Μάριου Νεοφύτου ν. Andreas Malak, Αρ. Αγωγής: 4349/2006, 1 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4349/2006 Μεταξύ: Μάριου Νεοφύτου Ενάγοντα και Andreas Malak Εναγομένου Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 5.10.2009 Μεταξύ Μάριου Νεοφύτου Ενάγοντα και 1. Andreas Malak 2. Χρυσούλλας Χαραλάμπους Εναγομένων Αίτηση της Εναγομένης 2 ημερομηνίας 23.7.2010 για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 18.6.2010 Ημερομηνία: 1 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Εναγομένη 2/Αιτήτρια: κ. Α. Παπαλλής (κ. Σωφρονίου για να ακούσει απόφαση) Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Ιωάννου (κα. Ιωάννου για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 18.6.2010 εκδόθηκε απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 για το ποσό των €7.731,41 πλέον τόκο όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 προς 8% ετησίως επί αυτού από 3.10.2006 μέχρι 14.10.2008 και προς 5,5% ετησίως από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως και όσον αφορά την Εναγόμενη 2 με τόκο προς 5,5% από 8.12.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα. Η πιο πάνω απόφαση εκδόθηκε μετά από εξέταση σχετικής αίτησης του Ενάγοντα ημερομηνίας 21.4.2010 για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης από τους Εναγομένους 1 και 2. Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας αξιώνει ουσιαστικά τη ζημιά που υπέστηκε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΗΒΡ317 από τροχαίο ατύχημα το οποίο επεσυνέβη λόγω της κατ' ισχυρισμό αμέλειας του Εναγομένου 1, που κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΖΗΤΜ466 με την άδεια και/ή συγκατάθεση της ιδιοκτήτριας του - Εναγομένης 2. Η παρούσα αίτηση Με την παρούσα αίτηση η Εναγόμενη 2-Αιτήτρια (στο εξής η «Αιτήτρια») επιδιώκει τον παραμερισμό της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.6.2010. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 Θ.10 και Δ.48 ΘΘ.2 και 9(
- h)και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, συνοδεύεται δε από Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 16.7.2010. Στην Ένορκη Δήλωσή της η Αιτήτρια αναφέρει ότι στις 17.6.2010 είχε καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης και Έκθεση Υπεράσπισης, αντίγραφα των οποίων αφέθηκαν την ίδια ημέρα στη θυρίδα των συνηγόρων του Ενάγοντα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Η εκπρόθεσμη καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης οφείλεται, σύμφωνα με την Ενάγουσα, σε αβλεψία καθότι το Κλητήριο Ένταλμα που της επιδόθηκε την 1.3.2010 αφέθηκε στο γραφείο της και εντοπίστηκε ξανά περί τα μέσα Ιουνίου, οπότε και απευθύνθηκε στους δικηγόρους της για τα περαιτέρω. Μετά την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης και Έκθεσης Υπεράσπισης, ο δικηγόρος της κ. Αντώνης Παπαλλής ενημερώθηκε στις 13.7.2010 από το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού αναφορικά με την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 18.6.2010. Η Αιτήτρια ειδοποιήθηκε σχετικά από τον κ. Παπαλλή στις 13.7.2010 και η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε δέκα ημέρες μετά, ήτοι στις 23.7.2010. Αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης, είναι η θέση της Αιτήτριας ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον της έχει παραγραφεί. Η Ένσταση του Καθ' ου η αίτηση Στις 7.9.2010 ο Ενάγοντας-Καθ' ου η αίτηση (στο εξής ο «Καθ' ου η αίτηση») καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης, η οποία βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Θ.13, Δ.48 Θ.4
(1)και
(2), στο άρθρο 68(γ) και (δ) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης οι οποίοι προβάλλονται από τον Καθ' ου η αίτηση μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή Νομολογία και/ή οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση διατάγματος παραμερισμού δικαστικής απόφασης η οποία έχει ληφθεί κανονικά. (β) Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (γ) Η Εναγόμενη 2-Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. (δ) Η Εναγόμενη 2-Αιτήτρια επέδειξε ηθελημένη απραξία και συνειδητή παραγνώριση των θεσμών και της δικαστικής διαδικασίας γενικότερα. (ε) Η αίτηση που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο όπως προκύπτει από τα πιο πάνω δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο και είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. (στ) Η Δ.48 Θ.2 και 9(h) και η Δ.17 Θ.10 δεν αποτελούν διατάξεις επί των οποίων μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αφού οι εν λόγω διατάξεις διαγράφουν μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια αίτηση εφόσον όμως η αίτηση έχει σαν υπόβαθρο συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή συγκεκριμένο διαδικαστικό κανονισμό. (ζ) Οι ισχυρισμοί που προβάλλει η Εναγόμενη 2-Αιτήτρια στην Ένορκη Δήλωσή της προκειμένου να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν είναι δικογραφημένοι στην Έκθεση Υπεράσπισης της και για σκοπούς άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Η πιο πάνω ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η αίτηση ημερομηνίας 7.9.2010, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και αναλύονται περαιτέρω οι λόγοι ένστασης. Ειδικότερα και χωρίς περιορισμό, ο Καθ' ου η αίτηση αναφέρει ότι εξ' όσων πληροφορείται από τον δικηγόρο του, δεν παραλήφθηκε Σημείωμα Εμφάνισης και Έκθεση Υπεράσπισης στις 17.6.2010 ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία και η απόφαση ημερομηνίας 18.6.2010 εκδόθηκε κανονικά. Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία της υπό κρίση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι και των δύο πλευρών περιορίστηκαν στις εκατέρωθεν καταχωρηθείσες ένορκες δηλώσεις και αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεών τους, ενώ καμία πλευρά δεν ζήτησε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Έχω με προσοχή ακούσει και μελετήσει λεπτομερώς την επιχειρηματολογία των δύο συνηγόρων η οποία είναι καταγεγραμμένη και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Αναφορά θα γίνεται εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Η νομική πτυχή Είναι στο στάδιο αυτό, πιστεύω, που πρέπει να λεχθεί ότι η Δ.17 Θ.10 παρέχει το ορθό νομικό πλαίσιο για εξέταση της παρούσας αίτησης, αφού η εν λόγω διάταξη αφορά αιτήσεις με τις οποίες επιδιώκεται ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης, όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επομένως, δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω με τη θέση του κ. Ιωάννου ότι η ορθή νομική βάση της αίτησης θα ήταν η Δ.33 Θ.5, αφού η εν λόγω διάταξη αφορά την περίπτωση όπου εκδίδεται απόφαση στην απουσία του Εναγόμενου κατά την ακρόαση της αγωγής και προβλέπει χρονική περίοδο εντός της οποίας θα καταχωρηθεί η αίτηση αυτή. Στα πλαίσια, λοιπόν, της παρούσας αίτησης το Δικαστήριο καλείται να ασκήσει την εξουσία του για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 18.6.2010 δυνάμει των προνοιών της Δ.17 Θ.10 η οποία προβλέπει τα εξής: «Where judgment is entered pursuant to any of the preceding Rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just». Όπως φαίνεται και από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης έχει διακριτικό χαρακτήρα. Οι πρόνοιες της Δ.17 Θ.10 και οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες του έχουν αναλυθεί και επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συνοπτικά μπορεί να λεχθεί ότι, ζητώντας τον παραμερισμό απόφασης, ένας αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση και μια καλή δικαιολογία για την μη εμφάνιση του στη δικαστική διαδικασία (βλ. Evans v. Bartlam
(1957)2 All ER 646, Kotsapas & Sons v. Titan Construction & Engineering Company
(1961)1 ΑΑΔ 317, Takis Phylactou v. Evagoras Michael
(1982)1 ΑΑΔ 204, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 ΑΑΔ 941). Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη, από την μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη, την ανάγκη διαφύλαξης της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων με την βεβαιότητα που τούτο προσδίδει στην έννομη τάξη, αλλά και γενικότερα στην κοινωνία. Όταν η συμπεριφορά του διαδίκου που επιζητεί τον παραμερισμό είναι ασυγχώρητη και ισοδυναμεί με περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν αναμένεται να ικανοποιήσει το αίτημα του, όπως επίσης δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα του σε περίπτωση κατά την οποία αυτός επιδεικνύει υπέρμετρη ολιγωρία λήψης οποιωνδήποτε μέτρων μετά που πληροφορήθηκε για την εκδοθείσα απόφαση (βλ. Phylactou v. Michael (πιο πάνω)). Βέβαια, όλα τα πιο πάνω εφαρμόζονται υπό την προϋπόθεση ότι η απόφαση εκδόθηκε κανονικά αφού σε αντίθετη περίπτωση, ήτοι όπου παρουσιάζεται αντικανονικότητα στην έκδοση της απόφασης της οποίας ζητείται ο παραμερισμός, το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση στη βάση ex debito justitiae με έξοδα υπέρ του αιτητή (εναγόμενου) χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του (βλ. Νικόλας Γιωργαλλίδης v. Χρυσοστόμου Χρίστου (Ττομή)
(1997)1(Α) ΑΑΔ 247, Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited
(2002)1 ΑΑΔ 43 και J.Z. Classic Music Pro Ltd v. Alkadia Music Land Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1151). Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 26 στην παράγραφο 559 σημειώνονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «When a judgment in default of appearance or defence has been entered before the proper time, or there has been no service or no sufficient service, or it has been entered for a greater amount than in due, or there has been a breach of good faith, it will be set aside ex debito justitiae, apart from any consideration as to whether there is a good defense on the merits and the plaintiff is usually ordered to pay the costs occasioned by the judgment or order. Failure to take steps to have the judgment corrected within a reasonable time after notice of it does not preclude the defendant from having the judgment set aside; it is not the duty of the debtor but of the creditor, if he obtains a wrong judgment to have it set right». Στον δε Τόμο 37 του ιδίου συγγράμματος και συγκεκριμένα στην παράγραφο 403 και σελίδα 297 αυτού επισημαίνονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «In the case of an irregular judgment, the defendant is entitled to have it set aside ex debito justitiae and the court should not impose any terms whatever upon the defendant.» Επιπλέον, στο σύγγραμμα Odger's on Pleading and Practice, 2η έκδοση, στη σελίδα 58, τονίζονται, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω: «. where a judgment is irregularly obtained the defendant is entitled as of right to have it set aside on application by summons or by motion (under Order 2, rr.1, 2). The irregularities relied on must be specified in the summons and the application must be made within a reasonable time and before any fresh step is taken after knowledge of the irregularity.» Επίσης, σύμφωνα με το νομικό ερμηνευτικό λεξικό Oxford Dictionary of Law, ο όρος ex debito justitiae ερμηνεύεται ως «as a matter of right. The phrase is applied to remedies that the court is bound to give when they are claimed, as distinct from those that it has discretion to grant.» Προκύπτει, επομένως, από τα πιο πάνω ότι όταν το Δικαστήριο εξετάζει αίτημα για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε αντικανονικά, τότε το αίτημα αυτό εγκρίνεται δικαιωματικά για τον αιτητή και χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Ιστορικό της Υπόθεσης Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης θεωρώ ορθό να παραθέσω το ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, τον οποίο έχω διεξέλθει, καθώς τούτο είναι επιτρεπτό (βλ. Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ. 2)
(1999)1 ΑΑΔ 1938) και επιβεβλημένο, θα έλεγα, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας: - Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.10.2006 με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο και αρχικά στρεφόταν μόνο εναντίον του Εναγόμενου αρ. 1, Andreas Malak. - Στις 13.7.2007 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση για ανανέωση του Κλητηρίου Εντάλματος, η οποία εγκρίθηκε στις 14.9.2007 και το Κλητήριο Ένταλμα ανανεώθηκε μέχρι 14.3.
- - Την 1.11.2007 καταχωρήθηκε μονομερής αίτηση τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος δια της προσθήκης της Χρυσούλλας Χαραλάμπους ως Εναγομένης
- Η αίτηση επιδόθηκε στην Χρυσούλλα Χαραλάμπους στις 6.11.2007 και αυτή καταχώρησε ένσταση στις 14.1.
- - Στις 4.2.2008 που η αίτηση ημερομηνίας 1.11.2007 ήταν ορισμένη για ακρόαση, αυτή αποσύρθηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντα. - Στις 20.2.2008, ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για υποκατάστατο επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος προς τον Εναγόμενο 1 δια της επίδοσης στο Ταμείο Ασφαλιστών Μηχανοκίνητων Οχημάτων και η αίτηση εγκρίθηκε στις 29.2.
- - Την ίδια ημέρα είχε εκδοθεί εκ νέου διάταγμα ανανέωσης του Κλητηρίου Εντάλματος μέχρι 14.6.
- - Στις 22.2.2008 καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα μονομερής αίτηση για τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος με την προσθήκη της Χρυσούλλας Χαραλάμπους ως Εναγομένης 2, η οποία αποσύρθηκε στις 11.3.
- - Στις 9.9.2008 οι δικηγόροι Παπαλλής & Σωτηρίου καταχώρησαν εκ παραδρομής Σημείωμα Εμφάνισης για την Χρυσούλλα Χαραλάμπους, η οποία κατά το χρόνο εκείνο δεν ήταν διάδικος, το οποίο αποσύρθηκε στις 15.1.
- - Στις 17.3.2009 ο Ενάγοντας καταχώρησε νέα αίτηση τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος για προσθήκη της Χρυσούλλας Χαραλάμπους ως Εναγομένης 2 και εισαγωγή λεπτομερειών για την ισχυριζόμενη ευθύνη της για το επίδικο ατύχημα, η οποία ορίστηκε στις 26.3.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία ζητήθηκε χρόνος για επίδοση της αίτησης στον υφιστάμενο Εναγόμενο, ενώ τελικά στις 2.6.2009 η αίτηση αποσύρθηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντα. - Πανομοιότυπη μονομερής αίτηση καταχωρήθηκε και πάλι στις 17.6.2009 και αφού διαπιστώθηκε επίδοση της αίτησης στον υφιστάμενο Εναγόμενο δια ανάρτησης της αίτησης στο πινάκιο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού σύμφωνα με το διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση ημερομηνίας 29.2.2008, στις 17.6.2009 το Δικαστήριο εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα τροποποίησης και έδωσε σχετικές οδηγίες. - Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 8.12.2009 και επιδόθηκε στον Εναγόμενο 1 δια ανάρτησης στο πινάκιο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στην Εναγόμενη 2 προσωπικά την 1.3.
- - Στις 21.4.2010 ο Ενάγοντας καταχώρησε αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης, η οποία ορίστηκε την 4.5.
- - Στις 4.5.2010 ζητήθηκε χρόνος για ετοιμασία Ένορκης Δήλωσης προς απόδειξη της αγωγής και η αγωγή ορίστηκε για Απόδειξη στις 25.5.
- - Κατά την εν λόγω ημερομηνία, στα πλαίσια απόδειξης της αγωγής κατατέθηκε Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα ημερομηνίας 25.5.2010, όμως το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση στις 9.6.2010 για περαιτέρω Απόδειξη ως προς την ευθύνη της Εναγόμενης
- - Προς το σκοπό αυτό, στις 9.6.2010 δόθηκε προφορική μαρτυρία από τον Αστ. 3936 Φίλιππο Ανδρέου και τελικά στις 11.6.2010 επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία δόθηκε στις 18.6.
- - Στις 17.6.2010 είχε καταχωρηθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού Σημείωμα Εμφάνισης και Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης 2, η οποία όμως εντός του φακέλου της αγωγής έπεται της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.6.
- Εξέταση της αίτησης και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω ορθό να εξετάσω την ένσταση που εγείρεται από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση και αφορά την παράλειψη αναφοράς της Δ.48 Θ.1 στη νομική βάση της αίτησης, κάτι που σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο του, επιφέρει ακυρότητα στην όλη διαδικασία. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει αίτηση παρακοής, μεταξύ άλλων, επί το ότι στη νομική βάση της αίτησης δεν γινόταν αναφορά στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/
- Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση υπέδειξε ότι ναι μεν η αναφορά στο άρθρο 42 του Ν. 14/60 ήταν επιβεβλημένη αφού παρείχε το ουσιαστικό δίκαιο για την χορήγηση της επίδικης θεραπείας, όμως με βάση τη Δ.64 η παράλειψη αυτή συνιστούσε απλά παρατυπία, η οποία θα μπορούσε να θεραπευθεί με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκε η θέση της αγγλικής νομολογίας αναφορικά με την ορθή ερμηνεία της αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας Δ.
- Επί τούτου σχετική είναι η υπόθεση Metroinvest Ansalt and others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, από την μελέτη της οποίας προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 Θ.
- Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν το ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διαδίκους.
- Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
- Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας.
- Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή διαζευκτικά να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον. Στη βάση των πιο πάνω, τυγχάνει εξεταστέο κατά πόσον ο Καθ' ου η αίτηση έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα (waived) που εγείρεται λόγω της σχετικής παρατυπίας, που ας σημειωθεί, αφορά παράλειψη αναφοράς της Δ.48 Θ.1 και έχει να κάνει με το δικονομικό και όχι το δικαιοδοτικό πλαίσιο. Θεωρώ ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική αφού ο Καθ' ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση όπου εγείρετο μεν το θέμα της παράλειψης αναφοράς στη Δ.48 Θ.1, όμως ο Καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε στη διαδικασία και προέβαλε την ένσταση του επί της ουσίας, ενώ δεν προέβηκε σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα. Πέραν τούτου, ενώ η ακρόαση της αίτησης αναβλήθηκε στις 15.11.2010 για λόγους που δεν αφορούσαν μεν τον Καθ' ου η αίτηση, ακολούθως, όμως, είχαν μεσολαβήσει τρεις εμφανίσεις κατά τις οποίες ζητείτο από κοινού όπως η αίτηση οριστεί για οδηγίες με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση ολόκληρης της υπόθεσης. Επιπρόσθετα, το μέγεθος της παρατυπίας δεν είναι μεγάλο δεδομένου ότι είχε γίνει επίκληση της Δ.17 Θ.10 και της Δ.48 Θ.2 και γενικότερα μπορεί να λεχθεί ότι η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση δεν υπέστη οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό ή ζημιά από την εν λόγω παράλειψη. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εκδοθεί διάταγμα για άρση της παρατυπίας. Ως εκ τούτου, εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία ώστε η υπό κρίση αίτηση να θεωρείται νομότυπη. Ερχόμενη, τώρα, στην ουσία της αίτησης, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Η καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης από την Αιτήτρια στις 17.6.2010 προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου και δεν αμφισβητείται από τον Καθ' ου η αίτηση. Το μόνο που ισχυρίζεται ο Καθ' ου η αίτηση είναι ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία και μετέπειτα ο δικηγόρος του δεν έλαβε το Σημείωμα Εμφάνισης και την Έκθεση Υπεράσπισης. Με αυτά τα δεδομένα, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Θεωρώ ότι η καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης στις 17.6.2010 οδηγεί αναπόδραστα στον παραμερισμό της απόφασης 18.6.2010 αφού κατά την ημερομηνία έκδοσης της, η Εναγόμενη 2-Αιτήτρια είχε ήδη καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης δια δικηγόρου ως είχε δικαίωμα δυνάμει της Δ.16 Θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[1]. Η Αιτήτρια δικαιούται στην ακύρωση της εναντίον της εκδοθείσας απόφασης ex debito justitiae και πάνω σε αυτή τη βάση παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος όπως η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης ή η συμπεριφορά που επέδειξε η Αιτήτρια αφότου πληροφορήθηκε την έκδοση απόφασης εναντίον της. Είναι, επομένως, φανερό ότι η αίτηση επιτυγχάνει και η απόφαση ημερομηνίας 18.6.2010 παραμερίζεται σε σχέση με την Εναγόμενη 2-Αιτήτρια. Με δεδομένο τον λόγο ακύρωσης της απόφασης, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 2-Αιτήτριας και εναντίον του Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Παραταύτα, όμως, θεωρώ ορθό όπως τα έξοδα της αίτησης ημερομηνίας 21.4.2010, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 18.6.2010, θα πρέπει να επιδικαστούν και επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα μετά του Εναγομένου 1 όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο αφού κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση δεν υπήρχε εμφάνιση από την Εναγόμενη
- (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: ενδιάμεση / αίτηση παραμερισμού απόφασης [1] Η Δ.16 Θ.7 προβλέπει:«A defendant may appear at any time before judgment. If he appears at any time after the time limited by the writ for appearance, he shall be ordered to pay any costs properly incurred by the plaintiff by his failure to appear within the time limited by the writ.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο