← Κύπρος

Σταύρος Σοφοκλέους ν. Κωστής Μαρίνος, Αρ. Αγ.: 4071/06, 28/02/2011

Σταύρος Σοφοκλέους ν. Κωστής Μαρίνος, Αρ. Αγ.: 4071/06, 28/02/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A57 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 4071/06 Μεταξύ: Σταύρος Σοφοκλέους από τη Λεμεσό Ενάγοντας και Κωστής Μαρίνος από τη Λεμεσό Εναγόμενος ------------------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 28/02/2011 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Γ. Τσίκκος και κα Μ. Ιακώβου. Για τον εναγόμενο: κ. Π. Κωνσταντίνου για κ.κ. Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σια. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή, αξιώνει εναντίον του εναγομένου το ποσό των £7,569.16 σεντ ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον γενικές αποζημιώσεις, αποζημιώσεις για μελλοντικές απώλειες, τόκους και έξοδα που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνέπεια οδικού δυστυχήματος που επεσυνέβη κατά ή περί την 04ην/08/2005 στο κύριο δρόμο Τριμίκλινης - Πελενδρίου για το οποίο αποκλειστική ευθύνη φέρει ο εναγόμενος. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται ότι φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για το εν λόγω δυστύχημα και ισχυρίζεται ότι αυτό επεσυνέβη συνέπεια της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα και παραθέτει λεπτομέρειες αυτής. Επίσης, αρνείται τις ζημιές αλλά και τα τραύματα που ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι υπέστη από το πιο πάνω δυστύχημα. Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτύρησαν για λογαριασμό του ενάγοντα ο Αστυφ. 2218 κ. Γεώργιος Γεωργίου (Μ.Ε.1) και ο ίδιος ο ενάγοντας (Μ.Ε.2). Η πλευρά του εναγομένου δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Επίσης, κατά την δίκη κατατέθηκαν συνολικά επτά

(7)τεκμήρια για τα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω και εκεί όπου κρίνεται σκόπιμο. Περαιτέρω, έχει γίνει παραδεκτό γεγονός ότι το ύψος των ιατρικών εξόδων του ενάγοντα τα οποία περιλαμβάνονται στην παράγραφο 8Α α)-στ) της Έκθεσης Απαίτησης και τα οποία ανέρχονται σε €517,21 σεντ. Επίσης, παραδεκτό γεγονός έγινε και το περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού (τεκμήριο 7). Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί και σημειωθεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Τόσο το τί ανέφεραν οι μάρτυρες κατά την ζωντανή τους μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και θα ληφθούν υπόψη στην κατωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε αυτή θα γίνει αναφορά και στα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από τους εν λόγω μάρτυρες αλλά και όπως προκύπτουν από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Επίσης, έχω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του (βλ. Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454). Με βάση τα δικόγραφα αλλά και την προσαχθείσα μαρτυρία τα κύρια επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής είναι η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος και το ύψος των αποζημιώσεων. Θα εξετάσω κατωτέρω κάθε ένα από τα πιο πάνω ξεχωριστά. ΕΥΘΥΝΗ: Ο Μ.Ε.1, Αστυφ. 2218 κ. Γεώργιος Γεωργίου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι εξεταστής δυστυχημάτων για 13 περίπου χρόνια, έκανε τη στοιχειώδη εκπαίδευση και ότι έχει εξετάσει αρκετά δυστυχήματα. Κατά την 04ην/08/2005 ειδοποιήθηκε για ένα δυστύχημα στο δρόμο Τριμίκλινης - Πελενδρίου, παρά το οινοποιείο Τσιάκκας και επισκέφθηκε τη σκηνή όπου ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
  1. Eμπλεκόμενοι στο δυστύχημα, ανέφερε, ήταν ο ενάγοντας, οδηγός της μοτοσυκλέτας ενοικιάσεων ZHNA 459 και ο εναγόμενος, οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΕΕΧ
  2. Παρόν στη σκηνή ήταν μόνο ο εναγόμενος αφού ο ενάγοντας είχε τραυματιστεί και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο Κυπερούντας. Με το σχεδιαγράφημα που ετοίμασε συμφώνησαν και οι δύο ενεχόμενοι οδηγοί, εκτός από το σημείο σύγκρουσης που σημείωσε ο ίδιος και του υπέδειξαν άλλα σημεία σύγκρουσης τα οποία σημείωσε επί αυτού. Εξηγώντας το τεκμήριο 1, ο μάρτυρας ανέφερε ότι το όχημα του εναγομένου είχε κατεύθυνση προς Πελένδρι ενώ η μοτοσυκλέτα του ενάγοντα κατευθυνόταν αντίθετα προς Τριμίκληνη. Το δυστύχημα επεσυνέβη σε κάποιο σημείο του πιο πάνω δρόμου μετά από μια κλειστή στροφή προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα. Στο τεκμήριο 1 τοποθέτησε 3 σημεία σύγκρουσης. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, το Χ είναι το σημείο σύγκρουσης το οποίο τοποθέτησε ο ίδιος και το οποίο θεωρεί ως το ορθό σημείο σύγκρουσης. Κατέληξε σε αυτό ανέφερε μετά από τις εξετάσεις που έκανε αλλά και διότι στο σημείο αυτό υπήρχαν γυαλιά. Τα Χ1 που φαίνεται στο τεκμήριο 1 είναι το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο εναγόμενος και το Χ2 το σημείο σύγκρουσης που υπέδειξε ο ενάγοντας. Το συνολικό πλάτος του δρόμου στα πιο πάνω σημεία Χ, Χ1 και Χ2 είναι 6,90 μέτρα. Επίσης, υπάρχει ασφάλτινο παγκέτο πλάτους 1,10 μ. αριστερά της λωρίδας του εναγομένου και το ίδιο παγκέτο υπάρχει στην λωρίδα του ενάγοντα, το πλάτος του οποίου όμως είναι 0,90 εκ. Και τα δύο παγκέτα χωρίζονται από τις λωρίδες κυκλοφορίας με κίτρινη γραμμή και ήταν χρησιμοποιήσιμα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Το Χ απέχει από την άκρη του δρόμου, σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα, 4,42 μέτρα και βρίσκεται 0.97 εκ. εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του εναγομένου. Το Χ2 απέχει 3,50 μέτρα από την άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα και είναι 0,5 εκ. εντός της λωρίδας του εναγομένου και το Χ1 απέχει 4,40 μέτρα και είναι 0,95 εκ. εντός της λωρίδας του εναγομένου. Οι διαστάσεις του οχήματος του εναγομένου ήταν 1,60 μέτρα πλάτος και 5,00 μέτρα μήκος και η τελική του θέση σημειώνεται με το γράμμα Α1, το οποίο βρίσκεται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Το σημείο Χ βρίσκεται εκεί που είναι η τελική θέση του οχήματος του εναγομένου, στο μέσο του εν λόγω οχήματος περίπου. Οι ζημιές του οχήματος του εναγομένου ήταν στη δεξιά μπροστινή πόρτα και στο δεξιό πλευρό και κάσια, καθότι ήταν τύπου μονοκάμπινο. Η μοτοσυκλέτα του εναγομένου ήταν μήκους 2,10 μ. και είχε ζημιές στο δεξιό πλευρό, στο δεξιό μπροστινό δείκτη πορείας, μπροστά από το τιμόνι στο φανάρι και στοv πίσω δεξιό δείκτη πορείας. Η τελική θέση της μοτοσυκλέτας δεικνύεται με το Β1 και η πίσω άκρη της απέχει από την άκρη του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα 2,35 μ. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι από την κλειστή στροφή προς τα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα μέχρι και το σημείο όπου έγινε η σύγκρουση, η ορατότητα ήταν περιορισμένη. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο το τεκμήριο 2 το οποίο είναι η ανακριτική κατάθεση που πήρε από τον ενάγοντα. Ο ενάγοντας του ανέφερε, είπε, ότι στο σημείο υπήρχαν χαλίκια στην πλευρά του γι αυτό επιχείρησε να πάρει τη στροφή ανοικτά, κοντά στο κέντρο του δρόμου για να μην γλιστρήσει. Μετά πάροδο οκτώ ημερών από το δυστύχημα επισκέφθηκε τη σκηνή μαζί με τον ενάγοντα, βρήκε λίγα χαλίκια στην άκρη του δρόμου προς την πλευρά του ενάγοντα αλλά δεν ήταν σε θέση ούτε θυμόταν να πει αν υπήρχαν κατά την ημέρα του ατυχήματος. Δεν απέκλεισε όμως το γεγονός ότι μπορεί να υπήρχαν κατά την ημέρα του ατυχήματος. Επίσης, κατέθεσε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 3, το οποίο είναι η ανακριτική κατάθεση που πήρε από τον εναγόμενο. Σε αυτή ο εναγόμενος αναφέρει ότι είδε την μοτοσυκλέτα του ενάγοντα να έρχεται από απέναντι του, να κόβει την στροφή απότομα και να μπαίνει στην πλευρά του. Τότε κατάλαβε ότι η μοτοσυκλέτα θα κτυπούσε πάνω του και αμέσως πάτησε το φρένα του οχήματος του και ακινητοποίησε το όχημα στην λωρίδα του και την ίδια στιγμή η μοτοσυκλέτα κτύπησε πάνω στην πόρτα του οδηγού σπάζοντας το γυαλί της πόρτας. Τέλος, ανέφερε ότι με βάση τα ευρήματα του ο ενάγοντας απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο του εναγομένου εξ' ου και το σημείο Χ που δείχνει πώς έγινε το δυστύχημα. Γι αυτό το λόγο, ανέφερε, κατηγόρησε γραπτώς τον ενάγοντα για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης ο οποίος παραδέκτηκε ενοχή και του επιβλήθηκε ποινή προστίμου. Η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού αλλά και το σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος και οι μετρήσεις του δεν αμφισβητήθηκαν από τους διαδίκους κατά την ακροαματική διαδικασία. Η αντεξέταση του μάρτυρα αυτού είχε διευκρινιστικό χαρακτήρα. Γενικά ο μάρτυρας αυτός κρίνω ότι ήταν ειλικρινής και αντικειμενικός και μοναδικός σκοπός του ήταν να διαφωτίσει το Δικαστήριο αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Πέραν τούτου όμως, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες που έγινε το επίδικο δυστύχημα συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπής μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Eπίσης, έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων ότι η πραγματική μαρτυρία δεν αποδεικνύει πώς έγινε ένα δυστύχημα αλλά αποτελεί πολύτιμο υλικό με βάση το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα για τις συνθήκες που επεσυνέβη ένα δυστύχημα (βλ. Meshiou v. Eleftheriou
(1982)1 C.L.R. 486 και Charalambous and another v. Kaifas
(1986)1 C.L.R. 278). Περαιτέρω, η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267). Αξιολογώντας την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και το τεκμήριο 1, θεωρώ ότι με βάση αυτή και μόνο δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τον τρόπο που έγινε το επίδικο δυστύχημα. Παρά την επιμελή δουλεία που έκανε ο μάρτυρας αυτός αποτυπώνοντας τη σκηνή του δυστυχήματος στο τεκμήριο 1, δεν μπόρεσε να βοηθήσει το Δικαστήριο να προβεί στα δικά του συμπεράσματα αναφορικά με το σημείο σύγκρουσης. Παρά την θέση του αναφορικά με το ορθό σημείο σύγκρουσης εντούτοις θα πρέπει να εξεταστεί η ορθότητα της σε συνάρτηση με όσα ο ίδιος ανέφερε. Ο λόγος που σημείωσε το σημείο Χ ο μάρτυρας αυτός, είναι διότι εκεί υπήρχαν σπασμένα γυαλιά όπως ο ίδιος είπε αλλά και από τις υπόλοιπες μετρήσεις και εξετάσεις που έκανε. Δεν έχει αναφερθεί στο Δικαστήριο σε τί μετρήσεις και εξετάσεις προέβηκε ούτε και τον τρόπο που έκανε αυτές τις μετρήσεις για να καταλήξει στο σημείο Χ και επομένως δεν μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα των εν λόγω μετρήσεων και γενικά ο τρόπος με τον οποίο κατέληξε στο σημείο Χ με βάση αυτές τις μετρήσεις και εξετάσεις που ανέφερε. Επίσης, προκύπτει από την μαρτυρία του ότι σημείωσε το Χ με βάση τα γυαλιά που βρήκε στο σημείο. Το στοιχείο αυτό όμως από μόνο του, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να δώσει στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα για να καταλήξει με ασφάλεια στο συμπέρασμα ότι είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης των ενεχομένων οδηγών. Δεν έχει εξηγηθεί από τον μάρτυρα γιατί τα γυαλιά στο σημείο εκείνο καταδεικνύουν με βεβαιότητα ότι η σύγκρουση επήλθε σε εκείνο το σημείο, αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη εκδοχή. Ούτε αναφέρθηκε αν υπήρχαν οποιαδήποτε άλλα γυαλιά ή πλαστικά της μοτοσυκλέτας του ενάγοντα σε άλλα σημεία του δρόμου και σε αντιδιαστολή με αυτά αλλά και τον όγκο τους να εξηγήσει γιατί αυτά που βρήκε στο σημείο Χ υποδεικνύουν και το σημείο σύγκρουσης. Ούτε έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση από τον μάρτυρα γιατί τα γυαλιά αυτά σε συσχετισμό με την τελική θέση των οχημάτων υποδεικνύουν το ορθό σημείο σύγκρουσης. Τα αντικειμενικά ευρήματα στην σκηνή του δυστυχήματος δηλαδή η ύπαρξη των γυαλιών δεν φαίνεται να έχουν εξηγηθεί επαρκώς από τον μάρτυρα έτσι ώστε να παράσχει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εφόδια για να ελεχθεί η ορθότητα του συμπεράσματος του ότι το Χ είναι το σημείο σύγκρουσης από το γεγονός αυτό και μόνο. Προφανώς, ο μάρτυρας αυτός τοποθετώντας το σημείο Χ είχε κατά νου και την εκδοχή του εναγομένου όπως καταγράφεται στο τεκμήριο 3. Δηλαδή, ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης το όχημα του ήταν σταματημένο. Αυτό προκύπτει και από την αναφορά του ότι ο ενάγοντας απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα όπου συγκρούστηκε με το όχημα του εναγομένου γι αυτό και τον κατηγόρησε. Αυτό δεν προκύπτει από οποιαδήποτε αντικειμενικά ευρήματα παρά μόνο από την γραπτή κατάθεση του εναγομένου. Επομένως, θεωρώ ότι ο μάρτυρας δεν κατέληξε στο σημείο Χ μόνο με βάση τα αντικειμενικά του ευρήματα, τα οποία όπως έχω αναφέρει ανωτέρω δεν είναι ικανά από μόνα τους να οδηγήσουν στο συμπέρασμα αυτό. Δεδομένων αυτών κρίνω ότι το σημείο Χ δεν μπορεί να αποτελέσει σταθερό οδηγό κατά την κρίση της αξιοπιστίας της υπόλοιπης μαρτυρίας και ούτε μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω ότι αυτό είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης σύμφωνα με την εκδοχή του μάρτυρα αυτού (βλ. Κυριακίδου και άλλος v. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ. 45). Πέραν των πιο πάνω, το σημείο Χ βρίσκεται εκεί όπου είναι και η τελική θέση του οχήματος του ενάγοντα. Αν το σημείο Χ τελικά είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης, αυτό σημαίνει ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης το όχημα του εναγομένου ήταν σταματημένο και δεν κινείτο. Αν όμως το όχημα του εναγομένου κινείτο τότε το Χ δεν μπορεί να είναι το σημείο σύγκρουσης διότι λογικά μετά τη σύγκρουση το όχημα του εναγομένου θα πρέπει να διάνυσε κάποια απόσταση προτού σταματήσει στη τελική του θέση. Σίγουρα το Δικαστήριο δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εμπειρογνώμονα και να προβαίνει σε συμπεράσματα δικά του χωρίς τη μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί να χρησιμοποιεί γενική κοινή γνώση αλλά και την κοινή λογική για να προβαίνει σε συμπεράσματα (βλ. Μαυρίδης v. Dharaghji και άλλοι
(1990)1 A.A.Δ. 1013 και Charalambous and Another v. Kaifas
(1986)1 CL.R. 278). Επίσης, στην Αdamis and another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Coming to the real evidence, its evaluation and the inferences that one may draw therefrom, is invariably a matter of logic and common sense. Επομένως, θεωρώ ότι το ορθό σημείο σύγκρουσης θα πρέπει να ανευρεθεί και σε συνάρτηση με το κατά πόσο το όχημα του εναγομένου κινείτο ή όχι κατά την ώρα της σύγκρουσης. Αυτό θα προκύψει από την αξιολόγηση των εκδοχών των ενεχόμενων οδηγών στο δυστύχημα που είναι και οι μόνοι οι οποίοι μπορούν να εξηγήσουν πώς επήλθε η σύγκρουση μεταξύ τους. Έχοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του μάρτυρα αυτού και το τεκμήριο 1 που ετοίμασε εκτός των όσων πιο πάνω ανέφερα. Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επίδικο δυστύχημα αλλά και το ορθό σημείο σύγκρουσης επί του σχεδιαγράμματος θα διαπιστωθούν από την υπόλοιπή μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία θα αξιολογηθεί κατωτέρω. Η μόνη προφορική μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή του ενάγοντα ο οποίος μαρτύρησε ζωντανά και αντεξετάστηκε αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη του επίδικο δυστύχημα. Ο εναγόμενος δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να μαρτυρήσει. Κατατέθηκε μόνο η ανακριτική του κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 3) και στην οποία αναφέρει ότι ενώ οδηγούσε το όχημα του στη λωρίδα κυκλοφορίας του είδε να έρχεται από απέναντι του μια μοτοσυκλέτα χρώματος κόκκινου, να κόβει απότομα την στροφή και να μπαίνει μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του. Αμέσως, πάτησε τα φρένα του αυτοκινήτου του και το ακινητοποίησε μέσα στη λωρίδα του. Την ίδια στιγμή η μοτοσυκλέτα ήρθε και κτύπησε πάνω στην πόρτα του οδηγού. Η μαρτυρία αυτή που περιέχεται στο τεκμήριο 3 το οποίο κατέθεσε ο Μ.Ε.1 είναι εξ' ακοής μαρτυρία. Τέτοια μαρτυρία είναι αποδεκτή σύμφωνα με το άρθρο 24 του Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικό) Νόμο Ν. 32(Ι)/2004 αλλά εναπόκειται στο Δικαστήριο να την αξιολογήσει και να της δώσει την ανάλογη βαρύτητα. Το άρθρο 27 του εν λόγω Νόμου περιλαμβάνει τα κριτήρια, αλλά όχι εξαντλητικά, που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την αξιολόγηση τέτοιου είδους μαρτυρίας. Στην παρούσα περίπτωση το τεκμήριο 3 περιλαμβάνει την εκδοχή του εναγομένου αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Ο εναγόμενος ήταν άμεσα εμπλεκόμενος στο ατύχημα και είχε προσωπική γνώση των γεγονότων που επισυνέβησαν. Παρόλα αυτά όμως δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει και να αντεξεταστεί επί αυτών των θέσεων και ισχυρισμών του που προβάλλει στο τεκμήριο 3, έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορέσει να κρίνει την αξιοπιστία της εκδοχής του. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την μη προσέλευση του εναγομένου στο Δικαστήριο για να καταθέσει ζωντανά από το εδώλιο του μάρτυρα ούτε προκύπτει ότι ο εναγόμενος αδυνατούσε να το πράξει ή ότι υπήρχε κάποιο κώλυμα από πλευράς του. Δεδομένων των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στο τεκμήριο 3 και τα όσα ο εναγόμενος ανέφερε αναφορικά με τις συνθήκες που επεσυνέβη το ατύχημα. Ούτε μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε τέτοια ευρήματα. Πέραν τούτου, τα όσα αναφέρει ο εναγόμενος στο τεκμήριο 3, ότι δηλαδή ήταν σταματημένο το όχημα του κατά την ώρα της σύγκρουσης δεν συνάδουν με το σημείο Χ1 επί του τεκμηρίου 1 που είναι το σημείο σύγκρουσης που ο ίδιος υπέδειξε. Το σημείο Χ1 βρίσκεται πιο μπροστά από την τελική θέση του οχήματος του εναγομένου και δεδομένου ότι ήταν σταματημένο κατά την σύγκρουση, σύμφωνα με την εκδοχή του εναγομένου στο τεκμήριο 3, τότε το σημείο Χ1 δεν μπορεί να είναι το ορθό σημείο σύγκρουσης. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω δεν μπορεί να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 3 γι αυτό απορρίπτεται. Από την άλλη, ο ενάγοντας κατέθεσε ζωντανά από το εδώλιο του μάρτυρα και παρέθεσε την δική του εκδοχή αναφορικά με το επίδικο συμβάν. Ανέφερε ότι η σύγκρουση έγινε στο κέντρο του δρόμου κοντά στο σημείο Χ2 που υπέδειξε. Ήταν η θέση του ότι όταν είδε το όχημα του εναγομένου, αυτό βρισκόταν στην δεξιά πλευρά του δρόμου σύμφωνα με την πορεία του εν λόγω οχήματος, στην πλευρά τη δική του δηλαδή και στην προσπάθεια του να μπει πίσω στη δική του πλευρά επήλθε η σύγκρουση. Ο εναγόμενος, ισχυρίστηκε, προσπάθησε να πάρει την στροφή διαγώνια και την ώρα της σύγκρουσης το όχημα του εναγομένου από την πόρτα του οδηγού και πίσω ήταν στην πλευρά του και το υπόλοιπο μπροστινό μέρος του προς την αντίθετη πλευρά. Βρισκόταν δηλαδή διαγώνια επί της διαχωριστικής γραμμής. Μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο του εναγομένου προχώρησε και μπήκε στη δική του λωρίδα όπου και σταμάτησε. Λόγω του ότι είχε κατεβασμένο το γυαλί του, από τη σύγκρουση στη πόρτα του οδηγού αυτό έσπασε και όταν ο εναγόμενος άνοιξε την πόρτα μετά που σταμάτησε, έπεσαν στο έδαφος τα γυαλιά. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε δεξιότερα στη πλευρά του, κοντά στο κέντρο του δρόμου καθότι υπήρχαν χαλίκια και πέτρες, πριν τη στροφή, στην πορεία του και δεν μπορούσε να στρίψει την μοτοσυκλέτα του επί αυτών καθότι θα γλιστρούσε και θα ανατρεπόταν. Υπήρχε, ανέφερε, ένα μικρό πέρασμα, καθαρός άσφαλτος μέχρι τη διαχωριστική γραμμή και οδήγησε εκεί γι αυτό βρέθηκε στο κέντρο του δρόμου χωρίς όμως να είχε περάσει τη διαχωριστική γραμμή. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι γνώριζε τη συγκεκριμένη στροφή καθότι περνούσε συχνά από εκεί και το όχημα του εναγομένου το είδε όταν μπήκε στη στροφή, 10 - 20 μέτρα μακριά περίπου πριν τη σύγκρουση. Ήταν διαγώνια πάνω στη διαχωριστική γραμμή και η πόρτα του οδηγού στη πλευρά του. Συμφώνησε ότι υπέγραψε το σχεδιάγραμμα της σκηνής (τεκμήριο 1) αφού ο ίδιος υπέδειξε στον Αστυνομικό ότι συγκρούστηκε στο κέντρο του δρόμου. Δεν γνώριζε όμως αν ο Αστυνομικός έγραψε 3,45 μέτρα ή 3,50 μέτρα από τη πλευρά του στο σημείο Χ2 που του υπέδειξε. Αυτός του υπέδειξε το κέντρο του δρόμου. Τα γυαλιά του αυτοκινήτου τα είδε και τα άκουσε να πέφτουν εκεί που σταμάτησε το αυτοκίνητο. Μετά τη σύγκρουση ο ίδιος ήταν πεσμένος στο έδαφος κάπου εκεί που είναι το Β1 στο σχεδιάγραμμα και γυρίζοντας πίσω είδε το όχημα το εναγομένου να προχωρεί και να μπαίνει στη λωρίδα του. Διευκρίνισε ότι την ώρα που είδε το όχημα του εναγομένου, αυτό ήταν σε διαφορετική θέση από ότι ήταν κατά την σύγκρουση. Όταν συγκρούστηκαν ανέφερε η πόρτα του οδηγού ήταν περίπου στο κέντρο του δρόμου και μετά το όχημα προχώρησε και μπήκε στη λωρίδα του. Τα πλαστικά της μοτοσυκλέτας ήταν από το Χ2 προς Τριμίκλινη και αρνήθηκε ότι τα πλαστικά ήταν στο σημείο Χ αναφέροντας ότι το όχημα μετακινήθηκε και σταμάτησε εκεί στο Χ και δεν μπορούσε να ήταν εκεί. Επέμενε ότι ποτέ δεν μπήκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο ενάγοντας γενικά μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα, απαντούσε με αμεσότητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και ήταν σταθερός στην εκδοχή του αναφορικά με τις συνθήκες που επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Οι όποιες ανακρίβειες πιθανόν να υπάρχουν στην μαρτυρία του δεν είναι ικανές να κλονίσουν τη βασική του θέση και εκδοχή. Για παράδειγμα, στην γραπτή του κατάθεση στην Αστυνομία, τεκμήριο 2, ανέφερε ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης, οι πισινοί τροχοί του οχήματος του εναγομένου πατούσαν τη διαχωριστική γραμμή και η κάσια του αυτοκινήτου ήταν στην πλευρά του. Στην μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι το όχημα του εναγομένου από την πόρτα του οδηγού και κάτω βρισκόταν στην πλευρά του ενώ το υπόλοιπο προς την μεριά του. Αυτό δεν είναι ικανό να αντικρούσει ή να κλονίσει τη βασική εκδοχή του μάρτυρα αναφορικά με τη θέση που βρισκόταν το όχημα του εναγομένου, δηλαδή διαγώνια στη διαχωριστική γραμμή αλλά και τη βασική του θέση που ανέφερε τόσο στη προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και στην κατάθεση του στην Αστυνομία, ότι δηλαδή το δυστύχημα έγινε στο κέντρο του δρόμου. Δεν μπορεί να αναμένεται από ένα μάρτυρα να αναφέρεται επ' ακριβώς στην θέση του οχήματος πριν ή κατά τη σύγκρουση ούτε και αναμένεται να θυμάται ακριβείς αποστάσεις και μετρήσεις. Πέραν τούτου, το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ενάγοντα συνάδει και με την πραγματική μαρτυρία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο και συγκεκριμένα με το τεκμήριο 1. Είναι νομολογημένο ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί τη βάση με την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων καθώς επίσης ελέγχει και τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας. Κατ' αρχή το Χ2 που υπέδειξε ο ενάγοντας ως το σημείο σύγκρουσης συνάδει με την εκδοχή του ότι το όχημα του εναγομένου κινείτο κατά την σύγκρουση και συγκεκριμένα ότι αυτό προσπαθούσε να επανέλθει στην μεριά του. Επίσης, συνάδει και με το γεγονός ότι αυτό προχώρησε μετά τη σύγκρουση όπου και σταμάτησε στη τελική του θέση. Περαιτέρω, η τελική θέση της μοτοσυκλέτας βρίσκεται λίγα μέτρα πιο δυτικά από το Χ2 που συνάδει με την εκδοχή του ότι μετά τη σύγκρουση ανατράπηκε και κατέληξε εκεί που είναι το Β1. Πέραν τούτου, ο ενάγοντας εξήγησε την ύπαρξη των γυαλιών στο σημείο όπου βρέθηκαν από τον Αστυνομικό. Το γεγονός ότι δεν σημειώνονται στο τεκμήριο 1 οποιαδήποτε πλαστικά της μοτοσυκλέτας στο σημείο Χ2 ή πιο δυτικά σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα δεν αποκλείει το γεγονός ότι η σύγκρουση έγινε κοντά στο σημείο Χ2 καθότι δεν σημειώνονται στο τεκμήριο 1 και οπουδήποτε αλλού πλαστικά. Τέλος, τα σημεία όπου υπήρχαν ζημιές στο όχημα του εναγομένου αλλά και στην μοτοσυκλέτα του ενάγοντα, συνάδουν με τον τρόπο τον οποίο περιέγραψε ο ενάγοντας ότι έγινε η σύγκρουση. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ενάγοντα και με βάση αυτή να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με το πώς έγινε το επίδικο ατύχημα γι αυτό και την αποδέχομαι. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, τα πιο κάτω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο ατύχημα: 1) Ο ενάγοντας οδηγούσε την μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής ZHNA 459 στο κύριο δρόμο Τριμίκληνης - Πελεδνρίου με κατεύθυνση την Τριμίκλινη. Ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΕΕΧ 246, τύπου μονοκάμπινο με αντίθετη κατεύθυνση. 2) Σε κάποιο σημείο του δρόμου παρά το οινοποιείο Τσιάκκας, μετά από μια κλειστή στροφή προς τα αριστερά, σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα, επήλθε η σύγκρουση των δύο οχημάτων κοντά στο κέντρο του δρόμου κάπου εκεί στο σημείο Χ2 που δεικνύεται στο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος, τεκμήριο 1. 3) Ο ενάγοντας πριν την σύγκρουση οδηγούσε την μοτοσυκλέτα του κοντά στο κέντρο του δρόμου, καθότι πριν την στροφή υπήρχαν χαλίκια στην πορεία του και τον εμπόδιζαν να περάσει πάνω από αυτά καθότι θα γλιστρούσε η μοτοσυκλέτα του και θα ανατρεπόταν. 4) Πριν την στροφή δεν υπήρχε ορατότητα και όταν ο ενάγοντας μπήκε στην στροφή και μπορούσε τότε να δει μπροστά του, είδε το όχημα του εναγομένου σε πολύ κοντινή απόσταση, 10 - 20 μέτρα περίπου να οδηγείται στην πλευρά του και να προσπαθεί να πάρει τη στροφή διαγώνια. Στην συνέχεια το όχημα του εναγομένου έκανε στροφή προς τα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του ενάγοντα για να επανέλθει στη λωρίδα του με αποτέλεσμα την ώρα της σύγκρουσης να βρισκόταν διαγώνια επί της διαχωριστικής γραμμής. 5) Η πόρτα του οδηγού του οχήματος του εναγομένου βρισκόταν πάνω στη διαχωριστική γραμμή και ο πίσω τροχός και η κάσια του ήταν στην πλευρά του ενάγοντα ενώ από το καθρεφτάκι της πόρτας του οδηγού και μπροστά ήταν στην πλευρά του εναγομένου. 6) Η μοτοσυκλέτα του ενάγοντα κτύπησε στην πόρτα του οδηγού του οχήματος του εναγομένου, στη συνέχεια τρίφτηκε στο δεξί πίσω μέρος και κάσια του εν λόγω οχήματος και ακολούθως ανατράπηκε και κατέληξε στη τελική της θέση, λίγα μέτρα πιο κάτω. 7) Μετά τη σύγκρουση το όχημα του εναγομένου συνέχισε την πορεία του και εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας του όπου και σταμάτησε στη τελική του θέση. 8) Κατά την ώρα της σύγκρουσης το γυαλί της πόρτας του οδηγού του οχήματος του εναγομένου, το οποίο ήταν κατεβασμένο, έσπασε και όταν ο εναγόμενος άνοιξε την πόρτα του εκεί που σταμάτησε το όχημα του, έπεσα τα γυαλιά στο δρόμο. 9) Για το επίδικο δυστύχημα ο ενάγοντας κατηγορήθηκε για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης και κατόπιν δικής του παραδοχής του επιβλήθηκε ποινή προστίμου. Η αιτία αγωγής του ενάγοντα είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 κωδικοποιεί το κοινοδίκαιο (βλ. Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562 και Υuen Kunyew v. A.G. of Hong Kong
(1987)2 ALL ER 705) αναφορικά με το αστικό αδίκημα της αμέλειας, αλλά όπως έχει νομολογηθεί, όχι εξαντλητικά. Το άρθρο 51
(1)(α) ορίζει ως αμέλεια την τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Περαιτέρω, για να τύχει αποζημίωσης το θύμα πρέπει ο υπαίτιος της αμέλειας να υπέχει υποχρέωση έναντι του. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, λέχθηκε ότι η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), o δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή (δέστε Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1(Γ) 1861). Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Το ερώτημα που τίθεται στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο ο εναγόμενος είναι ένοχος αμέλειας και ευθύνεται για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου για τις συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος κρίνω ότι ο εναγόμενος δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια και φέρει ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Παρέλειψε να οδηγεί το όχημα του στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και επιχείρησε να εισέλθει στην στροφή αντικανονικά με αποτέλεσμα μέρος του οχήματος του να βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας αποκόπτοντας την πορεία της μοτοσυκλέτας του εναγομένου που ερχόταν από την αντίθετη πλευρά. Όταν αντιλήφθηκε την έλευση της μοτοσυκλέτας που οδηγούσε ο ενάγοντας προσπάθησε να εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας του χωρίς να το καταφέρει εξ' ολοκλήρου με αποτέλεσμα το μισό μέρος σχεδόν του οχήματος του να βρίσκεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και το άλλο μισό στο δικό του και να επέλθει η σύγκρουση κοντά στο κέντρο του δρόμου. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω παραλείψεις του εναγομένου καταλήγω ότι αυτός δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση του οχήματος του με αποτέλεσμα να αποκόψει την πορεία της μοτοσυκλέτας που οδηγείτο από τον εναγόμενο και να επέλθει η σύγκρουση στο κέντρο του δρόμου. Ο εναγόμενος εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας λίγο πριν την κλειστή στροφή όπου η ορατότητα ήταν περιορισμένη ήταν λογικό και προβλεπτό ότι σε περίπτωση που ερχόταν άλλο όχημα από την αντίθετη πλευρά θα απέκοπτε την πορεία του και θα υπήρχε ο κίνδυνος της σύγκρουσης, όπως και έγινε. Ο εναγόμενος, γενικότερα, όφειλε να κάνει λογική χρήση του δρόμου και πλησιάζοντας την στροφή, όπου η ορατότητα ήταν περιορισμένη, να τηρεί την αριστερή πλευρά του δρόμου ή τουλάχιστον μόλις αντιλήφθηκε την έλευση της μοτοσυκλέτας του εναγομένου από απέναντι να ήταν σε θέση να κατευθύνει το όχημα του αριστερότερα και εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του, παρέχοντας απρόσκοπτη διέλευση αυτής. Παρέβηκε τις πιο πάνω υποχρεώσεις του και ως εκ τούτου κρίνω ότι υπήρξε αμελής. Σε περιπτώσεις που ο εναγόμενος είναι ένοχος αμέλειας το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο ήταν ο μόνος υπεύθυνος για την πρόκληση του δυστυχήματος. Κατά πόσο δηλαδή και ο ενάγοντας με τις πράξεις και ή ενέργειες του φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Το κριτήριο της συντρέχουσας αμέλειας σύμφωνα με τη νομολογία είναι γενικά το ίδιο με εκείνο της αμέλειας. Η διαφορά έγκειται στην παράλειψη του ενάγοντα να λάβει προφυλακτικά μέτρα για τη δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του ( βλ. Χαραλάμπους κ.α. v. Kασάπης
(1988)1 Α.Α.Δ. 25, Ιωακείμ v. Σωτηριάδης
(1984)1 Α.Α.Δ. 175 και Παρμαξή v. Kαστιόλα
(1985)1 Α.Α.Δ. 633). Το κριτήριο για την απόδοση ευθύνης στον ίδιο τον ενάγοντα για τη βλάβη την οποία υπέστη συναρτάται με το λογικά προβλεπτό του κινδύνου έναντι του οποίου παρέλειψε να πάρει λογικές προφυλάξεις. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Lord Denning στην Jones v. Livox Quarries Ltd
(1952)2 Q.B. 608, σελ. 615: "Although contributory negligence does not depend on a duty of care, it does depend on foreseeability of harm to others, so contributory negligence requires the foreseeability of harm to oneself. A person is guilty of contributory negligence if he ought reasonably to have foreseen that, if he did not act as a reasonable, prudent man, he might be hurt himself; and in his reckonings he must take into account the possibility of others being careless." Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα φέρει ο εναγόμενος (βλ. μεταξύ άλλων Qwen v. Brimmell
(1977)1 Q.B. 859). Το Δικαστήριο μπορεί βέβαια να συμπεράνει την ύπαρξη συντρέχουσας αμέλειας από τη μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή από τα στοιχεία που συνθέτουν το συμβάν, όπως διατυπώνονται από το Δικαστήριο (βλ. Εlliot v. Bax Ironside
(1925)1 K.B. 301, Sharpe v. Southern Railway
(1925)2 K.B. 311, Baker v. Longhust & Sons Ltd
(1933)2 K.B. 461, βλ. επίσης Clerk & Lindsell on Torts 16th Ed. par. 1-156). Εξετάζοντας το ζήτημα της συντρέχουσας αμέλειας του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, κατ' αρχή να αναφερθεί ότι η παραδοχή του ενάγοντα στην ποινική υπόθεση που αντιμετώπισε για αμελή οδήγηση δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη καθότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθέτησαν το εν λόγω αδίκημα και τα οποία παραδέκτηκε ο ενάγοντας. Ως εκ τούτου δεν μπορεί να αξιολογηθεί η αποδεικτική αξία της εν λόγω παραδοχής, που είναι και το ζητούμενο στη διαδικασία αυτή (βλ. Πουρίκκος Χρίστος ν. Βάσου Βασιλείου
(1993)1 ΑΑΔ 256, Μπουκάριος ν. Γιαννακού
(1995)1 ΑΑΔ 131, Χαράλαμπος Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1999)(Α) 1 ΑΑΔ 310). Προχωρώντας τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως έχουν διαπιστωθεί από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι ο ενάγοντας οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του κοντά στο κέντρο του δρόμου καθότι πριν την στροφή υπήρχαν χαλίκια στην πλευρά του που κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος του δρόμου και δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει. Όταν εισήλθε στην στροφή και μετά όμως δεν προκύπτει από την μαρτυρία να υπήρχε οποιονδήποτε εμπόδιο στο υπόλοιπο μέρος της πλευράς του δρόμου που χρησιμοποιούσε που να τον εμπόδιζε να οδηγήσει την μοτοσυκλέτα του αριστερότερα. Βεβαίως, είχε κάθε δικαίωμα να οδηγεί την μοτοσυκλέτα του στο σημείο όπου οδηγούσε αφού δεν αναμένεται από ένα λογικό και συνετό οδηγό ότι το εξ' αντιθέτου πορείας όχημα θα οδηγούσε στη λωρίδα κυκλοφορίας του και θα του απέκοπτε την πορεία του. Ούτε μπορεί να λεχθεί ότι επειδή υπήρχε εμπόδιο σε μέρος της πλευράς του και δεν υπήρχε ορατότητα στο σημείο εκείνο θα έπρεπε να σταματήσει. Άλλωστε ο ενάγοντας στην μαρτυρία του ανέφερε ότι οδηγούσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου, μεταξύ του χώρου που υπήρχε από τα χαλίκια και της διαχωριστικής γραμμής του δρόμου. Εκείνο που όφειλε να πράξει ο ενάγοντας, υπό τις περιστάσεις, είναι ότι θα έπρεπε να προχωρήσει και να εισέλθει την στροφή πιο προσεκτικά και με την ανάλογη ταχύτητα. Δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να συνηγορεί ότι ο ενάγοντας έπραξε κάτι διαφορετικό ή ότι οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα ή επικίνδυνη υπό τις περιστάσεις. Η εισήγηση της υπεράσπισης ότι ο ενάγοντας απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία και από τα πιο πάνω ευρήματα του Δικαστηρίου. Δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στον ενάγοντα για το λόγο ότι έπρεπε να προβλέψει ότι μετά την στροφή το εξ' αντιθέτου πορείας όχημα θα κινείτο στην λωρίδα του και θα του απέκοπτε την πορεία του. Δεν είναι σύνηθες φαινόμενο οι οδηγοί να αποκόπτουν την πορεία άλλων οχημάτων κοντά σε στροφές ούτε εύλογα προβλεπτό ότι ένας οδηγός θα βρεθεί αντιμέτωπος με την απόφραξη του δρόμου ευθύς μετά τη στροφή (βλ. Κώστα Ξυπτέρα v. Χριστόδουλου Κυπριανού
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1696 ). Όπως έχει αναφερθεί στη Νικολαϊδης κα. v. Kλεοβούλου
(1992)1 Α.Α.Δ. 422 «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας εκ μέρους άλλων οδηγών. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι του ιδίου και άλλων οδηγών.» Εκείνο το οποίο με έχει προβληματίσει είναι κατά πόσο ο ενάγοντας μετά που αντιλήφθηκε το όχημα του εναγομένου μπορούσε και έπρεπε να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης. Σύμφωνα με τον ενάγοντα είδε το όχημα του ενάγοντα στα 20 περίπου μέτρα πριν τη σύγκρουση. Αυτό συνάδει και με τις μετρήσεις στο σχεδιάγραμμα της σκηνής αφού η απόσταση ορατότητας μετά την στροφή μέχρι το σημείο σύγκρουσης είναι περίπου τόση. Ο ενάγοντας περιέγραψε την θέση του οχήματος του εναγομένου όταν αρχικά το είδε και ακολούθως περιέγραψε την κίνηση την οποία έκανε και σε ποιό σημείο και με ποιό τρόπο βρισκόταν στο δρόμο κατά την ώρα της σύγκρουσης. Είναι προφανές από την μαρτυρία ότι όταν ο ενάγοντας είδε το όχημα του εναγομένου για πρώτη φορά και το οποίο του απέκοπτε την πορεία του δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε ελιγμό προς τα αριστερά, ενώ υπήρχε χώρος να το πράξει, ούτε χρησιμοποίησε τα φρένα της μοτοσυκλέτας του σε μια προσπάθεια να αποφύγει τη σύγκρουση. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι πιο πάνω παραλείψεις του δικαιολογούν την απόδοση σε αυτόν κάποιου ποσοστού ευθύνης για το επίδικο ατύχημα ή ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ενέργησε κάτω από την αγωνία της στιγμής και ως εκ τούτου αυτό τον απαλλάσσει από οποιαδήποτε ευθύνη. Στην Νικολαϊδη και άλλος v. Κλεοβούλου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι οι πράξεις οδηγού που βρίσκεται αντιμέτωπος με επικείμενη σύγκρουση δεν κρίνονται μικροσκοπικά αλλά με ευρύτητα ανάλογη με τα αγωνιώδη διλήμματα που αντιμετωπίζει και την έλλειψη ουσιαστικής ευκαιρίας για προγραμματισμό των πράξεων του (βλ. επίσης Αdamis and another v. Eracleous
(1982)1 C.L.R. 746 και Κυριάκου v. Φιλίππου
(1992)1Α Α.Α.Δ. 642). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξαρτάται από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Στην παρούσα υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την πολύ κοντινή απόσταση που για πρώτη φορά ο ενάγοντας είδε το όχημα του εναγομένου να του αποκόπτει την πορεία του. Πέραν τούτου όμως, δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν προέβηκε στη λήψη οποιονδήποτε προστατευτικών μέτρων ούτε ανέφερε ότι αδυνατούσε να πράξει κάτι τέτοιο. Μάλιστα εξήγησε με πάσα λεπτομέρεια την κίνηση που διέγραψε το όχημα του εναγομένου πριν τη σύγκρουση πράγμα που υποδηλεί ότι προηγήθηκε κάποιος χρόνος πριν την σύγκρουση και θα μπορούσε να ελιχθεί αριστερότερα ή να φρενάρει σε μια προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση. Δεν είναι η περίπτωση που οδηγός λαμβάνει κάποια μέτρα για αποφυγή της σύγκρουσης τα οποία στο τέλος διαφαίνεται ότι δεν ήταν τα ενδεδειγμένα αλλά δεν μπορεί να κατηγορηθεί γι αυτό λόγο της αγωνίας της στιγμής. Εδώ δεν λήφθηκαν καθόλου μέτρα και ούτε έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση. Δεν θεωρώ ότι μπορώ να δικαιολογήσω την έλλειψη οποιασδήποτε αποτρεπτικής κίνησης από πλευράς του ενάγοντα για το μόνο λόγο ότι η απόσταση που είδε το όχημα του εναγόμενου ήταν πολύ κοντινή, ελλείψει οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας. Αυτό σε συνδυασμό με την μαρτυρία του ενάγοντα ότι ο ίδιος έβλεπε το όχημα του εναγομένου να κάνει κίνηση δεξιότερα για να αποφευχθεί η σύγκρουση και ο ίδιος να συνεχίζει την πορεία του προς το κέντρο του δρόμου χωρίς οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του. Επίσης, ο ενάγοντας γνώριζε το συγκεκριμένο μέρος του δρόμου καθότι περνούσε συχνά από εκεί. Περαιτέρω, να σημειωθεί ότι κατά την ώρα της σύγκρουσης το όχημα του εναγομένου δεν απόφρασσε εντελώς την πορεία του ενάγοντα αφού το μισό σχεδόν είχε εισέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας του και επίσης, αριστερότερα της πορείας του ενάγοντα υπήρχε χώρος όπου μπορούσε να κινηθεί. Δεδομένων των πιο πάνω κρίνω ότι και ο ενάγοντας ευθύνεται για το επίδικο δυστύχημα. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα κρίνω ως ορθό να καταμερίσω την ευθύνη σε ποσοστό 70% για τον εναγόμενο και 30% για τον ενάγοντα. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Τα τραύματα που υπέστη ο ενάγοντας από το πιο πάνω δυστύχημα φαίνονται στα τεκμήρια 6 και 7 που κατατέθηκαν από τον ίδιο στο Δικαστήριο. Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 αποτελεί παραδεκτό γεγονός. Σε αυτό περιληπτικά αναφέρεται ότι ο ενάγοντας υπέστη κάταγμα δεξιού καρπού, κάταγμα δεξιού μικρού δακτύλου, ρήξη εκτείνοντος τένοντος μικρού δακτύλου και εγκαύματα εκ τριβής δεξιού μηρού και πολλαπλές εκδορές δεξιάς κνήμης. Eπίσης, ο ενάγοντας στην μαρτυρία του ανέφερε ότι το μικρό του δάκτυλο δεν επανήλθε έτσι δεν μπορεί να πιάνει ή να σφίγγει όπως πριν. Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας ανέφερε ότι έχει αστάθεια του δεξιού ποδιού η οποία παραμένει μόνιμη και θα παρουσιάζει αδυναμία και αστάθεια κυρίως όταν ανεβαίνει ή κατεβαίνει σκάλες, στο τρέξιμο και όταν λαμβάνει μέρος σε αθλοπαιδιές οι οποίες προϋποθέτουν την χρήση του δεξιού ποδιού. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι το κάταγμα ήταν ενδοαρθρικό και έχει αφήσει ελαφρά αστάθεια και στο μέλλον θα παρουσιάσει μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα. Παρόλο που ο ενάγοντας έχει κριθεί ως αξιόπιστος μάρτυρας, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω σχετικά με τις αναφορές του για τις συνθήκες που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα, δεν μπορώ να αποδεχθώ τις πιο πάνω θέσεις του αναφορικά με τα τραύματα που ισχυρίστηκε ότι υπέστη στο δεξί του πόδι αλλά και τα κατάλοιπα αυτών. Οι πιο πάνω θέσεις δεν υποστηρίζονται από την ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε και από το τεκμήριο 7 στο οποίο πουθενά δεν αναφέρονται τα τραύματα αυτά αλλά και τα κατάλοιπα τους όπως τα ανέφερε ο ενάγοντας. Αντεξεταζόμενος επί του σημείου αυτού ο ενάγοντας ανέφερε ότι τα τραύματα που αναφέρει και κατάλοιπα τους τα επιβεβαίωσαν οι γιατροί στο χειρουργείο, όπου υπήρχαν δύο - τρείς αλλά δεν θυμάται τα ονόματα τους. Δεν μπορώ να αποδεκτώ τη θέση αυτή του ενάγοντα ούτε μπορώ να καταλήξω με ασφάλεια σε εύρημα ότι υπέστη τέτοιο τραυματισμό στο δεξί του πόδι και ότι αυτός ο τραυματισμός έχει τα κατάλοιπα που ο ενάγοντας ανέφερε. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από την ιατρική μαρτυρία που προσκόμισε αλλά ούτε και ο ίδιος μπορούσε να παραπέμψει σε κάποιο γιατρό ο οποίος διέγνωσε τέτοιου είδους τραύματα. Ως εκ τούτου οι πιο πάνω ισχυρισμοί του δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Πέραν τούτου, κατατέθηκε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 6, το οποίο είναι το ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Αλκιβιάδη Αλκιβιάδους τον οποίο ο ενάγοντας επισκέφθηκε μετά το Νοσοκομείο και υποβλήθηκε σε εγχείριση στο δεξί μικρό δάκτυλο. Ο πιο πάνω ιατρός δεν προσήλθε στο Δικαστήριο να καταθέσει και ως εκ τούτου το περιεχόμενο του εν λόγω ιατρικού πιστοποητικού αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Αξιολογώντας το εν λόγω τεκμήριο παρατηρώ ότι το τραύμα που αναφέρεται σε αυτό ότι παρουσίαζε ο ενάγοντας κατά την επίσκεψη του στο Δρ. Αλκιβιάδη συνάδει με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 7 το οποίο αποτελεί κοινό έδαφος των διαδίκων. Επίσης, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου αναφορικά με το τραύμα στο οποίο αναφέρεται αλλά και την χειρουργική επέμβαση που υπεβλήθη ο ενάγοντας από τον εν λόγω ιατρό. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να αντικρούει τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο. Το εν λόγω τεκμήριο φαίνεται να συντάχθηκε στις 17/10/2006 και αναφέρεται σε μια εγχείριση που έγινε στο μικρό δεξί δάκτυλο του ενάγοντα στις 17/09/
  1. Χρονολογικά τα όσα αναφέρονται στο εν λόγω τεκμήριο συνάδουν με το τεκμήριο 7 στο οποίο αναφέρεται ότι ο ενάγοντας μετά τις 14/09/2005 συνέχισε τη θεραπεία του ιδιωτικά. Δεν θεωρώ ότι το περιεχόμενο αυτού του μέρους του τεκμηρίου 6 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κάτι το οποίο δεν έχει αμφισβητηθεί ούτε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση. Πέραν τούτου όμως, ο εν λόγω ιατρός στο τεκμήριο αυτό αναφέρει ότι στην άνω επιφάνεια της πηχεοκαρπικής παρουσιάζονται εξογκώματα οστών όπου θα χρειαστούν και άλλες χειρουργικές επεμβάσεις για αφαίρεση των εν λόγω οστών και το συνολικό κόστος αυτών των επεμβάσεων θα είναι περίπου £5,
  2. Ο συντάξας του τεκμηρίου 6 είναι ιατρός και θεωρείται εμπειρογνώμονας και σκοπός τέτοιας μαρτυρίας είναι να διαφωτίσει το Δικαστήριο και να του παράσχει όλα τα εχέγγυα για να προβεί στα δικά του συμπεράσματα. Η πιο πάνω θέση που εκφράζεται στο τεκμήριο 6 είναι γενική και δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς στο Δικαστήριο έτσι ώστε να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με την αναγκαιότητα των εν λόγω επεμβάσεων αλλά και αναφορικά με το κόστος αυτών. Αναφέρεται σε άλλες χειρουργικές επεμβάσεις χωρίς να διευκρινίζεται πόσες θα πρέπει να είναι αυτές, ποιό θα είναι το κόστος κάθε μιας και πότε πρέπει να γίνουν. Επίσης, δεν έχει εξηγηθεί τί είδους χειρουργικές επεμβάσεις θα είναι αυτές και ποιά θα είναι η χρησιμότητα τους και πώς θα βελτιώσουν την κατάσταση της υγείας του ενάγοντα. Πιθανόν ο εν λόγω ιατρός αν κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου να έδινε περισσότερες πληροφορίες και εξηγήσεις αναφορικά με αυτές τις χειρουργικές επεμβάσεις που αναφέρει στο τεκμήριο 6 και να εξηγούσε το σκοπό των εν λόγω επεμβάσεων αλλά και να ανάλυε το κόστος αυτών και πότε πιθανόν να πρέπει να γίνουν. Κρίνω ότι με την υπάρχουσα μαρτυρία το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να διαμορφώσει σαφή και ξεκάθαρη άποψη αναφορικά με την αναγκαιότητα των εν λόγω μελλοντικών χειρουργικών επεμβάσεων και να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα. Πέραν τούτου, να αναφερθεί ότι ο ενάγοντας κατά την μαρτυρία του ανέφερε ότι μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε άλλη εγχείριση και ούτε επισκέφθηκε οποιοδήποτε γιατρό μετά το
  3. Αν και ανέφερε ότι ο λόγος που δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη εγχείριση μέχρι σήμερα είναι το οικονομικό, εντούτοις από την υπόλοιπη του μαρτυρία δεν φαίνεται το ζήτημα αυτό να τον απασχολεί. Συνεχίζει να αποδέχεται την κατάσταση του και δεν έχω πειστεί ότι θα προβεί σε τέτοιες επεμβάσεις. Άλλωστε το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του και οποιαδήποτε άλλη πρόσφατη ιατρική μαρτυρία αναφορικά με την υφιστάμενη κατάσταση της υγείας του ενάγοντα για να μπορεί να την αξιολογήσει και να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ και στο τεκμήριο 6 και να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα εκτός από την αναφορά του για τις μελλοντικές επεμβάσεις αλλά και το κόστος αυτών, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο ενάγοντας μετά το δυστύχημα επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κακώσεις δεξιάς άκρας χειρός καθώς και δεξιού καρπού. Επίσης, υπέστη κακώσεις δεξιάς κνήμης και μηρού. Κατά την εξέταση του διαπιστώθηκε παραμόρφωση δεξιού μικρού δακτύλου και πολλαπλές εκδορές δεξιάς κνήμης και δεξιού μηρού. Είχε έντονη ευαισθησία δεξιού καρπού και οι ακτινολογικές εξετάσεις έδειξαν κάταγμα εγγύς φάλαγγος δεξιού μικρού δακτύλου με μεγάλη γωνίωση και κάταγμα στυλοειδούς απόφυσης κερκίδας δεξιά. Εισήχθηκε στο χειρουργείο και υπό γενική νάρκωση έγινε κλειστή ανάταξη του κατάγματος του μικρού δακτύλου και ακινητοποίηση δια γύψινου νάρθηκα. Έγινε επίσης, καθαρισμός πληγών τόσο στο δεξιό μηρό όσο και στην περιοχή δεξιάς κνήμης. Εξήλθε του νοσοκομείου στις 05/08/
  4. Στις 10/08/2005 ακτινογραφία έδειξε ικανοποιητική θέση των καταγμάτων και έγινε αλλαγή νάρθηκος. Στις 31/08/2005 έγινε αφαίρεση νάρθηκος από το καρπό αλλά παρέμεινε νάρθηκας για το κάταγμα του μικρού δακτύλου. Ο νάρθηκας αυτός αφαιρέθηκε μετά από 7 μέρες και όταν εξετάστηκε διαπιστώθηκε απώλεια έκτασης της τελικής φάλαγγας δεξιού μικρού δακτύλου (Μallet finger). Του συστήθηκε χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση του εκτείνοντος τένοντος αλλά ο ενάγοντας χειρουργήθηκε ιδιωτικά. Μετά τις 14/09/2005 ο ενάγοντας συνέχισε τη θεραπεία του ιδιωτικά και δεν επισκέφθηκε ξανά το νοσοκομείο. Του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια ασθενείας από τις 05/08/2005 μέχρι 15/09/
  5. Ο ενάγοντας επισκέφθηκε τον Δρ. Αλκιβιάδη Αλκιβιάδους όπου μετά από κλινικό έλεγχο παρουσίαζε κάμψη της τελικής φάλαγγας δεξιού μικρού δακτύλου (Μallet finger). Έτσι στις 17/09/2005 του έγινε χειρουργική επέμβαση όπου έγινε ακινητοποίηση για έξι εβδομάδες και μετά ακολούθησε πρόγραμμα φυσιοθεραπείας. Το μικρό δεξί δάκτυλο του ενάγοντα δεν μπορεί να πιάνει και να σφίγγει όπως προηγουμένως. Oι αρχές που διέπουν τον προσδιορισμό του ύψους των αποζημιώσεων έχουν πλέον αποκρυσταλλωθεί μέσα από σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα (βλ. Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 C.L.R. 789). Για τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων οι προηγούμενες αποφάσεις για παρόμοια τραύματα δεν αποτελούν κατ' ανάγκη δεσμευτικό χαρακτήρα αλλά καθοδηγητικό (βλ. G&L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948). Η επί μέρους νομολογία όμως είναι σημαντική ώστε να υπάρχει συνέπεια και βεβαιότητα (βλ. Σπύρος Μελής και Ελένη Λτδ κ.α. v. Μαρίνου Σάββα Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590). Επίσης, η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς (βλ. Γεώργιος Ταμπούρα v. Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη
(2008)1A A.A.Δ. 384 και Lankuttis v. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). H νομολογία αποκαλύπτει μια αυξητική τάση στις αποζημιώσεις για τον ανθρώπινο πόνο και την ταλαιπωρία. Δεν πρέπει όμως οι αποζημιώσεις να υπερβαίνουν το μέτρο του κοινωνικά παραδεκτού ή να αφήνεται η ατέλεια του χρήματος ως μέσου για αποκατάσταση να επενεργεί προς επαύξηση των αποζημιώσεων. (βλ. Μαυροπετρή v. Λουκά
(1995)1 Α.Α.Δ. 66 και A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας αναφορικά με τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων θα προχωρήσω να καθορίσω το ποσό το οποίο θεωρώ ως λογικό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Έχουν αναφερθεί ανωτέρω οι τραυματισμοί που υπέστη ο ενάγοντας από το επίδικο δυστύχημα. Αυτοί περιέχονται ουσιαστικά στα τεκμήρια 6 και 7 τα οποία αναφέρουν τους τραυματισμούς του ενάγοντα και την κατάσταση του κατά τον χρόνο που έγινε το επίδικο δυστύχημα και λίγο πιο μετά εντός του έτους 2005. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία αναφορικά με την σημερινή κατάσταση του ενάγοντα αλλά και τα κατάλοιπα που πιθανόν να άφησαν αυτοί οι τραυματισμοί. Εν όψει αυτών θα καθορίσω τις αποζημιώσεις με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου αναφορικά με τα τραύματα του ενάγοντα. Ουσιαστικά ο ενάγοντας υπέστη κάταγμα στυλοειδούς απόφυσης δεξιάς κερκίδας το οποίο επανήλθε σε ικανοποιητική θέση μετά την εγχείριση και ούτε υπάρχει οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου για οποιοδήποτε κατάλοιπο λόγω του τραύματος αυτού. Επίσης, προκύπτει ότι ο ενάγοντας υπέστη και κάταγμα εγγύς φάλαγγος δεξιού μικρού δακτύλου με μεγάλη γωνίωση. Αντιμετωπίστηκε χειρουργικά και αυτό και όταν αφαιρέθηκε ο νάρθηκας διαπιστώθηκε απώλεια έκτασης της τελικής φάλαγγας και ακολούθησε νέα χειρουργική επέμβαση για αποκατάσταση του εκτείνοντος τένοντος. Σύμφωνα με την μαρτυρία του ενάγοντα υπάρχει κάποιο πρόβλημα μέχρι σήμερα στη σημείο εκείνο. Δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ένεκα των πιο πάνω τραυματισμών, ο ενάγοντας εμποδίζεται από του να ασκεί την εργασία του ή τον επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο στην καθημερινότητα του. Στην Τασούλα Κυριάκου v. Ανδρέα Λοϊζίδη
(1999)1Α Α.Α.Δ. 414 η εφεσείουσα ήταν ηλικίας 20 χρονών και υπέστη επιπλεγμένο κάταγμα της πρώτης φάλαγγος του δεξιού τέταρτου δακτύλου με εμπλοκή της αρθριτικής επιφάνειας της 1ης φαλαγγικής αρθρώσεως, κάταγμα της τελευταίας φάλαγγος του δεξιού 3ου δακτύλου, θλαστικό τραύμα της ραχιαίας επιφάνειας της δεξιάς χειρός μεταξύ της περιοχής του 4ου και 5ου μετακαρπίου, επιπλεγμένο κάταγμα του δεξιού 5ου μετακαρπίου, αίμαθρον δεξιού γόνατος, δύο μικρά θλαστικά τραύματα πρόσθιας επιφάνειας του δεξιού γόνατος και μικρό θλαστικό τραύμα, με μερική απώλεια μαλακών μορίων της άκρης του δεξιού 3ου δακτύλου του άκρου ποδός. Έγινε εγχείριση υπό γενική αναισθησία και τοποθετήθηκαν σύρματα εσωτερικά για ακινητοποίηση των καταγμάτων και εγχείριση για την αφαίρεση τους, περίπου ένα μήνα μετά, υπό τοπική αναισθησία και ακολουθήθηκε φυσιοθεραπεία. Ο τραυματισμός άφησε διάφορες ουλές, όλες οι κινήσεις του καρπού ήταν φυσιολογικές εκτός από την πρώτη φαλαγγική άρθρωση του δεξιού τετάρτου δακτύλου που υπήρχε 10 μοίρες έλλειψη της εκτάσεως αυτής. Επιδικάστηκαν πρωτόδικα γενικές αποζημιώσεις ύψους £6,000 οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Στην Άντρη Ρούσου v. 1. Ελένης Χ΄΄Αλεξάνδρου κ.α.
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1060 η εφεσείουσα είχε υποστεί κατάγματα στους καρπούς των δύο χεριών και συγκεκριμένα του κάτω άκρου της κερκίδας και της ωλένης, που όμως επουλώθηκαν πλήρως και δεν υπήρχε ενδεχόμενο οστεοαρθρίτιδας, μώλωπες κάτω και γύρω από το δεξιό μάτι, συμπίεση της δεξιάς ζυγωματικής χώρας, ελαφρά εγκεφαλική διάσειση και θλαστικό τραύμα στην αριστερή επιγονατίδα. Το ποσό των £5,000 που επιδικάστηκαν ως γενικές αποζημιώσεις επικυρώθηκε κατ' έφεση. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγοντας, την φύση των τραυματισμών του, την διάρκεια της αποθεραπείας του θεωρώ ότι ένα ποσό της τάξης των €15,000 είναι δίκαιο και λογικό υπό τις περιστάσεις για να αποζημιωθεί επί πλήρους ευθύνης. Πέραν των πιο πάνω, ο ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει και ειδικές αποζημιώσεις όπως εμφαίνονται στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης του. Ήδη έχει αναφερθεί ότι το κόστος των ιατρικών εξόδων του ενάγοντα που αναφέρονται στην παράγραφο 8 Α α) - στ) της Έκθεσης Απαίτησης και τα οποία ανέρχονται σε €517,21 έχει γίνει παραδεκτό γεγονός και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου. Εκτός από το πιο πάνω ποσό ο ενάγοντας αξιώνει και το ποσό των £50 ως έξοδα για την Αστυνομική Έκθεση. Ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί για το κονδύλι αυτό και ως εκ τούτου το ποσό αυτό δεν έχει αποδειχθεί. Αξιώνεται επίσης, το ποσό των £1,866.45 έξοδα εξαρτημάτων για την επιδιόρθωση της μοτοσυκλέτας που ο ενάγοντας οδηγούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, το ποσό των £100 ως έξοδα για μπογιάτισμα της εν λόγω μοτοσυκλέτας και το ποσό των £250 ως εργατικά. Από την μαρτυρία του ενάγοντα προκύπτει ότι την μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο την ενοικίασε από γραφείο ενοικιάσεων. Κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 4 ενοικιαστήριο έγγραφο μεταξύ της εταιρείας Κ & Α Μοtorcycle Rentals Ltd και του εναγομένου στο οποίο φαίνεται ότι ο ενάγοντας ενοικίασε την εν λόγω μοτοσυκλέτα για την περίοδο από 3/8/2005 μέχρι 5/8/2005. Στο εν λόγω τεκμήριο επίσης αναφέρεται ότι σε περίπτωση οποιασδήποτε ζημιάς ή απώλειας της μοτοσυκλέτας ο ενοικιαστής θα ευθύνεται εκτός αν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά. Στο κάτω δεξιό μέρος του εν λόγω τεκμηρίου απέναντι από τον τίτλο "COLISSION DAMAGE WAIVER" αναφέρεται ότι ο ενοικιαστής (Τhe hirer) θα είναι υπεύθυνος για τις πρώτες £6,000 σε περίπτωση ζημιάς, απώλειας ή φωτιάς στο εν λόγω όχημα. Πέραν τούτου, κατατέθηκε στο Δικαστήριο και το τεκμήριο 5 το οποίο φαίνεται να είναι ένα τιμολόγιο το οποίο εκδόθηκε από την Demstar Automotive Ltd χωρίς να αναφέρεται σε ποιόν εκδόθηκε και ποιό όχημα ή μοτοσυκλέτα αφορά. Αναλύονται σε αυτό διάφορα εξαρτήματα τα οποία συμποσούνται σε £1,866.45 και κάτω από αυτό το ποσό αναγράφονται χειρόγραφα πογιά 100.00 και εργατικά 250.00. Επίσης, ο ενάγοντας στην μαρτυρία του ανέφερε ότι την μοτοσυκλέτα την επιδιόρθωσε εκείνος από όπου την ενοικίασε. Είναι νομολογημένο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αναφέρονται με λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται ενώπιον του Δικαστηρίου με αυστηρότητα. Σχετικές επί του θέματος είναι οι υποθέσεις Τηλεμάχου v. Παπακυριακού
(1986)1 Α.Α.Δ. 705, Ηρακλέους v. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Κούνουνα κ.α. v. Κώστας Κυριάκου & Υιός Λτδ κ.α
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2126). Eπίσης, στο σύγγραμμα McGrecor on Damages, 15 έκδοση, παράγραφος 23, σελίδα 15 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Special damages, on the other hand, are such as the law will not infer the nature of the act. They do not follow in ordinary course. They are exceptional in their character and, therefore, they must be claimed specially and proved strictly." Έχοντας υπόψη την πιο πάνω μαρτυρία που προσφέρθηκε αναφορικά με τις ζημιές της μοτοσυκλέτας, κρίνω ότι το κονδύλι αυτό δεν έχει αποδειχθεί με ικανοποιητική και επαρκή μαρτυρία. Ο ενάγοντας στην μαρτυρία του δεν ανέφερε ότι το ποσό αυτό το κατέβαλε στον ιδιοκτήτη της μοτοσυκλέτας αφού είναι αυτός που την επιδιόρθωσε, όπως είπε, αλλά ούτε και προσκόμισε οποιαδήποτε απόδειξη περί τούτου. Το τεκμήριο 5 είναι γενικό και αόριστο, δεν φαίνεται ξεκάθαρα τί αφορά και προς ποιόν εκδόθηκε και κατά πόσο πληρώθηκε το εν λόγω ποσό και από ποιόν. Καταλήγω ότι με την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί με την αυστηρότητα που απαιτείται τόσο το κόστος επιδιόρθωσης της εν λόγω μοτοσυκλέτας αλλά και ότι ο ενάγοντας κατέβαλε αυτό το ποσό στον ιδιοκτήτη της. Συνυπολογίζοντας όλα τα ανωτέρω, καταλήγω ότι ο ενάγοντας δικαιούται το συνολικό ποσό των €10,500 (€15,000 Χ 70%) ως γενικές αποζημιώσεις και το ποσό των €362,05 (€517,21 Χ 70%) ως ειδικές αποζημιώσεις. Το ποσό των €10,500 που αφορά τις γενικές αποζημιώσεις θα φέρει τόκο από 17/09/2007, ημερομηνία που καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης και όχι από 18/09/2006 που καταχωρήθηκε το κλητήριο ένταλμα με γενική οπισθογράφηση, αφού δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ούτε προκύπτει από την μαρτυρία ότι υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να καθυστερήσει η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και η προώθηση της παρούσας αγωγής για ένα περίπου χρόνο. Το ίδιο και το ποσό των €362,05 που αφορά τις ειδικές αποζημιώσεις κρίνω ότι είναι ορθό να φέρει τόκο από τις 17/09/2007 και όχι από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος δηλαδή την 4/8/2005. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση τόσο στην καταχώρηση της αγωγής αλλά και στην συνέχεια στην καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης (βλ. Φοινικαρίδης και άλλης v. Γεωργίου και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Miller Roza Maria v. Ute Petek
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2091). Tέλος, να αναφερθεί ότι τόκος που μπορούσε να επιδικαστεί από το Δικαστήριο με βάση το άρθρο 33 του Ν. 14/60 μέχρι την 15/10/2008 ήταν ύψους 8% ετησίως. Με την τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου με τον Τροποποιητικό Νόμο (Αρ. 2) Ν.81(Ι)/2008από τις 15/10/2008 ο νόμιμος τόκος μειώθηκε σε 5,5% ετησίως. Ανάλογη τροποποίηση επέφερε και ο Τροποποιητικός Νόμος του 2008 Ν. 82(Ι)/2008στο αντίστοιχο άρθρο 58Α του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 για εκκρεμούσε αγωγές. Εν όψει όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €10,862.05 πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 17/09/2007 μέχρι 14/10/2008 και προς 5,5% ετησίως από 15/10/2008 μέχρι εξόφλησης πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην σχετική κλίμακα. (Υπ.)........... Χρ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other actions / Final Αναφορά: Πολιτική / Δistixima cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.