← Κύπρος

Νικήτας Πιτσιλλίδης, Αρ. Αίτησης: 249/10, 22 Φεβρουαρίου 2011

Νικήτας Πιτσιλλίδης, Αρ. Αίτησης: 249/10, 22 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A53 Αρ. Αίτησης: 249/10 Σε πτώχευση: Νικήτας Πιτσιλλίδης από την Λεμεσό Οφειλέτης Αίτηση δια κλήσεως της Bank of Cyprus Public Company Limited εκ Λευκωσίας ημ. 31/5/10 για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του ως άνω οφειλέτη. Ημερομηνία: 22 Φεβρουαρίου 2011 Για Πιστωτή: κα Διονυσίου Για Οφειλέτη: κος Συμεού Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εταιρεία Bank of Cyprus Public Company Limited (οι πιστωτές), κατεχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του ως άνω Νικήτα Πιτσιλλίδη (ο οφειλέτης). Σύμφωνα με τα γεγονότα της αίτησης, ο πιο πάνω χρεώστης οφείλει στους πιστωτές το ποσόν των €119.754,49 πλέον τόκους και έξοδα δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην αγωγή αρ. 263/04 ημ. 8.6.2007. Τα γεγονότα της αίτησης βεβαιώνει με ένορκη δήλωση της η Παμπίνα Θεοφίλου, η οποία αναφέρει ότι είναι Τραπεζικός Λειτουργός στους πιστωτές, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Αναφέρει επίσης ότι οι αναφερόμενες στην αίτηση πληροφορίες και δηλώσεις, είναι αληθείς. Ο οφειλέτης κατεχώρησε ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Παρά το γεγονός ότι σε αυτή αναφέρονται σειρά λόγων για απόρριψη της αίτησης, ουσιαστικά όλοι εστιάζονται στην ίδια επιχειρηματολογία. Ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, καταπιεστική και καταχρηστική επειδή το εξ' αποφάσεως χρέος είναι εξασφαλισμένο με επιβαρύνσεις και υποθήκες επί της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης 3 στην πιο πάνω αγωγή. Οι πιστωτές όμως κατά τον οφειλέτη δεν προχώρησαν πρώτα σε εκποίηση των υποθηκών αυτών προς είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους αλλά καταχρηστικά επιζητούν την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του οφειλέτη που είναι ο εναγόμενος 2 στην πιο πάνω αγωγή. Αναφέρεται επίσης στην ένσταση ότι στην έκδοση της επίδικης απόφασης, εμπεριέχεται συμφωνία των διαδίκων για εκποίηση των πιο πάνω υποθηκών και αν δεν ικανοποιούντο πλήρως από την πιο πάνω εκποίηση τότε μόνο θα δικαιούνταν να προχωρήσουν με αίτηση πτώχευσης εναντίον του οφειλέτη. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του οφειλέτη, στην οποία επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Αναφέρει περαιτέρω ότι από την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση, προκύπτει σαφέστατα ότι οι πιστωτές ανέλαβαν την υποχρέωση να αναζητήσουν πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους, πρώτιστα από την εκποίηση των υποθηκών της εναγομένης 3. Σε μεταγενέστερο στάδιο και στην περίπτωση που μετά την εκποίηση των υποθηκών δεν ικανοποιείτο το εξ' αποφάσεως χρέος τότε μόνον θα δικαιούνταν να προχωρήσουν σε αίτηση πτώχευσης εναντίον του. Ο οφειλέτης αναφέρει επίσης στην ένορκη του δήλωση ότι οι πιστωτές με την παρούσα διαδικασία δεν σκοπεύουν να προστατεύσουν την περιουσία του χάριν των πιστωτών του αλλά αντίθετα προσπαθούν να τον εξαναγκάσουν να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος, εξασφαλίζοντας έτσι παράνομο πλεονέκτημα έναντι των άλλων πιστωτών. Με τον τρόπο αυτό, χρησιμοποιούν την Πτωχευτική διαδικασία για σκοπούς άλλους από αυτούς που προβλέπει ο σχετικός Νόμος. Μαρτυρία Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, κατατέθηκαν από κοινού ως παραδεκτά γεγονότα, τα πιο κάτω: · Η ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 300/10 και η παρούσα αίτηση πτώχευσης αρ. 249/10 έχουν επιδοθεί προσωπικά στον οφειλέτη. · Δεν έχει καταχωρηθεί ένσταση από τον οφειλέτη στα πλαίσια της πτωχευτικής ειδοποίησης 300/10. Προς υποστήριξη της αίτησης κατέθεσε η υπάλληλος των πιστωτών Παμπίνα Θεοφίλου. Σύμφωνα με γραπτή της δήλωση (τεκμ.1) από τον Ιούλιο του 2006 εργάζεται στην υπηρεσία διακανονισμού χρεών ως μια εκ των προϊσταμένων της εν λόγω Διεύθυνσης, η οποία εδράζεται στην Λεμεσό. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας καθώς είναι μια εκ των λειτουργών, στους οποίους ανατέθηκε ο έλεγχος και η παρακολούθηση του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Το χρεωστικό υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού, απετέλεσε την βάση επί της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου εξέδωσε στις 8.6.2007 στα πλαίσια της αγωγής 263/04, απόφαση εναντίον του οφειλέτη και υπέρ των πιστωτών. Η απόφαση που εξεδόθη εκ συμφώνου, διατάσσει τον οφειλέτη - εναγόμενο 2 όπως από κοινού με τις εναγόμενες 1 & 3 πληρώσουν στους πιστωτές το ποσόν των €119.754,49 πλέον τόκους και έξοδα. Η εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης και των εξόδων, αναστάληκε εκ συμφώνου για περίοδο δύο ετών από τις 8.6.2007. Εάν εντός της περιόδου αναστολής καταβαλλόταν το πιο πάνω ποσόν μείον €8.543,01 τότε η απόφαση θα εθεωρείτο ως πλήρως εξοφληθείσα. Επίσης, οι πιστωτές διατηρούσαν το δικαίωμα τους να εγγράψουν επιβάρυνση (memo) επί της περιουσίας των εναγομένων. Η περίοδος αναστολής έχει εκπνεύσει. Όμως, το πιο πάνω εξ' αποφάσεως χρέος δεν έχει ικανοποιηθεί μέχρι σήμερα και ο οφειλέτης εξακολουθεί να οφείλει μαζί με τους υπολοίπους εναγομένους ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό. Οι πιστωτές δεν έχουν καμία εξασφάλιση επί της περιουσίας του οφειλέτη. Κατεχώρησαν ως εκ τούτου την ειδοποίηση πτώχευσης με αριθμό 310,00 η οποία επιδόθηκε προσωπικά στον οφειλέτη στις 7.4.2010. Ο οφειλέτης δεν συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες της πιο πάνω ειδοποίησης πτώχευσης. Ως αποτέλεσμα, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση πτώχευσης η οποία επιδόθηκε προσωπικά στον οφειλέτη στις 3.6.2010. Αναφέρεται τέλος στην γραπτή δήλωση της μάρτυρος, ότι ο οφειλέτης είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας και διέμενε στην Λεμεσό για περίοδο μεγαλύτερη των 6 μηνών πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στην αντεξέταση, η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έγιναν ενέργειες για πώληση της ακίνητης περιουσίας της εναγομένης 3 που επιβαρύνθηκε με memo στα πλαίσια της υπόθεσης. Ήταν σε διαπραγματεύσεις με τους εναγομένους, οι οποίοι υπόσχονταν ότι θα πληρώσουν το εξ' αποφάσεως χρέος. Έτσι δεν έλαβαν μέτρα εκτέλεσης για εκποίηση της περιουσίας μετά από παράκληση και των ιδίων των εναγομένων. Της υπεβλήθη ότι η εναγομένη 3, της ζήτησε να εκποιήσει την περιουσία της που επιβαρύνεται με memo και στην συνέχεια να πληρώσει οιονδήποτε υπόλοιπο τυχόν παραμείνει. Αρνήθηκε την υποβολή, λέγοντας ότι κατά τις διαπραγματεύσεις, η θέση της εναγομένης 3 ήταν ότι ήθελε χρόνο για να εξοφλήσει το χρέος. Δεν τίθεται επίσης θέμα να υποσχέθηκε η τράπεζα ότι σε περίπτωση προβλήματος στην εξόφληση του χρέους θα εκποιούνταν πρώτα τα ενυπόθηκα ακίνητα της εναγομένης 3. Στην συνέχεια, η μάρτυρας ανέφερε ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε για προστασία της περιουσίας του οφειλέτη αλλά πρώτιστα για να προστατευθούν τα συμφέροντα της τράπεζας δεδομένου ότι ο οφειλέτης δεν έχει ακίνητη περιουσία που θα μπορούσε να εκποιηθεί για εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ακολούθως κατέθεσε ο οφειλέτης Νικήτας Πιτσιλλίδης. Ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε ως εγγυητής το επίδικο δάνειο λόγω του ότι η τράπεζα ήταν εξασφαλισμένη με τις υποθήκες. Ανέφερε δε χαρακτηριστικά ότι αν δεν υπήρχαν οι υποθήκες, ίσως να μην υπέγραφε ως εγγυητής. Μετά την λήξη της αναστολής και την έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, ο ίδιος δεν μίλησε καθόλου με την τράπεζα. Η εναγομένη 3 που είναι σύζυγος του, προέβαινε σε όλες τις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές και εκπροσωπούσε όπως είπε και τους δύο. Είναι σε θέση όμως να γνωρίζει ότι εκτός από τις υποθήκες, η τράπεζα καταχώρησε memo ως επιπρόσθετη επιβάρυνση στην περιουσία της εναγομένης 3. Ανέφερε τέλος ότι επειδή ασκεί το επάγγελμα του χρυσοχόου αν εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον του θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και θα χάσει την αξιοπιστία του στην αγορά. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν έχει ακίνητη περιουσία προς εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ανέφερε όμως ότι έχει ακίνητα η σύζυγος του, τα οποία επιβαρύνθηκαν με υποθήκες και memo από τους πιστωτές. Του υπεβλήθη ότι στην εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση δεν υπάρχει όρος ότι οι πιστωτές θα πρέπει να προχωρήσουν πρώτα με την εκποίηση των υποθηκών προτού κινηθούν εναντίον του. Απάντησε ότι δεν έχει υπόψιν του το ακριβές κείμενο της απόφασης. Επέμενε όμως στην θέση του ότι η τράπεζα θα έπρεπε προτού καταχωρήσει την παρούσα αίτηση να προχωρήσει πρώτα με εκποίηση των υποθηκών και των ακινήτων που επιβαρύνθηκαν με memo. Στην συνέχεια, κατέθεσε για τον οφειλέτη η σύζυγος του Ανδρούλλα Πιτσιλλίδου. Είναι η εναγομένη 3 στην αγωγή 263/04, στην οποία διατάχθηκε να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος μαζί με τους άλλου εναγομένους. Υπέγραψαν με τον σύζυγο της ως εγγυητές της εναγομένης 1 εταιρείας, σε σύμβαση δανείου της τελευταίας με τους πιστωτές. Η ίδια υποθήκευσε επίσης ακίνητη περιουσία της προς εξασφάλιση του χρέους. Είχε συμφωνηθεί κατά τη μάρτυρα ότι αν δεν πληρωνόταν το χρέος, οι πιστωτές θα προχωρούσαν πρώτα με εκποίηση της περιουσίας που υποθηκεύτηκε. Κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης, ζήτησε δύο χρόνια αναστολή γιατί είχε δώσει άλλη περιουσία της σε αντιπαροχή και θεωρούσε ότι χρειαζόταν αυτό το χρονικό διάστημα για να εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος. Η αντιπαροχή όμως δεν προχώρησε και έτσι δεν μπόρεσε να εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος στην περίοδο των δύο ετών. Με την παρέλευση δε της περιόδου αναστολής, η τράπεζα καταχώρησε memo σε όλη την ακίνητη περιουσία της με αποτέλεσμα να μην μπορεί να πωλήσει οιονδήποτε ακίνητο για να εξοφλήσει τους πιστωτές. Μετά την λήξη της περιόδου αναστολής, μιλούσε συνέχεια με την τράπεζα και πρότεινε να αφαιρεθεί memo από ένα ακίνητο της στο Παραλίμνι προκειμένου να εξοφληθεί το εξ' αποφάσεως χρέος. Η τράπεζα όμως αρνήθηκε την πρόταση και προχώρησε με ειδοποίηση πτώχευσης εναντίον του οφειλέτη. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του οφειλέτη στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι όπως προκύπτει από την μαρτυρία, οι πιστωτές αποδέχθηκαν ότι προτού προχωρήσουν με άλλα μέτρα για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους, θα προέβαιναν σε ενέργειες εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Αυτό προκύπτει κατά τον συνήγορο και από την εκ συμφώνου απόφαση (τεκμ. 3) στην οποία διατάχθηκε από το Δικαστήριο η εκποίηση δύο υποθηκών της εναγομένης 3 με πώληση των ακινήτων δια δημοσίου πλειστηριασμού και χρησιμοποίηση των εσόδων για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ως εκ τούτου κατά τον συνήγορο, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης είναι καταχρηστική αφού οι πιστωτές δεν προχώρησαν σε εκποίηση των υποθηκών προτού ζητήσουν με την παρούσα, την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του οφειλέτη. Καταδεικνύεται επίσης ότι πρόθεση των πιστωτών δεν είναι να προστατεύσουν την περιουσία του οφειλέτη αλλά μόνο να τον πιέσουν και εξαναγκάσουν να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος παρά το γεγονός ότι αυτό είναι εξασφαλισμένο με την ακίνητη περιουσία της εναγομένης 3. Ούτε μπορεί να λεχθεί ότι σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η προστασία των πιστωτών του οφειλέτη όπως ισχυρίστηκε η μάρτυρας της τράπεζας. Η μάρτυρας αυτή όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση δεν ήταν σε θέση κατά τον συνήγορο να αναφέρει τα ονόματα των πιστωτών του οφειλέτη, των οποίων τα συμφέροντα υποτίθεται ότι προσπαθεί να προστατεύσει. Η συνήγορος των πιστωτών στην δική της αγόρευση, έκαμε εκτενή αναφορά στην νομική πτυχή της υπόθεσης με έμφαση στα στοιχεία που οφείλει να αποδείξει ο πιστωτής, προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα παραλαβής δυνάμει του άρθρου 6.2 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ. 5). Η συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι σε περίπτωση που οι πιστωτές αποδείξουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6.2, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να απορρίψει την αίτηση αφού οι πρόνοιες του άρθρου 6 είναι επιτακτικής φύσης. Ήταν επιπλέον η θέση της συνηγόρου ότι όλα τα πιο πάνω στοιχεία, έχουν αποδειχθεί από τους πιστωτές. Η ύπαρξη του χρέους και η μη εξόφληση του δεν αμφισβητήθηκαν από τον οφειλέτη. Υποστήριξε μόνο ότι οι πιστωτές είχαν υποχρέωση να μην προχωρήσουν στην παρούσα πριν την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Κάτι τέτοιο όμως δεν προβλέπεται κατά την συνήγορο από την εκ συμφώνου εκδοθείσα απόφαση. Μοναδικός όρος ήταν η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για δύο χρόνια. Με την παρέλευση του πιο πάνω χρόνου χωρίς να ξοφληθεί το εξ' αποφάσεως χρέος, οι πιστωτές είχαν δικαίωμα να προχωρήσουν στην ειδοποίηση πτώχευσης όπως έπραξαν στην παρούσα περίπτωση. Αξιολόγηση μαρτυρίας Είχα την ευκαιρία κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσω και τους τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Η μάρτυρας για τους πιστωτές, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στο ιστορικό της υπόθεσης και στις ενέργειες της τράπεζας χωρίς να κλονιστεί σε κανένα σημείο της αντεξέτασης της. Ήταν επίσης ιδιαίτερα ειλικρινής, αναφέροντας ότι πρώτιστο μέλημα για τους πιστωτές ήταν να προστατευθούν τα συμφέροντα της τράπεζας δεδομένου ότι ο οφειλέτης δεν έχει ακίνητη περιουσία που θα μπορούσε να εκποιηθεί για εξασφάλιση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ειλικρινής ήταν επίσης στο γεγονός ότι η τράπεζα δεν προχώρησε με εκποίηση των υποθηκών της εναγομένης 3. Έδωσε όμως προς τούτο πειστική εξήγηση, λέγοντας ότι ήταν σε συνεχείς διαπραγματεύσεις με την 3η εναγομένη, η οποία ζητούσε χρόνο προκειμένου να εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος. Ιδιαίτερα πειστική ήταν η μάρτυρας και ως προς την θέση της ότι οι πιστωτές δεν συμφώνησαν σε κανένα σημείο ότι θα προχωρούσαν πρώτα με εκποίηση των πιο πάνω υποθηκών προτού λάβουν οιαδήποτε άλλα μέτρα για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Ο οφειλέτης και η σύζυγος του, κατέθεσαν προς υποστήριξη της έντασης. Δεν αμφισβήτησαν την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης εναντίον τους ούτε και το ότι εξακολουθούν να οφείλουν το εξ' αποφάσεως χρέος. Προσπάθησαν όμως και οι δύο να πείσουν ότι κατά την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης αλλά και σε μεταγενέστερο στάδιο, οι πιστωτές ανέλαβαν υποχρέωση να εκποιήσουν τις υποθήκες των ακινήτων της εναγομένης 3 πριν προχωρήσουν σε άλλα μέτρα για είσπραξη του εξ' αποφάσεως χρέους. Δεν υπήρξαν όμως καθόλου πειστικοί ως προς τούτο. Να σημειώσω εδώ ότι αν όντως έτσι είχαν τα πράγματα δεν θα υπήρχε κανένα κώλυμα για τα δύο μέρη να διατυπώσουν στην εκ συμφώνου απόφαση τον πιο πάνω όρο. Αντιθέτως, στο τεκμήριο 3 που είναι το συνταγμένο κείμενο (drawn
  2. up)της εκ συμφώνου απόφασης δεν αναφέρεται τέτοιος περιορισμός. Η μόνη συμφωνία των μερών που αναφέρεται στο τεκμήριο 3, είναι η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για περίοδο 2 χρόνων. Θα ήταν ως εκ τούτου λογικό αν υπήρχε περιορισμός ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της απόφασης να είχε διατυπωθεί στο τεκμήριο 3 όπως διατυπώθηκε και ο όρος για να αναστολή εκτέλεσης. Αλλά ούτε ως προς την θέση τους ότι η τράπεζα υποσχέθηκε κάτι τέτοιο μετά την έκδοση απόφασης ήταν ιδιαίτερα πειστικοί. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, τόσον ο οφειλέτης όσον και η σύζυγος του δεν μου έκαναν καλή εντύπωση από το εδώλιο. Ο οφειλέτης ενώ αρχικά υποστήριξε ότι υπέγραψε ως εγγυητής μόνο λόγω των ενυπόθηκων δανείων, στην συνέχεια δεν ήταν σίγουρος αναφέροντας ότι ίσως να υπέγραψε γι' αυτό. Όσον αφορά την σύζυγο του, ήταν εμφανής η προσπάθεια της να ενισχύσει την εκδοχή του οφειλέτη για τα γεγονότα παρά το να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Εν πάση περιπτώσει και οι δύο δεν μπόρεσαν να δώσουν μια λογική εξήγηση γιατί ενώ ισχυρίζονται ότι συμφωνήθηκε να δοθεί προτεραιότητα στην εκποίηση των υποθηκών, αυτό το πολύ σημαντικό στοιχείο δεν τέθηκε από τα μέρη στην εκ συμφώνου απόφαση που δηλώθηκε στο Δικαστήριο. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία του οφειλέτη και της συζύγου του απορρίπτεται στο σύνολο της. Ευρήματα Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, τα ευρήματα μου σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ανάλογα της μαρτυρίας που έγινε αποδεκτή. Ειδικότερα σημειώνω τα πιο κάτω: Στις 8.6.2007 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των πιστωτών και εναντίον του οφειλέτη. Δυνάμει της πιο πάνω απόφασης, ο οφειλέτης ως εναγόμενος 2, διατάχθηκε μαζί με τους εναγομένους 1 & 3 να πληρώσει στους πιστωτές το ποσόν των €119.754,49 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω συμφωνήθηκε η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης για περίοδο 2 ετών. Στην ίδια απόφαση, διατασσόταν μεταξύ άλλων η πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού, δύο ακινήτων ιδιοκτησίας της εναγομένης 3 συζύγου του οφειλέτη. Τα έσοδα από την πώληση, διατάχθηκε όπως χρησιμοποιηθούν για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης έληξε στις 8.6.2009 χωρίς να πληρωθεί κανένα ποσόν έναντι του εξ' αποφάσεως χρέους. Ακολούθως, οι πιστωτές επέδωσαν προσωπικά στον οφειλέτη στις 7.4.10, την ειδοποίηση πτώχευσης με αρ. 300/10. Με αυτήν ζητούσαν μεταξύ άλλων την πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους και των εξόδων εντός 7 ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης πτώχευσης. Ο οφειλέτης δεν κατεχώρησε ένσταση ούτε αμφισβήτησε την ειδοποίηση πτώχευσης εντός 7 ημερών από την επίδοση της σε αυτόν. Στην συνέχεια, οι πιστωτές κατεχώρησαν στις 31.5.10 εναντίον του οφειλέτη την παρούσα αίτηση πτώχευσης, η οποία επιδόθηκε προσωπικά σε αυτόν στις 3.6.10. Ο οφειλέτης τον τελευταίο χρόνο πριν την καταχώρηση της αίτησης, είχε την συνήθη διαμονή του στην Κύπρο. Επιπλέον κατά τους τελευταίους έξη μήνες πριν την καταχώρηση της αίτησης, διέμενε και ασκούσε την εργασία του στην επαρχία Λεμεσού. Νομική πτυχή - Συμπεράσματα. Το άρθρο 4 του Περί Πτώχευσης Νόμου (Κεφ. 5), δίνει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του χρεώστη μετά από αίτηση πτώχευσης που υποβάλλεται είτε από πιστωτή είτε από τον ίδιο τον χρεώστη. Προϋπόθεση για την καταχώρηση της αίτησης είναι η διάπραξη «πράξης πτώχευσης» εκ μέρους του χρεώστη. Το άρθρο 3 του Νόμου, καθορίζει πότε ο οφειλέτης διαπράττει πράξη πτώχευσης. Για τους σκοπούς της παρούσας, σχετική είναι η παράγραφος ζ του άρθρου 3 όπου καθορίζεται ως πράξη πτώχευσης, η μη συμμόρφωση του χρεώστη εντός 7 ημερών σε ειδοποίηση πτώχευσης που του επιδίδεται από τον πιστωτή. Προϋποτίθεται στην περίπτωση αυτή ότι ο πιστωτής εξασφάλισε εναντίον του οφειλέτη τελεσίδικη Δικαστική απόφαση, η εκτέλεση της οποίας δεν έχει ανασταλεί. Το άρθρο 5.1 του Κεφ. 5, καθορίζει ως περαιτέρω προϋποθέσεις για καταχώρηση αίτησης πτώχευσης από πιστωτή, τα πιο κάτω: (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή να υπερβαίνει τα €854,00 (£.500,00). (β) το χρέος να είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο. (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση να συνέβηκε μέσα σε 3 μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης. (δ) ο οφειλέτης να κατοικεί στην Κύπρο ή, μέσα σε περίοδο ενός χρόνου πριν από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, να είχε τη συνήθη διαμονή ή τόπο εργασίας στην Κύπρο ή να διεξήγαγε εργασίες προσωπικά ή με αντιπρόσωπο στην Κύπρο. Επιπλέον σύμφωνα με το άρθρο 88 του Κεφ.5, η αίτηση πτώχευσης πρέπει να υποβάλλεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Επαρχίας στην οποία διαμένει ο χρεώστης ή διεξήγαγε τις εργασίες του για περίοδο μεγαλύτερη των έξη μηνών πριν την καταχώρηση της αίτησης. Η διαδικασία και ο τρόπος απόδειξης της αίτησης πτώχευσης, καθορίζονται στο άρθρο 6 του Κεφ. 5. Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, αίτηση πιστωτή θα βεβαιώνεται από ένορκη δήλωση του ιδίου ή από άλλο πρόσωπο για λογαριασμό του που γνωρίζει τα γεγονότα. Επιπλέον ο πιστωτής οφείλει να αποδείξει: · Το οφειλόμενο σε αυτόν χρέος, · την επίδοση της αίτησης στον χρεώστη και · την πράξη πτώχευσης. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 5.2, στην περίπτωση ασφαλισμένου πιστωτή, αυτός οφείλει να δηλώσει στην αίτηση του ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του σε περίπτωση πτώχευσης υπέρ των πιστωτών ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του. Όπως προαναφέρθηκε, στην παρούσα υπόθεση ο οφειλέτης δεν αμφισβήτησε τις προϋποθέσεις που απαιτεί ο Νόμος για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον του. Η ύπαρξη του εξ' αποφάσεως χρέους και η μη εξόφληση του, είναι παραδεκτά. Όπως παραδεκτό είναι το γεγονός ότι επιδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης στον οφειλέτη, ο οποίος δεν καταχώρησε ένσταση ούτε συμμορφώθηκε με αυτήν εντός 7 ημερών από την επίδοση της. Ο οφειλέτης δεν αμφισβήτησε επίσης ότι τον τελευταίο χρόνο πριν την καταχώρηση της αίτησης, διέμενε στην Κύπρο και διεξήγαγε την εργασία του στην Επαρχία Λεμεσού αλλά ούτε και το γεγονός ότι η παρούσα καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο Νόμος και του επιδόθηκε προσωπικά. Η μοναδική υπεράσπιση που προβλήθηκε από τον οφειλέτη, είναι ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών. Η θέση αυτή εδράζεται σε ισχυρισμό ότι οι πιστωτές ανέλαβαν την υποχρέωση να μην λάβουν μέτρα εναντίον του πριν προχωρήσουν σε εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων της συζύγου του που είναι συνοφειλέτιδα του στο εξ' αποφάσεως χρέος. Ο πιο πάνω ισχυρισμός όμως του οφειλέτη δεν έγινε αποδεκτός από το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ανεξαρτήτως τούτου, ήταν η θέση του συνηγόρου του οφειλέτη ότι ούτως ή άλλως, από την στιγμή που οι πιστωτές θα μπορούσαν να προχωρήσουν με εκποίηση των πιο πάνω υποθηκών για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους, η καταχώρηση της παρούσας είναι καταπιεστική και αποτελεί κατάχρηση των Δικαστικών διαδικασιών. Εν κατακλείδι, ήταν ο ισχυρισμός του συνηγόρου του οφειλέτη κατά την τελική αγόρευση του, ότι η τράπεζα είναι ασφαλισμένος πιστωτής αφού μπορεί να εκποιήσει τις πιο πάνω υποθήκες για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Κατά συνέπεια η καταχώρηση της παρούσας είναι καταχρηστική και σκοπό έχει τον εξαναγκασμό του οφειλέτη για να εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος. Ο ορισμός του όρου «ασφαλισμένος πιστωτής», καθορίζεται στο άρθρο 2 του Κεφ. 5 που μεταφράστηκε ως ακολούθως από το αρχικό Αγγλικό κείμενο δυνάμει του Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67/88: «"ασφαλισμένος πιστωτής" σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του πιστωτή ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από τον χρεώστη.» Το αρχικό αγγλικό κείμενο έχει ως εξής: «"Secured creditor" means a person holding a mortgage, pledge, charge or lien on the property of the debtor, or any part thereof as a security for a debt due to him by the debtor.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι έγινε λάθος στην μετάφραση του κειμένου από τα Αγγλικά στα Ελληνικά. Είναι εμφανές ότι η φράση «on the property of the debtor» αντί να μεταφραστεί σε «επί της περιουσίας του χρεώστη», μεταφράστηκε σε «επί της περιουσίας του πιστωτή». Έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 4.5 του Περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμου 67/88 σύμφωνα με τις οποίες σε περίπτωση διάστασης του Ελληνικού κειμένου με το Αγγλικό θα υπερισχύει το αρχικό Αγγλικό κείμενο, κρίνω ότι ο όρος «ασφαλισμένος πιστωτής» αναφέρεται σε πιστωτή που κατέχει τις πιο πάνω επιβαρύνσεις επί της περιουσίας του χρεώστη. Είναι επίσης εμφανές από το αρχικό κείμενο του Νόμου ότι για να χαρακτηριστεί κάποιος ως «ασφαλισμένος πιστωτής» δεν είναι αρκετό να κατέχει επιβάρυνση στην περιουσία συνοφειλέτη του χρεώστη. Είναι αναγκαία προϋπόθεση ο ασφαλισμένος πιστωτής να κατέχει επιβάρυνση στην περιουσία του ίδιου του χρεώστη και όχι στην περιουσία συνοφειλέτη του. Σχετική είναι η απόφαση Οικονομίδης ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ
  1. Στην υπόθεση αυτή, εκδόθηκε Δικαστική απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 εταιρείας και άλλων εναγομένων για το ποσόν των £647.895,
  2. Με την ίδια απόφαση διατάχθηκε η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου της εναγομένης 1 εταιρείας για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ακολούθησε αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον του εναγομένου
  3. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε εισήγηση του εναγομένου 2 ότι οι πιστωτές ήταν εξασφαλισμένοι λόγω της υποθήκης της εναγομένης 1 εταιρείας. Η προσέγγιση αυτή έγινε αποδεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων τα εξής: «Συμφωνούμε με την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου. Η κατάληξη στην οποία έχει αχθεί ήταν η μόνη δυνατή λαμβανομένου υπόψη του λεκτικού των πιο πάνω άρθρων του Κεφ.
  4. Η ασφάλεια που κατείχε ο πιστωτής ήταν ασφάλεια επί της περιουσίας της εναγομένης εταιρείας 1 και δεν μπορεί να καλύψει με κανένα τρόπο την περίπτωση του εφεσείοντος.» Έγινε επίσης από το Ανώτατο Δικαστήριο, αναφορά στο πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, σελ. 525: "Section 167 defines a 'secured creditor' as a person holding security over the property of the debtor, accordingly this rule would appear only to apply to such creditors, and not to creditors holding security over the property of third parties." Σε ελληνική μετάφραση: "To άρθρο 167* δίνει τον ορισμό του 'ασφαλισμένου πιστωτή' ως του προσώπου το οποίο κατέχει ασφάλεια επί της περιουσίας του χρεώστη. Συνακόλουθα φαίνεται ότι αυτός ο κανόνας εφαρμόζεται στην περίπτωση τέτοιων πιστωτών και όχι σε πιστωτές οι οποίοι κατέχουν ασφάλεια επί της περιουσίας τρίτων." Ενόψει των πιο πάνω αρχών δεν τίθεται ζήτημα οι πιστωτές να είναι «ασφαλισμένοι πιστωτές» με την εννοία που προσδίδει στον όρο το Κεφ.
  5. Επιπλέον, έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι επίσης δεν ευσταθούν οι γενικότεροι ισχυρισμοί του οφειλέτη περί κατάχρησης της Δικαστικής διαδικασίας λόγω της ύπαρξης των πιο πάνω υποθηκών και της απουσίας άλλων μέτρων εκτέλεσης εκ μέρους των πιστωτών. Είναι γεγονός ότι η νομολογία επισημαίνει το απαράδεκτο της χρήσης των πτωχευτικών διαδικασιών στις περιπτώσεις που αυτές αποδεικνύεται ότι αποτελούν καταπιεστικό μέτρο εναντίον του χρεώστη. Η καταπίεση προκύπτει όπου η πτωχευτική διαδικασία ασκείται κακόπιστα και με σκοπό αλλότριο από αυτό που προβλέπει ο Νόμος (Βλ. μεταξύ άλλων London Clubs v. Παπαδόπουλου
(2002)1 Α.Α.Δ 1699). Έχει όμως επίσης νομολογηθεί ότι η επιλογή του πιστωτή να μην χρησιμοποιήσει πρώτα άλλα μέτρα εκτέλεσης δεν καθιστά χωρίς άλλο την πτωχευτική διαδικασία καταπιεστική. Μέτρα εκτέλεσης όπως η δέσμευση ακινήτων και το ένταλμα κινητών δεν αποτελούν προαπαιτούμενο για καταχώρηση αίτησης πτώχευσης ούτε και προβλέπονται από τον Περί Πτωχεύσεως Νόμο (Κεφ. 5). Επιπλέον, η κατάχρηση των πτωχευτικών διαδικασιών προϋποθέτει κατά το Εφετείο, την ύπαρξη δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του πιστωτή (Βλ. Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ 1311). Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί ότι οι πιστωτές επιχειρούν με την πτωχευτική διαδικασία να εξασφαλίσουν με δόλιο ή αθέμιτο τρόπο χρήματα ή πλεονεκτήματα εις βάρος του οφειλέτη. Ούτε υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου που να υποδηλώνει ότι η παρούσα διαδικασία χρησιμοποιείται από τους πιστωτές με στόχο άλλο από εκείνο που προβλέπει ο Νόμος και κατά τρόπο καταπιεστικό για τον οφειλέτη. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, είναι εμφανές ότι ο λόγος έντασης για κατάχρηση της πτωχευτικής διαδικασίας δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται.. Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης, των ευρημάτων του Δικαστηρίου αλλά και των παραδεκτών γεγονότων, κρίνω ότι οι πιστωτές έχουν αποδείξει ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του οφειλέτη. Συγκεκριμένα έχουν αποδειχθεί:
  1. Το χρέος του οφειλέτη προς τους πιστωτές δυνάμει Δικαστικής απόφασης στην αγωγή Ε.Δ. Λεμεσού με αρ. 263/04 για το ποσόν των €119.754,49 πλέον τόκους και έξοδα, η αναστολή εκτέλεσης του οποίου έληξε στις 8.6.
  2. Η διενέργεια πράξης πτώχευσης από τον οφειλέτη ως αποτέλεσμα μη συμμόρφωσης του εντός 7 ημερών στην ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 300/10 η οποία εκδόθηκε από τους πιστωτές δυνάμει του πιο πάνω εξ' αποφάσεως χρέους και επιδόθηκε προσωπικά στον οφειλέτη στις 7.4.
  3. Η καταχώρηση της παρούσας στις 31..5.10 ήτοι εντός της προθεσμίας των τριών μηνών από την πράξη πτώχευσης όπως προβλέπεται από το άρθρο 5.1 του Κεφ.
  4. Η παρούσα αίτηση βεβαιώνεται για λογαριασμό των πιστωτών από ένορκη δήλωση της Παμπίνας Θεοφίλου που εργάζεται στους πιστωτές και γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης.
  5. Ο οφειλέτης τον τελευταίο χρόνο πριν την καταχώρηση της αίτησης, είχε την συνήθη διαμονή του στην Κύπρο και επίσης ασκούσε την εργασία του στην επαρχία Λεμεσού τους τελευταίους έξη μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του οφειλέτη Νικήτα Πιτσιλλίδη. Προσωρινός διαχειριστής της περιουσίας του οφειλέτη, διορίζεται ο Επίσημος Παραλήπτης, στον οποίο να διαβιβασθεί αντίγραφο του διατάγματος παραλαβής. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των πιστωτών και εναντίον του οφειλέτη ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.