← Κύπρος

Lainers Enterprises Ltd ν. Masterya Ltd, Συνενωμένες αγωγές: 3967/09, 3968/09 3969/09, 3970/09, 3971/09, 3972/09 3973/09, 3974/09, 3975/09, 3976/09, 3

Lainers Enterprises Ltd ν. Masterya Ltd, Συνενωμένες αγωγές: 3967/09, 3968/09 3969/09, 3970/09, 3971/09, 3972/09 3973/09, 3974/09, 3975/09, 3976/09, 3.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A65 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Συνενωμένες αγωγές: 3967/09, 3968/09 3969/09, 3970/09, 3971/09, 3972/09 3973/09, 3974/09, 3975/09, 3976/09 Aγωγή αρ. 3967/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -

  1. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- Aγωγή αρ. 3968/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  3. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  4. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων Aγωγή αρ. 3969/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  5. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  6. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- Aγωγή αρ. 3970/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  7. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  8. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- Aγωγή αρ. 3971/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  9. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  10. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- Aγωγή αρ. 3972/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  11. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  12. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- Aγωγή αρ. 3973/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  13. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  14. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- Aγωγή αρ. 3974/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  15. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  16. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- Aγωγή αρ. 3975/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  17. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  18. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- Aγωγή αρ. 3976/09 Μεταξύ: Lainers Enterprises Ltd, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και -
  19. Masterya Ltd, από τη Λεμεσό
  20. Gamdalyo Holdings Ltd, από τη Λεμεσό Εναγομένων ----------------- 3.3.2011 Για τους αιτητές-εναγόμενους: Koς Α. Θεοφίλου Για την καθ'ης η αίτηση-ενάγουσα εταιρεία: Κος Σ. Πατσαλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την κρινόμενη αίτηση οι εναγόμενοι αιτητές επιζητούν την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων: A. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι τους να αποσύρουν τα επίδικα αγοραπωλητήρια έγγραφα μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 22.02.08 από τα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού σύμφωνα με την παράγραφο 14 των Εκθέσεων Απαίτησης των Εναγόντων. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός Λεμεσού να διαγράψει τα επίδικα αγοραπωλητήρια έγγραφα ημερομηνίας 22/02/08 μεταξύ των διαδίκων τα οποία κατατέθηκαν για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού σύμφωνα με την παράγραφο 14 των Εκθέσεων Απαίτησης των Εναγόντων. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση παρέχονται με την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Θεοφίλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγόμενους (παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί): «- Οι Ενάγοντες - καθ'ων η αίτηση καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 11/9/2009 ειδικά οπισθογραφημένα κλητήρια εντάλματα στις μετέπειτα συνενωμένες 10 Αγωγές με αριθμούς 3967/2009 ως και 3976/2009, με τα οποία απαιτούν εναντίον των Εναγομένων δηλωτική απόφαση πως τα επίδικα πωλητήρια έγγραφα τερματίστηκαν νόμιμα και εύλογα από τους ίδιους και αξιώνουν περαιτέρω την καταβολή αποζημιώσεων για ισχυριζόμενες ζημιές που έχουν υποστεί συνεπεία της ισχυριζόμενης υπαίτιας παράβαση των επίδικων συμβολαίων εκ μέρους των Εναγομένων. - Οι Ενάγοντες προβάλλουν ως βάση αγωγής, ισχυριζόμενη προκαταβολική παράβαση (anticipatory breach) των υπό κρίση συμβολαίων εκ μέρους των Εναγομένων, ως αποτέλεσμα της οποίας οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οδηγήθηκαν στον τερματισμό αυτών. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 14 της Έκθεσης Απαίτησης κάθε μίας των πιο πάνω συνενωμένων Αγωγών οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως με επιστολές του δικηγόρου τους ημερομηνίας 03/06/09 προέβησαν σε αμετάκλητο τερματισμό της ισχύος των αντίστοιχων πωλητηρίων εγγράφων. - Οι Εναγόμενοι με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταξίωσης τους στις πιο πάνω συνενωμένες Αγωγές, έχουν αποδεχτεί τον τερματισμό σαν γεγονός, παρά το ότι αρνούνται την εκ μέρους τους παράβαση των επίδικων συμβολαίων και απορρίπτουν κατηγορηματικά τη νομιμότητα της ενέργειας των εναγόντων να προχωρήσουν σε τερματισμό των συμβολαίων και ζητούν αποζημιώσεις, τόσο μέσω των δικογραφημένων επιστολών τους όσο και μέσω των ίδιων των δικογράφων τους. - Πιστεύω πως ο τερματισμός των επίδικων πωλητηρίων συμβολαίων συνιστά αναντίλεκτο και παραδεκτό γεγονός από όλους τους διάδικους και η παραδοχή αυτή καταγράφεται ρητά και με σαφήνεια στα δικόγραφα των Εναγόντων αλλά και των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες έχουν σαφώς αποποιηθεί του δικαιώματος τους να εμμείνουν στην εκτέλεση των συμβολαίων και έχουν προχωρήσει στην αποκήρυξη και/ή τερματισμό αυτών, διεκδικώντας παράλληλα αποζημιώσεις και όχι ειδική εκτέλεση αυτών. Εν τούτοις παραλείπουν και/ή αρνούνται να προχωρήσουν στην απόσυρση των συμβολαίων από το Κτηματολόγιο.» Με ειδοποίηση ένστασης που καταχώρισαν οι ενάγοντες-καθ'ων η αίτηση εγείρουν ευάριθμούς λόγους ενστάσεως με τους οποίους επικαλούνται μεταξύ άλλων δεδικασμένο, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και λανθασμένη βάση αίτησης. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της διευθύντριας των εναγόντων, η οποία υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Αρνείται με τη δική της ένορκη δήλωση την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση και ισχυρίζεται μεταξύ άλλων τα πιο κάτω. (Παρατίθεται το κείμενο αυτολεξεί): "6(β) Οι ισχυρισμοί του Ενόρκως Δηλούντος, οι διαλαμβανόμενοι εν ταις παραγράφοις

(2)και
(3)της Ενόρκου Δηλώσεως είναι παραδεκτοί, με την προσθήκην όμως, ότι ο κύριον και καίριον θέμα του τερματισμού των δέκα Πωλητηρίων Εγγράφων θα κριθή υπό του Δικαστηρίου κατά την ακρόασιν της Αγωγής ως εν τη Ενδιαμέσω Αποφάσει του Δικαστηρίου ημερ. 06/08/10, σαφώς αναφέρεται. (γ) Εν σχέσει με τους ισχυρισμούς της παραγράφου
(4)της Ενόρκου Δηλώσεως, οι ισχυρισμοί των Εναγομένων/Αιτητών, ως προς το νόμιμον ή μη του τερματισμού των Πωλητηρίων Εγγράφων, είναι επαμφοτερίζοντες, ερμαρφρόδιτοι και αλληλοσυγκρουόμενο, συμπέρασμα συναγόμενον τόσο εκ της ιδίας της παραγράφου
(4)της Ενόρκου Δηλώσεως του ομνύοντος, αλλά και πλείστων όσων ισχυρισμών διαλαμβανομένων εν τη Εκθέσει Υπερασπίσεως και Ανταξιώσεως των,(ίδε παρ. 6(δ) και (ε) και (στ), παρ. 8Α παρ. 11(δ),παρ. 12 και αλλαχού).» Προτού ασχοληθώ με την εξέταση των αιτουμένων διαταγμάτων, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί εν όλίγοις η αξίωση της ενάγουσας και η υπεράσπιση των εναγομένων. Η Ενάγουσα εταιρεία, έχει συνάψει με τους εναγόμενους 10 αγοραπωλητήρια έγγραφα, δυνάμει των οποίων αγόρασε από τους τελευταίους δέκα κατοικίες, μέρος κτιριακού συγκροτήματος το οποίο θα ανεγείρετο στο Π. Γερμασόγειας με το όνομα «Malibu Complex». Με την αξίωση της η ενάγουσα εταιρεία, η οποία είναι πανομοιότυπη σε όλες τις συνενωμένες αγωγές, επιζητεί απόφαση του Δικαστηρίου η οποία να αναγνωρίζει ότι το πωλητήριο έγγραφο ημερ.22.2.08 νομίμως και ορθώς ετερματίσθη με υπαιτιότητα των εναγομένων, συνεπεία παράβασης και ή αθετήσεως των υποχρεώσεων των τελευταίων. Επιζητείται περαιτέρω σε κάθε μια αγωγή επιδίκαση αποζημιώσεων ύψους άνω των ΛΚ100.000 ως αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε πλήρως και ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Διεκδικούνται περαιτέρω νόμιμες αποζημιώσεις και τόκοι επί των ποσών που καταβλήθηκαν. Οι εναγόμενοι αρνούνται τις διεκδικούμενες από την ενάγουσα θεραπείες και αξιώσεις και ισχυρίζονται ότι εκ μέρους τους δεν υπήρξε η καταλογιζόμενη από την ενάγουσα προκαταβολική και ή προβλεφθείσα παράβαση ή αθέτηση της σύμβασης. Επισημαίνουν δε, πως η ενάγουσα κατάθεσε τις συμβάσεις αγοράς των διαμερισμάτων, στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και εξακολουθεί να αρνείται να τις αποσύρει, παρά τη σχετική απαίτηση των εναγομένων. Επισημαίνεται πως τα αναφερόμενα συμβόλαια μεταξύ των διαδίκων έχουν τερματισθεί από την ενάγουσα και έχουν κατά συνέπεια, σύμφωνα με την ίδια την ενάγουσα, παύσει να ισχύουν. Συνεπώς, έπαυσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο σχετικός Νόμος για ειδική εκτέλεση. Ανταξιώνεται συναφώς από τους εναγόμενους έκδοση από το Δικαστήριο δηλώσεων ότι τα αναφερόμενα επίδικα συμβόλαια ημερομηνίας 22.2.2008 μεταξύ ενάγουσας και εναγομένων σχετικά με την πώληση των διαμερισμάτων στο συγκρότημα Malibu Complex έχουν τερματισθεί και/ή ακυρωθεί και κατέστησαν άνευ νομικής ισχύος με την επιστολή που απέστειλε η ενάγουσα δια των δικηγόρων τους προς τους εναγόμενους και την αποδοχή του τερματισμού από τους τελευταίους. Επιδιώκεται περαιτέρω έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσεται η ενάγουσα και/ή οι αντιπροσώποι της να αποσύρει τα επίδικα αγοραπωλητήρια έγγραφα από τα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Έκδοση παρόμοιου διατάγματος επιζητείται και εναντίον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λεμεσού. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υπεστήριξαν με παραπομπή σε νομολογία και αυθεντίες τις θέσεις τις οποίες προέβαλαν με τις αντίστοιχες αιτήσεις και ενστάσεις. Ιδιαίτερη μνεία στις εκατέρωθεν θέσεις γίνεται κατωτέρω σε ένα έκαστο από τα θέματα τα οποία εξετάζονται. Δεδικασμένο: Η αρχή του δεδικασμένου στοχεύει να προστατεύσει ένα διάδικο από την ανάγκη να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές (δέστε Odger's on Pleadings and Practice, 22η έκδοση,σελ. 188). Στην Κ.S.R. Comercio SA και άλλων ν. Bluecoral Nav. Ltd
(1995)1 A.A.Δ. σελ. 309, ανέφερθησαν τα εξής: " Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα. Μια από τις πλέον αυθεντικές διατυπώσεις του κανόνα έγινε από τον Sir James Wigram,V-C, στην Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare100 στις σελ. 114-115: "Ιn trying this question I believe I state the rule of the Court correctly which I say that, where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not(except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the courts was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time". Bλέπε επίσης Fidelitas Shipping Co.,Ltd v. V/O Exportchleb
(1965)2 All E.R. 4". Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι ένα από τα συστατικά στοιχεία του δεδικασμένου είναι: Κατά πόσο η προηγούμενη δικαστική απόφαση ήταν ή συνεπαγόταν κρίση επί θέματος το οποίο είναι το ίδιο με το θέμα που επιδιώκεται να αμφισβητηθεί στη διαδικασία που εγείρεται το κώλυμα (βλ. Spencer Bower and Turner "The Doctrine of Res Judicata, σελ. 19). Αν ένα επίδικο θέμα έχει ευκρινώς εγερθεί και αποφασισθεί σε μια αγωγή, στην οποία αντιπροσωπεύονται τα μέρη είναι άδικο και παράλογο να επιτραπεί εκ νέου η εκδίκαση του ίδιου επίδικου θέματος μεταξύ των ιδίων μερών ή των διαδόχων τους (New Brunswick Rail Co. v. British and French Trust Corporation Ltd
(1939)A.C.1, 19, 20) (βλ. Νικολάου ν. Βασιλείου
(1999)1 (Γ)
  1. σελ.
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση επιμένει ότι η κρίση του Δικαστηρίου όπως αυτή περιέχεται στην ενδιάμεση απόφαση ημερ. 6/8/10 είναι καθοριστική και τελειωτική επί του θέματος. Η αντίθετη άποψη του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών υποδεικνύει ότι η απόφαση 6/8/10 αφορούσε ενδιάμεσο διάταγμα και δεν αποφάνθηκε κατά τρόπο τελικό επί των δικαιωμάτων των διαδίκων. Επιπρόσθετα προς τις ανωτέρω εκτεθείσες νομικές αρχές περί δεδικασμένου υιοθετώ συμφωνώντας με ό,σα ο έντιμος Δικαστής Πασχαλίδης αναφέρει στην απόφαση Merga Trading Ltd v.
  3. St. George Estates Limited κ.α. Πολ. Αγωγή 5594/98 (στην οποία ο συνήγορος των αιτητών παρέπεμψε). «Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου, η οποία ας σημειωθεί εμπίπτει μέσα στο γενικό πλαίσιο της Υπεράσπισης για estoppel, θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: α) Το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες. β) Το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει. γ) Το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελειωτικά (final) έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια και δ) Οι διάδικοι να είναι οι ίδιοι. (βλ. Θεωρή και άλλων ν. Τζιωνή και άλλων
(1984)1 C.L.R. 296, Παναγιώτης Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τράπεζας Λτδ
(1995)Α.Α.Δ. 670, Re Level Tachexcavs αρ. 2
(1995)1 Α.Α.Δ. 1105). Μια από τις βασικές αρχές του estoppel είναι ότι το επίδικο θέμα θα πρέπει να έχει αποφασιστεί στα πλαίσια τελικής (final) απόφασης ή διαταγής και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου εγείρεται το ερώτημα - ερώτημα το οποίο εγείρεται και στην προκειμένη περίπτωση - κατά πόσο δηλαδή η αρχή του estoppel τυγχάνει εφαρμογής και στις περιπτώσεις όπου το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί μέσα στα πλαίσια ενδιάμεσης αίτησης η οποία δεν αποφασίζει την αγωγή (does not dispose of the whole action) και το Δικαστήριο σε εκείνο το στάδιο δεν επιλαμβάνεται όλων των επίδικων θεμάτων. Σημαντική βοήθεια για σκοπούς επίλυσης του διλήμματος το οποίο όντως δημιουργείται σε τέτοιες περιπτώσεις προσφέρεται από το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Buckley στην υπόθεση Carl-Zeiss-Stiffung v. Rayner and Keeler, Ltd and Others (No.3)
(1969)3 All E.R, 897: "No finding or decision would occasion an estoppel unless it were final, but it may be said that no finding or decision on an interlocutory application, apart from the actual relief granted (which may or may not be of final nature), is final in the relevant sense unless in consequence of the doctrine of re judicata it is a bar to further litigation of that issue. Possibly the solution of this apparent dilemma may depend on whether the issue was explicitly raised in the earlier proceedings and the parties ought to be treated as having then put forward all the facts and arguments which they then considered to be relevant to its resolution, so that the issue was fully considered on its merits in a judicial manner". (Για μια ενδιαφέρουσα επί του προκειμένου συζήτηση παραπέμπω επίσης στο σύγγραμμα The Doctrine of Res Judicata, 2η Έκδοση, υπό Spencer - Bower and Turner, παρ.163-167). Στην κρινόμενη περίπτωση, οι αιτητές είχαν αρχικά επιδιώξει με αίτηση ημερ.19.1.10 την έκδοση διαταγμάτων ως ακολούθως: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Ενάγουσα 1 και/ή τους διευθυντές και/ή αντιπροσώπους και/ή καταπιστευματοδόχους και/ή υπαλλήλους και/ή πρόσωπο εξουσιοδοτημένα από αυτή όπως αποσύρουν από το μητρώο κατατεθειμένων εγγράφων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού το συμβόλαιο ημερ. 22.02.08 των εναγόμενων με τις ενάγουσες για αγορά του διαμερίσματος Α201 στην πολυκατοικία Malibou Complex που αναγείρεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/26377, τεμάχιο 376, Φ/Σχ. -2-207-340, στον Π. Γερμασόγειας, στη Γερμασόγεια, Λεμεσός. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού όπως διαγράψει από το μητρώο κατατεθειμένων εγγράφων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού το συμβόλαιο ημερ. 22/02/08 της ενάγουσας με τις εναγόμενες για αγορά του διαμερίσματος Α201 στην πολυκατοικία Malibou Complex που αναγείρεται επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/26377, τεμάχιο 376, Φ/Σχ.-/2-207-340, στον Π. Γερμασόγειας, στη Γερμασόγεια, Λεμεσός». Η αίτηση βασιζόταν κυρίως στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Η αναφορά στη νομική βάση της αίτησης των άρθρων 37 & 62 του περί Συμβάσεων Νόμου και του άρθρου 2 του περί Πωλήσεως Γης (ειδική εκτέλεση) Νόμου Κεφ. 232, έγινε όπως διεφάνη κατά την εκδίκαση της αίτησης, για υποβοήθηση της νομικής αντιμετώπισης των εγειρομένων θεμάτων και κυρίως της κατάθεσης των επιδίκων συμβολαίων στο Κτηματολόγιο και όχι ως έρεισμα για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Στην ενδιάμεση του απόφαση ημερ. 6.8.10 ανέφερε μεταξύ άλλων: ".. Καθίσταται φανερό από τα ανωτέρω πως ο τερματισμός της σύμβασης, όχι το γεγονός, αλλά το νόμιμο και δικαιολογημένο αυτού, είναι το καίριο και κύριο επίδικο θέμα που το Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει". Και σε άλλο σημείο ότι: ". Έχοντας υπόψη το δραστικό μέτρο το οποίο το Δικαστήριο καλείται να λάβει με την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, τα οποία είναι πανομοιότυπα με εξαιτούμενες με την αγωγή θεραπείες, κρίνεται ασφαλέστερο να αποφασισθεί και κριθεί στο πλαίσιο της δίκης". Αυτά το Δικαστήριο τα ανέφερε στα πλαίσια εκείνης της αίτησης, που έρεισμα και επιδίωξη είχε την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων υπό την μορφή προστακτικών και τελικών. Στα πλαίσια εκείνων των νομικών διατάξεων και νομολογίας εξετάσθηκαν η έκδοση των διαταγμάτων, γι' αυτό και το Δικαστήριο στη σελ.12 της απόφασης εξετάζει την φύση και τις προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων. Αναφέρεται εκεί πως: "Τα αιτούμενα να εκδοθούν διατάγματα έχουν προστακτικό χαρακτήρα. Προστακτικό και τελειωτικό. Υπό την έννοια πως η έκδοση τους, η οποία δεν θα είναι προσωρινή, θα οδηγήσει σε μη αναστρέψιμη κατάσταση. Η νομολογία δεν απαγορεύει την έκδοση προστακτικών διαταγμάτων. Υποδεικνύει όμως πως προστακτικά διατάγματα είναι δυνατό να εκδοθούν μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και ξεκάθαρες υποθέσει ή όπου συντρέχουν ειδικές συνθήκες και το Δικαστήριο αισθάνεται ψηλότερο βαθμό εξασφάλισης ότι κατά την εκδίκαση της υπόθεσης δεν θα φανεί ότι το Διάταγμα δόθηκε λανθασμένα (Ηalsbury's Laws of England, 4th edition, Vol. 24 p. 948, Stepherd Ltd v. Sandar
(1970)3 All E.R. 402). Στην κρινόμενη αίτηση, τα αιτούμενα να εκδοθούν διατάγματα έχουν διαφορετικό νομικό έρεισμα και θα εξετασθούν υπό το πρίσμα και τις αρχές που η Δ.24, θ6 επιτάσσει. Δεν είχε αποφασίσει, όπως ο κ. Πατσαλίδης υπέδειξε με την αγόρευση του, ότι τα αιτούμενα να εκδοθούν διατάγματα, είναι το κύριο και καίριο θέμα που θα αποφασισθεί στα πλαίσια της δίκης. Ούτε είχε αποφασίσει - εξάλλου δεν είχε την εξουσία να αποφασίσει στα πλαίσια της ενδιάμεσης εκείνης αίτησης - τελεσίδικα και τελειωτικά τη δυνατότητα έκδοσης των διαταγμάτων. Η υπόθεση Μιχαήλ ν. Επίσημου Παραλήπτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 975 στην οποία ο κ. Πατσαλίδης παρέπεμψε το Δικαστήριο, έχει διαφορετικό υπόστρωμα γεγονότων, αφού η κατά πρώτον εκδικασθείσα αίτηση έκρινε κατά τρόπο τελεσίδικο τα δικαιώματα των διαδίκων. Γι' αυτό κρίνεται, εν' όψει και της ανωτέρω εκτεθείσας νομολογίας, πως δεν ισχύει η αρχή του δεδικασμένου. Κατάχρηση διαδικασίας Έτερο σημείο ένστασης το οποίο εγείρεται με το λόγο «στ» της ειδοποίησης ένστασης είναι πως η υποβολή της κρινόμενης αίτησης αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Αναφέρεται συναφώς στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των καθ'ων ότι «η καταχώρησις της "νέας" Αιτήσεως των Εναγομένων/Αιτητών, αποτελεί έκδηλον κατάχρησιν Δικαστικής διαδικασίας, στόχον και σκοπόν έχουσα την παρέλκυσιν της εκκρεμοδικίας". Ο συνήγορος των αιτητών / εναγομένων υποδεικνύει ότι στην κρινόμενη περίπτωση δεν υπάρχει πολλαπλότητα παράλληλων ένδικων μέσων και όπως διευκρινίζει οι αιτήσεις για έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων δεν αποτελούν ένδικο μέσο και κατά συνέπεια δεν εφαρμόζονται οι αρχές για κατάχρηση της διαδικασίας. Σε σχέση με το εν λόγω θέμα κρίνεται επιθυμητό να υπομνησθεί πως : H διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθιά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Hunter v. Chief Constable of West Midlands and Another [1981] 3 All ER 727, 729, έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών (Παπόρη ν. Maskinfabriken "SIO" A/S
(1996)AAΔ, σελ.1040). Στην ανωτέρω απόφαση εκρίθη ότι η νέα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο δεν αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας δεδομένου του γεγονότος πως η πρώτη αγωγή είχε απορριφθεί λόγω μη συμμόρφωσης των εναγόντων στην πληρωμή της ασφάλειας εξόδων. Εκρίθη ότι η περίπτωση θα έπρεπε να είχε εξετασθεί στα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και γεγονότα. Η κατάχρηση διαδικασίας μπορεί να προσλάβει και να περιληφθεί ποικίλες μορφές και ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για παρεμπόδιση της. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου, ως κατάχρηση διαδικασίας (Re Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 C.L.R. 248. H άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Ένα κατηγορητήριο το οποίο κρίνεται καταπιεστικό μπορεί επίσης να απορριφθεί λόγω κατάχρησης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου (Δέστε Beogrdska DD
(1996)1(B) A.A.Δ. 911. Η παρούσα περίπτωση κρίνεται ότι διαφέρει ουσιωδώς των περιπτώσεων που κρίθηκαν στις ανωτέρω αποφάσεις ως κατάχρηση διαδικασίας. Παρόμοια με την εξεταζόμενη περίπτωση μπορούν να θεωρηθούν η AK INTERNATIONAL UK LTD v. του πλοίου ΝΑΙΜΕ S (Αγωγή Ναυτοδικείου 32/04, απόφαση ημερ. 5.8.04) και η Παπαμιχαήλ ν. Παμπόρης Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 605. Στην πρώτη εδόθη εκ δευτέρου διάταγμα σύλληψης του πλοίου, μετά την ακύρωση του πρώτου. Στη δεύτερη απόφαση η καταχώριση έφεσης εναντίον ενδιάμεσης απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου και η καταχώριση αίτησης παραμερισμού της ίδιας ενδιάμεσης απόφασης, κρίθηκε ότι δεν αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας, διότι μεταξύ άλλων, η έφεση και η αίτηση είχαν διαφορετική νομική βάση. Η διεκδίκηση της έκδοσης απόφασης ή και διαταγμάτων βασιζόμενη σε διαφορετική νομική βάση, παρουσιάζεται να είναι επιτρεπτή και να επικροτείται από την Αγγλική Πρακτική και Νομολογία όπως έχει υποδείξει ο κ. Θεοφίλου, στο Annual Practice 1958 σελ. 735 κατά τη συζήτηση της Δ.32 r. 6 (η οποία αντιστοιχεί στη δική μας Δ.24 θ.6) σημειώνονται τα εξής: «Τhe facts that judgment had not been given for the sum admitted to be due in O.14 proceedings, that the amount claimed was much larger than the amount admitted and that the amount of the claim, so far as admitted in the defence, had been paid into Court, afforded no reason why judgment should not be given under this Rule for the amount admitted (Lancashire Welders, Ltd v. Harland & Wolff, Ltd,
(1950)2 All E.R. 1096 C.A.)." Κρίνεται συνεπώς ότι δεν υπάρχει κατάχρηση εξουσίας και οι συναφείς λόγοι ένστασης απορρίπτονται. Εφαρμογή της Δ.24 θ.6 Προτού εξεταστεί η ουσία της αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί ένα άλλο θέμα που εγέρθηκε από τους καθ'ων. Εκείνο του μη νομότυπου της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση. Η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο. Η επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι είναι ανεπιθύμητο για ένα δικηγόρο να προβαίνει σε ένορκη δήλωση ή να καταθέτει για τον πελάτη του. Στην υπόθεση In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, αποφασίσθηκε ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του δικηγόρου και του μάρτυρα στην ίδια υπόθεση. Σχολιάσθηκε δε και υποδείχθηκε πως: "το γεγονός ότι, με τον τρόπο αυτό, ο διάδικος αποστερείται του δικαιώματος που του αναγνωρίζει το άρθρο 30
(3)του Συντάγματος να έχει δικηγόρο της εκλογής του, ήταν συνέπεια της δικής του απόφασης να ασκήσει το παράλληλο δικαίωμα που του αναγνωρίζει το άρθρο 30
(3)(γ) να καλεί μάρτυρες.» Η αναφορά όμως αυτή γίνεται για το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση. Αυτή η ιδιότητα δικηγόρου και μάρτυρα είναι απαράδεκτο να συγκρούεται. Όχι για άλλο δικηγόρο που συνεργάζεται με το δικηγόρο του διαδίκου. Γι' αυτό δε φαίνεται να υπάρχει κώλυμα. Εν πάση όμως περιπτώσει, η μαρτυρία του δικηγόρου, όπου δεν υπάρχει προσωπική γνώση και εμπλοκή για κάποιο θέμα, θα πρέπει να εξαντλείται σε τυπικής ή νομικής φύσεως θέματα και όχι γεγονότα επί της ουσίας. Εκείνο που μπορεί να λεχθεί και που διαχωρίζει την παρούσα περίπτωση είναι πως εκείνος που χειρίστηκε την υπόθεση είναι άλλος δικηγόρος από εκείνον που προέβη στην ένορκη δήλωση. Η Δ.24 θ.6, του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού παρέχει την ευχέρεια σε διάδικο - οποτεδήποτε κατά την εκκρεμοδικία αγωγής - να αποταθεί για την έκδοση απόφασης κατά αντιδίκου του κατόπιν παραδοχών του τελευταίου, είτε στις έγγραφες προτάσεις είτε διαφορετικά, στην οποία ο διάδικος δικαιούται με βάση τέτοιες παραδοχές. Αυτό μπορεί να συμβεί χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αναμένει την έκβαση οποιουδήποτε αμφισβητούμενου στην υπόθεση ζητήματος. Είναι μια από τις δικονομικές διατάξεις που αποσκοπούν στην ταχεία διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων με την επίσπευση των σχετικών μηχανισμών που ισχύουν για τα αμφισβητούμενα επίδικα θέματα που, φυσικά, διατηρούνται εν ζωή μέχρι την τελική ετυμηγορία του δικαστηρίου. Η σχετική διάταξη έχει ως εξής (σε μετάφραση): «Οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο αιτίας ή ζητήματος, όπου έχουν γίνει παραδοχές γεγονότων, είτε με τις γραπτές προτάσεις, είτε άλλως πως, να υποβάλει αίτηση στο δικαστήριο ή σε δικαστή για έκδοση της όποιας απόφασης ή διατάγματος που μπορεί να δικαιούται, χωρίς να αναμένει την εκδίκαση οποιουδήποτε άλλου θέματος μεταξύ των διαδίκων. Και το δικαστήριο, ή ο δικαστής, μπορεί επί αίτησης εάν το κρίνει δίκαιο, να εκδώσει διάταγμα ή απόφαση αναφορικά με την υπόθεση.» Από τη μελέτη της σχετικής διάταξης διαφαίνεται ότι δεν υπάρχει χρονικός περιορισμός στην υποβολή αίτησης βασιζόμενη στη δυνατότητα που του παρέχεται από τον Κανονισμό, για τούτο ο σχετικός λόγος ένστασης, δεν μπορεί να επιτύχει. Λέχθηκε σχετικά στην απόφαση Τσιμεντοποιϊα Βασιλικού Λίμιτεδ ν. Σάββα Κυριάκου
(1993)1 Α.Α.Δ. 370, 375: "H φύση των παραδοχών κάτω από τη Δ.24 θ.6 στην οποία είναι θεμιτό να βασισθεί δικαστήριο για την έκδοση απόφασης πρέπει να είναι τέτοια που να κλείνει κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης. Αυτό είναι το πνεύμα της σχετικής νομολογίας: Εllis v. Allen (1911-1913) All E.R. 906, Technistudy Ltd v. Kelland
(1976)3 All E.R. 632 και Μurphy v. Culhane
(1976)3 All E.R. 533). Bλέπε επίσης την απόφαση του Γ. Νικολάου, Π.Ε.Δ. στην υπόθεση 878/89 Νίκος Χριστοφή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ & Άλλου ημερομηνίας 6.2.90. Η εφεκτικότητα στη χρήση της διάταξης για πρόωρη απόφαση, εκτός φυσικά στην περίπτωση που μια παραδοχή δεν αφήνει περιθώρια υπεράσπισης, υπογραμμίζει εμφαντικά και την ανάγκη για προσεκτική στάθμιση των δεδομένων της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης.» Υποδεικνύεται τόσο με την ένσταση, όσο και την αγόρευση του συνηγόρου των καθ'ων πως η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα αποτελέσει «πρόκριμα» του «κυρίως επίδικου θέματος της αγωγής και θα θέσει εκποδών αυτήν ταύτην την αγωγή.» Σημειώθηκε επίσης και υποδείχθηκε ότι «.εκτός των 10 αγοραπωλητηρίων εγγράφων τα οποία κατετέθησαν υπό των εναγόντων/καθ'ων η αίτησις, υπάρχουν έτερα δύο αγοραπωλητήρια έγγραφα 2 ετέρων αλλοδαπών δια ποσόν €328.796.00 και €206.087.00 βαρύνοντα το ίδιο ακίνητον και το όλο ακίνητον (χωράφι) μέχρι της 19/05/2009, ήτο και εξακολουθεί να είναι βεβαρημένον δι' υποθήκης προς όφελος της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, δια ποσόν €2.135.751,80 (λόγος «η» της ένστασης). Από την αντίπερα όχθη, εγείρεται η θέση των εναγόντων πως «.με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές έχουν δικαίωμα να έχουν απόφαση πάνω στο μέρος της ανταξίωσης τους που γίνεται «αμετάκλητα» παραδεκτό από τους Ενάγοντες, ήτοι ότι τα συμβόλαια τερματίστηκαν, χωρίς την ανάγκη να περιμένει την αποπεράτωση άλλων ζητημάτων μεταξύ των διαδίκων, δηλαδή χωρίς την εκδίκαση του νόμιμου ή μη του τερματισμού και του ποιος κατά συνέπεια δικαιούται τι.» Αποτελεί περαιτέρω θέση ότι «.η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων δεν άπτεται του τελικού αποτελέσματος της δίκης με την έννοια ότι δεν αποφασίζει τελεσίδικα επίδικο μεταξύ των μερών θέμα, και γι' αυτό δεν υπάρχει νομικός λόγος μη έκδοσης τους στη βάση της Δ.24 θ.6 (επειδή ο τερματισμός έγινε αμετάκλητα παραδεκτός και από τις δύο πλευρές και του άρθρου 2 του Κεφ. 232, (επειδή η συνέχιση της κατάθεσης των συμβάσεων στο Κτηματολόγιο δεν είναι συμβατή με τους όρους και προϋποθέσεις που θέτει).» Η δραστικότητα του μέτρου αυτού απαιτεί προσεκτική ενασχόληση με το θέμα και των περιστάσεων που το περιβάλλουν. Έχουν στην αρχή της απόφασης καταγραφεί, οι αξιώσεις της ενάγουσας εταιρείας και ή ανταπαίτηση των εναγομένων εταιρειών. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την ανταπαίτηση και δόθηκαν με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, έχουν επίσης καταγραφεί. Αποτελούν στην ουσία τους νομικά θέματα και κυρίως εφαρμογή νομικών αρχών επί γεγονότων πραγματικών και μη αμφισβητουμένων, δηλαδή του γεγονότος του τερματισμού. Η ένορκη δήλωση της διευθύντριας της ενάγουσας εταιρείας, που στηρίζει την ένσταση, καταπιάνεται κυρίως με τις ενστάσεις του δεδικασμένου και της κατάχρησης της διαδικασίας. Σε σχέση με το επίδικο αίτημα, αναφέρει πως το θέμα του τερματισμού θα πρέπει να επιλυθεί κατά την ακρόαση της αγωγής. Υποστηρίζει δε ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων ως προς το νόμιμο ή μη του τερματισμού των πωλητηρίων εγγράφων «είναι επαμφοτερίζοντες, ερμαρφρόδιτοι και αλληλοσυγκρουόμενοι, συμπέρασμα συναγόμενον τόσον εκ της ιδίας της παραγράφους
(4)της Ενόρκου Δηλώσεως του ομνύοντος, αλλά και πλείστων όσων ισχυρισμών διαλαμβανομένων εν τη Εκθέσει Υπερασπίσεως και Ανταξιώσεως των, (ίδε παρ. 6(δ) και (ε) και (στ) παρ. 8Α παρ. 11(δ), παρ. 12 και αλλαχού». Κρίνεται ως εκ τούτου απαραίτητο να μελετηθούν οι επίμαχες παραγράφοι της Ανταπαίτησης και των λοιπών δικογράφων. Η ενάγουσα επιζητεί και αξιώνει με τις Εκθέσεις Απαιτήσεων σε όλες τις αγωγές ως εξής: - Δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου (Declaratory judgment) ότι το πωλητήριον έγγραφο ημερομηνίας 22/02108, νομίμως, ορθώς και ευλόγως ετερματίσθει υπό της Εναγούσης, υπαιτιότητι των Εναγομένων και συνεπεία της εκ μέρους των προβλεφθείσης και/ή προμηνυόμενης αθετήσεως των εκ του πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22/02/08, απορρεουσών υποχρεώσεων τους. - Αναγνωριστικόν Διάταγμα και/ή Δηλωτικήν Απόφασιν (Declaratory judgment) ότι η τερματισθείσα σύμβασις και/ή το τερματισθέν αγοραπωλητήριον έγγραφο δυνάμει περί τούτου επιστολής υπό ημερομηνίαν 03/06/09, νομίμως εγένετο και περαιτέρω Αναγνωριστικά Διατάγματα κατά την κρίσιν του Δικαστηρίου». Με την παράγραφο 14 της ΄Εκθεσης Απαίτησης δηλώνεται πως: "Η Ενάγουσα δι' επιστολής του δικηγόρου της υπό ημερομηνίαν 03/06/09, προσωπικώς επιδοθείσης προς αξιωματούχον και/ή αξιωματούχους αμφοτέρων των Εναγομένων Εταιρειών, προέβει εις αμετάκλητον τερματισμόν της ισχύος του πωλητηρίου εγγράφου, ημερομηνίας 22/02/08, λόγω προβλεφθείσης και/ή προκαταβολικής και/ή προμηνυόμενης αθετήσεως των υποχρεώσεων των Εναγομένων
(1)και
(2)(anticipatory breach), ευρισκόμενοι εν πλήρη αδυναμία να ανταποκριθούν προς τους όρους του προμνησθέντος εγγράφου». Οι εναγόμενοι με τις παραγράφους 12 και 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταξίωσης τους αναφέρουν: "
  1. H παράγραφος 14 της Ε/Α περιγράφει μεν το ορθό περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου των Εναγόντων αλλά ο επιδιωκόμενος με αυτή τερματισμός της επίδικης σύμβασης είναι νομικά και πραγματικά αστήρικτος και αβάσιμος και ή εκεί προβαλλόμενη σαν αιτία του τερματισμού δήθεν «προμηνυόμενη και/ή προκαταβολική και/ή προβλεφθείσα αθέτηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων» είναι νομικά και πραγματικά ανύπαρκτη και/ή ακόμα και αν οι Εναγόμενες αδυνατούσαν στις 03/06/09 να παραδώσουν το επίδικο διαμέρισμα μέχρι 15/10/09, (που οι Εναγόμενες αρνούνται), αυτό δεν θα αποτελούσε «προμηνυόμενη παράβαση».»
  2. Το περιεχόμενο της παραγράφου 16 της Ε/Α είναι παραδεκτό με την προσθήκη ότι με τις επιστολές του δικηγόρου τους 30/06/09 και 10/07/09 οι Εναγόμενες αποδέχθηκαν την αποκήρυξη (repudiation) και/ή τερματισμό της σύμβασης που έγινε με την επιστολή του δικηγόρου των Εναγόντων ημερ. 03/06/09, σημειώνοντας παράλληλα πως τον θεωρούσαν μεν παράνομο αλλά με αυτόν τερματίσθηκαν οι 10 συμφωνίες (μαζί και εκείνη για το επίδικο διαμέρισμα Α201) και ότι δεν θα επέστρεφαν τα καταβληθέντα ποσά μέχρι να εξακριβωθούν οι ζημιές που τους επέφερε ο τερματισμός, επιφυλάσσοντας με αυτό τον τρόπο τα δικαιώματα τους από τον τερματισμό.» Επιζητούν δε με την Ανταξίωση τα πιο κάτω: "A. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το πιο πάνω αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/02/08 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων αναφορικά με την πώληση υπό των Εναγομένων στους Ενάγοντες του διαμερίσματος Α201 στο συγκρότημα Malibu Complex επί του Ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/26377, τεμάχιο 376, Φ/Σχ -/2-207-340 στον Π. Γερμασόγειας, Λεμεσός, έχει τερματιστεί και/ή ακυρωθεί και/ή κατέστη άνευ οιασδήποτε νομικής ισχύος με την επιστολή που απέστειλαν οι Ενάγοντες δια των δικηγόρων τους προς τις Εναγόμενες την 03/06/09 και την αποδοχή του τερματισμού από τις Εναγόμενες με τις επιστολές των δικηγόρων τους ημερ. 30/06/09 και 10/07/
  3. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο πάνω τερματισμός είναι αδικαιολόγητος και παράνομος και σαν τέτοιος δίνει δικαίωμα στις Εναγόμενες να αξιώνουν αποζημιώσεις. Γ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση του πιο πάνω αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22/02/08 με υπαιτιότητα των Εναγόντων. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπροσώποι τους να αποσύρουν το πιο πάνω αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 22/02/08 από τα μητρώα του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού.» Οι ενάγοντες επανερχόμενοι με το δικόγραφο της Απάντησης, αναφέρουν τα εξής επί του επίμαχου ζητήματος: "Eν κατακλείδι, οι Ενάγοντες επαναλαμβάνουν πάντας και ένα έκαστον τους ισχυρισμούς των, τους διαλαμβανομένους εν τη Εκθέσει Απαιτήσεως των, απορρίπτοντας πάσας και μίας έκαστην των υπό (Α) εως (Ο) ανταξιουμένων θεραπειών, εν πολλοίς αλληλοσυγκρουρόμενων και/ή αλληλοαναιρουμένων και πλασματικών, υόμω αβασίμων, εξαιτούμενοι ταυτόχρονα την απόρριψιν της Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως και έκδοσιν Αποφάσεως και Διαταγμάτων ως εν τω παρακλητικώ της Ε/Α αναφέρεται πλέον έξοδα της Αγωγής, εξόδων επιδόσεως και Φ.Π.Α.». Είναι ξεκάθαρο και σαφές από τις ανωτέρω παραπομπές ότι το γεγονός του τερματισμού δεν είναι σημείο αμφιλεγόμενο. Εκείνο στο οποίο οι διάδικοι διαφωνούν είναι το νόμιμο και το αιτιολογημένο αυτού και οι συνέπειες του. Τις οποίες καθορίζουν σε αποζημιώσεις. Σημειώνεται με παραπομπή στο σύγγραμμα «Τhe Law of Contract» by G.H. Treiler, 4η Έκδοση, σελ. 576-579, πως το αν θα αποδεχθεί ένα μέρος τον τερματισμό και να διεκδικήσει αποζημιώσεις επειδή το θεωρεί αδικαιολόγητο ή παράνομο αντί να επιμένει στην εκτέλεση της σύμβασης, είναι θέμα δικής του επιλογής. Στην κρινόμενη περίπτωση, η τοποθέτηση των εναγομένων περί αποδοχής του γεγονότος τερματισμού είναι σαφής. Τον αποδέχθηκαν αλλά θεωρούν πως εγένετο παράνομα, χωρίς εύλογη αιτία και διεκδικούν αποζημιώσεις. Δεν εμμένουν στην εκτέλεση της συμφωνίας. Την ίδια θεραπεία αξιώνουν και οι ενάγοντες. Δεν επιζητούν την ειδική εκτέλεση των συμβολαίων. Κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί πως ο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος Κεφ. 232, όπως αυτός τροποποιήθηκε, προνοεί, όπως υποδεικνύει ο τίτλος του για την ειδική εκτέλεση συμβάσεων για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Το άρθρο 7 του Νόμου περιγράφει τις συνέπειες κατάθεσης αντιγράφου σύμβασης στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο προνοώντας πως η κατάθεση επενεργεί ως εμπράγματο βάρος επί της ιδιοκτησίας, μέχρι την εκπνοή των προθεσμιών για καταχώριση αγωγής με την οποία να επιζητείται ειδική εκτέλεση ή αν εγερθεί αγωγή μέχρι την εκδίκαση και έκδοση σχετικής απόφασης. Στην κρινόμενη περίπτωση, η ενάγουσα - καθ'ης αναφέρει αφ' ενός πως (παρ. 14 Έκθεσης Απαίτησης) προέβη σε αμετάκλητο τερματισμό της ισχύος της σύμβασης. Αφ' ετέρου δε, δεν επιδιώκει ειδική εκτέλεση της σύμβασης, και επομένως δεν επιδιώκει την προστασία στην οποία στόχευε όταν κατέθετε τη σύμβαση στο Κτηματολόγιο. Στην υπόθεση Τσιμεντοποιϊα Βασιλικού Λίμιτεδ ν. Σάββα Κυριάκου (ανωτέρω), τονίστηκε πως η φύση των παραδοχών στην οποία είναι θεμιτό, το Δικαστήριο να βασισθεί για την έκδοση απόφασης πρέπει να είναι τέτοια που να κλείνει κάθε δρόμο για την προβολή υπεράσπισης. Στην Sakunor v. Πλοίου «Kinberly»
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 340, η οποία αφορούσε σύμβαση εργοδότησης ναυτικού, καταχωρήθηκε παρόμοια αίτηση για επιδίκαση των μισθών του ενάγοντα, βασιζόμενη στο γεγονός της παραδοχής της εργοδότησης. Οι εναγόμενοι στην ένσταση, αλλά και στην Έκθεση Υπεράσπισης, αν και παραδέχονται την εργοδότηση και τη μισθοδοσία, προέβαλαν ισχυρισμό περί παραβίασης των όρων εργοδότησης, από τον ενάγοντα. Εξετάζοντας την αίτηση, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε στη σελ. 343: "Aν δεν υπήρχε ο πιο πάνω ισχυρισμός το Δικαστήριο με βάση τα στοιχεία που υπήρχαν ενώπιον του θα μπορούσε να αποδεχθεί την αίτηση. Όμως η πρόταξη ενός σοβαρού ισχυρισμού που μπορεί να πλήξει την εγκυρότητα της σύμβασης εργοδότησης δεν καθιστά την απαίτηση του αιτητή κρυστάλλινη, σε βαθμό που θα επέτρεπε την έκδοση απόφασης (Ίδε Landergan v. Feast 84 W.R. 691)." Στην κρινόμενη περίπτωση όπου: - To γεγονός του τερματισμού θεωρείται από τους ενάγοντες «αμετάκλητο γεγονός» και γίνεται αποδεκτό από τους εναγόμενους. - Επιζητούνται ως συνέπειες αυτού αποζημιώσεις, και οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί περιστρέφονται γύρω από το αιτιολογημένο και εύλογο του τερματισμού. - Δεν διεκδικείται μεταβίβαση των επιδίκων κατοικιών, ούτε ειδική εκτέλεση των συμβάσεων, Κρίνεται πως είναι θέμα, το οποίο δεν θα επηρεάσει την ακρόαση της αγωγής, ούτε τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Ο ισχυρισμός δε των καθ'ων που παραπέμπει σε γεγονός ύπαρξης ακόμη δύο αγοραπωλητηρίων εγγράφων επί του ιδίου ακινήτου, δεν αποτελεί ζήτημα ή γεγονός που επηρεάζει την τύχη της παρούσας αίτησης. Συνακόλουθα, εκδίδονται διατάγματα ως οι παραγράφοι Α και Β της αίτησης με έξοδα υπέρ των εναγομένων-αιτητών και εναντίον της ενάγουσας εταιρείας-καθ'ης η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Νοείται ότι τα διατάγματα εκδίδονται και εφαρμόζονται για κάθε μια από τις συνενωμένες αγωγές ξεχωριστά. (Υπ.) .............. Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ (Subject: Civil/Other actions/Ιnterim) (Aναφορά: Απόφαση με βάση παραδεκτά γεγονότα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.