, επανειλημμένα έδωσαν οδηγίες στους Εναγόμενους για να τους καταβάλουν το ποσό των £100.000 που αποτελούσε τη δεύτερη δόση αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης του κτήματος, όμως οι Εναγόμενοι παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να το πράξουν, παρά το γεγονός ότι τους γνωστοποιήθηκε η αγορά του κτήματος ως και η υποχρέωση των Εναγόντων έναντι των πωλητών δυνάμει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου για πληρωμή της εν λόγω δόσης μέχρι 15.7.2006, προφασιζόμενοι διάφορες δικαιολογίες, και δίδοντας ασαφείς και παραπλανητικές εξηγήσεις. Οι Εναγόμενοι συνέχισαν να αρνούνται και/ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις νέες οδηγίες των Εναγόντων και μετά την επιστολή των δικηγόρων των πωλητών ημερομηνίας 27.7.2006, παρόλο που τους γνωστοποιήθηκε η απαίτηση των πωλητών για πληρωμή και η προειδοποίηση τους για τερματισμό του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι Ενάγοντες ότι μετά τις 15.7.2006 και/ή 10.8.2006, πληροφορήθηκαν ότι οι Εναγόμενοι και/ή υπάλληλοι τους, προέβησαν σε ατασθαλίες και/ή παράνομες ενέργειες στους λογαριασμούς τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην μπορέσουν, εν γνώσει των Εναγομένων, να πληρώσουν την πιο πάνω δόση του τιμήματος πώλησης. Οι Εναγόμενοι, προφορικά και γραπτώς με επιστολή τους ημερομηνίας 2.11.2007 παραδέχθηκαν τις ατασθαλίες τους και πλήρωσαν και/ή κατέθεσαν εκ των υστέρων τα παρανόμως αναληφθέντα ποσά. Οι πωλητές, μετά την επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 27.7.2006, τερμάτισαν το αγοραπωλητήριο έγγραφο με νέα επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 10.8.2006 και κατακράτησαν το ποσό των £100.000 ως συμφωνημένες αποζημιώσεις. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι με την πιο πάνω συμπεριφορά τους, εν γνώσει τους, αδικαιολόγητα και παράνομα προκάλεσαν τους πωλητές να παραβιάσουν το αγοραπωλητήριο έγγραφο, προς ζημία και βλάβη των Εναγόντων και η αξία του κτήματος κατά την 10.8.2006 ανήρχετο σε £1.600.
  2. Γι΄ αυτό και οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν όπως πιο πάνω. Με την Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι αγνοούσαν παντελώς την ύπαρξη του αναφερόμενου αγοραπωλητηρίου εγγράφου ως και την ύπαρξη της επιστολής ημερομηνίας 27.7.
  3. Αρνούνται ότι αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες των Εναγόντων ως και ότι προέβηκαν σε οποιεσδήποτε ατασθαλίες και/ή παράνομες ενέργειες στους λογαριασμούς των Εναγόντων. Αρνούνται επίσης ότι οι Ενάγοντες υπέστηκαν οποιεσδήποτε ζημιές και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν 3 μάρτυρες: Ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1), ο Άκης Έλληνας (Μ.Ε.2) και ο Ανδρέας Μουζουρίδης (Μ.Ε.3). Για την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσαν επίσης 3 μάρτυρες: Ο Κώστας Χ"Κλεάνθους (Μ.Υ.1), ο Φίλιππος Χριστοδούλου (Μ.Υ.2) και ο Χριστάκης Πατσαλίδης (Μ.Υ.3). Ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1), και η σύζυγος του Ενάγουσα 2, ήταν πελάτες των Εναγομένων και διατηρούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, στο υποκατάστημα της 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό, διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς, σε διάφορα νομίσματα. Ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του ότι στο εν λόγω υποκατάστημα, εξυπηρετούντο από τον κ. Κώστα Οικονομίδη, Διευθυντή, ο οποίος με τις οδηγίες τους χειριζόταν τους λογαριασμούς τους. Οι οδηγίες τους εδίδοντο είτε τηλεφωνικώς από το Λονδίνο, είτε σε προσωπικές τους συναντήσεις στην Κύπρο. Μετά την αποχώρηση του κ. Οικονομίδη από το υποκατάστημα, εκτελούσε χρέη νέου διευθυντή ο κ. Κώστας Χ"Κλεάνθους (Μ.Υ.1). Δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 10.7.2006 (Τεκμήριο 1), αγόρασαν το κτήμα από τους πωλητές. Στις 11.7.2006, επισκέφθηκε τον κ. Οικονομίδη στο εν λόγω υποκατάστημα και του ανέφερε για την αγορά του κτήματος ως και ότι η δεύτερη δόση αποπληρωμής του τιμήματος πώλησης, είχε συμφωνηθεί για να πληρωθεί στις 15.7.
  4. Του ανέφερε επίσης ότι θα έπρεπε να γίνουν όλες οι αναγκαίες ενέργειες ώστε το ποσό των £100.000 να καταβληθεί στους πωλητές, τους οποίους και του κατονόμασε για να ετοιμάσει τραπεζική επιταγή επ΄ ονόματι τους, την οποία και ανέλαβε να τους παραδώσει στις 14.7.
  5. Ο κ. Οικονομίδης τον διαβεβαίωσε ότι θα φρόντιζε να εκτελεστεί η οδηγία του στο ακέραιο. Ωστόσο, η υπόσχεση του κ. Οικονομίδη δεν υλοποιήθηκε και όπως του ανέφερε μία από τους πωλητές η Μαρία Έλληνα, όταν του τηλεφώνησε για να τον ενημερώσει ότι η επιταγή δεν της παραδόθηκε, αυτή είχε τηλεφωνήσει στην Τράπεζα για να παραλάβει την επιταγή, όμως κάποιος υπάλληλος την ενημέρωσε ότι ο Διευθυντής απουσίαζε, απάντηση που πήρε και ο ίδιος όταν ζήτησε να μιλήσει με τον κ. Οικονομίδη. Την επόμενη Δευτέρα δηλαδή στις 17.7.2006, επισκέφθηκε το υποκατάστημα για να δει τον κ. Οικονομίδη αλλά ενημερώθηκε ότι αυτός απουσίαζε με άδεια για λίγες μέρες και κανένας δεν γνώριζε για το θέμα της επιταγής. Προς το τέλος της ίδιας βδομάδας επισκέφθηκε ξανά την Τράπεζα, συνάντησε τον κ. Οικονομίδη ο οποίος του απολογήθηκε λέγοντας του ότι επρόκειτο για παρεξήγηση και ότι θα ρύθμιζε άμεσα το θέμα. Αρχές της επόμενης βδομάδας του τηλεφώνησε ξανά η κα Έλληνα, του ανέφερε ότι δεν είχε πάρει την επιταγή, και ότι είχε αναθέσει την υπόθεση στο δικηγόρο τους. Πράγματι, την ίδια βδομάδα παρέλαβε επιστολή από τους δικηγόρους των πωλητών ημερομηνίας 27.7.2006 (Τεκμήριο 2). Θυμωμένος, πήγε στο υποκατάστημα, έδειξε το Τεκμήριο 2 στον κ. Οικονομίδη και ζήτησε εξηγήσεις. Ο κ. Οικονομίδης ανήσυχος του ανέφερε ότι υπήρξε μια μικροακαταστασία στους λογαριασμούς τους, διότι είχαν αλλάξει ενδιάμεσα οι αριθμοί των λογαριασμών, γι΄ αυτό και παρατηρήθηκε η εν λόγω καθυστέρηση. Ζήτησε από τον κ. Οικονομίδη να του παραδώσουν αμέσως καταστάσεις αναφορικά με τις κινήσεις και τα υπόλοιπα των λογαριασμών τους με τους νέους αριθμούς, ο οποίος ανέλαβε να το πράξει εντός της ημέρας και θα τον ειδοποιούσε, πράγμα όμως που δεν έκαμε. Αρχές της επόμενης βδομάδας μετέβηκε εκ νέου στο υποκατάστημα, για να παραλάβει τους λογαριασμούς και την επιταγή επ΄ ονόματι των πωλητών. Ο κ. Οικονομίδης δικαιολογήθηκε ότι το λογισμικό τους σύστημα δεν ήταν σε πλήρη λειτουργία και λόγω της νέας αρίθμησης των λογαριασμών από τα κεντρικά γραφεία της Λευκωσίας, δεν μπορούσε να τυπώσει τους εν λόγω λογαριασμούς. Σε ό,τι αφορά το θέμα της επιταγής για £100.000 ο κ. Οικονομίδης του ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ένα γραμμάτιο του για έκδοση της επιταγής, αφού δεν μπορούσαν να το «σπάσουν», όμως τον διαβεβαίωσε ότι θα το φρόντιζε. Του επέστησε την προσοχή του στις υποχρεώσεις τους έναντι των πωλητών και ότι δεν ήθελε να χάσουν το κτήμα και αυτός τον διαβεβαίωσε εκ νέου ότι θα ρύθμιζε το θέμα και τον κάλεσε να μην ανησυχεί. Μετά από λίγες μέρες αρρώστησε με βαριά βρογχοπνευμονία και παρέμεινε κλινήρης για αρκετές μέρες. Την 11.8.2006 παρέλαβε νέα επιστολή των δικηγόρων των πωλητών ημερομηνίας 10.8.2006 (Τεκμήριο 3) με την οποία οι πωλητές τερμάτισαν τη Συμφωνία (Τεκμήριο 1). Ζήτησε τον κ. Οικονομίδη αλλά η απάντηση που πήρε ήταν ότι δεν βρισκόταν στην Τράπεζα. Από φίλους και τραπεζικούς, πληροφορήθηκε ότι υψηλόβαθμος υπάλληλος των Εναγομένων προέβηκε κατά την περίοδο Μαρτίου - Αυγούστου 2006, σε ατασθαλίες, αντικανονικές και παράνομες ενέργειες σε τραπεζικούς λογαριασμούς πελατών στο υποκατάστημα, συμπεριλαμβανομένων και των δικών τους λογαριασμών. Συγκεκριμένα προέβαινε σε αναλήψεις, χρεώσεις, εμβάσματα, χωρίς τη συγκατάθεση τους, με αποτέλεσμα να εμποδιστούν, εν γνώσει των Εναγομένων, να αποπληρώσουν τη δεύτερη δόση ως ανωτέρω και να χάσουν το κτήμα, αφού είχε τερματιστεί από τους πωλητές η Συμφωνία. Τα πιο πάνω γεγονότα, επιβεβαιώθηκαν στον ίδιο σε επίσκεψη του στο υποκατάστημα αλλά και με επιστολή των Εναγομένων ημερομηνίας 2.11.2007 (Τεκμήριο 4), αφού οι Εναγόμενοι εκ των υστέρων κατέθεσαν τα παρανόμως αναληφθέντα ποσά, στους λογαριασμούς τους. Προσπάθησαν, είπε, να μεταπείσουν τους πωλητές στην επαναφορά της Συμφωνίας, όμως δεν τα κατάφεραν, με αποτέλεσμα να χάσουν τις £100.000 που είχαν προκαταβάλει. Η αξία του κτήματος την 10.8.2006, ανήρχετο στο £1.600.000 με αποτέλεσμα να υποστούν περαιτέρω ζημιά £100.000 ως απώλεια κέρδους. Με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 24.10.2007 (Τεκμήριο 5) κάλεσαν τους Εναγόμενους να κλείσουν τους λογαριασμούς και να εμβάσουν το υπόλοιπο σε νέο λογαριασμό τους στην Alpha Bank. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι ζει μόνιμα στην Αγγλία από το 1963 και είχε δηλώσει στους Εναγόμενους ως διεύθυνση του στην Κύπρο την οδό Αμερικάνας 5, Lordos River Beach, Block D2, Flat 2, στη Γερμασόγεια, Λεμεσός. Ισχυρίστηκε ότι όλες οι συναλλαγές του στο επίδικο υποκατάστημα εγίνοντο πάντοτε με την έγκριση του κ. Κώστα Οικονομίδη. Κατά την περίοδο Ιούλιο 2006 - Αύγουστο 2006 διατηρούσε στο επίδικο υποκατάστημα των Εναγομένων τους εξής 4 λογαριασμούς: (α) Γραμμάτιο 6 μηνών με αρ. 03374205548 (Τεκμήριο 6) το οποίο στις 15.7.2006 είχε πιστωτικό υπόλοιπο £90.000 (στερλίνες), το αντίστοιχο σε ΛΚ76.
  6. (β) Λογαριασμό με αρ. 033741007415, ο οποίος τον Ιούλιο του 2006 είχε πιστωτικό υπόλοιπο £388,97 στερλίνες, δηλαδή ΛΚ
  7. Διευκρίνισε ότι στις 14.7.2006 με γραπτές οδηγίες του είχε μεταφερθεί από αυτό το λογαριασμό το ποσό των £26.040,98 στερλινών σε λογαριασμό του στην Alpha Bank (Τεκμήριο 7). Προτού δώσει τις εν λόγω οδηγίες, το υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ήταν £26.429,95 στερλίνες και μετά τη μεταφορά παρέμεινε το εν λόγω υπόλοιπο £388,97 στερλινών. Ο λογαριασμός αυτός έκλεισε το Σεπτέμβριο του
  8. (γ) Λογαριασμός με αρ. 033705008448, ο οποίος τον Ιούλιο του 2006 είχε υπόλοιπο Λ.Κ.341,
  9. (δ) Λογαριασμός με αρ. 03374100795448, ο οποίος στις 14.7.2006 είχε υπόλοιπο €4.101,58 δηλαδή ΛΚ2.400 (Τεκμήριο 8). Ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε του έστειλαν στην πιο πάνω διεύθυνση, ούτε και στην Αγγλία, καταστάσεις λογαριασμού. Πρόσθεσε ότι είχε συμφωνήσει με τον πρώην διευθυντή του επίδικου υποκαταστήματος κ. Κώστα Σωκράτους, για να τηρεί εκεί φάκελο με όλες τις καταστάσεις των λογαριασμών του και πληροφορείτο για τα υπόλοιπα των λογαριασμών του τηλεφωνικώς. Τον Ιούλιο του 2006 δεν ζήτησε να πληροφορηθεί τα υπόλοιπα των λογαριασμών του. Όταν πληροφορήθηκε από το υποκατάστημα ότι ο λογαριασμός τους δεν είχε λεφτά, τηλεφώνησε στον πρώην περιφερειακό Διευθυντή των Εναγομένων κ. Δημήτρη Παπαχαραλάμπους, περί τα τέλη Αυγούστου 2006, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα χάσει τα λεφτά του και τον παρότρυνε να μην αποταθεί στην Αστυνομία. Ισχυρίστηκε ότι τέλος Σεπτεμβρίου του 2006 οι Εναγόμενοι του επέστρεψαν τα χρήματα του, ανοίγοντας λογαριασμό για το ποσό των £92.000 στερλινών χωρίς τη δική του έγκριση και της Ενάγουσας 2, ο οποίος δεν ανοίχθηκε κατόπιν συμφωνίας του με τον κ. Πατσαλίδη, Περιφερειακό Διευθυντή Λεμεσού. Ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Υ.1, νέος Διευθυντής στο υποκατάστημα, τον πίεζε να υπογράψει τα έντυπα για άνοιγμα του λογαριασμού και μάλιστα τον απείλησε ότι αν δεν τα υπέγραφε, πιθανό να μην του έδιδε τα λεφτά του. Ο ίδιος απαίτησε τα χρήματα του σε Αγγλικές λίρες, μετρητά, διαφορετικά θα καλούσε την Αστυνομία. Τότε ο Μ.Υ.1 του ζήτησε συγνώμη, λέγοντας του ότι ήταν παρεξήγηση. Δεν θυμάται αν αμφισβήτησε την κίνηση του νέου λογαριασμού, όμως με επιστολή του ημερομηνίας 10.10.2007 (Τεκμήριο 9) ζήτησε το ποσό αυτού του νέου λογαριασμού που ήταν γραμμάτιο 12 μηνών, να ανανεωθεί σε μηνιαίο γραμμάτιο. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε από την αρχή το άνοιγμα αυτού του λογαριασμού, αλλά διαμαρτυρήθηκε το Σεπτέμβριο του 2006 στον Μ.Υ.1 γιατί τον άνοιξαν χωρίς την έγκριση του και ζήτησε τα χρήματα του σε μετρητά. Μετά το άνοιγμα του νέου γραμματίου και κατά την περίοδο Σεπτεμβρίου 2006 μέχρι και τον Σεπτέμβρη 2007, δεν έκαμε κανένα διάβημα για να αποσύρει τα χρήματα του. Δεν γνωρίζει αν κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1) στο Κτηματολόγιο. Με τους πωλητές είχε φιλική σχέση και πλήρωσε την προκαταβολή των £100.000 σε μετρητά στην Αγγλία στον κ. Έλληνα. Ισχυρίστηκε ότι η αναφορά σε υπόλοιπο £1.400.000 (σελ. 2 παρ. 3(α)(iii) Τεκμήριο 1) είναι τυπογραφικό λάθος. Επέμενε ότι στις 11.7.2006 επισκέφθηκε τον κ. Οικονομίδη στο υποκατάστημα, του ανέφερε την αγορά του κτήματος και ζήτησε όπως στις 15.7.2006 εκδώσει μια τραπεζική επιταγή στο όνομα των πωλητών για την πληρωμή της δεύτερης δόσης. Αυτός τον καθησύχασε ότι θα ετοίμαζε την επιταγή το συντομότερο. Γνώριζε ότι οι λογαριασμοί του είχαν περίπου πιστωτικό υπόλοιπο Λ.Κ.120.000, γι΄ αυτό και ζήτησε τις Λ.Κ.100.000 και πρόσθεσε μάλιστα, ότι ο κ. Οικονομίδης στην παρουσία του, έλεγξε τους λογαριασμούς του στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή. Αρνήθηκε ότι τον Ιούλιο 2006 και μέχρι μέσα Αυγούστου 2006, δεν υπήρχαν επαρκή χρήματα στους λογαριασμούς του για να εκδοθεί η επιταγή των Λ.Κ.100.000 ως και ότι κατά την ίδια περίοδο δεν έγινε καμιά ατασθαλία στο λογαριασμό του. Επέμενε ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν την ύπαρξη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1) αφού ο ίδιος το ανέφερε και το έδειξε στον κ. Οικονομίδη στις 11.7.
  10. Επέμενε επίσης ότι η κα Έλληνα, τηλεφώνησε στον κ. Οικονομίδη στις 14.7.2006 για να παραλάβει την επιταγή. Όταν αυτή τον ενημέρωσε ότι υπάλληλος στο κατάστημα δεν γνώριζε οτιδήποτε, τηλεφώνησε και ο ίδιος και ενημερώθηκε ότι ο κ. Οικονομίδης απουσίαζε. Ωστόσο, δεν επισκέφθηκε το κατάστημα και περίμενε την επόμενη βδομάδα. Ισχυρίστηκε ότι 13 ή 14.7.2006 ζήτησε από υπάλληλο των Εναγομένων, το όνομα του οποίου δεν γνωρίζει, τα υπόλοιπα δύο λογαριασμών του - όταν κατάλαβε ότι καθυστερούσαν να εκδώσουν την επιταγή - και ο υπάλληλος αυτός του ανέφερε ότι οι λογαριασμοί του ήταν παραβιασμένοι και δεν υπήρχαν χρήματα, παρά μόνο £26.000 στερλίνες στον τρεχούμενο του λογαριασμό, γι΄ αυτό και έδωσε εντολή αμέσως να μεταφερθούν στην Alpha Bank. Ο ίδιος δεν το πίστεψε και περίμενε τον κ. Οικονομίδη να του εξηγήσει τι συμβαίνει, ο οποίος και του έδιδε διάφορες δικαιολογίες για προβλήματα στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή. Δηλαδή οι Εναγόμενοι, παραδέχτηκαν τον Ιούλιο 2006 ότι έγιναν ατασθαλίες στους λογαριασμούς του και τον ίδιο μήνα ενημερώθηκε σχετικά. Στις 17.7.2006 επισκέφθηκε το υποκατάστημα αλλά δεν συνάντησε τον κ. Οικονομίδη αφού ενημερώθηκε ότι έλειπε με άδεια και στις 20 ή 21.7.2006 επισκέφθηκε το υποκατάστημα και συνομίλησε μαζί του. Αναφέρθηκε στο λογαριασμό του με αρ. 0337-42-005548 (γραμμάτιο) με υπόλοιπο £90.000 στερλίνες στον οποίο έγινε ατασθαλία και επιστράφηκαν τα χρήματα σε νέο λογαριασμό με αρ. 0337-42-
  11. Υπήρξε, είπε, ατασθαλία και στο λογαριασμό του με αρ. 0337-41-7415-01 από τον οποίο με οδηγίες του μεταφέρθηκαν £26.000 στερλίνες στις 14.7.
  12. Επέμενε ότι ο κ. Οικονομίδης τέλος Ιουλίου 2006 του είχε αναφέρει ότι είχε γίνει ενδιάμεση αλλαγή αριθμών και του ζήτησε προφορικά τα υπόλοιπα όλων των λογαριασμών του. Ο κ. Οικονομίδης τον βεβαίωσε ότι θα τα είχε μόλις διορθώνοντο οι Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές και επίσης τον καθησύχαζε λέγοντας του ότι θα «σπάσει» το γραμμάτιο των £90.000 στερλινών, δεν χρειάζετο η υπογραφή του και του ανέφερε ότι ο ίδιος προσωπικά θα παραλάμβανε την επιταγή. Ισχυρίστηκε ότι τέλος Αυγούστου 2006 ήταν η περίοδος που έμαθε ότι τα λεφτά του «έγιναν αέρας». Τότε εξήγησε στον Δ. Παπαχαραλάμπους που είχε ήδη αφυπηρετήσει τι έγινε και αυτός του ζήτησε χρόνο να ελέγξει το θέμα, διαβεβαιώνοντας τον ότι δεν θα έχανε τα λεφτά του και παροτρύνοντας τον να μην αποταθεί στην Αστυνομία. Από διάφορους υπαλλήλους των Εναγομένων είχε ενημερωθεί ότι οι λογαριασμοί του ήταν παραβιασμένοι, πριν τις 10.8.2006 που τερματίστηκε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Όμως, δεν έκαμε διαβήματα για να εκδοθεί η επιταγή, περίμενε να εκδοθεί από τον κ. Οικονομίδη, όπως του είχε υποσχεθεί. Μετά το Σεπτέμβριο 2006, τον κάλεσε ο νέος περιφερειακός Διευθυντής για να τον επισκεφθεί, ενώ είχε δώσει όλους τους λογαριασμούς του σε ελεγκτικό οίκο για έλεγχο. Αρχές Οκτωβρίου 2006 τον επισκέφθηκε, μαζί με την Ενάγουσα 2 και ήταν παρών και ο Μ.Υ.1 με δύο υπάλληλους. Αρνήθηκε ότι για πρώτη φορά ανέφερε στους Εναγόμενους ότι θα αγόραζε κτήμα, στη συνάντηση αυτή, όμως ισχυρίστηκε ότι αυτό ήταν εν γνώσει του κ. Οικονομίδη. Στη συνάντηση αυτή δεν είχε αναφέρει ότι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά αλλά το είχε ήδη αναφέρει στον κ. Οικονομίδη. Δεν γνωρίζει πού κατέληξε το ποσό των £90.000 στερλινών όταν στις 18.8.06 έσπασε το γραμμάτιο με αρ. 0337-42-
  13. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έδωσε τέτοιες οδηγίες και όλες οι ενέργειες έγιναν από υπαλλήλους των Εναγομένων. Ισχυρίστηκε ότι είχε σε άλλες τράπεζες, το ποσό των £1.300.000 και η Ενάγουσα 2 δεν γνώριζε ότι κλάπηκαν τα χρήματα από την Τράπεζα μέχρι τον Οκτώβριο
  14. Ο (Μ.Ε.2) είναι ο σύζυγος της Μαρίας Έλληνα και αδελφός της Νεοφύτας Έλληνα, πωλητών του κτήματος. Ισχυρίστηκε στη μαρτυρία του ότι ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στις διαπραγματεύσεις και στον καταρτισμό του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1). Πριν την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου, ο ίδιος προσωπικά παρέλαβε από τον Μ.Ε.1 στο Λονδίνο, σε μετρητά το ποσό των Λ.Κ.100.000 στερλινών. Στις 11.7.2006 ο Μ.Ε.1 του τηλεφώνησε και του ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί το υποκατάστημα των Εναγομένων, ενημέρωσε το διευθυντή για την αγορά του κτήματος και ζήτησε την έκδοση επιταγής για Λ.Κ.100.000 επ΄ ονόματι των πωλητών, την οποία θα παραλάμβανε η σύζυγος του Μαρία, το αργότερο μέχρι την προσεχή Παρασκευή 14.7.
  15. Η σύζυγος του, στην παρουσία του, τηλεφώνησε στις 14.7.2006 στην Τράπεζα, όμως ο υπάλληλος με τον οποίο μίλησε, το όνομα του οποίου δεν θυμάται, δεν γνώριζε οτιδήποτε για επιταγή και όταν ζήτησε το διευθυντή, της λέχθηκε ότι αυτός απουσίαζε. Κατά τη διάρκεια της περιόδου από 14.7.2006 μέχρι τέλος Ιουλίου, ο Μ.Ε.1 καθησύχαζε τον ίδιο και τη σύζυγο του ότι είχε διαβεβαιώσεις από την Τράπεζα ότι το θέμα θα λυνόταν και ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να το διευθετήσει. Επειδή το αποτέλεσμα παρέμενε το ίδιο, δέκα μέρες περίπου μετά που η πληρωμή των Λ.Κ.100.000 κατέστη πληρωτέα, η σύζυγος του ενημέρωσε τον Μ.Ε.1 ότι λόγω της καθυστέρησης, ανέθεσε την υπόθεση στο δικηγόρο τους, ο οποίος έστειλε σχετική προειδοποιητική επιστολή, ημερομηνίας 27.7.2006, στους Ενάγοντες (Τεκμήριο 2). Δεν είχαν καμία απάντηση στην εν λόγω επιστολή και παρά τις προσπάθειες τους να επικοινωνήσουν με τον Μ.Ε.1, αυτό δεν κατέστη δυνατό μέχρι τα μέσα Αυγούστου. Με αυτά τα δεδομένα και αφού δεν είχαν οτιδήποτε νεότερο από τον Μ.Ε.1, έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο τους να τερματίσει τη συμφωνία, πράγμα που έκαμε με επιστολή του ημερομηνίας 10.8.2006 (Τεκμήριο 3) και κατακράτησαν το ποσό των ΛΚ100.000 της προκαταβολής ως είχαν δικαίωμα να πράξουν. Κατά την αντεξέταση, ισχυρίστηκε ότι στο Τεκμήριο 1 υπάρχει η υπογραφή του και δεν κατατέθηκε στο κτηματολόγιο. Υπογράφτηκε στην Κύπρο, στο γραφείο του στη Λεμεσό στις 10.7.2006, στην παρουσία του και με τον Μ.Ε.1 διατηρούσε φιλικές σχέσεις. Ο Μ.Ε.1 του κατέβαλε Λ.Κ.100.000 στο Λονδίνο, αρχές Ιουλίου 2006 και του έδωσε απόδειξη. Ισχυρίστηκε ότι κατά την περίοδο από 14.7.2006 μέχρι τέλος Ιουλίου 2006, ο Μ.Ε.1, μετά από φιλική πίεση, τους είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχαν τα λεφτά του στο λογαριασμό του τη συγκεκριμένη περίοδο, ότι κάποιος τα είχε αποσπάσει και ανέμενε από την Τράπεζα κάποιες εξηγήσεις. Αρχικά ο ίδιος το εξέλαβε ως δικαιολογίες του Μ.Ε.1, όμως πείστηκε όταν ο Μ.Ε.1 του έδειξε ένα έγγραφο των Εναγομένων που δήλωνε ότι υπάλληλος τους είχε διαπράξει ατασθαλίες στο λογαριασμό του. Του έδειξε αυτό το έγγραφο Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο
  16. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Ε.1 του έδειξε το έγγραφο αυτό τον Οκτώβριο 2006 στην προσπάθεια του να διασώσει την προκαταβολή αν και είχε τερματιστεί το συμβόλαιο (Τεκμήριο 1). Απ΄ ότι θυμάται ο Μ.Ε.1 του είχε δείξει το Τεκμήριο 4 για να του αποδείξει ότι τη συγκεκριμένη περίοδο που έπρεπε να πληρωθεί η δεύτερη δόση, τα λεφτά του απουσίαζαν από το λογαριασμό του. Ο (Μ.Ε.3) είναι εκτιμητής ακινήτων. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι ο Μ.Ε.1 τον επισκέφθηκε στο γραφείο του τον Οκτώβριο 2007 και του έδωσε εντολή για να προβεί σε εκτίμηση σε σχέση με το επίδικο κτήμα. Το επισκέφθηκε, το φωτογράφισε, επιθεώρησε την περιοχή, έκαμε έρευνα για την πολεοδομική ζώνη του ακινήτου και χρησιμοποίησε τη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης, δηλαδή εξέτασε τις πωλήσεις ακινήτων στην περιοχή του ακινήτου κατά την ημερομηνία που του ζήτησε ο Μ.Ε.1, δηλαδή την αγοραία αξία του ακινήτου τον Αύγουστο 2006 και ετοίμασε Έκθεση Εκτίμησης, ημερομηνίας 3.11.2007 (Τεκμήριο 10). Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο Μ.Ε.1 τον Οκτώβριο του 2007, στο γραφείο του, του είπε ότι ενδιαφερόταν να γνωρίζει την αγοραία αξία του ακινήτου τον Αύγουστο 2006 και προτίθετο τότε να αγοράσει το ακίνητο. Εξέφρασε την άποψη ότι με βάση την πείρα του, το θεωρεί εξαιρετικά απίθανο τον Αύγουστο 2006 να άλλαξε άρδην η αγοραία αξία του ακινήτου μέσα σε ένα μήνα. Επεξήγησε ότι βασίστηκε στη συγκριτική μέθοδο εκτίμησης (Τεκμήριο 11), δηλαδή σύγκρινε το επίδικο ακίνητο με ακίνητα με ίδια φυσικά χαρακτηριστικά και συγκεκριμένα με κενά χωράφια κατά την περίοδο 2005 - 2006, τα αναπροσάρμοσε σε μια ετήσια φυσική αύξηση του 10% και κατέληξε στο ποσό της εκτίμησης του. Ο (Μ.Υ.1) εργάζεται στους Εναγόμενους από το 1987 και από το Μάρτιο 2006 εκτελεί καθήκοντα διευθυντή στο επίδικο υποκατάστημα. Ο ίδιος ενημερωνόταν, όταν απαιτείτο, από τους αρμόδιους υπαλλήλους που χειρίζονταν τις καθημερινές συναλλαγές της Τράπεζας με τους εκάστοτε πελάτες. Γνωρίζει τους Ενάγοντες λόγω της συνεργασίας τους με τους Εναγόμενους αφού διατηρούσαν τους εξής λογαριασμούς στο επίδικο υποκατάστημα, σε τοπικό και ξένο νόμισμα: (α) 0351-05-004565 ο οποίος άλλαξε αριθμό και έγινε 0337-05-008448 και ήταν κοινός λογαριασμός των Εναγόντων ο οποίος άνοιξε την 14.11.1996 και έκλεισε 8.11.2007 (Τεκμήριο 12 (α-ε)). Το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού στις 15.7.2006 ήταν ΛΚ341,
  17. (β) 0337-41-007415-01, κοινός λογαριασμός των Εναγόντων, άνοιξε στις 5.2.2001 και έκλεισε 8.11.2007 (Τεκμήριο 13 (α-ε)). Το πιστωτικό υπόλοιπο του στις 15.7.2006 ήταν £388,97 στερλίνες, ισάξιο σε ΛΚ
  18. (γ) 0337-41-007954-48, κοινός λογαριασμός των Εναγόντων σε ευρώ, άνοιξε στις 27.7.2001 και έκλεισε 8.11.
  19. Το πιστωτικό υπόλοιπο του στις 15.7.2006 ήταν €4.101,58, ισάξιο σε ΛΚ2.400 (Τεκμήριο 8). (δ) 0337-42-005548-01, κατάθεση προθεσμίας 6 μηνών σε στερλίνες, επ΄ ονόματι του Ενάγοντα 1, ανοίχθηκε την 1.9.2004, ανανεωνόταν ανά εξαμηνία και έκλεισε 18.8.
  20. Το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού στις 15.7.2006 ήταν £90.030,65 στερλίνες, πλέον τόκους από 1.3.2006 ισάξιο σε ΛΚ76.
  21. Στις 18.8.2006 ήταν £91.514,56 στερλίνες, ισάξιο σε ΛΚ77.100 (Τεκμήριο 6). Κατά συνέπεια, στις 15.7.2006 τα συνολικά πιστωτικά υπόλοιπα όλων των λογαριασμών των Εναγόντων ήταν ΛΚ79.069,
  22. Οι Ενάγοντες, στις 14.7.2006, μετέφεραν από το λογαριασμό τους 0337-41-007415-01 ποσό £26.000 στερλίνες στην Apha Bank, με δικαιούχους τους ίδιους (Τεκμήριο 7). Αυτή η μεταφορά των £26.000 στερλινών στις 14.7.2006, υποβίβασε τα υπόλοιπα των Εναγόντων στις 15.7.2006 στο ποσό των ΛΚ79.069,51 και επομένως έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσε να εκδοθεί η επιταγή των ΛΚ100.
  23. Ανέφερε ότι ο κ. Κώστας Οικονομίδης, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο βοηθός υπεύθυνος του επίδικου υποκαταστήματος μέχρι την 2.9.2006 όταν μετατέθηκε σε άλλο κατάστημα, με απόφαση των Εναγομένων ημερομηνίας 24.7.
  24. Σήμερα δεν εργάζεται στους Εναγόμενους αφού υπέβαλε παραίτηση. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος προσωπικά έλαβε γνώση για την ύπαρξη του ισχυριζόμενου αγοραπωλητηρίου εγγράφου, τέλος Σεπτεμβρίου
  25. Κατά την περίοδο από 11.7.2006 μέχρι 17.7.2006 και από 7.8.2006 μέχρι 18.8.2006 απουσίαζε με άδεια (Τεκμήριο 18). Επομένως στις 11.7.2006, εφόσον ο ίδιος απουσίαζε από την εργασία του, δεν ήταν δυνατό να είχε ενημερωθεί για πληροφόρηση του κ. Οικονομίδη από τον Ενάγοντα 1, για το αγοραπωλητήριο έγγραφο ως και την ανάγκη έκδοσης επιταγής για ΛΚ100.
  26. Επίσης, μετά την επιστροφή του από άδεια στις 18.7.2006 δεν έτυχε οποιαδήποτε ενημέρωσης για αγοραπωλητήριο έγγραφο, ως και για ανάγκη καταβολής δόσης για ΛΚ100.000 ούτε και ενημερώθηκε από τον κ. Οικονομίδη για οποιαδήποτε εκκρεμότητα σε σχέση με οποιοδήποτε αγοραπωλητήριο έγγραφο. Πρόσθεσε ότι στις περιπτώσεις που απουσίαζε με άδεια, ο αντικαταστάτης του Κώστας Οικονομίδης, τον ενημέρωνε πλήρως και ανελλιπώς μετά την επιστροφή του, για όλες τις εκκρεμότητες που αυτός κατά την απουσία του χειρίστηκε και έχρηζαν περαιτέρω χειρισμού από τον ίδιο. Ανέφερε ότι οι Ενάγοντες, κατά τον ουσιώδη χρόνο και μέχρι τον Αύγουστο 2006, ουδέποτε αποτάθηκαν στον ίδιο είτε για να τον ενημερώσουν για την ισχυριζόμενη αγοραπωλησία, είτε για να εκφράσουν οποιοδήποτε παράπονο. Οι Ενάγοντες θα μπορούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο να αποσύρουν τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στους λογαριασμούς τους, είτε με γραπτές οδηγίες τους, είτε με την προσωπική παρουσία τους, τόσο στο επίδικο κατάστημα που συνεργάζονταν όσο και σε οποιοδήποτε άλλο κατάστημα των Εναγομένων, πράγμα το οποίο δεν έπραξαν. Ισχυρίστηκε ότι η μη εξουσιοδοτημένη μεταφορά χρημάτων από το λογαριασμό του Ενάγοντα 1 με αρ. 0337-42-005548-01 ημερομηνίας 18.8.2006 δεν επηρέασε τη δυνατότητα των Εναγόντων να προβούν στην ισχυριζόμενη καταβολή του ποσού των ΛΚ100.000 βάσει των πιστωτικών τους υπολοίπων. Εντούτοις, οι Εναγόμενοι, κατέβαλαν στις 20.9.2006 και πίστωσαν το λογαριασμό των Εναγόντων με αρ. 0337-41-007415-01 με το ποσό των £91.926,24 στερλινών. Την ίδια ημέρα (20.9.2006) από τον εν λόγω λογαριασμό 0337-41-007415-01, μεταφέρθηκε το ποσό των £92.000 στερλινών (δηλαδή το επιστραφέν ποσό £91.926,24 στερλινών, πλέον £73,76 στερλίνες, για σκοπούς στρογγυλοποίησης) σε νέο λογαριασμό κατάθεσης προθεσμίας με αρ. 0337-42-006277-
  27. Ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης μεταξύ του Ενάγοντα 1 και του Δημητράκη Παπαχαραλάμπους, πρώην περιφερειακού διευθυντή Λεμεσού και φίλου του Ενάγοντα 1, στην παρουσία του κ. Χ. Πουαγκαρέ, τότε περιφερειακού διευθυντή Λεμεσού και του Χριστάκη Πατσαλίδη (Μ.Υ.3), ελεγκτή του κλιμακίου εσωτερικών ελεγκτών περιφέρειας Λεμεσού. Ο ίδιος δεν ήταν παρών στην τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ενάγοντα, όμως οι εν λόγω αξιωματούχοι τον ενημέρωσαν ότι ο Ενάγοντας 1 συμφώνησε όπως το ποσό που θα έπρεπε να του καταβληθεί από τους Εναγόμενους, κατατεθεί και διατηρηθεί σε νέα κατάθεση προθεσμίας ενός έτους με βελτιωμένο επιτόκιο 5%, έναντι του επιτοκίου που απολάμβαναν τέτοιες καταθέσεις. Το ποσό αυτό έμεινε κατατεθειμένο για ένα χρόνο και στις 25.10.2007 το κεφάλαιο με τους τόκους, δηλαδή το ποσό των £97.043,42 στερλίνες μεταφέρθηκε, κατ΄ εντολή των πελατών, στην Alpha Bank χωρίς να επιβαρυνθούν οι πελάτες με τα προβλεπόμενα έξοδα που ανέρχονταν σε ΛΚ787,04 (Τεκμήριο 14 (α)(β)). Αναφέρθηκε στην επιστολή του Ενάγοντα 1 ημερομηνίας 10.10.2007 (Τεκμήριο 9) με την οποία ζητούσε μετατροπή της προθεσμιακής κατάθεσης του σε μηνιαία. Οι Εναγόμενοι απάντησαν με επιστολή τους ημερομηνίας 12.10.2007 (Τεκμήριο 15). Επίσης ο Ενάγοντας 1 με επιστολή του ημερομηνίας 26.7.2007 (Τεκμήριο 16) ζητούσε στοιχεία και διευκρινίσεις για τους λογαριασμούς του που διατηρούσε στο υποκατάστημα του και στην οποία απάντησε με επιστολή του ημερομηνίας 17.10.2007 (Τεκμήριο 17) όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται λεπτομερής αναφορά στο άνοιγμα του λογαριασμού με αρ. 0337-42-006277-
  28. Ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε κατά την περίοδο από 10.7.2006 μέχρι τέλη Σεπτεμβρίου 2006 απευθύνθηκαν στον ίδιο ζητώντας ανάληψη οποιουδήποτε ποσού από τους λογαριασμούς τους ή την παρουσίαση στοιχείων ή καταστάσεων των λογαριασμών τους. Επίσης, κατά την ίδια περίοδο, οι Ενάγοντες ουδέποτε του παραπονέθηκαν ότι οι επανειλημμένες - όπως ισχυρίζονται - οδηγίες τους για ανάληψη του ποσού των ΛΚ100.000 ως και η παροχή καταστάσεων λογαριασμών, δεν εκτελούνταν από την Τράπεζα. Οι Ενάγοντες, την ίδια περίοδο, δεν υπέβαλαν οποιοδήποτε γραπτό παράπονο σχετικά ή καταγγελία στον ίδιο ή σε οποιοδήποτε ανώτερο του δηλαδή στον κ. Πέτρο Πετρίδη, Ανδρέα Κυριάκου και Χάρη Πουαγκαρέ. Οι Εναγόμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν ή παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τις οδηγίες και αιτήματα των Εναγόντων και ουδέποτε προφασίστηκαν δικαιολογίες δίδοντας παραπλανητικές εξηγήσεις. Τόσο ο ίδιος, όσο και οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος που διηύθυνε, αγνοούσαν την ύπαρξη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, τους όρους του, ως και την ύπαρξη και περιεχόμενο των επιστολών ημερομηνίας 27.7.2006 και 10.8.2006 (Τεκμήρια 2 και 3). Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν έχει στοιχεία των λογαριασμών των Εναγόντων στις 11.7.
  29. Ο Ενάγοντας 1 με το Τεκμήριο 16 ζήτησε να ελέγξει τους λογαριασμούς του τον επόμενο χρόνο, δηλαδή μετά την παράνομη πράξη που έγινε στο λογαριασμό του στις 18.8.
  30. Πριν το τέλος Σεπτεμβρίου 2006 δεν υπήρξε παράπονο προς τον ίδιο από τους Ενάγοντες, ούτε ζητήθηκε διερεύνηση των λογαριασμών τους, είτε γραπτώς είτε τηλεφωνικώς. Πρόσθεσε ότι εάν εγίνετο παράπονο σε οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο, σαν διευθυντής θα ενημερώνετο. Μετά το τέλος Σεπτεμβρίου 2006, ο Ενάγοντας 1 ζήτησε τηλεφωνικώς να ελέγξει τους λογαριασμούς του. Σε επικοινωνία του Ενάγοντα 1 μαζί του, τέλος Σεπτεμβρίου 2006 - αρχές Οκτωβρίου 2006, του έγινε μνεία για το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Εξ όσων γνωρίζει η αντικανονική πράξη στο λογαριασμό των Εναγόντων έγινε από τον κ. Κώστα Οικονομίδη, στις 18.8.2006, «σπάζοντας» το γραμμάτιο αρ. 0337-42-005548-01 και με ανάληψη ποσού αντικανονικά. Στις 20.9.2006, πήρε οδηγίες τηλεφωνικώς από τον (Μ.Υ.3) να πιστώσει το λογαριασμό των Εναγόντων με συγκεκριμένο ποσό και στη συνέχεια να ανοίξει ένα γραμμάτιο στρογγυλοποιώντας το ποσό των £92.000 στερλινών με βελτιωμένο επιτόκιο που είχε συμφωνηθεί με τον Ενάγοντα

(1). Ενημερώθηκε για την καταγγελία των Εναγόντων περίπου μία βδομάδα πριν τις 20.9.2006, από τον Μ.Υ.3 σε επίσκεψη του στο κατάστημα. Ο Ενάγοντας 1, μετά τον πιο πάνω διακανονισμό που έγινε στις 20.9.2006, εξέφρασε παράπονα επικαλούμενος το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Μετά το Τεκμήριο 16, οι Εναγόμενοι ενημέρωσαν τον Ενάγοντα για όλες τις πράξεις των λογαριασμών του από το 2001, χωρίς να τον χρεώσουν, κατόπιν συνεννόησης με τον περιφερειακό διευθυντή Χ. Πουαγκαρέ που ήταν παρών στο διακανονισμό που έγινε. Σ΄ ότι αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού των Εναγόντων, ανέφερε ότι είχε γίνει διευθέτηση όταν ανοίχθηκαν οι λογαριασμοί να κρατούνται στο κατάστημα στην προσοχή του κ. Κώστα Σωκράτους. Όταν ο ίδιος μετατέθηκε στο επίδικο κατάστημα το Μάρτιο 2006, η διευθέτηση είχε αλλάξει και οι καταστάσεις αποστέλλοντο στη διεύθυνση του στο διαμέρισμα του στη Λεμεσό. Τους καλοκαιρινούς μήνες, όταν οι Ενάγοντες έρχοντο στην Κύπρο, εξυπηρετούντο από τον κ. Οικονομίδη. Ανέφερε ότι δεν υπάρχουν γραπτές οδηγίες των Εναγόντων για τη μεταφορά του ποσού των £92.000 στερλινών σε νέο γραμμάτιο. Ο ίδιος προσωπικά, σε επίσκεψη των Εναγόντων στο κατάστημα τέλος του 2006 - αρχές 2007, τους ζήτησε να υπογράψουν τα σχετικά έντυπα, όμως αυτοί αρνήθηκαν. Πρόσθεσε ότι τον Οκτώβριο 2006 σε τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Ενάγοντα 1, αυτός ζήτησε αντίγραφο του γραμματίου και μίλησαν για το άνοιγμα του λογαριασμού και την υπογραφή των εντύπων, όμως οι Ενάγοντες θα έρχονταν σύντομα στην Κύπρο για να τα υπογράψουν στο γραφείο του. Δεν γνωρίζει αν ο Ενάγοντας 1 επισκέφθηκε το επίδικο κατάστημα στις 11.7.2006 και στις 17.7.2006, αφού από 11 - 17.7.2006 απουσίαζε από το γραφείο. Κατά την απουσία του τον αναπληρούσε ο κ. Οικονομίδης ο οποίος εκτελούσε χρέη διευθυντή και ο οποίος δεν τον ενημέρωσε γι΄ αυτή την υπόθεση. Θεωρεί ότι ήταν λογικό να τον ενημέρωνε ο Ενάγοντας 1 απευθείας ως διευθυντή του καταστήματος, προκειμένου να εκφράσει το παράπονό του. Ανέφερε ότι ο κ. Οικονομίδης μπορούσε να εκτελέσει οδηγίες του Ενάγοντα για έκδοση επιταγής ποσού ΛΚ100.000 με την υπογραφή ανωτέρου, γιατί για το ποσό αυτό χρειαζόταν και δεύτερη υπογραφή. Με τη μεταφορά του ποσού των £92.000 στερλινών στις 20.9.2006 από ένα λογαριασμό των Εναγόντων σε κατάθεση προθεσμίας με βελτιωμένο επιτόκιο, δεν αποξενώθηκαν χρήματα. Εντόπισαν την αντικανονική πράξη του Οικονομίδη μετά τις 18.8.2006 που διαπράχθηκε, όταν έγινε η διερεύνηση με τη γενική επιθεώρηση στα μέσα Σεπτεμβρίου
  1. Δηλαδή η πράξη αυτή του Οικονομίδη, περιήλθε σε γνώση των Εναγομένων περί τα μέσα Σεπτεμβρίου
  2. Είναι απίθανο, είπε, ο Ενάγοντας 1 να συνάντησε τον κ. Οικονομίδη στο κατάστημα στις 20 - 21.7.2006 γιατί ο κ. Οικονομίδης απουσίαζε από το κατάστημα στις 20 - 21.7.2006 και ο ίδιος ήταν παρών ως διευθυντής του καταστήματος (Τεκμήριο 19). Ο ίδιος έλαβε γνώση για το αγοραπωλητήριο έγγραφο περί τα τέλη Σεπτεμβρίου - αρχές Οκτωβρίου 2006 (σίγουρα μετά τις 20.9.2006), τηλεφωνικώς από τον Ενάγοντα 1, όταν συνομιλούσαν για την υπογραφή των εντύπων ανοίγματος του νέου λογαριασμού, και ζήτησε αντίγραφα της κατάθεσης των £92.000 στερλινών που είχε προηγηθεί και θυμωμένα αναφέρθηκε και στο αγοραπωλητήριο έγγραφο. Στην προσπάθεια, είπε, διατήρησης του ποσού στην Τράπεζα και ικανοποίησης των Εναγόντων για την ταλαιπωρία που υπέστηκαν, του έδωσαν βελτιωμένο επιτόκιο. Σε υποβολή ότι η αντικανονική πράξη στο λογαριασμό των Εναγόντων ήταν σε γνώση της Τράπεζας από τον Ιούλιο - Αύγουστο 2006, απάντησε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η Τράπεζα ενεργεί άμεσα ικανοποιώντας τον πελάτη. Γνωρίζει ότι ελεγκτικός οίκος διερεύνησε τους λογαριασμούς των Εναγόντων το 2007 και όχι τον Αύγουστο
  3. Ο (Μ.Υ.2) είναι εγκεκριμένος εκτιμητής ακινήτων και από το 1993 εργάζεται στο εκτιμητικό γραφείο Ρόης Νικολαϊδης. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η υπηρεσία εκτιμήσεων των Εναγομένων του έδωσε οδηγίες για να εκτιμήσει την αξία του επίδικου ακινήτου, κατά την 10.7.2006, 10.8.2006 και 10.9.
  4. Προέβηκε στις 27.9.2010 σε επιτόπια επιθεώρηση του ακινήτου και των συγκριτικών και ετοίμασε αιτιολογημένη εκτίμηση (Τεκμήριο 20). Βασίστηκε στη συγκριτική μέθοδο και υιοθέτησε τρεις συγκριτικές πωλήσεις (Πίνακας Β). Αφού εξέτασε τα επί μέρους χαρακτηριστικά των συγκριτικών πωλήσεων σε σχέση με το υπό εκτίμηση ακίνητο, τόσο από πλευράς φυσικών χαρακτηριστικών όσο και από πλευράς νομικών χαρακτηριστικών (υφιστάμενων πολεοδομικών ζωνών, συντελεστών και χρήσεων) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου στις 10.7.2006 ήταν €171 το τ.μ., δηλαδή €2.125.000 (ΛΚ1.243.707). Θεωρεί ότι η χρονική περίοδος από 10.7.2006 μέχρι 10.8.2006 και 10.9.2006 που του ζητήθηκε ο υπολογισμός της αξίας, ήταν τόσο μικρή που δεν τεκμηριώνεται οποιαδήποτε διαφοροποίηση στην τιμή στις 10.7.
  5. Επεξήγησε με λεπτομέρεια τα τεμάχια των τριών συγκριτικών τεμαχίων σε σχέση με το επίδικο τεμάχιο και ισχυρίστηκε ότι το επίδικο βρίσκεται σε περιοχή που αποτελεί αντικείμενο έντονης δραστηριότητας η οποία όμως έγινε εντονότερη από το τέλος του 2006 μέχρι τέλος του
  6. Αναφέρθηκε στην έκθεση εκτίμησης του Μ.Ε.3 (Τεκμήρια 10 και 11) και εξέφρασε τη γνώμη ότι αυτή είναι ελλιπής γιατί τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε δεν μπορούν να συγκριθούν με το υπό εκτίμηση ακίνητο και επεξήγησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι είναι επιτρεπτό να παρουσιάζεται μια διαφοροποίηση μεταξύ 5 - 15% σε δύο εκτιμήσεις ακινήτου. Σχολιάζοντας το συγκριτικό
(2)που χρησιμοποίησε, ανέφερε ότι αφορά μερίδιο 1/7, γεγονός που λήφθηκε υπόψη σαν μείωση λόγω πώλησης μεριδίου, όμως υπερτερεί κατά πολύ του υπό εκτίμηση ακινήτου από πλευράς θέσης, ζωνών και χρήσεως. Λήφθηκε δηλαδή υπόψη ότι η πώληση του μεριδίου μειονεκτεί από την πώληση του όλου κατά 10%. Το συγκριτικό
(1)αναπροσαρμόστηκε σε σχέση με το υπό εκτίμηση ακίνητο γιατί είναι περίκλειστο. Στο συγκριτικό
(3)κτίστηκε κατοικία σε μισό οικόπεδο, δεν υπάρχει διαφοροποίηση της αξίας λόγω μεριδίου και η τιμή του ανά τ.μ. αφορά την αξία ολόκληρου του οικοπέδου. Το επίδικο ακίνητο θα μπορούσε να διαχωριστεί σε 12 οικόπεδα. Ο (Μ.Υ.3) είναι υπάλληλος των Εναγομένων από το 1977 και από το 2004 κατέχει τη θέση του εσωτερικού ελεγκτή στην περιφέρεια Λεμεσού. Ανέφερε στη μαρτυρία του ότι το Σεπτέμβρη 2006, μετά από οδηγίες του περιφερειακού διευθυντή κ. Πουαγκαρέ, έκαμε έλεγχο για το παράπονο που ο Ενάγοντας 1 είχε υποβάλει στους Εναγόμενους, μέσω του πρώην περιφερειακού διευθυντή κ. Παπαχαραλάμπους που ήταν φίλος του. Το παράπονο του ήταν ότι είχε κλείσει λογαριασμός του, χωρίς δικές του οδηγίες και ο έλεγχος διάρκεσε από 18.9.2006 - 20.9.
  1. Ισχυρίστηκε ότι ο κ. Παπαχαραλάμπους στην παρουσία του και στην παρουσία του κ. Πουαγκαρέ, στο δικό του γραφείο, ενημέρωσε τον Ενάγοντα 1 τηλεφωνικώς στην Αγγλία για τα αποτελέσματα της έρευνας, ότι δηλαδή πράγματι ο λογαριασμός του είχε κλείσει χωρίς οδηγίες του, και οι Εναγόμενοι ήταν διαθέσιμοι να καταθέσουν τα χρήματα σε νέο λογαριασμό των Εναγομένων σε εμπρόθεσμη κατάθεση για ένα χρόνο με προνομιακό επιτόκιο, πράγμα που έγινε. Ο ίδιος πληροφορήθηκε το παράπονο του Ενάγοντα - ότι είχε κλείσει ο λογαριασμός του χωρίς δικές του οδηγίες - στις 16.9.2006, από τον κ. Πουαγκαρέ, ο οποίος είχε ενημερωθεί από τον κ. Παπαχαραλάμπους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι έκαμε έλεγχο στους λογαριασμούς του Ενάγοντα 1 από την ημέρα ανοίγματος τους και η διαπίστωση του ήταν ότι η μόνη συναλλαγή χωρίς γραπτές οδηγίες του Ενάγοντα 1 ήταν το κλείσιμο του λογαριασμού του, δηλαδή η μεταφορά των χρημάτων σε άλλο λογαριασμό άλλου προσώπου. Η πράξη αυτή έγινε με προφορικές οδηγίες του κ. Κώστα Οικονομίδη. Ο νέος λογαριασμός ανοίχθηκε στις 20 ή 21.9.2006, την ίδια ημέρα που ο κ. Παπαχαραλάμπους επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Ενάγοντα 1 στην Αγγλία. Στην εν λόγω συνομιλία τους, ο κ. Παπαχαραλάμπους είχε συνεννοηθεί με τον Ενάγοντα 1 για να αποσταλούν οι αιτήσεις ανοίγματος του λογαριασμού στην Αγγλία για υπογραφή, πράγμα που είχε αναλάβει ο διευθυντής του καταστήματος. Αποτελεί, είπε, πρακτική των Εναγομένων να ανοίγεται λογαριασμός για καλούς πελάτες και να εξασφαλίζουν τις γραπτές οδηγίες τους μεταγενέστερα, όπως και για μεταφορά χρημάτων από ένα σε άλλο λογαριασμό. Λαμβάνοντας υπόψη τη φιλία του Ενάγοντα 1 με τον κ. Παπαχαραλάμπους και τις οδηγίες του κ. Παπαχαραλάμπους, ως πρώην περιφερειακός διευθυντής, προέβηκαν στο άνοιγμα του νέου λογαριασμού αναμένοντας ότι ο Ενάγοντας 1 θα υπέγραφε τα έντυπα ανοίγματος. Διευκρίνισε επίσης ότι είναι στη διακριτική εξουσία του διευθυντή καταστήματος και του περιφερειακού διευθυντή να χρεώσει τον πελάτη για την έκδοση καταστάσεων λογαριασμών. Σε υποβολή ότι η πιο πάνω παράνομη ενέργεια του κ. Οικονομίδη ήταν σε γνώση των Εναγομένων και του κ. Παπαχαραλάμπους από τα τέλη Ιουλίου 2006, απάντησε ότι η ενημέρωση που οι Εναγόμενοι είχαν, ότι ο λογαριασμός του Ενάγοντα 1 έκλεισε τον Αύγουστο, έγινε το Σεπτέμβρη
  2. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους, έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 (Μ.Ε.1) δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, όχι μόνο γιατί υποκειμενικά σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, αλλά και για τους πιο κάτω λόγους:
  3. Ο Ενάγοντας 1 στη μαρτυρία του προέβαλε αντιφατικούς και αλλοπρόσαλλους ισχυρισμούς σε σχέση με το ουσιώδες και κρίσιμο ζήτημα για την υπόθεση του, που σχετίζεται με το χρόνο που περιήλθε σε γνώση του η παράνομη και αντικανονική πράξη στο λογαριασμό του με αρ. 0337-42-
  4. Και εξηγώ: κατά την κυρίως εξέτασή του αναφέρθηκε στις επισκέψεις του στο επίδικο υποκατάστημα αρχίζοντας χρονικά από τις 11.7.2006 και μέχρι τις αρχές Αυγούστου του 2006 που, όπως ισχυρίστηκε, είχε αρρωστήσει με βρογχοπνευμονία, χωρίς να ισχυριστεί ότι κατά τη διάρκεια αυτού του χρονικού διαστήματος είχε πληροφορηθεί την αντικανονική ενέργεια στον εν λόγω λογαριασμό του. Ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από φίλους και τραπεζικούς, χωρίς να διευκρινίσει πότε το πληροφορήθηκε και τόνισε ότι αυτό επιβεβαιώθηκε στον ίδιο από επίσκεψη του στο υποκατάστημα, χωρίς να αναφέρει και πάλι το χρόνο της επίσκεψης του. Μάλιστα, αναφέρθηκε και σε επιστολή των Εναγομένων που φέρει ημερομηνία 2.11.2007 (Τεκμήριο 4), δηλαδή μετά παρέλευση περισσότερο από ένα χρόνο μετά την αντικανονική πράξη που σημειώνεται ότι έγινε στις 18.8.
  5. Αντίθετα, κατά την αντεξέταση, προφανώς στην προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο ότι πληροφορήθηκε για την αντικανονική πράξη στο λογαριασμό του τον κρίσιμο χρόνο που ήταν Ιούλιος 2006, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στις 13 ή 14.7.2006 πληροφορήθηκε από υπάλληλο των Εναγομένων ότι οι λογαριασμοί του ήταν παραβιασμένοι. Αδυνατώ να δεχθώ και δεν δέχομαι τέτοιο ισχυρισμό αφού αυτός, ως τεράστιας σημασίας, θα έπρεπε να είχε προβληθεί από τον Ενάγοντα 1 οπωσδήποτε και στην κυρίως εξέταση του. Περαιτέρω, η θέση του αυτή ξενίζει το Δικαστήριο για τους εξής λόγους: Εύλογα εγείρεται το ερώτημα πώς ο Ενάγοντας 1 πληροφορήθηκε ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που αφορούσε παραβίαση του λογαριασμού του αλλά με τόση απλότητα παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο να μην γνωρίζει το όνομα αυτού του υπαλλήλου που τον πληροφόρησε σχετικά. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό στις 13 ή 14.7.2006, όταν είχε ζητήσει από τον εν λόγω υπάλληλο τα υπόλοιπα δύο λογαριασμών του και όταν κατάλαβε ότι καθυστερούσε η έκδοση της επιταγής. Αυτός, είπε, ήταν και ο λόγος που αμέσως έδωσε γραπτώς εντολή για να μεταφερθεί από το λογαριασμό του με αριθμό 0337-41-007415, στις 14.7.2006, το ποσό των £26.040,98 στερλινών σε λογαριασμό του στην Alpha Bank. Ωστόσο, η θέση του αυτή δεν συνάδει με όσα ο ίδιος πρόσθεσε περαιτέρω, ότι δηλαδή δεν πίστεψε τα όσα του ανέφερε ο υπάλληλος και περίμενε τον κ. Οικονομίδη να του εξηγήσει τι συμβαίνει. Εύλογα τίθεται το ερώτημα πώς είναι δυνατό να ισχυρίζεται ότι έτυχε τέτοιας πληροφόρησης στις 13 ή 14.7.2006 και όταν επικοινώνησε με τον υπάλληλο γιατί αντιλήφθηκε ότι καθυστερούσε η έκδοση της επιταγής, εφόσον η θέση του ήταν ότι ο κ. Οικονομίδης είχε δεσμευτεί για να εκδώσει την επιταγή στις 14.7.
  6. Συνεπώς δεν ετίθετο ακόμα θέμα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, καθυστέρησης στην έκδοση της επιταγής. Επιπρόσθετα, εφόσον δεν πίστεψε τον υπάλληλο γιατί έδωσε οδηγίες για να μεταφερθεί το πιο πάνω ποσό την Alpha Bank. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι ο Ενάγοντας 1 δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια επ΄ αυτού του σημείου αλλά επινόησε εκ των υστέρων τα πιο πάνω γεγονότα όταν αντιλήφθηκε την τεράστια σημασία που είχαν για την υπόθεσή του. Η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου, επιβεβαιώνεται και από το αναντίλεκτο γεγονός ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού με αρ. 0337-42-005548-01 στις 15.7.2006 ήταν £90.030,65 στερλίνες και η αντικανονική μεταφορά του ποσού των £91.514,56 στερλινών έγινε στις 18.8.2006, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και το Τεκμήριο
  7. Εύλογα διερωτάται κανείς, πώς πληροφορήθηκε ο Ενάγοντας 1 την παραβίαση του λογαριασμού του στις 13 ή 14.7.2006 όταν αυτός ο λογαριασμός στις 15.7.2006 δεν ήταν παραβιασμένος, η δε παραβίαση του έγινε πολύ μεταγενέστερα, στις 18.8.
  8. Επιπρόσθετα, η θέση αυτή του Ενάγοντα 1 δεν συνάδει και με άλλο μέρος της μαρτυρίας του κατά την αντεξέταση, ότι δηλαδή όταν πληροφορήθηκε την πιο πάνω παραβίαση του λογαριασμού του, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον πρώην περιφερειακό διευθυντή των Εναγομένων κ. Δ. Παπαχαραλάμπους περί τα τέλη Αυγούστου
  9. Ο ισχυρισμός του αυτός επιβεβαιώνει την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι παραποίησε την αλήθεια όταν επέμενε ότι πληροφορήθηκε περί τούτου τον Ιούλιο
  10. Η λογική απαιτούσε να προέβαινε σ΄ αυτό το διάβημα προς τον κ. Παπαχαραλάμπους αμέσως μετά που έλαβε γνώση αυτού του σημαντικού γεγονότος δηλαδή αμέσως μετά τις 13 ή 14.7.06 όπως ισχυρίστηκε και όχι μετά παρέλευση πέραν του ενός μηνός. Εν τέλει, ο ίδιος ο Ενάγοντας 1 στην αντεξέταση του, δέχθηκε ότι τέλος Αυγούστου 2006, ήταν η περίοδος που έμαθε ότι τα λεφτά του «έγιναν αέρας», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο Δικαστήριο.
  11. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντα 1 ότι στις 11.7.2006 γνώριζε ότι οι λογαριασμοί του είχαν περίπου πιστωτικό υπόλοιπο ΛΚ120.000 γι΄ αυτό και ζήτησε την έκδοση της επιταγής για το ποσό των ΛΚ100.000, δεν γίνεται αποδεκτός. Και τούτο γιατί διαψεύδεται από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 6, 13 (α-ε), 8 και 12 (α-ε) και τη σχετική μαρτυρία του Μ.Υ.1 - το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά των Εναγόντων - ότι δηλαδή τα συνολικά πιστωτικά υπόλοιπα όλων των λογαριασμών των Εναγόντων στις 15.7.2006 - ημερομηνία που σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 ήταν πληρωτέα η δεύτερη δόση των ΛΚ100.000, - ήταν ΛΚ79.069,
  12. Όπως ο Ενάγοντας 1 δέχθηκε κατά την αντεξέταση, η συμφωνία του με τον πρώην διευθυντή του επίδικου υποκαταστήματος ήταν να τηρεί φάκελο με όλες τις καταστάσεις των λογαριασμών του και ενημερώνετο για τα υπόλοιπα τους τηλεφωνικώς. Επομένως είχε την ευχέρεια ανά πάσα στιγμή να πληροφορηθεί τα υπόλοιπα των λογαριασμών του. Ο δε ισχυρισμός του ότι τον Ιούλιο 2006 δεν ζήτησε να πληροφορηθεί τα υπόλοιπα των λογαριασμών του, δεν γίνεται αποδεκτός αφού δεν συνάδει με τη θέση του ότι γνώριζε πως στις 11.7.2006 το συνολικό πιστωτικό υπόλοιπο του ανέρχετο στο ποσό των ΛΚ120.
  13. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι με γραπτές οδηγίες του Μ.Ε.1 (Τεκμήριο 7), στις 14.7.2006 μεταφέρθηκε από το λογαριασμό του με αριθμό 0337-41-007415 το ποσό των £26.040,98 στερλινών σε λογαριασμό του στην Alpha Bank και είναι με αυτή τη μεταφορά που τα υπόλοιπα των Εναγόντων στις 15.7.2006 υποβιβάστηκαν στις ΛΚ79.069,
  14. Ως εκ τούτου, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι στις 15.7.2006, οι Ενάγοντες δεν είχαν στους λογαριασμούς τους τα επαρκή κεφάλαια για να εκδοθεί η επιταγή των ΛΚ100.
  15. Τίθεται εύλογα το ερώτημα γιατί ο Ενάγοντας 1 έδωσε γραπτές οδηγίες να μεταφερθεί το ποσό αυτό στην Alpha Bank στις 14.7.2006, δηλαδή την ημέρα που, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, η επιταγή θα έπρεπε να εκδοθεί, και μάλιστα την ίδια ημέρα που, όπως ισχυρίστηκε, η Μαρία Έλληνα του τηλεφώνησε για να τον ενημερώσει ότι δεν είχε παραλάβει την επιταγή. Η ενημέρωση του αυτή από τη Μαρία Έλληνα στις 14.7.2006, επέβαλλε λογικά τη δική του επίσκεψη άμεσα και αυθημερόν στο υποκατάστημα για διευθέτηση του θέματος της επιταγής που θεωρούσε άκρως επείγον, και η θέση του ότι περίμενε την επόμενη βδομάδα δεν γίνεται αποδεκτή ως μη λογικά αναμενόμενη. Λογικής στερείται και η μεταφορά του πιο πάνω ποσού στην Alpha Bank, την ίδια ημέρα, κάτω από αυτές τις συνθήκες.
  16. Είναι άξιο απορίας γιατί ο Ενάγοντας 1 μετά τις 14.7.2006 που, όπως ισχυρίζεται, πληροφορήθηκε από τη Μαρία Έλληνα ότι δεν παρέλαβε την επιταγή, άφησε να περάσει ο χρόνος επικαλούμενος συναντήσεις του με τον κ. Οικονομίδη μετά τις 17.7.2006 αλλά και μετά τις 27.7.2006 που παρέλαβε από τους πωλητές το Τεκμήριο 2, δίδοντας πίστη στα όσα του υποσχόταν ο κ. Οικονομίδης και μάλιστα, έχοντας κατά νου τον ισχυρισμό του ότι γνώριζε από 13 ή 14.7.2006 ότι ο λογαριασμός του είχε παραβιαστεί. Η λογική απαιτούσε να είχε αποταθεί αμέσως μετά τις 14.7.2006 που δεν είχε εκδοθεί η επιταγή, στο διευθυντή του υποκαταστήματος ή και σε οποιοδήποτε άλλο ανώτερο του, προκειμένου να εκφράσει το παράπονο του εφόσον, όπως ισχυρίζεται, κινδύνευε να χάσει το κτήμα και να υποστεί ζημιά. Αντί αυτού, κανένα παράπονο δεν έκαμε στο Μ.Υ.1 ή σε οποιονδήποτε άλλο αξιωματούχο των Εναγομένων, παρά μόνο στον πρώην περιφερειακό διευθυντή Λεμεσού με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και αυτό περί τα τέλη Αυγούστου 2006, σύμφωνα με τον ίδιο. Οι πιο πάνω θέσεις του στερούνται κάθε λογικής και σοβαρότητας και δεν γίνονται αποδεκτές.
  17. Με τις πιο πάνω θέσεις του, δεν συνηγορεί ούτε ο ισχυρισμός του ότι είχε σε μετρητά σε άλλες Τράπεζες το ποσό των ΛΚ1.300.
  18. Και τούτο γιατί, θα ανέμενε κάποιος λογικά ότι αμέσως μετά τις 14.7.2006 που πληροφορήθηκε ότι η Μαρία Έλληνα δεν παρέλαβε την επιταγή και ιδιαίτερα μετά την παραλαβή του Τεκμηρίου 2 στις 27.7.2006, ως και την πληροφόρηση του στις 13 ή 14.7.2006 ότι είχε παραβιαστεί ο λογαριασμός του, εάν πράγματι τον ενδιέφερε η αγορά του κτήματος, να προέβαινε σε ενέργειες σε αυτές τις άλλες Τράπεζες για να εκδοθεί η επιταγή και να πληρωθεί η δεύτερη δόση. Αντί αυτού, όπως ο ίδιος ανέφερε στην αντεξέτασή του, δεν έκαμε διαβήματα για να εκδοθεί η επιταγή, αλλά περίμενε να εκδοθεί από τον κ. Οικονομίδη όπως του είχε υποσχεθεί, παρόλο που, όπως ισχυρίστηκε, είχε ενημερωθεί από διάφορους υπαλλήλους των Εναγομένων πριν τις 10.8.2006 που τερματίστηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο, ότι ο λογαριασμός του είχε παραβιασθεί. Όλα τα πιο πάνω, καταδεικνύουν με τον πιο εμφανή τρόπο ότι ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) είπε ψέματα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του αποτελεί εκ των υστέρων σκέψεις του και κατασκεύασμα της φαντασίας του, εκμεταλλευόμενος προφανώς την παραβίαση του λογαριασμού του που έγινε σε μεταγενέστερο του ουσιώδους χρόνου, δηλαδή στις 18.8.2006 από υπάλληλο των Εναγομένων, προκειμένου να προσποριστεί οικονομικό όφελος σε βάρος των Εναγομένων. Ο Ενάγοντας 1 (Μ.Ε.1) κρίνεται αναξιόπιστος και η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια και στην πραγματικότητα. Ο (Μ.Ε.2) κρίνεται επίσης ως αναξιόπιστος και είμαι πεπεισμένη ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Και εξηγώ: Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του δεν έκαμε καμία απολύτως μνεία περί του ότι γνώριζε τον Ιούλιο 2006 από τον Μ.Ε.1 ότι αποσπάστηκαν τα χρήματα του από το λογαριασμό του, για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση προέβαλε τον ουσιώδη ισχυρισμό για την υπόθεση των Εναγόντων, ότι κατά την περίοδο από 14.7.2006 και μέχρι το τέλος Ιουλίου 2006, ο Μ.Ε.1 μετά από φιλική πίεση, του είχε αναφέρει ότι δεν υπήρχαν τα χρήματα του στο λογαριασμό του γιατί κάποιος τα είχε αποσπάσει και ότι ανέμενε από τους Εναγόμενους εξηγήσεις. Μάλιστα, για να γίνει πιο πειστικός προς το Δικαστήριο, ισχυρίστηκε ότι ο Μ.Ε.1 για να τον πείσει περί τούτου, του είχε δείξει και ένα έγγραφο των Εναγομένων που δήλωνε ότι υπάλληλος τους είχε διαπράξει ατασθαλίες στο λογαριασμό του, και αυτό τον Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του
  19. Στη συνέχεια, διαφοροποίησε τη θέση του και προσδιόρισε ότι το έγγραφο αυτό του υποδείχθηκε από το Μ.Ε.1 τον Οκτώβριο 2006 και μετά που είχε τερματιστεί το συμβόλαιο (Τεκμήριο 1) στις 10.8.2006, ισχυρισμός βεβαίως που έρχεται σε άμεση αντίφαση με τον αρχικό του ισχυρισμό ότι αυτό έγινε Ιούλιο
  20. Η θέση του αυτή διαφοροποιήθηκε γι΄ ακόμα μια φορά όταν ισχυρίστηκε ότι το έγγραφο που του είχε δείξει ο Μ.Ε.1 ήταν το Τεκμήριο 4 που όμως φέρει ημερομηνία 2.11.2007, δηλαδή περισσότερο από ένα χρόνο μετά τον κρίσιμο μήνα Ιούλιο
  21. Οι πιο πάνω συνεχείς διαφοροποιήσεις των απαντήσεων του επί του κρίσιμου αυτού ζητήματος, έχει πλήξει την αξιοπιστία του σε τέτοιο βαθμό που το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί τη μαρτυρία του και την απορρίπτει στο σύνολο της. Σημειώνεται επιπρόσθετα ότι στο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 που αφορά τη συνομιλία της συζύγου του Μαρίας Έλληνα με υπάλληλο των Εναγομένων στις 14.7.2006, αγνώστου ονόματος, το Δικαστήριο καμιά βαρύτητα προσδίδει σ΄ αυτό, το οποίο αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Και τούτο γιατί το εν λόγω πρόσωπο δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, η δε πλευρά των Εναγόντων, καμιά εξήγηση έδωσε στο Δικαστήριο για την απουσία του από μάρτυρας στη διαδικασία ώστε να κριθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο ήταν εύλογο και εφικτό ή όχι για να κληθεί ως μάρτυρας (άρθρο 27
(2)(α) του Νόμου 32
(1)/2004). Η θέση αυτή του Δικαστηρίου αφορά και το μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 που αφορά το ίδιο ακριβώς ζήτημα. Αντίθετα οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 μου έκαμαν εξαιρετικά θετική εντύπωση και είμαι πεπεισμένη ότι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία τους αποτελεί μια λογική συνοχή των διαδραματισθέντων και με ειλικρίνεια, ευθύτητα, σαφήνεια, αυθορμητισμό και χωρίς δισταγμό και αναστολές απαντούσαν σ΄ όλες τις ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, η δε μαρτυρία τους καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Και οι δύο αυτοί μάρτυρες δέχθηκαν ότι στο λογαριασμό του Ενάγοντα 1 με αριθμό 0337-42-005548-01 είχε γίνει μη εξουσιοδοτημένη μεταφορά χρημάτων, στις 18.8.2006, με προφορικές οδηγίες του κ. Κώστα Οικονομίδη, ημερομηνία που, όπως ανέφερα και πιο πάνω, επιβεβαιώνεται από το Τεκμήριο
  1. Το γεγονός αυτό όχι μόνο διαψεύδει τον Ενάγοντα 1 ότι η αντικανονική πράξη στο λογαριασμό του ήταν σε γνώση των Εναγομένων από τον Ιούλιο 2006, αλλά επιβεβαιώνει και τη θέση του Μ.Υ.1 ότι σε περιπτώσεις τέτοιων παραπόνων από πελάτες, οι Εναγόμενοι ενεργούν άμεσα ικανοποιώντας τον πελάτη. Αυτή η θέση συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία του Μ.Υ.3 ο οποίος, σαν εσωτερικός ελεγκτής που έλεγξε το παράπονο του Ενάγοντα 1 ότι είχε κλείσει ο λογαριασμός του χωρίς δικές του οδηγίες, ανέφερε ότι προέβη στον έλεγχο αυτό στις 18 - 20.9.
  2. Επομένως, θεωρώ παράλογη και αφύσικη τη θέση του Ενάγοντα 1 ότι υπέβαλε τέτοιο παράπονο προς τους Εναγόμενους από τον Ιούλιο 2006, και μάλιστα με την παρέμβαση του πρώην περιφερειακού διευθυντή Δ. Παπαχαραλάμπους και τελικά να έγινε ο σχετικός έλεγχος μετά παρέλευση δύο μηνών. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο Δ. Παπαχαραλάμπους δεν έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την πλευρά των Εναγόντων, ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε εξήγηση για την απουσία του από μάρτυρας, μαρτυρία που θα διαφώτιζε το Δικαστήριο για ουσιώδη θέματα στα οποία ο Ενάγοντας 1 αναφέρθηκε στη μαρτυρία του. Επιπρόσθετα, οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 αντεξετάστηκαν επί μακρώ σχετικά με τις συνθήκες ανοίγματος του νέου λογαριασμού με αριθμό 0337-42-006277-01 επ΄ ονόματι των Εναγόντων και στον οποίο οι Εναγόμενοι στις 20.9.2006 κατέθεσαν το ποσό των £92.000 στερλινών με βελτιωμένο επιτόκιο, επιστρέφοντας έτσι το ποσό που αποσπάστηκε από το λογαριασμό με αριθμό 0337-42-005548-01 στις 18.8.2006, χωρίς όμως να υπογραφούν τα σχετικά έντυπα ανοίγματος λογαριασμού από τους Ενάγοντες. Ό,τι κρίνεται αναγκαίο να επισημανθεί από το Δικαστήριο είναι ότι εκείνο που έχει σημασία είναι η επιστροφή στους Ενάγοντες του αποσπασθέντος ποσού, από τους Εναγόμενους και μάλιστα με βελτιωμένο επιτόκιο, για το οποίο βεβαίως οι Ενάγοντες δεν έχουν παράπονο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 κρίνονται ως μάρτυρες αλήθειας, πλήρως αξιόπιστοι και αποδέχομαι τη μαρτυρία τους στο σύνολο της. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, βρίσκω ότι τα αληθινά γεγονότα διαδραματίστηκαν όπως εκτέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.
  3. Ειδικότερα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι:
  4. Στις 18.8.2006 χωρίς γραπτές οδηγίες του Ενάγοντα 1 ο λογαριασμός του με αριθμό 0337-42-005548-01 έκλεισε, με προφορικές οδηγίες του κ. Κώστα Οικονομίδη και το ποσό των £91.514,56 στερλινών, αντικανονικά, μεταφέρθηκε σε λογαριασμό άλλου προσώπου (Τεκμήριο 6).
  5. Μετά τις 18.8.2006 και κατά την περίοδο 18.9.2006 - 20.9.2006, ο Μ.Υ.3, μετά από οδηγίες του περιφερειακού διευθυντή κ. Πουαγκαρέ στις 16.9.2006, διενήργησε έλεγχο για παράπονο που ο Ενάγοντας 1 είχε εκφράσει το Σεπτέμβριο 2006 μέσω του πρώην περιφερειακού διευθυντή κ. Δ. Παπαχαραλάμπους, ότι είχε κλείσει λογαριασμός του χωρίς δικές του οδηγίες. Από τον έλεγχο αυτό διαπιστώθηκε η πιο πάνω αντικανονική πράξη που έγινε 18.8.
  6. Στις 20.9.2006 οι Εναγόμενοι πίστωσαν το λογαριασμό των Εναγόντων με αριθμό 0337-41-007415-01 με το ποσό των £91.926,24 στερλινών και την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε το ποσό των £92.000 στερλινών σε νέο λογαριασμό κατάθεσης προθεσμίας με αριθμό 0337-42-006277-01 με βελτιωμένο επιτόκιο.
  7. Ο Ενάγοντας 1 εξέφρασε για πρώτη φορά παράπονα στον Μ.Υ.1 επικαλούμενος το αγοραπωλητήριο έγγραφο τέλη Σεπτεμβρίου 2006, και μετά το διακανονισμό που έγινε στις 20.9.
  8. Η πλευρά των Εναγόντων βασίζει την απαίτηση της στο άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 το οποίο ορίζει ως εξής: «34.
(1)Όστις, άλλως ή προς προώθησιν απεργίας ή ανταπεργίας εν σχέσει προς εργατικήν διαφοράν αναφυείσαν εν τη εργασία ή τη βιομηχανία εις ην απασχολούνται οι απεργοί ή ανταπεργοί, εν γνώσει και άνευ επαρκούς δικαιολογίας, προκαλεί την υφ' ετέρου παράβασιν κατά νόμον δεσμευτικής συμβάσεως μετά τρίτου, διαπράττει αστικόν αδίκημα κατά του τρίτου.» Τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, είναι τα ακόλουθα: α) η πρόκληση παράβασης σύμβασης ενός προσώπου με τρίτο πρόσωπο, β) εκ μέρους άλλου προσώπου που ενεργεί εν γνώση και χωρίς επαρκή δικαιολογία. Προκύπτει ότι οι Ενάγοντες προκειμένου να πετύχουν στην αξίωση τους, θα πρέπει να αποδείξουν αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της διαγωγής των Εναγομένων και της παράβασης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου εκ μέρους των Εναγόντων. Συγκεκριμένα ότι, οι Εναγόμενοι παρόλο που γνώριζαν κατά τον ουσιώδη και κρίσιμο χρόνο, την ύπαρξη του εν λόγω αγοραπωλητηρίου εγγράφου ως και την ύπαρξη του όρου για την υποχρέωση των Εναγόντων για αποπληρωμή της δεύτερης δόσης μέχρι 15.7.2006, εντούτοις ενήργησαν χωρίς επαρκή δικαιολογία και κατά τρόπο που προκάλεσαν την παράβαση από τους Ενάγοντες, του εν λόγω αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Όπως ανέφερα πιο πάνω, το Δικαστήριο έχει απορρίψει τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.
  1. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, τα συνολικά πιστωτικά υπόλοιπα όλων των λογαριασμών των Εναγόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο που ήταν πληρωτέα η δεύτερη δόση δηλαδή στις 15.7.2006, ανέρχοντο στο ποσό των Λ.Κ.79.069,
  2. Επομένως εξ αντικειμένου, ήταν αδύνατο να εκδοθεί επιταγή για το ποσό των Λ.Κ.100.000 της δεύτερης δόσης, γεγονός που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί οποιαδήποτε ευθύνη στους Εναγόμενους για την μη πληρωμή της εν λόγω δεύτερης δόσης ύψους Λ.Κ.100.
  3. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η αντικανονική πράξη στο λογαριασμό του Ενάγοντα 1 από υπάλληλο των Εναγομένων - την οποία οι Ενάγοντες επικαλούνται ως την αιτία της συμπεριφοράς που αποδίδουν στους Εναγόμενους - έγινε στις 18.8.2006 δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της 15.7.
  4. Συνεπώς, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1) από τους πωλητές στις 10.8.2006, προκλήθηκε από οποιεσδήποτε ενέργειες και συμπεριφορές των Εναγομένων, εφόσον η προαναφερθείσα αντικανονική πράξη στο λογαριασμό του Ενάγοντα 1 έγινε μετά τον τερματισμό, δηλαδή στις 18.8.
  5. Ως εκ τούτου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να τεκμηριώσουν με αποδεκτή μαρτυρία τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του άρθρου 34 του Κεφ.
  6. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου κρίνει και την τύχη της αγωγής που δεν είναι άλλη παρά η απόρριψη της. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν επίσης οι Μ.Ε.3 και Μ.Υ.2, εκτιμητές ακινήτων. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, κρίνω ότι αξιολόγηση της μαρτυρίας τους έχει καταστεί αχρείαστη. Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/ Final Αναφορά: Αποζημιώσεις λόγω τερματισμού αγοραπωλητηρίου εγγράφου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.