Ζήνας Μήλλιου ν. Κυριάκου Χαραλάμπους κ.α., Αρ. Αγωγής: 1443/2005, 4 Mαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1443/2005 Μεταξύ: Ζήνας Μήλλιου Ενάγουσας και
- Κυριάκου Χαραλάμπους
- Όλγας Χαραλάμπους Εναγομένων Ημερομηνία: 4 Mαρτίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κα Ζ. Νικολάου Για τους Εναγομένους 1 και 2: κ. Στ. Στυλιανού Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγομένους 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Αναγνωριστική Απόφαση του Δικαστηρίου ότι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.5.449,59 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε βρεθεί από το Δικαστήριο ότι δόθηκε από την Ενάγουσα στους Εναγομένους 1 και 2 κατά ή περί την 1.8.2000 και μετά για σκοπούς επένδυσης προς όφελος και/ή για λογαριασμό της και/ή οποιοδήποτε μέχρι σήμερα προϊόν κέρδους από την επένδυση του πιο πάνω ποσού που ανήκει αποκλειστικά στην Ενάγουσα. Β. Αναγνωριστική Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι η υπό Α πιο πάνω περιγραφόμενη περιουσία κατακρατείται από τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 υπό την ιδιότητα τους ως εμπιστευματοδόχοι και/ή προς όφελος και/ή για λογαριασμό της Ενάγουσας. Γ. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου υπέρ της Ενάγουσας αποφασίζον και/ή διατάττον τους Εναγόμενους 1 και 2 να επιστρέψουν και/ή καταβάλουν στην Ενάγουσα τα πιο πάνω ποσά και/ή οποιαδήποτε ποσά ήθελε αποκαλυφθεί ότι οφείλονται ως προϊόν κέρδους που απορρέει από την επένδυση των πιο πάνω ποσών από τους Εναγόμενους προς όφελος και/ή για λογαριασμό της Ενάγουσας. Δ. Αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης και/ή εκμετάλλευσης της υπό Α πιο πάνω χρηματικής περιουσίας. Ε. Αποζημιώσεις για κλοπή και/ή παράνομη κατακράτηση και/ή παράνομη οικειοποίηση της υπό Α πιο πάνω περιουσίας και/ή αποζημιώσεις συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ως αποζημιώσεις δυνάμει παράνομου και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. ΣΤ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 να παραδώσουν πλήρεις και ακριβείς λογαριασμούς αναφορικά με την χρήση και/ή κατοχή και/ή κάρπωση και/ή εκμετάλλευση και/ή διαχείριση των υπό Α πιο πάνω χρημάτων και/ή αναφορικά με τα κέρδη και/ή εισοδήματα τα οποία περιήλθαν και/ή έπρεπε να περιέλθουν στην κατοχή και/ή στα χέρια των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή υπό την κατοχή και/ή χρήση και/ή εκμετάλλευση και/ή διαχείριση της υπό Α πιο πάνω περιουσίας της Ενάγουσας. Ζ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγομένους 1 και/ή 2 να καταβάλουν στην Ενάγουσα όλα και/ή οποιαδήποτε ποσά ήθελαν αποκαλυφθεί ότι οφείλονται στην Ενάγουσα επί τη βάση των πιο πάνω υπό (ΣΤ) λογαριασμών. Η. Τόκο προς 8% επί των πιο πάνω επιδικασθέντων ποσών ως διαλαμβάνεται στις παραγράφους Γ, Δ και Ε από 27.2.2001 μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και/ή νόμιμους τόκους. Θ. Έξοδα. Σύμφωνα, λοιπόν, με την Έκθεση Απαίτησης, κατά ή περί τις αρχές Αυγούστου του 2000 δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και 2 συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο εμφανίστηκαν στην Ενάγουσα ως επαγγελματίες επενδυτικοί σύμβουλοι, ενεργούσαν διά λογαριασμό της ως επενδυτικοί σύμβουλοι και/ή προέβαιναν εκ μέρους της σε χρηματιστηριακές πράξεις και/ή συναλλαγές εντός της ελληνικής και/ή κυπριακής αγοράς και/ή αγόραζαν και/ή πωλούσαν μετοχές επ΄ ονόματι και/ή για λογαριασμό της και/ή προς όφελός της. Ήταν, μεταξύ άλλων, ρητοί και/ή εξυπακουόμενοι όροι της πιο πάνω συμφωνίας ότι οι Εναγόμενοι θα έδιναν στην Ενάγουσα πλήρεις λογαριασμούς για τις επενδυτικές αυτές συναλλαγές σε τακτικά χρονικά διαστήματα και ιδιαίτερα κάθε τέλος του μήνα και μετά από κάθε συναλλαγή και τα οποιαδήποτε κέρδη που θα προέκυπταν από τις εν λόγω πράξεις θα καταβάλλονταν στην Ενάγουσα προσωπικά ή σε τραπεζικό λογαριασμό της στην Κύπρο και/ή στην Ελλάδα. Περαιτέρω, στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας οι Εναγόμενοι θα εδικαιούνταν ως εύλογη αμοιβή και/ή αντάλλαγμα και/ή ως προμήθεια για τις πιο πάνω εργασίες ποσοστό 5% επί του εκάστοτε αρχικού κεφαλαίου προς επένδυση και εφόσον η εν λόγω επένδυση ήθελε αποφέρει κέρδος επί του αρχικού κεφαλαίου πέραν του ποσοστού 5%. Κατά διάφορες ημερομηνίες, η Ενάγουσα έδωσε στους Εναγόμενους 1 και 2 το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.449,59 πλέον το ποσό των 2.000.000 δραχμών (λεπτομέρειες δίδονται στις παραγράφους 4-6 της Έκθεσης Απαίτησης) ώστε αυτοί να προβούν, όπως άλλωστε της είχαν υποσχεθεί, σε επενδυτικές πράξεις προς όφελος της και για λογαριασμό της. Έκτοτε και μέχρι σήμερα η Ενάγουσα εκάλεσε επανειλημμένα τους Εναγόμενους 1 και 2 όπως την ενημερώσουν αναφορικά με τις συναλλαγές στις οποίες προέβηκαν προς όφελος και/ή για λογαριασμό της και/ή να της αποδώσουν λογαριασμούς για τον τρόπο με τον οποίο τα πιο πάνω ποσά επενδύθηκαν προς όφελος της και/ή για τα κέρδη τα οποία προέκυψαν και/ή όπως της αποδοθεί το κέρδος που προέκυψε από τις εν λόγω συναλλαγές, πλην όμως οι Εναγόμενοι προφασιζόμενοι διάφορες δικαιολογίες αρνήθηκαν να το πράξουν, ενεργώντας έτσι παράνομα και/ή αυθαίρετα και/ή αντισυμβατικά. Συνεπεία της πιο πάνω άρνησης των Εναγομένων και ειδικότερα της άρνησης τους να εκπληρώσουν τις συμβατικές υποχρεώσεις τους, η Ενάγουσα τόσο προφορικά όσο και γραπτώς κατά ή περί την 18.6.2004 τερμάτισε τη συμφωνία της με τους Εναγόμενους, αξιώνοντας ταυτόχρονα από αυτούς την επιστροφή των χρημάτων της και/ή απόδοση του οποιουδήποτε κέρδους τυχόν απεκόμισαν οι Εναγόμενοι χρησιμοποιώντας και/ή επενδύοντας τα χρήματά της. Τέλος, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι παράνομα και/ή δόλια και/ή με απάτη κατακρατούν τα πιο πάνω χρηματικά ποσά παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της και ότι συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς έχει υποστεί και/ή υφίσταται ζημιά την οποία αξιοί. Με την κοινή Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι εγείρουν εν πρώτοις προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να απαιτεί το αξιούμενο ποσό ή οποιοδήποτε άλλο ποσό καθότι η καταβολή των ποσών και/ή η εξαγωγή τους εκτός της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και/ή η αντιπαροχή ήταν κατά νόμο απαγορευμένες και/ή αντίκειντο στη δημόσια πολιτική και/ή καταστρατηγούσαν τον περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμο και/ή τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Επί της ουσίας, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται εν πρώτοις ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η Εναγόμενη 2, σύζυγος του Εναγόμενου 1, δεν ασκούσε ή διεξήγαγε το επάγγελμα του επενδυτικού συμβούλου είτε στην Κύπρο είτε στην Ελλάδα και ουδέποτε συνήψε οποιαδήποτε συμφωνία με την Ενάγουσα, με την οποία είναι συγγενείς. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν επενδυτικός σύμβουλος και ασχολείτο με επενδυτικές και/ή χρηματιστηριακές εργασίες στην Ελλάδα και ισχυρίζεται ότι περί τον Αύγουστο του 2000 η Ενάγουσα του ζήτησε όπως του αποστέλλει χρήματα στην Ελλάδα με σκοπό αυτός να τα επενδύει, όταν και όπως αυτός έκρινε σκόπιμο, σε μετοχές εταιρειών στην Ελλάδα. Είναι επίσης παραδεκτό από τον Εναγόμενο 1 ότι συμφώνησε με την Ενάγουσα και/ή ανέλαβε να ενημερώνει την Ενάγουσα για τις πράξεις που θα εκτελούσε για λογαριασμό και/ή προς όφελος της Ενάγουσας μετά από κάθε χρηματιστηριακή πράξη ή αγοραπωλησία μετοχών, ενώ παράλληλα ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι πράγματι ενήργησε κατά αυτό τον τρόπο. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος 1 προβάλλει τον ισχυρισμό ότι για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε στην Ενάγουσα θα λάμβανε ως αμοιβή και/ή προμήθεια ποσοστό 5% επί του ποσού που η Ενάγουσα απέστελλε ή έδινε σε αυτόν για σκοπούς επένδυσης. Σε σχέση με τα ποσά που έδωσε η Ενάγουσα στον Εναγόμενο 1, είναι η θέση του τελευταίου ότι αυτά επενδύθηκαν για λογαριασμό και/ή προς όφελος της και τα οποιαδήποτε δημιουργηθέντα κέρδη δίνονταν ή αποστέλλονταν κατά καιρούς σε αυτήν. Τέλος, ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι η Ενάγουσα ζήτησε επιστροφή των χρημάτων της αλλά αρνείται ότι κατακράτησε και/ή οικειοποιήθηκε τα χρήματα που του δόθηκαν από την Ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι είχε ενημερώσει την Ενάγουσα ότι τα λεφτά που του απέστελλε επενδύθηκαν και ότι οι μετοχές είναι στη διάθεσή της, πλην όμως η Ενάγουσα δεν τις αποδέχθηκε λόγω της χαμηλής και/ή μικρής αξίας τους. Προς υποστήριξη της εκδοχής της κατέθεσε μόνο η Ενάγουσα, ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε μόνο ο Εναγόμενος
- Η μαρτυρία και των δύο είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν προτίθεμαι να την επαναλάβω ενόψει και του ότι στα πλαίσια της αξιολόγησης που ακολουθεί αμέσως πιο κάτω γίνεται εκτενής ανάλυση της μαρτυρίας. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή και τους δύο μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μου και έχοντας υπόψη την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, όπως επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, κρίνω ότι θα πρέπει να αποδεχθώ τη μαρτυρία της Ενάγουσας και να απορρίψω τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 για τους πιο κάτω λόγους: Η Ενάγουσα μου άφησε γενικά πολύ καλή εντύπωση και ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία της χαρακτηριζόταν από συνοχή, σταθερότητα και συνέπεια. Σε καμία περίπτωση δεν δημιούργησε την παραμικρή υποψία ότι προσπαθούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να αποκρύψει γεγονότα. Καταρχήν, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση όπου επέμενε με σταθερότητα ότι τα χρήματα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 ώστε αυτός να τα επενδύσει σε μετοχές στην Ελλάδα με σκοπό τη δημιουργία κέρδους, ως οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της. Αναφορικά με την καταβολή των Λ.Κ.499,59 και Λ.Κ.950,00, η Ενάγουσα παρουσίασε στο Δικαστήριο τα Τεκμήρια 1 και 2 (Χρεωστικές Σημειώσεις ημερομηνίας 27.2.2001 και 12.3.2001), τα οποία επιβεβαιώνουν τη θέση της, σε σχέση δε με την καταβολή του ποσού των 2.000.000 δρχ., ανκαι δεν κατατέθηκε κάποιο έγγραφο, η Ενάγουσα έδωσε επαρκείς εξηγήσεις στο Δικαστήριο, αφού όπως ανέφερε, γύρω στον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2001 επισκέφθηκε μαζί με τον Εναγόμενο 1 τράπεζα στην Αθήνα όπου στην παρουσία του Εναγομένου 1 απέσυρε το ποσό αυτό, το οποίο είχε επενδυμένο στα Αμοιβαία Κεφάλαια Δήλος και το παρέδωσε στον Εναγόμενο
- Η Ενάγουσα υπέδειξε, επίσης, ότι η πιο πάνω συναλλαγή έγινε στην παρουσία κάποιου υπαλλήλου της τράπεζας ο οποίος ήταν Κύπριος και γνωστός του Εναγόμενου
- Η Ενάγουσα ήταν κατηγορηματική ότι πείσθηκε να δώσει χρήματα στον Εναγόμενο 1 για σκοπούς επένδυσης στη βάση κάποιου εγγράφου που ο Εναγόμενος 1 υπέδειξε σε αυτήν και σε άλλα μέλη της οικογένειας της (Τεκμήριο 5) όπου γίνεται αναφορά σε επενδυτικά σχέδια και στην απόδοση που θα είχε το κεφάλαιο και τη μηνιαία καταβολή ανάλογα με το ποσό της επένδυσης. Σταθερή παρέμεινε επίσης η Ενάγουσα και στη θέση της ότι ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε την ενημέρωσε με τρόπο συγκεκριμένο αναφορικά με την επένδυση των χρημάτων της ή τη δημιουργία κέρδους. Ειδικότερα, σε ερώτηση του κ. Στυλιανού κατά πόσον η ίδια γνώριζε με ποιο τρόπο θα γίνονταν οι επενδύσεις, η Ενάγουσα κατέθεσε με σαφήνεια ότι ο Εναγόμενος 1 θα επένδυε τα χρήματά της και θα την ενημέρωνε κάθε φορά που θα γινόταν κάποια επένδυση και οποιαδήποτε άλλη ενέργεια, κάτι, ωστόσο, που ο Εναγόμενος 1 δεν έπραξε ποτέ. Όπως υπέδειξε η Ενάγουσα, δεν είχε δοθεί κανένα στοιχείο και καμία απόδειξη ότι τα χρήματα πράγματι επενδύθηκαν και σε σχετικές οχλήσεις της προς τον Εναγόμενο 1, ο ίδιος της απαντούσε ότι τα χρήματα είχαν επενδυθεί και ότι είχαν διπλασιαστεί, χωρίς, όμως να της παρουσιάσει ποτέ οποιαδήποτε στοιχεία ή να της αποδώσει κέρδος. Προς υποστήριξη, μάλιστα, της θέσης της Ενάγουσας, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, επιστολή του Εναγόμενου 1 προς τον πεθερό της Ενάγουσας, ο οποίος επίσης έδωσε χρήματα στον Εναγόμενο 1 για σκοπούς επένδυσης τους στην Ελλάδα, ημερομηνίας 6.12.2002, όπου ο Εναγόμενος 1 τον ενημερώνει σε σχέση με τη διεύθυνση και τα τηλέφωνα επικοινωνίας του και περαιτέρω αναφέρει τα ακόλουθα: «Έχω δρομολογήσει ορισμένα πράγματα για τη συντομότερη λήξη των θεμάτων μας σε σχέση με όλους. Χάσαμε βέβαια χρόνο αλλά δεν αλλάζει τίποτε άλλο από την αρχική συμφωνία». Το Δικαστήριο επίσης ικανοποιήθηκε σε σχέση με τη θέση της Ενάγουσας στην υποβολή του κ. Στυλιανού ότι ο Εναγόμενος 1 της κατέβαλε κέρδη από τις επενδύσεις της. Σημειώνεται ότι επί του θέματος, ο κ. Στυλιανού υπέδειξε στην Ενάγουσα Απόδειξη Εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ημερομηνίας 16.5.2000 και Ημερολογιακό Πιστωτικό/Χρεωστικό Φύλλο της Τράπεζας Κύπρου Λτδ ημερομηνίας 11.1.2001 (Τεκμήρια 6 και 8 αντίστοιχα). Αναφορικά, όμως, με τις εν λόγω ισχυριζόμενες πληρωμές, παρατηρούνται τα ακόλουθα: Εν πρώτοις, το Τεκμήριο 6 αφορά κατάθεση ποσού 110.000 δρχ. από τον Εναγόμενο 1 προς την Ενάγουσα και τον σύζυγό της, η οποία έγινε στις 16.5.2000, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας η οποία έγινε περί τον Αύγουστο του 2000, με τρόπο ώστε η εν λόγω πληρωμή να μην σχετίζεται με τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή. Ερχόμενη, τώρα, στο Τεκμήριο 8, η εξήγηση που έδωσε στο Δικαστήριο η Ενάγουσα ήταν πειστική και γίνεται αποδεκτή. Συγκεκριμένα, η Ενάγουσα κατέθεσε ότι σε κάποιο στάδιο περί τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του 2000, ο Εναγόμενος 1 της ζήτησε κάποια χρήματα γιατί επρόκειτο να προβεί σε διαδικασία υιοθεσίας ενός παιδιού και υπολειπόταν ένα μέρος των χρημάτων που απαιτούνταν για το σκοπό αυτό, και η εν λόγω απόδειξη αφορά τα χρήματα αυτά, τα οποία, όπως υπέδειξε η Ενάγουσα, της επιστράφηκαν από τον Εναγόμενο 1 σε μεταγενέστερο στάδιο. Η κα Μήλιου ήταν ξεκάθαρη και κατηγορηματική ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς τον Εναγόμενο 1, αυτός ουδεμία εξήγηση ή αναφορά της έδωσε αναφορικά με τα χρήματα που του είχε δώσει. Η μάρτυρας αναφέρθηκε μάλιστα σε συγκεκριμένο περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα στο σπίτι του Εναγόμενου 1 στην Αθήνα, όταν τον επισκέφθηκε ώστε να ζητήσει για ακόμη μια φορά στοιχεία και αποδείξεις αναφορικά με τις ισχυριζόμενες επενδύσεις, όπου ο Εναγόμενος 1 ελάμβανε τηλεφωνήματα από εξαγριωμένους επενδυτές οι οποίοι ήταν σε παρόμοια κατάσταση με την Ενάγουσα, και αυτός ανέφερε τα ακόλουθα: «Εν εκατάλαβα. Έννα σταματήσουν να με ζαλίζουν; Δεν έχω καμία υποχρέωση να τους ενημερώσω για οποιαδήποτε πράξη κάνω - μου έδωσαν τα λεφτά τους να τα επενδύσω». Όταν δε η Ενάγουσα τον ρώτησε εάν όλα αυτά ισχύουν και για την ίδια, ο Εναγόμενος 1, αφού κατάλαβε το λάθος του, της απάντησε «αυτό δεν ισχύει για εσάς». Σημειώνεται, ωστόσο, ότι από τη μαρτυρία της Ενάγουσας δεν αποδέχομαι τη θέση της περί ανάμειξης και συμμετοχής της Εναγόμενης 1 και αυτό, όχι γιατί διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους της να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αλλά λόγω του ότι από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, όπως προκύπτουν από τις διευκρινίσεις που έδωσε η Ενάγουσα κατά τη μαρτυρία της και ιδιαίτερα την αντεξέταση της όπου έκανε συνεχώς αναφορά μόνο στον Εναγόμενο 1, η μόνη συμμετοχή της Εναγόμενης 1 ήταν η πληρωμή σε αυτή του ποσού των Λ.Κ.499,59 (βλέπε Τεκμήριο 1) ώστε η Εναγομένη 1 να το διαβιβάσει στον Εναγόμενο 2/σύζυγό της, ενώ παράλληλα από την επιστολή του Εναγόμενου 1 ημερομηνίας 6.12.2002 (Τεκμήριο 3), φαίνεται ότι μόνο αυτός ήταν ασφαλιστικός και επενδυτικός σύμβουλος και ουσιαστικά με αυτόν είχε να κάνει η Ενάγουσα αναφορικά με την επένδυση των χρημάτων της. Αντίθετα με την Ενάγουσα, η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 χαρακτηριζόταν από ασάφεια και σύγχυση, ενώ ήταν ευδάκριτη η προσπάθεια του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια κατασκευασμένη εκδοχή που σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή. Και εξηγώ: Καταρχήν, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι με βάση τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αγόρασε μετοχές επ' ονόματι του για λογαριασμό της Ενάγουσας και κάποιων άλλων προσώπων που συμμετείχαν σε ομαδικά επενδυτικά σχέδια. Σχετικά δε παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 τα ακόλουθα έγγραφα: - Το πρώτο έγγραφο, το οποίο εκδόθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς, τιτλοφορείται «Κίνηση Χαρτοφυλακίου Μετοχών» και παρουσιάζει την Κατάσταση Χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου 1 κατά την 4.1.
- - Το δεύτερο έγγραφο, το οποίο εκδόθηκε από την Εθνική Χρηματιστηριακή Α.Ε., φέρει ημερομηνία 31.12.2005 και αποτελεί συνοπτική παρουσίαση και κατάσταση του χαρτοφυλακίου του Εναγόμενου 1 κατά την εν λόγω ημερομηνία. - Τα υπόλοιπα εννέα έγγραφα αφορούν πινακίδια εκτέλεσης εντολής του Εναγόμενου 1 προς την Ασπίς Χρηματιστηριακή Α.Ε. σε διάφορες ημερομηνίες στα έτη 2000-
- Όμως, σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα παρατηρούνται τα ακόλουθα: Όλα τα έγγραφα είναι επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 και πουθενά δεν γίνεται αναφορά ή μπορεί να γίνει σύνδεση των μετοχών αυτών με την Ενάγουσα. Ενώ στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος 1 επέμενε ότι οι μετοχές που αναφέρονται στα πιο πάνω έγγραφα είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι του για λογαριασμό της Ενάγουσας και άλλων επενδυτών, όταν ερωτήθηκε πόσες και ποιες μετοχές αναλογούν στην Ενάγουσα σε κάθε αναφερόμενη εταιρεία, ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν σε θέση να δώσει μια συγκεκριμένη και σαφή απάντηση, όπως επίσης ούτε για τη σημερινή αξία των εν λόγω μετόχων. Τέσσερα από τα εννέα έγγραφα της Ασπίς Χρηματιστηριακή Α.Ε. αφορούν εντολές για αγορά μετοχών από τον Εναγόμενο 1 σε ημερομηνίες πριν από τη σύναψη της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας (που με βάση και τη δική του μαρτυρία έλαβε χώρα περί τον Αύγουστο του 2000), ήτοι 13.1.2000, 19.1.2000, 3.2.2000 και 26.5.2000, με αποτέλεσμα να κλονίζεται η αξιοπιστία του. Σε κάθε περίπτωση, ο Εναγόμενος 1 δεν παρουσίασε οποιοδήποτε στοιχείο ώστε να αποδεικνύεται ότι οι μετοχές αυτές κατέχονται ακόμη από τον ίδιο, ώστε, τουλάχιστον, να επιβεβαιωθεί η θέση του περί της ετοιμότητας του να μεταβιβάσει στην Ενάγουσα τον αναλογούντα σε αυτή αριθμό μετοχών. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι όταν κατά την αντεξέταση είχε ερωτηθεί από που μπορεί κάποιος να διαπιστώσει ότι οι αγορές αυτές αφορούσαν ομαδικό σχέδιο, ο Εναγόμενος 1 απάντησε ότι το γεγονός αυτό φαίνεται από τα ποσά που αφορούσαν οι πράξεις, ήτοι 7.000.000 δραχμές, θέση την οποία το Δικαστήριο αδυνατεί να αποδεχθεί έχοντας μεταξύ άλλων υπόψη ότι το ποσό αυτό δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλό. Περαιτέρω, η εξήγηση που έδωσε ο Εναγόμενος 1 για την αναγκαιότητα συμμετοχής της Ενάγουσας σε ομαδικό σχέδιο, όπου συμμετείχαν διάφορα πρόσωπα, ήτοι ότι για να γίνει κάποια χρηματιστηριακή πράξη πρέπει κάποιος να έχει κωδικό δικό του και η Ενάγουσα δεν μπορούσε να έχει δικό της, δεν παρουσιάζεται λογική ούτε πειστική αφού λόγω της ιδιότητας του ως χρηματιστής ο Εναγόμενος 1 θα μπορούσε να προβεί στις δέουσες ενέργειες ώστε η Ενάγουσα να αποκτήσει δικό της κωδικό και οι διενεργούμενες πράξεις να γίνονται μέσω αυτού. Επίσης, στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο Εναγόμενος 1 υπέπεσε σε διάφορες αντιφάσεις. Ειδικότερα σημειώνεται ότι ενώ στην κυρίως εξέτασή (βλέπε Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο Β, παράγραφος 5), ο ίδιος παραδέχεται ότι στα πλαίσια της συμφωνίας του με την Ενάγουσα ανέλαβε να την ενημερώνει για τις εκάστοτε πράξεις που εκτελούσε και διεκπεραίωνε για λογαριασμό της μετά από κάθε χρηματιστηριακή πράξη, κατά την αντεξέταση του υποστήριξε ότι η συμφωνία τους προέβλεπε για ενημέρωση της Ενάγουσας σε τακτά χρονικά διαστήματα, αφού, όπως εξήγησε, εκ των πραγμάτων δεν ήταν σε θέση να ειδοποιεί όλους τους επενδυτές άμεσα. Η θέση, όμως, αυτή έρχεται σε αντίθεση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Επί του ίδιου θέματος, ενώ στη Γραπτή του Δήλωση αναφέρει ότι στα πλαίσια εκπλήρωσης της πιο πάνω συμβατικής του υποχρέωσης ενημέρωνε σχετικά την Ενάγουσα είτε μέσω τηλεφώνου είτε μέσω τηλεομοιοτύπου (βλέπε παράγραφο 5), όταν κατά την αντεξέταση του ζητήθηκε να παρουσιάσει τα εν λόγω έγγραφα, ισχυρίστηκε ότι δεν τα έχει μαζί του, ενώ πρόκειται για ουσιαστικά έγγραφα προς το σκοπό τεκμηρίωσης της υπεράσπισης του και έγγραφα τα οποία θα ανέμενε κάποιος να τηρούνται από κάποιο επενδυτικό σύμβουλο και χρηματιστή. Σημειώνεται επίσης, ότι ενώ στη Γραπτή του Δήλωση (παράγραφος 8) ισχυρίζεται ότι αναφορικά με τις επενδύσεις των χρημάτων της Ενάγουσας ο ίδιος ενεργούσε με βάση τις εκάστοτε οδηγίες και εγκρίσεις της, σε μεταγενέστερο στάδιο, υποστήριξε ότι η συγκατάθεσή της Ενάγουσας δόθηκε μόνο σε σχέση με την επένδυσή της σε αμοιβαία κεφάλαια. Ούτε η θέση του Εναγόμενου 1 σε σχέση με την απόδοση κερδών στην Ενάγουσα μπορεί να γίνει αποδεκτή αφού στην παράγραφο 8 της Γραπτής του Δήλωσης κάνει αναφορά σε πληρωμή στην Ενάγουσα διαφόρων ποσών, αλλά: Επικαλείται πληρωμή σε μετρητά του ποσού των 50,000 δραχμών στις 23.10.1998 και 24.10.1998, ενώ η συμφωνία του με την Ενάγουσα συνάφθηκε τον Αύγουστο του
- Τα ίδια ισχύουν και για την ισχυριζόμενη πληρωμή του ποσού των 110,000 δραχμών κατά την 16.5.2000 (βλέπε Τεκμήριο 6). Σε σχέση με την πληρωμή των Λ.Κ.1.500,00 (βλέπε Τεκμήριο 8), όταν κατά την αντεξέταση του υποβλήθηκε από τη συνήγορο της Ενάγουσας ότι κατά καιρούς λόγω των φιλικών και οικογενειακών σχέσεων που είχαν, η Ενάγουσα και ο σύζυγός της τους βοηθούσαν οικονομικά και αυτός και η σύζυγός του επέστρεφαν τα χρήματα αργότερα, ο ίδιος απάντησε «ίσως και να έγινε έτσι». Παρομοίως, απορρίπτεται η θέση του Εναγομένου 1 περί πρόθεσης του να μεταβιβάσει στην Ενάγουσα τις μετοχές που κρατούσε για λογαριασμό της και οπισθοχώρηση της ίδιας λόγω μείωσης της αξίας των μετοχών, αφού και σε σχέση με το ζήτημα αυτό αφού δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο οποιαδήποτε έγγραφα, ενώ ο ίδιος έκανε αναφορά σε αυτά (βλέπε παράγραφο 14 της Γραπτής Δήλωσης, Έγγραφο Β). Επίσης, ο Εναγόμενος 1 δεν καθόρισε χρονικά το γεγονός αυτό, ήτοι κατά πόσον η ισχυριζόμενη πρόταση του για μεταβίβαση των μετοχών επ' ονόματι της Ενάγουσας έγινε πριν ή μετά την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 18.6.2004 (βλέπε Τεκμήριο 4). Επομένως, για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του Εναγόμενου 1 απορρίπτεται στην ολότητά της. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, διαπιστώνεται ότι τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν ως ακολούθως: Οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι σύζυγοι, ενώ παράλληλα η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 είναι ξαδέλφες, και κατά τον ουσιώδη χρόνο η Ενάγουσα και ο σύζυγός της διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις με τους Εναγόμενους. Σε κάποιο σημείο πριν από τον Αύγουστο του 2000, ο Εναγόμενος 1, ο οποίος ήταν ασφαλιστικός και επενδυτικός σύμβουλος, παρουσίασε στην Ενάγουσα το Τεκμήριο 5 και πρότεινε σε αυτή να επενδύσει μέσω του ποσό χρημάτων στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών σε εγγυημένα επενδυτικά σχέδια, τα οποία θα της απέφεραν σίγουρο κέρδος. Με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5, είχαν δοθεί στην Ενάγουσα λεπτομέρειες αναφορικά με το ποσοστό της απόδοσης και μηνιαίας καταβολής ανάλογα με το κεφάλαιο που επρόκειτο να επενδυθεί. Λόγω των οικογενειακών και φιλικών σχέσεων που υπήρχαν μεταξύ των διαδίκων, περί τις αρχές Αυγούστου του 2000 η Ενάγουσα αποδέχθηκε την πρόταση του Εναγόμενου
- Προς το σκοπό αυτό κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 τα ακόλουθα ποσά: - Το ποσό των Λ.Κ.499,59 το οποίο έδωσε στην Εναγόμενη 2 στις 27.2.2001 με επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ (βλέπε Τεκμήριο 1). - Το ποσό των 2.000.000 δραχμών το οποίο έδωσε στον Εναγόμενο 1 περί τον Μάρτιο του 2001 σε μετρητά αφού έκανε ανάληψη του ποσού αυτού, το οποίο ήταν επενδυμένο στα Αμοιβαία Κεφάλαια Δήλος στην Ελλάδα. - Το ποσό των Λ.Κ.950,00 το οποίο κατατέθηκε σε λογαριασμό του Εναγόμενου 1 στις 12.3.2001 (βλέπε Τεκμήριο 2). Ήταν όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι ο Εναγόμενος 1 θα επένδυε τα χρήματα της Ενάγουσας κατά την απόλυτη κρίση του και οποιοδήποτε κέρδος προέκυπτε από την εν λόγω επένδυση θα καταβάλλετο στην Ενάγουσα προσωπικά ή σε λογαριασμό της στην Κύπρο ή στην Ελλάδα, οι οποίοι ανοίχθηκαν από την Ενάγουσα για το σκοπό αυτό. Είχε επίσης συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι ο Εναγόμενος 1 θα ενημέρωνε την Ενάγουσα μετά από κάθε χρηματιστηριακή πράξη την οποία θα διενεργούσε για λογαριασμό και προς όφελός της και κάθε μήνα για την πορεία της επένδυσής της γενικότερα. Στα πλαίσια της επίδικης συμφωνίας η αμοιβή του Εναγόμενου 1 καθορίστηκε σε ποσοστό 5% επί του κεφαλαίου που θα επενδυόταν. Παρά το ότι τα πιο πάνω χρήματα δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 για το σκοπό που καθορίζεται πιο πάνω, εντούτοις ο Εναγόμενος 1 δεν επένδυσε τα χρήματα της Ενάγουσας και ουδέποτε την ενημέρωσε για οποιαδήποτε χρηματιστηριακή πράξη ή για την επένδυση των χρημάτων της γενικότερα, όπως επίσης ουδέποτε ο Εναγόμενος 1 απέδωσε στην Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή κέρδους που προέκυψε από τις ισχυριζόμενες επενδύσεις. Η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο 1 να την ενημερώσει σχετικά, όμως ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε έδωσε μια σαφή και συγκεκριμένη εικόνα αναφορικά με την τύχη των χρημάτων που του δόθηκαν προς το σκοπό επένδυσης. Μετά από τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας προς τον Εναγόμενο 1, οι οποίες ωστόσο δεν είχαν οποιοδήποτε αποτέλεσμα, με επιστολή της ημερομηνίας 18.6.2004 (Τεκμήριο 4) η Ενάγουσα τερμάτισε τη συμφωνία της με τον Εναγόμενο 1 και ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων της και την απόδοση οποιουδήποτε ποσού κέρδους που πιθανόν να προέκυψε. Μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος 1 παραλείπει να επιστρέψει στην Ενάγουσα τα πιο πάνω ποσά και να αποδώσει λογαριασμούς αναφορικά με το τι έπραξε με τα χρήματά της. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Οι εκατέρωθεν θέσεις τους είναι καταγεγραμμένες στα γραπτά περιγράμματα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο και τα οποία υιοθέτησαν για σκοπούς αγορεύσεων και γι' αυτό το λόγο δεν κρίνω σκόπιμο να τις παραθέσω, αναφορά όμως θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, θα προχωρήσω να εξετάσω τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Θεωρώ ότι το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι η προδικαστική ένσταση των Εναγομένων αναφορικά με την παρανομία της επίδικης συμφωνίας καθότι, όπως ισχυρίζονται, ο σκοπός και/ή η αντιπαροχή της αντίκεινται στη δημόσια πολιτική και/ή καταστρατηγούν τον περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμο και/ή τις σχετικές οδηγίες και τους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Στο άρθρο 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, απαριθμούνται οι περιπτώσεις στις οποίες η αντιπαροχή ή ο σκοπός μιας συμφωνίας είναι παράνομος. Συγκεκριμένα, προβλέπονται τα ακόλουθα: «
- Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο. ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου. ή (γ) συνιστά απάτη. ή (δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου. ή (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη.» Το δε άρθρο 24 του ίδιου Νόμου προβλέπει: «
- Αν οποιοδήποτε μέρος μιας και μόνης αντιπαροχής για ένα ή περισσότερους σκοπούς ή μία οποιαδήποτε αντιπαροχή ή οποιοδήποτε μέρος μιας από περισσότερες αντιπαροχές για ένα και μόνο σκοπό, είναι παράνομος, η συμφωνία είναι άκυρη.» Το άρθρο 23 έχει ως πρότυπο τις διατάξεις του άρθρου 23 του Ινδικού περί Συμβάσεων Νόμου. Η απαγόρευση είναι ευρύτερη από την απαγόρευση παράνομων συμφωνιών με βάση το αγγλικό δίκαιο. Αντίθετα προς το αγγλικό δίκαιο, η παρανομία δεν συσχετίζεται μόνο με το παράνομο αντάλλαγμα, αλλά και το σκοπό της συμφωνίας. Το άρθρο 23 του Κεφ. 149 έχει ερμηνευθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εκείνο που προκύπτει από τη νομολογία είναι ότι κάθε σύμβαση της οποίας ο σκοπός ή η αντιπαροχή είναι παράνομη είναι εξ' υπαρχής άκυρη και το Δικαστήριο δεν θα εφαρμόσει σύμβαση η οποία ρητά ή εξυπακουόμενα απαγορεύεται από το νόμο, η δε πρόθεση των μερών είναι, σε τέτοια περίπτωση, στοιχείο αδιάφορο (βλ. Joseph El Alam v. Χριστοφόρου Τουμαζίδη
(1998)1 ΑΑΔ 968). Επιπρόσθετα, στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου γίνεται διάκριση μεταξύ συμφωνιών οι οποίες είναι άκυρες εξ' υπαρχής και συμφωνιών εκτελεστών σε μελλοντικό χρόνο (executory), μη αποκλειόμενων από το νόμο και δυναμένων να εφαρμοστούν με την εξασφάλιση της αναγκαίας συγκατάθεσης από την αρμόδια κρατική αρχή (βλ. Andriani A. Iosifakis and others v. Mohammed Abdul Ghani
(1967)1 CLR 190, Mosfiloti v. Panayi & Another
(1979)2 J.S.C. 384, Conqueror Developments Ltd v. Dreamland Developments Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 170, Saab and Another v. Holy Monastery of Ayios Neofytos
(1982)1 CLR 499 και Μαρία Συρίμη v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λιμιτεδ, Πολιτική Έφεση αρ. 315/2007, απόφαση ημερ. 12.7.2010). Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Mosfiloti (πιο πάνω), συμφωνίες δυνάμενες να εφαρμοστούν νόμιμα δεν θα κηρυχθούν εξ' υπαρχής άκυρες εκτός εάν φανεί ότι ήταν η πρόθεση των μερών κατά τη γένεση της συμφωνίας να παραβιάσουν το νόμο κατά την εφαρμογή της. Επιπρόσθετα, ο λόγος στην Iosifakis (πιο πάνω) μπορεί να προσδιοριστεί ως εξής: συμφωνία νόμιμη εν τη γενέσει της, δεν αναιρείται, υπό όρους αναγόμενους στην εκτέλεση της, νοουμένου ότι αυτοί μπορεί να εφαρμοστούν νόμιμα με την εξασφάλιση της προβλεπόμενης από το Νόμο άδειας (βλ. επίσης Harrow Trading Ltd κ.α. v. ADM Investor Services International Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 161 όπου σύμβαση εγγύησης που δόθηκε από κάτοικο Κύπρου για συμβόλαια υπεράκτιας εταιρείας σε ξένο συνάλλαγμα χωρίς την εξασφάλιση της σχετικής άδειας από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου δεν κρίθηκε παράνομη, αφού δεν είχε διαπιστωθεί πρόθεση των συμβαλλόμενων, κατά την ενδεχόμενη εκτέλεση της σύμβασης, να παραβιάσουν τον περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμο, Κεφ. 199). Εξετάζοντας, λοιπόν, την προκειμένη περίπτωση υπό το φως των πιο πάνω νομικών αρχών, το πρώτο πράγμα που πρέπει να λεχθεί είναι ότι τόσο ο σκοπός όσο και η αντιπαροχή της συμφωνίας των διαδίκων ήταν καθόλα νόμιμα αφού αφορούσαν την επένδυση χρημάτων της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο 1 στην ελληνική αγορά με σκοπό την πραγματοποίηση κέρδους έναντι καταβολής συγκεκριμένου ποσοστού προμήθειας σε αυτόν. Η φύση της συμφωνίας αυτής, δεν αντίκειται στις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού, συνεπώς δεν τίθεται θέμα ακυρότητας της αφού ήταν καθόλα νόμιμη εν τη γενέσει της. Με δεδομένη, τώρα, τη νομιμότητα της επίδικης συμφωνίας, το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι το κατά πόσον οποιοσδήποτε όρος της εν λόγω συμφωνίας αναγόμενος στην εκτέλεσή της, αντίκειται στις πρόνοιες του περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου, Κεφ. 199 και εάν υπήρχε πρόθεση των μερών να παραβιάσουν τις πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας ή τις έχουν παραβιάσει. Επί του θέματος θα πρέπει να γίνει καταρχήν αναφορά στα άρθρα 7 και 8 του περί Ελέγχου Συναλλάγματος Νόμου, Κεφ. 199, ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο [1], τα οποία προνοούσαν τα εξής: «7. Κανένα πρόσωπο, δεν τελεί στη Δημοκρατία οτιδήποτε από τα ακόλουθα, χωρίς την άδεια του Δημοσιονομικού Γραμματέα, δηλαδή- (α) να προβαίνει σε πληρωμή προς πρόσωπο ή σε πίστωση προσώπου που διαμένει εκτός της Δημοκρατίας. ή (β) να προβαίνει σε πληρωμή προς πρόσωπο ή σε πίστωση προσώπου που διαμένει στη Δημοκρατία κατ' εντολή ή για λογαριασμό προσώπου που διαμένει εκτός της Δημοκρατίας ή (γ) πιστώνει οποιοδήποτε πρόσωπο που διαμένει εκτός Δημοκρατίας με οποιοδήποτε ποσό: Νοείται ότι όταν πρόσωπο που διαμένει εκτός της Δημοκρατίας έχει καταβάλει ποσό προς ικανοποίηση χρέους που οφείλεται απ' αυτό, η παράγραφος (γ) του άρθρου αυτού δεν απαγορεύει την αναγνώριση ή καταγραφή της πληρωμής. 8.
(1)Κανένα πρόσωπο στη Δημοκρατία, χωρίς την άδεια του Δημοσιονομικού Γραμματέα, δεν προβαίνει, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, σε οποιαδήποτε πληρωμή εκτός της Δημοκρατίας προς πρόσωπο ή για λογαριασμό προσώπου που διαμένει εκτός της Δημοκρατίας και κανένα πρόσωπο που διαμένει στη Δημοκρατία δεν τελεί στη Δημοκρατία οποιαδήποτε πράξη η οποία ενέχει, συνδέεται, ή είναι προπαρασκευαστική οποιασδήποτε τέτοιας πληρωμής.
(2)Καμιά διάταξη του άρθρου αυτού δεν απαγορεύει σε πρόσωπο να τελεί οποιαδήποτε πράξη, που είναι νόμιμη διαφορετικά, σε σχέση με ξένο νόμισμα που λαμβάνει αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Ι του Νόμου αυτού, ή κατακρατεί αυτό σύμφωνα με συγκατάθεση του Δημοσιονομικού Γραμματέα.» Στην υπό κρίση υπόθεση, δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία που να δεικνύει ότι κατά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας οι διάδικοι είχαν πρόθεση να καταστρατηγήσουν τις πρόνοιες του Κεφ. 199 με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αναιρεθεί ο σιωπηρός όρος του άρθρου 35 ότι κατά την εκτέλεση της συμφωνίας οι διάδικοι δεν θα εξασφάλιζαν την απαιτούμενη άδεια εάν αυτό ήταν αναγκαίο. Περαιτέρω, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι οι πληρωμές που έγιναν στα πλαίσια της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας έγιναν κατά παράβαση των προνοιών του Κεφ. 199 ή χωρίς την άδεια του Δημοσιονομικού Γραμματέα. Εκείνο το οποίο μπορεί να διαπιστωθεί από την ενώπιον μου μαρτυρία είναι ότι έγιναν οι ακόλουθες τρεις πληρωμές: - Η πρώτη πληρωμή αφορά το ποσό των Λ.Κ.499,59 και έγινε στην Κύπρο, με τραπεζική επιταγή της Τράπεζας Κύπρου Λτδ προς όφελος της Εναγόμενης 2 (βλέπε Τεκμήριο 1). - Η δεύτερη πληρωμή των 2.000.000 δραχμών έγινε στην Αθήνα όπου και η Ενάγουσα απέσυρε το ποσό αυτό από τις επενδύσεις της στα Αμοιβαία Κεφάλαια Δήλος στην Ελλάδα και το παρέδωσε στον Εναγόμενο
- - Η τρίτη πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.950,00 έγινε με μεταφορά από το λογαριασμό της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ με αριθμό 0342-11-030315 στο λογαριασμό του Εναγόμενου 1 στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ με αριθμό 0342-01-031836 (βλέπε Τεκμήριο 2). Όλα τα πιο πάνω γεγονότα δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι η επίδικη συμφωνία μολύνεται από παρανομία ώστε να τίθεται θέμα ακύρωσής της και αποστέρησης της Ενάγουσας να αποταθεί στο Δικαστήριο για αναζήτηση θεραπείας. Συνεπώς, η προδικαστική ένσταση των Εναγόμενων απορρίπτεται. Με δεδομένη, τώρα, την απόρριψη της προδικαστικής ένστασης και έχοντας υπόψη τα πιο πάνω ευρήματα, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει ποιες θεραπείες μπορούν να αποδοθούν στην Ενάγουσα, αφού προηγουμένως καθοριστεί η φύση της σχέσης της με τον Εναγόμενο
- Έχω την άποψη ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία προκύπτει σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ τους. Ως προς τη νομική πτυχή του ζητήματος παρατηρούνται τα εξής: Στο Μέρος ΧΙΙΙ του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, περιέχονται οι πρόνοιες σε σχέση με συμβάσεις αντιπροσωπείας. Στο δε άρθρο 142 του Νόμου δίδονται οι ακόλουθες ερμηνείες: «
- «Αντιπρόσωπος» είναι το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτό, καλείται «αντιπροσωπευόμενος».» Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (4η έκδοση (Re Issue), Volume 1
(2)) στη σελίδα 4, σχέση αντιπροσωπείας υπάρχει όταν ένα πρόσωπο (ο αντιπρόσωπος) έχει ρητή ή σιωπηρή εξουσιοδότηση να ενεργήσει εκ μέρους κάποιου άλλου προσώπου (του αντιπροσωπευόμενου) και συγκατατίθεται να ενεργήσει κατά αυτό τον τρόπο. Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο αντιπρόσωπος δεν είναι ούτε υπηρέτης ούτε ανεξάρτητος εργολάβος (independent contractor) αφού αφενός ο υπηρέτης έχει υποχρέωση να εκτελεί τις οδηγίες του εργοδότη του και υπόκειται στον έλεγχο και στην επίβλεψη του τελευταίου, αφετέρου ο ανεξάρτητος εργολάβος δεν υπόκειται σε κανένα έλεγχο ή οποιαδήποτε παρέμβαση και απλά αναλαμβάνει να εκτελέσει ένα έργο, ενώ ο αντιπρόσωπος παρόλο που έχει υποχρέωση να ενεργήσει με βάση τις οδηγίες που του δίνονται κατά καιρούς από τον αντιπροσωπευόμενο, εντούτοις δεν είναι κάτω από τον έλεγχο ή την επίβλεψη του. Στο σύγγραμμα Bowstead and Reynolds on Agency (16η έκδοση, Sweet & Maxwell) στη σελίδα 22 γίνεται διάκριση μεταξύ αντιπροσώπου και εμπιστευματοδόχου ως εξής: «Thus a trustee holds money or property for another, to which he has the legal title, but which belongs in equity to the beneficiary, whose rights are largely enforceable on a proprietary rather than on a personal basis. As such, a trustee may have no agency functions at all. Furthermore, a trustee's duty is to carry out the terms of the trust; he is not normally subject to control by the beneficiary, nor to revocations by him of the trust. Lastly, the position of express trustee is a well-recognised and specialized one to which various forms of statutory regulation apply. An agent, on the other hand, may often hold no money or property for his principal at all; if he does receive money from or fro his principal, he may merely be in the position of debtor to his principal in respect of it and if he receives goods he may hold them as bailee only. As such, therefore, an agent may have no trustee functions or liabilities at all. He may well be subject to some degree of control by his far too varied in the many spheres in which it may operate to be the subject of general statutory regulation, though statutes may affect particular types of agent or agency situations.» Υποδεικνύεται, ωστόσο, ότι σε κάποιες περιπτώσεις η διάκριση είναι δύσκολη αφού ένας εμπιστευματοδόχος μπορεί, κάτω από κάποιες συνθήκες, να έχει εξουσίες αντιπροσώπου ή ένας αντιπρόσωπος να κατέχει χρήματα ή περιουσία ως εμπιστευματοδόχος. Σε μια σχέση αντιπροσωπείας, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του αντιπροσώπου και του αντιπροσωπευόμενου καθορίζονται στη συμφωνία των μερών, είτε αυτή είναι γραπτή ή προφορική. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω), η σχέση αντιπροσωπείας είναι και σχέση εμπιστοσύνης - of a fiduciary nature (βλέπε παράγραφο 87 στη σελίδα 62). Πάνω σε αυτή τη βάση, ο νόμος επιβάλλει στον αντιπρόσωπο αυξημένες υποχρεώσεις (fiduciary duties), οι οποίες προέρχονται από το δίκαιο της επιείκειας και είναι ανεξάρτητες από τη συμφωνία αντιπροσωπείας (βλέπε Bowstead & Reynolds (πιο πάνω) στη σελίδα 7, παράγραφος 1-013 και σελίδες 192 και 193, παράγραφος 6-034)[2]. Οι υποχρεώσεις αυτές περιλαμβάνουν την αποφυγή του αντιπροσώπου από την αποκόμιση μυστικού κέρδους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του και την υποχρέωση να μην δωροδοκείται, να εκτελεί τα καθήκοντα του με εύλογη επιμέλεια και δεξιότητα και να υποβάλλει λογαριασμούς στον αντιπροσωπευόμενο (βλέπε άρθρα 171-181 του Κεφ. 149). Σύμφωνα με το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England (πιο πάνω) στις σελίδες 69-72 (παράγραφο 439-441) σε περίπτωση παράβασης των υποχρεώσεων του αντιπροσώπου, ο αντιπροσωπευόμενος δικαιούται αποζημιώσεις για την πραγματική ζημιά που υπέστη και για οποιοδήποτε κέρδος που πραγματικά απώλεσε. Δεν θα δικαιούται όμως, οποιοδήποτε αναμενόμενο κέρδος το οποίο θα πραγματοποιείτο σε περίπτωση που ο αντιπρόσωπος εκτελούσε την υποχρέωση του. Περαιτέρω, μπορεί να ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό δόθηκε στον αντιπρόσωπο πλέον τόκους από την ημερομηνία που ζητήθηκε και ο αντιπρόσωπος παραλείπει να το επιστρέψει. Τέλος, μπορεί να ζητηθεί απόδοση λογαριασμών και ακολούθως να διεκδικηθούν τα ποσά που προκύπτει από τους λογαριασμούς ότι δικαιούται ο αντιπροσωπευόμενος. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 ανέλαβε να ενεργεί για λογαριασμό της Ενάγουσας και να επενδύσει τα χρήματα που κατά καιρούς του δόθηκαν από την τελευταία, με σκοπό τη δημιουργία κέρδους. Ο τρόπος επένδυσης και διαχείρισης των χρημάτων θα επαφίετο αποκλειστικά στον Εναγόμενο 1, με δεδομένη βέβαια την υποχρέωση του για πλήρη και άμεση σχετική ενημέρωση της Ενάγουσας. Στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας η Ενάγουσα έδωσε στον Εναγόμενο 1 το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.449,59 και το ποσό των 2.000.000 δραχμών, όμως κατά παράβαση των συμβατικών αλλά και των αυξημένων (fiduciary) υποχρεώσεων του προς την Ενάγουσα, ο Εναγόμενος 1 δεν επένδυσε τα χρήματα αυτά και δεν ενημέρωσε την Ενάγουσα αναφορικά με τον τρόπο διαχείρισής τους. Περαιτέρω, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 1 αρνήθηκε να επιστρέψει στην Ενάγουσα τα πιο πάνω ποσά και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να τα κατακρατεί παράνομα, χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση της Ενάγουσας. Η συμπεριφορά αυτή του Εναγομένου 1 είναι τέτοια ώστε η Ενάγουσα να δικαιούται να αποζημιωθεί με την επιστροφή του ποσού των Λ.Κ.1.449,59 και των 2.000.000 δραχμών. Ερχόμενη τώρα στην αξίωση της Eνάγουσας για απόδοση λογαριασμών σε σχέση με τη διαχείριση και επένδυση των χρημάτων της από τον Εναγόμενο 1 και την πραγματοποίηση κέρδους, παρατηρείται κατ' αρχήν ότι η σχέση αντιπροσώπου και αντιπροσωπευόμενου, όπως η σχέση της Ενάγουσας και του Εναγόμενου 1, είναι τέτοια ώστε να μπορεί να δημιουργηθεί η υποχρέωση για απόδοση λογαριασμών (βλέπε Κυριακή Χαραλάμπους κ.ά. v. Κώστα Αντωνίου Κωνσταντινίδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 1503). Όπως υποδεικνύεται, όμως, στην υπόθεση Μαρούλλα Α. Κωστόπουλλου κ.ά. v. Παντελή Λοΐζου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 576, η θεραπεία της απόδοσης λογαριασμών παρέχεται όπου δεν είναι δυνατή, χωρίς την προηγούμενη απόδοση λογαριασμών, η απόδειξη του τι δικαιούται να λάβει ο ενάγων, ο οποίος διαφορετικά δεν θα ήταν σε θέση να γνωρίζει και να αποδείξει οτιδήποτε. Με δεδομένο το εύρημα μου ότι ο Εναγόμενος 1 δεν επένδυσε τα χρήματα της Ενάγουσας ως η μεταξύ τους συμφωνία και κατά λογική συνέπεια δεν δημιουργήθηκε οποιοδήποτε κέρδος, θεωρώ ότι δεν τίθεται θέμα απόδοσης λογαριασμού από μέρους του. Ένα άλλο θέμα που εγέρθηκε από την υπεράσπιση αφορά τη μη προσκόμιση μαρτυρίας αναφορικά με την ισοτιμία του ποσού των 2.000.000 δραχμών. Στην Έκθεση Απαίτησης, η αξίωση της Ενάγουσας στο παρακλητικό εκφράζεται σε κυπριακές λίρες, ενώ ταυτόχρονα στο σώμα της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά στο ποσό των 2.000.000 δραχμών ως μέρος του ποσού που η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 για σκοπούς επένδυσης. Όπως φαίνεται και πιο πάνω, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.449,59, όπως επίσης το ποσό των 2.000.000 δραχμών. Στην παράγραφο 10 της Γραπτής της Δήλωσης (Έγγραφο Α), η Ενάγουσα αναφέρει ότι σύμφωνα με τη σχετική ισοτιμία το ποσό των 2.000.000 δραχμών αντιστοιχεί με το ποσό των €6.834,40, ενώ κατά την αντεξέταση, υποβλήθηκε από τον κ. Στυλιανού ότι η μετατροπή αυτή είναι αυθαίρετη. Αντίστοιχη θέση προωθήθηκε από τον κ. Στυλιανού και στο στάδιο των αγορεύσεων. Είναι γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει οποιαδήποτε αποδεκτή μαρτυρία αναφορικά με την ισοτιμία του ποσού των 2.000.000 δραχμών έναντι της κυπριακής λίρας ή του ευρώ ώστε να καθίσταται δυνατός ο υπολογισμός του ποσού που καταβλήθηκε στον Εναγόμενο κατά το ισάξιο της σε κυπριακές λίρες, ήτοι στο νόμισμα με το οποίο εκφραζόταν η συγκεκριμένη αξίωση στην Έκθεση Απαίτησης. Ωστόσο, η παράλειψη επιδίωξης του καταβληθέντος ποσού σε δραχμές δεν θα μπορούσε να αποτελέσει κώλυμα για την απόδοση της απώλειας (βλ. Αριστοδήμου v. Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Kennedy Hotels v. Indirjian
(1992)1 ΑΑΔ 400 και Iris Development Ltd v. Τάκη Λαζαρίδη
(2000)1 ΑΑΔ 1504). Η δυνατότητα έκδοσης αποφάσεων σε ξένο νόμισμα αναγνωρίζεται από τη νομολογία. Στην υπόθεση Miliangos v. George Frank (Textiles) Ltd
(1975)3 All ER 80, καθιερώθηκε η αρχή ότι υπό κατάλληλες προϋποθέσεις, είναι δυνατή η έκδοση απόφασης σε ξένο νόμισμα ενόψει του πληθωρισμού και των αυξομειώσεων στις ισοτιμίες των διάφορων νομισμάτων. Στην υπόθεση The Despina R.
(1979)All ER 321, η Βουλή των Λόρδων υπέδειξε ότι ο κανόνας ότι η απόφαση πρέπει να εκδίδεται στο νόμισμα της χώρας όπου επιδιώκεται η θεραπεία δεν είναι άκαμπτος καθότι η εφαρμογή του θα πρέπει πάντοτε να διασφαλίζει την απονομή δικαιοσύνης. Η απόφαση Miliangos (πιο πάνω) εφαρμόστηκε με επιδοκιμασία στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην J.Y.A. Lamaingere v. Selene Shipping Agencies Ltd
(1982)1 CLR 227 Williams & Glyn's Bank Plc v. Panayiotis Kouloumbis
(1986)1 CLR 627. Στην τελευταία απόφαση δε υποδείχθηκε ότι η ανάγκη για μετατροπή του ξένου νομίσματος στο εγχώριο νόμισμα ανακύπτει μόνο στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης και όχι της έκδοσης της. Τέλος, αναφορά θα πρέπει να γίνει στην υπόθεση Englender Moshe v. Romi Rimon
(2001)1 ΑΑΔ 203, όπου ο εφεσείων, ιατρός από το Ισραήλ, ο οποίος ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα στην Κύπρο, κίνησε αγωγή για αποζημιώσεις εναντίον του εφεσίβλητου. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν επιδίκασε στον εφεσείοντα τις αποζημιώσεις που ζητούσε για απώλεια απολαβών εκ 92943 ισραηλινών σιέκελ επειδή δεν είχε προσκομιστεί καμιά μαρτυρία για την απώλεια του εφεσείοντος σε κυπριακές λίρες. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση αποφάσισε ότι από τη στιγμή που η απώλεια του εφεσείοντος διαπιστώθηκε δικαστικά ότι ανερχόταν σε 92943 ισραηλινά σιέκελ, το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εκδώσει απόφαση στο ξένο νόμισμα υπό τον όρο τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης ώστε η απόφαση να συνάδει με το τροποποιημένο δικόγραφο. Συνεπώς, με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €2.476,77 (το αντίστοιχο σε Λ.Κ.1.449,59) και για το ποσό των 2.000.000 δραχμών, με νόμιμο τόκο και επί των δύο ποσών από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Παράλληλα, η αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2 απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα κρίνω ότι είναι ορθό να επιδικαστούν και επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον της Ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά το ήμισυ ενόψει του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν κοινή υπεράσπιση και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο, η δε Εναγομένη 2 δεν προσέφερε μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής της. Η απόφαση να συνταχθεί αφού καταχωρηθεί τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης ώστε στο παρακλητικό η αξίωση να καθορίζεται σε Λ.Κ.1.449,59 και 2.000.000 δραχμές. (Υπ.) ................ Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Τελική/ αντιπρόσωπος/ εμπίστευμα/ παράνομη σύμβαση [1] Το Κεφ. 199 έχει καταργηθεί από τον περί Διακίνησης Κεφαλαίων Νόμο του 2003, Ν. 115(Ι)/2003. [2] Στην υπόθεση Re Goldcorp Exchange Ltd
(1995)1 A.C. 74, αναφέρονται στη σελίδα 98 από τον Lord Mustill τα ακόλουθα: «The essence of the fiduciary obligation is that it creates obligations of the different character from those deriving from the contract itself.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο