Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Ρημόνας Ισραήλ, Αρ. Αγωγής: 1143/2008, 2 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1143/2008 Μεταξύ: Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντα και Ρημόνας Ισραήλ Εναγομένης και Δήμου Λεμεσού Τριτοδιάδικου Αίτηση ημερομηνίας 10.11.2010 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Ημερομηνία: 2 Μαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενη-Αιτήτρια: κ. Τ. Πούλλος Για Ενάγοντα-Καθ' ου η αίτηση: κα Ι. Τσιντίδου Για Τριτοδιάδικο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Κ. Βλαδιμήρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 17.4.2008 ο Ενάγοντας καταχώρησε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον της Εναγομένης αξιώνοντας το ποσό των €961,48 ως ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστηκε η Κυπριακή Δημοκρατία συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που έλαβε χώρα κατά ή περί την 29.4.2003 μεταξύ του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΥΕ635 που κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε η Εναγομένη και του αστυνομικού οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΡΑ409, λόγω κατ' ισχυρισμό αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της Εναγομένης. Στις 13.5.2008 η Εναγομένη καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης και στις 30.10.2008 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης. Ακολούθως στις 11.11.2008 δόθηκε άδεια για έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης Τριτοδιάδικου προς το Δήμο Λεμεσού. Η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου καταχωρήθηκε στις 17.11.2008 και επιδόθηκε στον Τριτοδιάδικο, ο οποίος καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 22.12.2008. Στην πορεία καταχωρήθηκε η Απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγομένης και συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα της διαδικασίας τριτοδιάδικου, οπότε η αγωγή ορίστηκε για Οδηγίες δυνάμει της Δ.30 στις 4.12.2009. Κατά την εν λόγω ημερομηνία οι συνήγοροι όλων των πλευρών δήλωσαν ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε ζητήματα που έχρηζαν οποιασδήποτε οδηγίας του Δικαστηρίου και έτσι η υπόθεση ορίστηκε για Ακρόαση στις 28.4.2010. Η ακρόαση της υπόθεσης στις 28.4.2010 αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και ορίστηκε ξανά στις 19.11.2010, ενώ στις 10.11.2010 η Εναγόμενη-Αιτήτρια καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία αιτείται όπως η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισής της προδικαστεί και/ή αποφασιστεί από το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής. Η αίτηση εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 ΘΘ.1 και 2, Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 9 (o)(u), Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Στο στάδιο αυτό θεωρώ ότι πρέπει να γίνει αναφορά στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης-Αιτήτριας, η οποία διαβάζεται ως εξής: «
(1)Η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και θα πρέπει να απορριφθεί, για το λόγο ότι καταχωρήθηκε μετά από την πάροδο πέραν των τριών χρόνων από την πρόκληση του δυστυχήματος και επομένως το δικαίωμα του Ενάγοντα για την καταχώρηση της αγωγής έχει παραγραφεί σύμφωνα με το σχετικό Νόμο και/ή τη Νομολογία και/ή τους Κανονισμούς.» Στις 12.1.2011 οι συνήγοροι του Ενάγοντα και του Τριτοδιάδικου συγκατατέθηκαν στην αίτηση που ακολούθως ορίστηκε για ακρόαση στις 17.2.
- Κατά την εν λόγω ημερομηνία και πριν από την ακρόαση της αίτησης, οι συνήγοροι δήλωσαν ότι η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση του ότι το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα στις 29.4.2003 και η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.4.
- Κατά την ακροαματική διαδικασία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Η επιχειρηματολογία των συνηγόρων παρατίθεται αναλυτικά στις γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες εφοδίασαν το Δικαστήριο και για το λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να την αναλύσω. Αρκεί στο στάδιο αυτό να λεχθεί ότι η θέση του Τριτοδιάδικου ήταν ταυτόσημη με αυτή της Εναγομένης, ήτοι ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έναντι της Εναγομένης έχει παραγραφεί και για το λόγο αυτό η διαδικασία της αγωγής θα πρέπει να ανασταλεί, παρασύροντας έτσι και το αγώγιμο δικαίωμα της Εναγομένης εναντίον του Τριτοδιάδικου. Το θέμα της εξέτασης νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα διέπεται από τη Δ.27 ΘΘ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Συγκεκριμένα ο Θεσμός 1 επιτρέπει σε διάδικο να εγείρει μέσα από τα δικόγραφα οποιοδήποτε νομικό σημείο το οποίο μπορεί να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο που κρίνεται ότι είναι βολικό, ενώ από το λεκτικό του Θεσμού 2 προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να εγείρει στο δικόγραφο του οποιοδήποτε νομικό θέμα και εάν κατά την κρίση του Δικαστηρίου η εκδίκαση του εν λόγω νομικού θέματος θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαγραφή ουσιαστικά της τύχης όλης της αγωγής ή συγκεκριμένης αιτίας αγωγής ή βάσεως υπερασπίσεως, ανταπαιτήσεως ή απαντήσεως, το Δικαστήριο μπορεί να εκδικάσει το θέμα αυτό προδικαστικά και είτε να απορρίψει την αγωγή είτε να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα που ήθελε θεωρήσει δίκαιο[1]. Πέραν των προαναφερομένων κανονισμών, το ζήτημα της προκαταρκτικής εκδίκασης νομικού σημείου πριν την ακρόαση της αγωγής έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία κυπριακών αποφάσεων. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949 κωδικοποιήθηκαν οι αρχές επί των οποίων καθορίζονται τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οι οποίες μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: (α) Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και τα αναμφισβήτητα γεγονότα επί των οποίων αυτό θα αποφασιστεί, (β) Η αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά τον χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα, κατά το προτιμότερο δε στα πλαίσια της αίτησης για οδηγίες, δυνάμει της Δ.30, (γ) Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής, (δ) Τέτοια διαταγή εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis
(1984)1 CLR 548 τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι με βάση τη Δ.27 Θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών, υπό τον όρο όμως ότι το πραγματικό υπόβαθρο δεν βρίσκεται κάτω από αμφισβήτηση. Προκύπτει, επομένως, ότι η εκδίκαση προκαταρκτικού νομικού σημείου διαξάγεται μόνο στη βάση παραδεκτού πραγματικού υπόβαθρου[2]. Θεωρώ ότι τα ακόλουθα στοιχεία σε συνάρτηση με τη συγκατάθεση του Ενάγοντα και του Τριτοδιάδικου, συνηγορούν ώστε το ζήτημα που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης αποφασιστεί από το Δικαστήριο προδικαστικά:
- Τα γεγονότα στη βάση των οποίων θα αποφασιστεί το θέμα αυτό έχουν καθοριστεί και δεν αμφισβητούνται.
- Το σημείο αυτό συνιστά νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ της Εναγομένης-Αιτήτριας θα οδηγήσει σε αναστολή της αγωγής.
- Οποιαδήποτε μαρτυρία δοθεί κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης προς απόδειξη των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν δύναται να επηρεάσει τον καθαρό νομικό χαρακτήρα που παρουσιάζει το σημείο αυτό, όπως επίσης το οποίο αποτέλεσμα από την εξέταση του.
- Η αίτηση υποβλήθηκε μεν μετά το στάδιο των οδηγιών, όμως πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Επομένως, προχωρώ στην εξέταση της προδικαστικής ένστασης. Προς το σκοπό αυτό, θεωρώ αναγκαίο να κάνω μια σύντομη αναφορά στους νόμους που κατά καιρούς θεσπίστηκαν σε σχέση με το θέμα της παραγραφής: Η βασική νομοθεσία επί του θέματος της παραγραφής στο κυπριακό δίκαιο είναι ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, μετά των συναφών τροποποιήσεων, που εφαρμόζεται σε αστικές υποθέσεις και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων και διαδικασιών διαιτησίας[3]. Στα πλαίσια της εν λόγω νομοθεσίας καθορίζονται περιόδοι παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα και προβλέπεται ότι καμιά πρόνοια του Νόμου θα επηρεάζει οποιαδήποτε πρόνοια σε άλλο Νόμο που αφορά την παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων. Ειδικότερα σε σχέση με την παρούσα αγωγή για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας, το άρθρο 68(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 1959, προνοούσε μέχρι και το 2006 ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός εάν αυτή εγερθεί εντός δύο ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή[4]. Η ισχύς του Κεφ. 15 διάρκεσε για μικρό χρονικό διάστημα αφού μετά την έναρξη των δικοινοτικών ταραχών και την κατάρρευση ορισμένων προνοιών του Συντάγματος προέκυψε ανάγκη για διαφοροποίηση των περιόδων παραγραφής, ως αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η ψήφιση του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964, Ν. 57/64, ο οποίος στην ουσία ανέστειλε τους χρόνους παραγραφής που καθορίζονταν σε οποιαδήποτε διάταξη νομοθετικής φύσεως που ίσχυε κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 57/
- Συνεπώς, οι πρόνοιες του άρθρου 68 του Κεφ. 148, οι οποίες ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 57/64 ενέπιπταν εντός της εν λόγω αναστολής των χρόνων παραγραφής. Με το Ν. 57/64έγινε εισαγωγή της έννοιας της «περιόδου αναστολής» που σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού είναι η περίοδος που άρχιζε στις 21.12.1963 και θα έληγε σε ημερομηνία που θα καθοριζόταν σε μελλοντική ημερομηνία με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου. Εδώ να σημειωθεί ότι ο Ν. 57/64προνοεί ότι η «περίοδος αναστολής» δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής μιας αγωγής. Στη συνέχεια, ο Ν. 57/64τροποποιήθηκε από τον περί Αναστολής της Παραγραφής (Τροποποιητικός) Νόμο του 1982 Ν. 36/82, ο οποίος συνέδεε τώρα την περίοδο της συνεχιζόμενης αναστολής με την περίοδο η οποία άρχιζε μεν όπως και πριν, ήτοι στις 21.12.1963, αλλά θα έληγε τρεις μήνες μετά τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης μέσω σχετικής γνωστοποίησης από το Υπουργικό Συμβούλιο. Ο Νόμος 156/85 τροποποίησε τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 και ιδιαίτερα το άρθρο 58 αυτού, εισάγοντας πρόνοια σύμφωνα με την οποία κάθε αγωγή με την οποία διεκδικούνταν αποζημιώσεις για θάνατο που προκλήθηκε από αστικό αδίκημα θα έπρεπε να εγείρεται εντός περιόδου δύο ετών από το θάνατο του αποβιώσαντα, η οποία αργότερα τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε σε τρία χρόνια με το Ν. 154
(1)/2002. Παρά την ύπαρξη δηλαδή της γενικής αναστολής που ίσχυε με τους προαναφερθέντες Νόμους 57/64 και 36/82, θεσμοθετήθηκε ειδική πρόνοια παραγραφής για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Κρίθηκε δε από το Εφετείο στην υπόθεση Φεσσά v. Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337, ότι ήταν καθαρή η πρόθεση του νομοθέτη να εξαιρέσει την περίπτωση του άρθρου 58 του Κεφ. 148 δια νομοθεσίας από τις γενικότερες πρόνοιες αναστολής των περιόδων παραγραφής αφού οι πρόνοιες του άρθρου 58 δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν. 57/64 και ότι δεν εδημιουργείτο συνταγματικό πρόβλημα λόγω άνισης μεταχείρισης από τη διατήρηση της αναστολής της παραγραφής σε άλλες αιτίες αγωγής. Μια άλλη διαφοροποίηση στο θέμα της παραγραφής επέφερε κατά το 1990 ο περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος αρ. 217/90 με βάση τον οποίο οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 δεν εφαρμόζονται σε σχέση με αγωγές που εγείρονται μετά την 31.12.1993 για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας, αν η πράξη ή παράλειψη για την οποία εγείρεται η αγωγή έγινε πριν από την 31.10.1984, εκτός εάν αποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης ο ενάγοντας δεν μπορούσε να προωθήσει αποτελεσματικά με αγωγή το αγώγιμο δικαίωμα του. Συνεπώς, ο Ν. 217/90δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην προκειμένη υπόθεση αφού το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα το
- Τελικά, τόσο ο Ν. 217/90όσο και οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και του 1982 καταργήθηκαν από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 Ν. 110(Ι)/2002, ο οποίος ψηφίστηκε στις 12.7.2002 και τέθηκε σε ισχύ την 1.6.
- Με βάση το Ν. 110(Ι)/2002, η κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982, δεν καθιστά παραγεγραμμένο ένα αγώγιμο δικαίωμα το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει των καταργούμενων νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου (1.6.2005), νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα. Πέραν τούτου, όμως, παραμένει και συνεχίζει να ισχύει αναστολή των προβλεπόμενων χρόνων παραγραφής βάσει οποιουδήποτε νόμου στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις: (α) Αναφορικά με αξιώσεις σε σχέση με ακίνητη ή κινητή περιουσία η οποία βρίσκεται ή βρισκόταν οποτεδήποτε πριν από την Τουρκική εισβολή στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας και (β) Αναφορικά με όλες τις άλλες αγωγές, θα συνεχίζει η αναστολή του χρόνου παραγραφής μόνο όμως εκεί όπου ο δικαιούχος αγώγιμου δικαιώματος αποδεικνύει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο του δικαίωμα. Όπως αναφέρθηκε σε διάλεξη που δόθηκε από τον κ. Κ. Κληρίδη, τότε Π.Ε.Δ., στον Δικηγορικό Σύλλογο Λάρνακας: «Το αποτέλεσμα της θέσπισης της προαναφερθείσας νομοθεσίας του 2002 είναι ότι από την 1.6.2005 που τέθηκε σε ισχύ αυτός ο νόμος, επανέρχονται στο προσκήνιο και αρχίζουν να τρέχουν εκείνες οι προθεσμίες οι οποίες προβλέπονται σε οποιοδήποτε νόμο, εντός των οποίων θα πρέπει να ασκήσει κάποιος το αγώγιμο δικαίωμα του, άλλως αυτό παραγράφεται. Τερματίζεται δηλαδή έτσι κάθε περίοδος αναστολής εκτός από εκείνες που περισώζονται όπως προβλέπει ο νέος νόμος.» Ο ρηθείς Νόμος 110(Ι)/2002 δεν υπέστηκε τροποποίηση αφού οι μεταγενέστεροι Νόμοι που θεσπίστηκαν και παρέτειναν την εφαρμογή της αναστολής αφορούν τον περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ.
- Οι Νόμοι αυτοί (βλέπε Ν. 60(Ι)/2007, 28(Ι)/2008, 34(Ι)/2008, 16(Ι)/2009, 20(Ι)/2010 και 111(Ι)/2010) τροποποίησαν μόνο το Κεφ. 15 και έτσι η αναστολή της παραγραφής εφαρμόζεται μόνο σε βάσεις αγωγής που καθορίζονται στο συγκεκριμένο Νόμο και όχι σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο. Τέλος, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο Ν. 108(Ι)/2002με τον οποίο τροποποιήθηκε ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15, με την προσθήκη του άρθρο 8Α, το οποίο προνοεί ότι σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι είναι ορθό και δίκαιο να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Πολύ πρόσφατα, η εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ. 15, συμπεριλαμβανομένου του πιο πάνω άρθρου 8Α, αναστάληκε μέχρι και την 31.3.2011 (Ν. 111(Ι)/2010). Στην υπό εξέταση υπόθεση, το ατύχημα επεσυνέβηκε στις 29.4.2003, συνεπώς ο χρόνος της περιόδου των τριών ετών που καθορίζει το άρθρο 68 του Κεφ. 148 και ξεκινά από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 110(Ι)/2002, ήτοι την 1.6.2005 δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής, ήτοι στις 17.4.2008, επομένως το δικαίωμα του Ενάγοντα για έγερση αγωγής σε σχέση με το επίδικο ατύχημα δεν είχε παραγραφεί. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με το αγώγιμο δικαίωμα του Εναγόμενου εναντίον του Τριτοδιάδικου. Ως εκ τούτου, η προδικαστική ένσταση της Εναγομένης δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Ερχόμενη, τώρα, στο θέμα των εξόδων κρίνω ότι ενόψει της φύσης του ζητήματος που εξετάστηκε, θεωρώ ότι είναι πιο ορθό όπως μην εκδώσω διαταγή για τα έξοδα. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Ενδιάμεση/Προδικαστική Ένσταση/Παραγραφή [1]
- Any part shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other therein as may be just. [2] Βλέπε Ανδρέας Πιερίδης v. Kevork Keshishian και άλλων
(1996)1 ΑΑΔ 224, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Philippa Estates Ltd κ.ά.
(1999)1 ΑΑΔ
- [3] Άρθρο 2, Κεφ.
- [4] Με το Ν. 171(Ι)/2006η περίοδος των δύο ετών αυξήθηκε σε τρία έτη. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο