← Κύπρος

Christopher Scottis Ltd. κ.α. ν. Scottish Newcastle International Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 871/06, 4.3.2011

Christopher Scottis Ltd. κ.α. ν. Scottish Newcastle International Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 871/06, 4.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2011:A69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 871/06 Μεταξύ:

  1. Christopher Scottis Ltd.
  2. Othon Ghalanos Ltd Εναγόντων - και -
  3. Scottish & Newcastle International Ltd
  4. H.P. Bulmers Ltd Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 4.3.2011 Εμφανίσεις: Για τις ενάγουσες: κ. Μ. Παπαπέτρου και κα Π. Παπαπέτρου Για τις εναγόμενες: κ. Π. Νεοκλέους ΑΠΟΦΑΣΗ Η δικογραφία: Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η ενάγουσα 1 εταιρεία, θυγατρική της ενάγουσας 2, που ασχολείται μεταξύ άλλων με την εισαγωγή και διανομή οινοπνευματωδών ποτών, συμβλήθηκε με τις εναγόμενες εταιρείες, που εδρεύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 16.11.1990 και διορίστηκε ως αποκλειστικός αντιπρόσωπος και διανομέας των προϊόντων τους στην Κύπρο από 1.2.
  5. Προνοείτο στη συμφωνία η αυτόματη ανανέωση της κάθε δύο χρόνια, ενώ μπορούσε να τερματιστεί με έξι μήνες προειδοποίηση πριν τη λήξη κάθε διετίας. Σύμφωνα με την αξίωση, η τελευταία ανανέωση έγινε περί την 1.2.2004 με ισχύ μέχρι 31.1.2006, αλλά οι εναγόμενες με επιστολή τους ημερομηνίας 29.3.2004, κατά παράβαση της συμφωνίας, αδικαιολόγητα και παράνομα, την τερμάτισαν δεκαέξι μήνες νωρίτερα από το χρόνο που προνοούσε. Ως αποτέλεσμα του παράνομου και αδικαιολόγητου τερματισμού της συμφωνίας οι ενάγουσες υπέστησαν τις ζημιές τις οποίες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Περαιτέρω διεκδικούν ποσά που κατά τους ισχυρισμούς τους έχουν να λαμβάνουν από τις εναγόμενες. Αξιώνουν £332.257 απώλεια κερδών για την περίοδο των δεκαέξι μηνών. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της απαίτησης θα πωλούσαν 33.460 χαρτόνια μηλίτη (cider) με κέρδος £9,93 ανά χαρτόνι. Περαιτέρω την 7.7.2004 οι ενάγουσες παράγγειλαν 18.720 χαρτόνια μηλίτη από τις εναγόμενες που κατά παράβαση της συμφωνίας, παράνομα, αυθαίρετα ή αδικαιολόγητα αυτές δεν παρέδωσαν με αποτέλεσμα οι ενάγουσες να απωλέσουν κέρδος £9,93 ανά χαρτόνι, δηλαδή περαιτέρω £185.
  6. Σε σχέση με άλλα 17.160 χαρτόνια cider που οι ενάγουσες παράγγειλαν στις 3.3.2004 υπήρξε καθυστέρηση από τις εναγόμενες στη φόρτωση των εμπορευμάτων, πάλι κατά παράβαση της συμφωνίας, παράνομα, αυθαίρετα ή αδικαιολόγητα, με αποτέλεσμα οι ενάγουσες να παραμείνουν για την περίοδο 1.5.2004 μέχρι 15.7.2004 χωρίς αποθέματα και να υποστούν περαιτέρω ζημιά εκ £109.885 που συγκεκριμενοποιείται στη μη αποκόμιση κέρδους από την πώληση 11.006 χαρτονιών. Οι επόμενες δύο χρηματικές αξιώσεις των εναγουσών αφορούν σε έξοδα διαφήμισης. Ισχυρίζονται πως από το Φεβρουάριο του 1990 και με την προοπτική μακρόχρονης συνεργασίας με τις εναγόμενες διεξήγαγαν εντατική εκστρατεία προώθησης των προϊόντων των εναγομένων στην Κύπρο προβαίνοντας σε επενδύσεις και δαπάνες £71.144 που αξιώνουν. Ειδικά για το έτος 2004 αξιώνουν επιπρόσθετο ποσό £12.188 που αφορά χρεωστικές σημειώσεις αναφορικά με έξοδα διαφήμισης που οι εναγόμενες είχαν συμφωνήσει να πληρώσουν. Τέλος αξιώνουν ποσό €7.793,05 υπόλοιπο αξίας προϊόντων που παραδόθηκαν από τις εναγόμενες έχοντας ζημιές ή απώλειες (leaking) ή που ήταν ληγμένα ή είχαν σύντομη ημερομηνία λήξης και για τα οποία, σύμφωνα με τη συμφωνία των μερών οι εναγόμενες υποχρεούνταν να αποζημιώσουν τις ενάγουσες. Σύμφωνα με την Έκθεση Υπεράσπισης ότι συνέβηκε στις 16.11.1990 ήταν η ανταλλαγή επιστολής μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγομένης
  7. Δεν είναι παραδεκτό ότι οι ενάγουσες διορίστηκαν αποκλειστικοί αντιπρόσωποι και διανομείς. Προβάλλεται η θέση πως η εναγομένη 2 με επιστολή της ημερομηνίας 30.7.1993 έδωσε ειδοποίηση έξι μηνών τερματισμού του εγγράφου ημερομηνίας 16.11.1990 που, ως εκ τούτου, έληξε την 31.1.
  8. Η συνεργασία μεταξύ των μερών συνεχίστηκε και μετά την επιστολή ημερομηνίας 30.7.1993 [και μετά και την 31.1.1994] αλλά όχι στη βάση της επιστολής ημερομηνίας 16.11.1990 η οποία τερματίστηκε. Την 29.3.2004 η εναγομένη 1 με επιστολή της προς την ενάγουσα 2, έδωσε προειδοποίηση έξι μηνών σε σχέση με τον τερματισμό της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης που, ως εκ τούτου, έληξε στις 27.9.
  9. Είναι η θέση των εναγομένων πως ο τερματισμός αυτός ήταν νόμιμος και σύμφωνα με τις διευθετήσεις, συνεννοήσεις και συμβατικές δεσμεύσεις καθώς και την πρακτική μεταξύ των μερών. Ισχυρίζονται ακόμα οι εναγόμενες πως οι ενάγουσες αποδέχθηκαν την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 30.7.1993 και ενήργησαν στη βάση της και συμπεριφέρθηκαν με αποτέλεσμα να απεμπολήσουν οποιοδήποτε δικαίωμα να αμφισβητούν τον τερματισμό εκείνο. Οι αξιώσεις των εναγουσών απορρίπτονται και οι εναγόμενες διατείνονται πως οι ενάγουσες δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία νόμιμα ή λογικά υπό τας περιστάσεις μέτρα για μετριασμό και περιορισμό των ισχυριζομένων ζημιών και απωλειών τους. Γίνεται, τέλος, αναφορά στην Υπεράσπιση σε κάποιο προϊόν που οι ενάγουσες παράγγειλαν πριν τον τερματισμό και για το οποίο δεν επλήρωσαν. Στην Απάντηση τους στην Έκθεση Υπεράσπισης οι ενάγουσες αρνούνται ότι με την επιστολή ημερομηνίας 30.7.1993 τερματίστηκε η συμφωνία τους και επικαλούνται επιστολές των εναγομένων ημερομηνίας 24.8.1993 και 31.8.1993 και τη συμπεριφορά των τελευταίων που καταδεικνύει πως η συνεργασία των μερών συνεχίστηκε στη βάση της συμφωνίας της 16.11.1990 μέχρι 29.3.
  10. Καθόσον αφορά το ζήτημα του μετριασμού και περιορισμού της ζημιάς τους ισχυρίζονται πως έλαβαν τα αναγκαία και λογικά υπό τας περιστάσεις μέτρα. Το βασικό επίδικο ζήτημα: Η επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 (Τεκμήριο 1

(5)) δεν συνιστά γραπτή συμφωνία, μαρτυρά όμως γραπτώς την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγομένης
  1. Επιβεβαιώνεται με την επιστολή πως η ενάγουσα 1 είχε διοριστεί ως «αποκλειστική εισαγωγέας και διανομέας» («exclusive importers and distributors») της εναγομένης 2 στην Κύπρο από 1.2.1990 και για περίοδο δύο ετών. Η συνεργασία αφορούσε τα προϊόντα μηλίτη και αναψυκτικών (cider and soft drinks) της εναγομένης
  2. Προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής πως ο διορισμός της ενάγουσας 1 θα ανανεώνετο αυτόματα κατά την εκπνοή της αρχικής περιόδου και μετέπειτα κατά τη λήξη κάθε επόμενης περιόδου δύο ετών εκτός και αν οποιοδήποτε μέρος ειδοποιούσε γραπτώς το άλλο έξι μήνες πριν την εκπνοή της διετίας για την πρόθεση του να μην ανανεώσει τη συμφωνία. Ότι άλλο σημειώνεται στην επιστολή είναι πως τα μέρη είχαν συμφωνήσει να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αντικαταστήσουν την επιστολή με επίσημη συμφωνία διανομής το συντομότερο δυνατό. Είναι η θέση των εναγουσών πως η συνεργασία των μερών, όπως περιγράφεται στην επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 ανανεώνετο αυτόματα κατά τη λήξη κάθε προηγούμενης περιόδου με τελευταία την ανανέωση για την περίοδο Φεβρουαρίου 2004 - Ιανουαρίου
  3. Είναι κοινό έδαφος πως με την επιστολή ημερομηνίας 29.3.2004 της εναγομένης 1 (που από το 2003 απόκτησε την ιδιοκτησία της εναγομένης 2) προς την ενάγουσα (Τεκμήριο 1
(6)) δόθηκε ειδοποίηση τερματισμού της συνεργασίας των μερών από 27.9.
  1. Το βασικό επίδικο ζήτημα είναι κατά πόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή τον Μάρτιο του 2004 η συνεργασία των μερών διεξαγόταν στη βάση της συμφωνίας που μαρτυρείται με την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 και δεν μπορούσε να τερματιστεί πριν το τέλος του Ιανουαρίου του 2006, όπως υποστηρίζουν οι ενάγουσες, ή σε άλλη βάση, όπως διατείνονται οι εναγόμενες, που επέτρεπε τερματισμό με εύλογη προειδοποίηση που, όπως υποστηρίζουν, οι έξι μήνες συνιστούσαν. Δεν εγείρεται ζήτημα παράβασης της όποιας συμφωνίας από μέρους των εναγουσών που θα παρείχε στις εναγόμενες δικαίωμα τερματισμού. Ο δικηγόρος των εναγομένων δήλωσε πως οι εναγόμενες δεν επικαλούνται τέτοια παράβαση, ο δε ισχυρισμός για μη πληρωμή για κάποιο προϊόν που οι ενάγουσες παράγγειλαν (παραγρ. 22 της Έκθεσης Υπεράσπισης) δεν έχει αυτή τη διάσταση και προοπτική. Άλλωστε επίκληση τέτοιου λόγου δεν γίνεται στην επιστολή ημερομηνίας 29.3.
  2. Οι μάρτυρες: Ο Χρίστος Χρίστου (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 1) είναι διοικητικός σύμβουλος των εναγουσών στις οποίες εργάζεται από το 1977 ως οικονομικός διευθυντής. Ήταν ο μόνος μάρτυρας για τις ενάγουσες. O John Howkins (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση Τεκμήρια 17 και 18) ήταν υπάλληλος της εναγομένης 2 από το 2000 και αναμίχθηκε στα επίδικα γεγονότα τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο του 2003 όταν μετά την αγορά των εναγομένων 2 από την Scottish & Newcastle Plc ανέλαβε υπεύθυνος των εξαγωγών της στην Κύπρο. Ήταν ο βασικός μάρτυρας για τις εναγόμενες. Ο Μιχάλης Πολυδωρίδης (ΜΥ2) (γραπτή δήλωση Τεκμήριο 21) είναι ορκωτός λογιστής με πολυετή πείρα σε ελεγκτικό οίκο για δε περίοδο εννιά ετών (1987-1996), διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος της οινοβιομηχανίας ΚΕΟ. Κλήθηκε ως εμπειρογνώμονας για επιμέρους ζητήματα. Το κέρδος των εναγουσών ανά χαρτόνι: Για να αποδείξουν τις απώλειες κέρδους τους οι ενάγουσες επεδίωξαν να καταδείξουν το κέρδος τους από κάθε χαρτόνι των προϊόντων των εναγομένων που πωλούσαν. Προς τούτο πρόσφεραν μαρτυρία για την τιμή πώλησης στην αγορά από την οποία αφαιρείται το κόστος τους. Τα προϊόντα των εναγομένων ήταν αγγλικός μηλίτης μάρκας Strongbow, Woodpecker και Scrumpy Jack. Σύμφωνα με τον κατάλογο με τις τιμές πώλησης για το 2004 (Τεκμήριο 1
(7)), που κατά τον Χ. Χρίστου διένεμαν οι ενάγουσες, κάθε χαρτόνι είχε επίσημη τιμή πώλησης £20,
  1. Ο κατάλογος είναι της εταιρείας Ghalanos Distributors Ltd, δηλαδή εταιρείας άλλης από τις ενάγουσες, που ανήκει στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο με αυτές. Ανάφερε ο μάρτυρας πως οι ενάγουσες παρείχαν έκπτωση και πως η πραγματική τιμή πώλησης ήταν £17,
  2. Το Τεκμήριο 1
(8)είναι έγγραφο των εναγουσών που τιτλοφορείται «απωλεσθέντα κέρδη». Αναφέρεται πως οι ενάγουσες αγόραζαν από τις εναγόμενες στην τιμή των €12,07, δηλαδή £7,10 (σύμφωνα με την τότε ισοτιμία) ανά χαρτόνι. Το κόστος ανέβαινε στις £7,56 με την προσθήκη των εξόδων παραλαβής. Εάν από την τιμή διανομής των £17,49 αφαιρέσουμε το κόστος των £7,56 βρίσκουμε £9,93 που, σύμφωνα με τον Χ. Χρίστου, ήταν το κέρδος των εναγουσών ανά χαρτόνι. Αποδέχομαι πως οι ενάγουσες αγόραζαν από τις εναγόμενες στην τιμή των £7,10 ανά χαρτόνι. Οι εναγόμενες γνώριζαν σε τι τιμή πωλούσαν και δεν υποστήριξαν κάτι διαφορετικό. Άλλωστε η τιμή €12,07, που αντιστοιχεί σε £7,10, αναφέρεται στην παραγγελία των εναγουσών ημερομηνίας 3.3.2004 (Τεκμήριο 1
(14)). Ως προς τα έξοδα παραλαβής (£0,46 ανά χαρτόνι) αυτά είναι στην αποκλειστική γνώση των εναγουσών. Φαντάζουν λογικά και τα αποδέχομαι. Καταλήγω στο να αποδεχτώ πως το κόστος αγοράς και παραλαβής των προϊόντων των εναγομένων ήταν £7,56 ανά χαρτόνι. Ήταν ξεκάθαρο από τη γραπτή δήλωση του Χ. Χρίστου (παραγρ. 21, 40, 49 αλλά και 78 και 80) πως το αναφερόμενο κόστος αφορούσε αγορά και έξοδα παραλαβής μόνο. Ξεκάθαρη επίσης ήταν η θέση του ότι η πραγματική τιμή πώλησης ήταν £17,
  1. Είναι πρόδηλο και λογικό πως από της ολοκλήρωσης της παραλαβής μέχρι τη διάθεση ενός χαρτονιού μεσολαβούσε επιπρόσθετο κόστος για τις ενάγουσες. Είτε το συνολικό κόστος κάθε χαρτονιού ήταν περισσότερο από £7,56 και περιλάμβανε έξοδα διανομής, είτε η τιμή διανομής των £17,49 δεν εισπραττόταν από τις ενάγουσες αλλά από την Ghalanos Distributors Ltd που κρατούσε μέρος και πλήρωνε στις ενάγουσες κάποιο μικρότερο ποσό το αποτέλεσμα είναι το ίδιο, ότι το κέρδος πρέπει να ήταν μικρότερο από £9,93 ανά χαρτόνι. Ακόμη θα έπρεπε τα ετήσια έξοδα διαφήμισης που οι ενάγουσες πλήρωναν, αφαιρουμένης της συνεισφοράς των εναγομένων, να κατανέμονταν στα χαρτόνια που πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου έτους, κάτι που θα αύξανε το κόστος κάθε χαρτονιού για τις ενάγουσες. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του ο Χ. Χρίστου αποστασιοποιήθηκε από την ξεκάθαρη πιο πάνω θέση του αναφορικά με την τιμή πώλησης. Υποστήριξε ότι η διαφορά μεταξύ των £20,40 και £17,49 (£2,91) συνίσταται από τρία επί μέρους ποσά: - overheads 21% X £7,56 = £1,59 - εκπτώσεις σε πελάτες 4,75% Χ £20,40 = £0,97 (μέσος όρος) - έξοδα διαφήμισης 5% Χ £7,10 = £0,35 Σύνολο £2,91 Η έκπτωση του 4,75% σχολιάστηκε ως πολύ μικρή από τον J. Howkins. Ανέφερε πως έχει 15 χρόνια εμπειρίες και σπάνια συναντά αγορές με εκπτώσεις τόσο χαμηλά μέχρι 10%. Στις πλείστες αγορές οι εκπτώσεις μέχρι 30 - 40% δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Εάν ήταν ορθά τα επί μέρους στοιχεία του μάρτυρα Χ. Χρίστου η κατάληξη είναι πως οι ενάγουσες είχαν κέρδος £9,93 ανά χαρτόνι, αλλά η τιμή πώλησης δεν μπορεί να ήταν £17,49 όπως ξεκάθαρα ανέφερε στη γραπτή του δήλωση. Μόνο η έκπτωση στους πελάτες έπρεπε να αφαιρεθεί από την τιμή των £20,40 ενώ τα overheads και τα έξοδα διαφήμισης θα έπρεπε να προστεθούν στο κόστος των εναγουσών. Έτσι θα είχαμε μέση τιμή πώλησης £19,43 και κόστος για τις ενάγουσες £9,
  2. Το κέρδος θα κατέληγε και πάλι στις £9,93 ανά χαρτόνι. Κατά την αντεξέταση του ο Χ. Χρίστου ανάφερε πως η ενάγουσα 2 μεταβίβαζε στην Distributors που είχε την ευθύνη της διανομής των προϊόντων. Η εταιρεία αυτή χρέωνε τυπικά τις ενάγουσες, ανάφερε ο μάρτυρας, αλλά στον καθορισμό των αξιούμενων αποζημιώσεων οι χρεώσεις της Distributors δεν λήφθηκαν υπόψη. Κατά την επανεξέταση του ο μάρτυρας είπε πως στην αξίωση δεν διεκδικούν αυτά της Distributors. Εάν εννοεί πως δεν διεκδικείται η ζημιά της Distributors αυτό είναι κατανοητό αφού άλλωστε η συγκεκριμένη εταιρεία δεν είναι διάδικος. Όμως τα έξοδα και κέρδος μαζί της Distributors ήταν χρέωση προς τις ενάγουσες και έξοδο τους. Εάν οι ενάγουσες παραλάμβαναν τα προϊόντα για τα οποία απαιτούν, για να τα διαθέσουν και να αποκομίσουν κέρδος θα έπρεπε να πλήρωναν και κάποιο ποσό στην Distributors για τη διανομή. Το Τεκμήριο 16 είναι δέσμη έξι τιμολογίων της ενάγουσας 2 προς την Distributors. Αφορούν τους πρώτους έξι μήνες του
  3. Προκύπτει πως για τη διανομή που πραγματοποιούσε η Distributors για λογαριασμό της ενάγουσας 2 η Distributors λάμβανε προμήθεια 12.5% από την ενάγουσα 2 πάνω στην τιμή πώλησης. Η προμήθεια της Distributors ήταν συνεπώς £2,55 ανά χαρτόνι. Το επί μέρους ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Αποκαλύπτεται από το Τεκμήριο 1
(51)που είναι επιστολή απαίτησης των εναγουσών για προβληματικά προϊόντα πως για κάθε χαρτόνι προϊόντων καταβαλλόταν εισαγωγικός δασμός («Import Duty») €5,66 που αντιστοιχούσε σε £3,82. Η επιστολή είναι ημερομηνίας 18.3.2004 αφορά όμως προϊόντα που εισάχθηκαν στην Κύπρο τα προηγούμενα χρόνια αφού η απαίτηση ήταν παλαιότερη. Περαιτέρω σημειώνω πως η ύπαρξη εισαγωγικού δασμού φαίνεται και από σειρά άλλων τεκμηρίων που αφορούν τα έξοδα διαφήμισης (βλ. Τεκμήρια 1
(16), 1
(18), 1
(21)και 1
(24)). Το ποσό του εισαγωγικού δασμού πρέπει να προστεθεί στο κόστος των εναγουσών και το κέρδος τους να μειωθεί ανάλογα. Ότι με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταργείτο ο εισαγωγικός δασμός δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Στην περίοδο πριν την ένταξη πληρωνόταν εισαγωγικός δασμός και το κέρδος δεν ήταν αυτό που υποστήριξαν οι ενάγουσες που απέκρυψαν την παράμετρο αυτή. Αν θα μπορούσαν στην μετά την ένταξη περίοδο, και εν όψει της ευχέρειας εισαγωγής των ιδίων προϊόντων και από άλλους χωρίς την πληρωμή εισαγωγικού δασμού, να διατηρήσουν τις ίδιες τιμές είναι αμφίβολο. Θα έλεγα πως όχι. Ούτε επιχείρησαν να τεκμηριώσουν την υπόθεση τους στη βάση τέτοιας προοπτικής. Αντίθετα, στήριξαν την επιμέρους αξίωση τους στην αναληθή θέση ότι κέρδιζαν £9,93 ανά χαρτόνι. Ο J. Howkins μαρτύρησε πως μετά τη λήξη της συνεργασίας με τις ενάγουσες και με βάση τα στοιχεία που έχει από τους νυν αντιπροσώπους τους, το κέρδος είναι μεταξύ €2,97 - €3,57 ανά χαρτόνι, δηλαδή περίπου στο 30% της τιμής αγοράς. Κανένα συγκεκριμένο στοιχείο δεν παρουσίασε ο J. Howkins. Αποδέχομαι πως το 2004 ήταν ο ουσιώδης χρόνος σε σχέση με την τιμή πώλησης. Καταλήγω πως το κέρδος των εναγουσών ανά χαρτόνι δεν ήταν £9,
  1. Προσθέτοντας στα κόστα £2,55 έξοδα διανομής και £3,82 εισαγωγικό δασμό ανά χαρτόνι βρίσκω πως το κέρδος τους περιοριζόταν στις £3,56 ανά χαρτόνι. Πόσα χαρτόνια θα πωλούσαν την περίοδο των 16 μηνών: Για να καταδείξουν τι αριθμό χαρτονιών θα πωλούσαν την περίοδο των 16 μηνών (από 30.9.2004 μέχρι 31.1.2006) οι ενάγουσες παρέπεμψαν στον αριθμό των χαρτονιών που πώλησαν τα έτη 2000 μέχρι 2003 και για το 2004 στον αριθμό των χαρτονιών που παρέλαβαν και στις πωλήσεις που κατά τη θέση τους απώλεσαν. Έλαβαν υπόψη τις 17.160 χαρτόνια που παρέλαβαν και τις 11.006 χαρτόνια που ισχυρίζονται ότι θα πωλούσαν σε συγκεκριμένη περίοδο το 2004 ζητώντας να ληφθεί υπόψη ο συνολικός αριθμός 28.166 στην εξεύρεση του μέσου όρου τα ων τελευταίων πέντε ετών. Το 2004 παρέλαβαν 17.160 χαρτόνια ενώ άλλα 18.720 χαρτόνια παραγγέλθηκαν αλλά δεν παραλήφθηκαν. Οι ενάγουσες δεν λαμβάνουν υπόψη τις 18.720 χαρτόνια. Είναι ορθό πως και μετά την επιστολή ημερομηνίας 29.3.2004 και μέχρι 27.9.2004 οι ενάγουσες μπορούσαν να υποβάλλουν παραγγελίες στις εναγόμενες. Τούτο όμως δεν στερεί το δικαστήριο της δυνατότητας να εξετάσει κατά πόσο υπήρχε σκοπιμότητα στην υποβολή κάποιας παραγγελίας. Ο Χ. Χρίστου υποστήριξε πως στη συμφωνία των μερών δεν υπήρχε περιορισμός στο μέγεθος των παραγγελιών που οι εναγόμενες ήταν υποχρεωμένες να εκτελέσουν. Είναι γεγονός πως δεν υπήρχε ρητή πρόνοια. Τούτο όμως δεν σημαίνει πως οι εναγόμενες ήταν υπόχρεες να ανταποκριθούν σε οποιουδήποτε μεγέθους παραγγελία. Δεν αναμένεται από τον κάθε κατασκευαστή ή προμηθευτή να κατασκευάζει ή να έχει έτοιμες προς διάθεση ανεξάντλητες ποσότητες σε κάθε δεδομένη στιγμή. Νομίζω αρκεί να ειπωθεί πως οι εναγόμενες είχαν υποχρέωση να ανταποκριθούν σε μέγεθος παραγγελίας που ήταν στα πλαίσια του συνήθους μεγέθους που οι ενάγουσες συνήθιζαν να παραγγέλλουν τη συγκεκριμένη περίοδο του χρόνου και στην προκειμένη περίπτωση και υπό το φως της επερχόμενης εκπνοής της συνεργασίας το τέλος Σεπτεμβρίου. Δεν είμαι ικανοποιημένος πως η μεθοδολογία των εναγουσών οδηγεί στο ορθότερο και δικαιότερο αποτέλεσμα. Το έτος 2004 δεν μπορεί να θεωρείται ως ενδεικτικό γιατί υπεισέρχεται ο παράγοντας της σκοπιμότητας. Μια παραγγελία έγινε μετά την επιστολή της 29.3.2004, και μια προηγουμένως προδήλως εν αναμονή της. Οι ενάγουσες είχαν διπλό κίνητρο για να υποβάλουν παραγγελίες για μεγάλες ποσότητες προϊόντων. Αφενός για να εξασφαλίσουν μεγάλες ποσότητες προϊόντων ώστε ουσιαστικά να συνεχίσουν να τα εμπορεύονται για μεγαλύτερη χρονική περίοδο και αφετέρου να καταδείξουν μεγαλύτερο κύκλο εργασιών που θα εξυπηρετούσε στη διεκδίκηση υψηλότερων αποζημιώσεων εάν ήθελε φανεί ότι η συνεργασία των μερών είχε τερματιστεί παράνομα από τις εναγόμενες. Καταλήγω πως δεν μπορώ να λάβω υπόψη τις παραγγελίες του έτους 2004 ώστε να τις περιλάβω στους άλλους αριθμούς που τέθηκαν υπόψη μου για να καταλήξω ποιες μπορεί να θεωρηθούν ορθές και δίκαιες ποσότητες που θα αναμενόταν να πωληθούν κατά τη δεκαεξάμηνη περίοδο στην οποία αναφέρεται η απαίτηση. Πέραν τούτου παρατηρώ από τα στοιχεία που παραθέτουν οι ενάγουσες πως από το 2000 μέχρι και το 2003 υπήρξε μια αξιοσημείωτη πτωτική τάση στη διάθεση των προϊόντων των εναγομένων στην Κύπρο. Ενώ το 2000 και το 2001 εισάχθηκαν 31.988 και 31.611 χαρτόνια αντίστοιχα, το 2002 εισάχθηκαν 21.322 και το 2003 μόνο 12.
  2. Το δεδομένο δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Στην καλύτερη για τις ενάγουσες περίπτωση θα αποδεχόμουν πως για την περίοδο 30.1.2005 μέχρι 31.1.2006 θα μπορούσαν να πωλήσουν την ίδια ποσότητα που πώλησαν το 2003, ενώ για την περίοδο από 1.10.2004 μέχρι 30.1.2005 δεν θα αποδεχόμουν κάποια περαιτέρω ποσότητα, θεωρώντας ότι η ζήτηση για το έτος 2004 είχε ικανοποιηθεί με τις πωλήσεις της περιόδου αιχμής. Η παραγγελία της 3.3.2004: Ο J. Howkins επισκέφθηκε τις ενάγουσες στην Κύπρο στις 2.3.2004 για συζητήσεις υπό το φως της πρόθεσης των εναγομένων να τερματίσουν τη συνεργασία τους με τις ενάγουσες. Κατά τις επαφές του με τον διευθύνοντα σύμβουλο των εναγουσών δεν διεφάνηκε έδαφος για συνέχιση της συνεργασίας. Την επομένη 3.3.2004 οι ενάγουσες με τηλεμήνυμα τους (Τεκμήριο 1
(14)) παράγγειλαν 17.160 χαρτόνια. Στη σελ. 2 της παραγγελίας κάτω από τον τίτλο «Date Marking (Best Before Date)» οι ενάγουσες ζητούν όπως τα προϊόντα που θα ήταν σε κιτία έχουν ημερομηνία λήξης τουλάχιστον 11 μήνες και τα προϊόντα σε μπουκάλια τουλάχιστον 23 μήνες μετά από την ημερομηνία παράδοσης τους. Ζητείτο όπως τα προϊόντα αποστέλλονται ανά δεκαήμερο από 30.3.2004 μέχρι 10.7.2004 περίπου οι ίδιες ποσότητες κάθε φορά. Τα προϊόντα δεν αποστάληκαν έγκαιρα. Σε τηλεμήνυμα των εναγομένων προς τις ενάγουσες ημερομηνίας 5.4.2004 (Τεκμήριο 1(14Δ)) αναφέρεται πως τότε μπορούσαν να επιβεβαιώσουν τη δυνατότητα τους να περάσουν την παραγγελία στο σύστημα παραγωγής τους. Σε νέο τηλεμήνυμα τους ημερομηνίας 12.7.2004 (Τεκμήριο 1
(15)) πληροφορούσαν τις ενάγουσες ότι τα παραγγελθέντα προϊόντα στάληκαν. Είναι η θέση των εναγουσών πως για την περίοδο 1.5.2004 μέχρι 15.7.2004 παρέμειναν χωρίς προϊόντα και απώλεσαν πωλήσεις και συνεπώς κέρδη. Κατά την αντεξέταση του ο Χ. Χρίστου ανάφερε πως την 1.5.2004 είχαν μικρό αριθμό προϊόντων που ήταν ήδη πουλημένα. Δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει παραγγελίες πελατών που δεν ικανοποιήθηκαν. Οι παραγγελίες ήταν προφορικές, ανάφερε, και θα έπρεπε να ψάξει τα αρχεία του τμήματος πωλήσεων εάν υπήρχαν σημειώσεις των πωλητών τους. Είναι η θέση των εναγουσών πως την περίοδο αυτή θα πωλούσαν 11.006 χαρτόνια και με κέρδος £9,93 ανά χαρτόνι απώλεσαν συνολικό κέρδος £109.289,58 (όχι £109.885 όπως αναφέρεται στην απαίτηση). Ο αριθμός 11.006 είναι ο μέσος όρος πώλησης χαρτονιών της αντίστοιχης περιόδου των ετών 2001, 2002 και 2003. Προβλήθηκαν από τον J. Howkins κάποιοι λόγοι για την καθυστέρηση στην αποστολή των προϊόντων που παραγγέλθηκαν. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε μέχρις ότου η παραγγελία φθάσει στην Scottish & Newcastle Plc δεν μπορεί να αποδοθεί στις ενάγουσες αλλά στους εσωτερικούς μηχανισμούς της εν λόγω εταιρείας και των εναγομένων. Από όσα ανέφερε ο J. Howkins οι απαιτήσεις των εναγουσών σε σχέση με την αποστολή των προϊόντων και τον τρόπο φόρτωσης δεν ήταν διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν προηγουμένως. Ακόμα και η τροποποίηση της παραγγελίας από τις ενάγουσες με την επιστολή τους ημερομηνίας 20.5.2004 (Τεκμήριο 17
(12)) και η αποδοχή φόρτωσης σε παλέτες που έγινε με επιφύλαξη δικαιωμάτων (βλ. επιστολή των εναγουσών ημερομηνίας 17.6.2004, Τεκμήριο 17
(18)) δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι εναποθέτουν την ευθύνη για την καθυστέρηση στις ενάγουσες αφού φαίνεται πως αυτές υποχώρησαν από την αρχική τους παραγγελία ως αποτέλεσμα της επιμονής των εναγομένων στο θέμα της ασφάλειας των προϊόντων και παρά το ότι στο παρελθόν αποστέλλονταν προϊόντα σε τενεκεδάκια με τη μέθοδο του «handballing». Όμως, παρατηρώ πως, σε καμιά από τις επιστολές αυτές δεν αναφέρουν οι ενάγουσες ότι είχαν μείνει χωρίς αποθέματα. Στην επιστολή τους της 17.6.2004 ζητούν όπως έξι εμπορευματοκιβώτια αποσταλούν άμεσα ενώ άλλα τρία μετά από μια εβδομάδα και άλλα δύο μετά από ακόμη μια εβδομάδα. Η παραγγελία της 7.7.2004: Την 7.7.2004, δηλαδή μετά την επιστολή τερματισμού, η ενάγουσα 2 υπόβαλε προς τις εναγόμενες παραγγελία για 18.720 χαρτόνια (Τεκμήριο 1
(9)). Η παραγγελία αυτή υποβλήθηκε προτού οι ενάγουσες παραλάβουν τα προϊόντα της παραγγελίας ημερομηνίας 3.3.2004. Στη σελ. 2 της παραγγελίας κάτω από τον τίτλο «Date Marking (Best Before Date)» οι ενάγουσες ζητούν όπως τα προϊόντα έχουν ημερομηνία λήξης τουλάχιστον 23 μήνες μετά από την ημερομηνία παράδοσης τους. Οιοσδήποτε αγοράζει προϊόντα επιθυμεί να παίρνει τα πιο φρέσκα, ακόμα και αν πρόθεση του είναι να τα μεταπωλήσει άμεσα. Δημιουργούνται, εντούτοις, ερωτήματα για το λόγο που οι ενάγουσες απαίτησαν το συγκεκριμένο χρονικό περιθώριο με δεδομένη την εκπνοή της συνεργασίας σε λιγότερο από τρεις μήνες. Δεν προσφέρθηκε μαρτυρία για το σύνηθες περιθώριο σε άλλες περιπτώσεις (εκτός της παραγγελίας ημερομηνίας 3.3.2004). Ό,τι άλλο αξίζει αναφοράς (σελ. 1 της παραγγελίας) είναι πως ζητείτο το 1/3 του φορτίου να αποσταλεί με πλοίο άμεσα, το επόμενο 1/3 μια εβδομάδα αργότερα και το τελευταίο 1/3 ακόμα μια εβδομάδα μετά και τούτο παρά το ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Χ. Χρίστου η συνήθης πρακτική ήταν οι εναγόμενες να φορτώνουν τα εμπορεύματα για αποστολή στις ενάγουσες 2-3 εβδομάδες μετά την παραγγελία των τελευταίων. Οι εναγόμενες έλαβαν την παραγγελία και με τηλεμήνυμα τους ημερομηνίας 22.7.2004 (Τεκμήριο 1
(11)) κατέγραφαν την ανησυχία τους αναφορικά με την παραγγελθείσα ποσότητα αφού όπως σημείωναν η παραγγελία αυτή μαζί με ποσότητα που πρόσφατα είχε παραδοθεί στις ενάγουσες ήταν διπλάσια από την ποσότητα που είχε παραγγελθεί το 2003. Δυσκολεύονταν να αποδεχτούν ότι οι ποσότητες θα χρησιμοποιούνταν μέσα στην υπόλοιπη περίοδο της συνεργασίας των μερών και ζητούσαν από τις ενάγουσες να αναθεωρήσουν τις ποσότητες που ζητούσαν και να παραγγείλουν μια ρεαλιστική για το υπόλοιπο της περιόδου ποσότητα. Είναι η θέση του Χ. Χρίστου πως σε κανένα σημείο δεν ανάφεραν πως η παραγγελία δεν θα εκτελείτο. Οι ενάγουσες με επιστολή τους ημερομηνίας 23.7.2004 (Τεκμήριο 1
(12)) πρόβαλαν την εξήγηση ότι το 2003 ήταν πολύ κακό από τουριστικής άποψης και κατέστησαν τις εναγόμενες υπεύθυνες για οιαδήποτε καθυστέρηση. Αναφέρει ο Χ. Χρίστου πως ακολούθησαν τηλεφωνικές διαβουλεύσεις. Ο J. Howkins ανάφερε πως σύμφωνα με τις πληροφορίες που και ο ίδιος είχε πράγματι το 2003 ο τουρισμός στην Κύπρο είχε σημειώσει μείωση κατά 13%, ενώ το 2004 ήταν καλή χρόνια για τον τουρισμό. Η μείωση του 13% αφορά σε σχέση με το προηγούμενο έτος δηλαδή το 2002. Σύμφωνα με έγγραφο της στατιστικής υπηρεσίας της Δημοκρατίας (Τεκμήριο 21
(1)) ο τουρισμός το 2004 ήταν αυξημένος κατά 2% σε σχέση με το έτος
  1. Την 8.9.2004 η εναγόμενη 1 με επιστολή της (Τεκμήριο 1(13Α)) γνωστοποίησε στις ενάγουσες πως δεν θεωρούσε τις εξηγήσεις τους πειστικές και κατέληγε πως υπό τας περιστάσεις δεν ήταν υπόχρεα να ικανοποιήσει την παραγγελία ως είχε ζητώντας την υποβολή αναθεωρημένης ρεαλιστικής παραγγελίας. Με τηλεμήνυμα τους ημερομηνίας 17.9.2004 (Τεκμήριο 1(13Β)) οι ενάγουσες χωρίς να εγκαταλείπουν τη θέση τους για υποχρέωση των εναγομένων να εκτελέσουν την παραγγελία και άνευ βλάβης των δικαιωμάτων τους, κάλεσαν τις εναγόμενες να τους αποστείλουν, χωρίς καθυστέρηση, εκείνη την ποσότητα που οι τελευταίες θεωρούσαν ρεαλιστική ώστε να μετριάσουν τις ζημιές τους. Οι εναγόμενες καμιά ποσότητα δεν απέστειλαν στις ενάγουσες. Διατείνονται λοιπόν οι τελευταίες πως απώλεσαν £185.890 αφού θα κέρδιζαν £9,93 από κάθε χαρτόνι από τα 18.720 που παράγγειλαν και δεν παρέλαβαν. Η σχέση μεταξύ των διαφόρων ποσοτήτων: Εάν για την περίοδο 1.5.2004 - 15.7.2004 οι ενάγουσες παρέμειναν χωρίς προϊόντα και απώλεσαν πωλήσεις 11.006 χαρτονιών αυτό σημαίνει πως ότι ουσιαστικά υποστηρίζουν είναι πως εάν οι εναγόμενες τους παρέδιδαν τις παραγγελθείσες ποσότητες και έγκαιρα, θα πωλούσαν 46.886 χαρτόνια το
  2. Δηλαδή 17.160 που πώλησαν, 11.006 πωλήσεις που απώλεσαν και 18.720 που θα πωλούσαν εάν τους παραδίδονταν. Ο αριθμός επιβεβαιώνει την κακοπιστία των εναγουσών και την αθέμιτη μεθόδευση αποκόμισης αποζημιώσεων. Η ποσότητα των 17.160 χαρτονιών που ήταν η παραγγελία ημερομηνίας 3.3.2004 αφορούσε, όπως ο J. Howkins ανάφερε, την ίδια περίπου ποσότητα (σε λίτρα) που είχε παραγγελθεί το 2003, αφού το 2003 είχαν παραγγελθεί χαρτόνια με μεγαλύτερες συσκευασίες. Τα προϊόντα της παραγγελίας ημερομηνίας 3.3.2004 παρέμειναν για εμπορία μετά τις 15.7.
  3. Επομένως θα ικανοποιούσαν ζήτηση του δεύτερου δεκαπενθημέρου του Ιουλίου, του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου. Συνεπώς για περίοδο δυόμισι μηνών υπήρχε διαθέσιμη ποσότητα ίση με την ποσότητα που πωλήθηκε ολόκληρο το
  4. Η θέση του Χ. Χρίστου ότι η ποσότητα της παραγγελίας ημερομηνίας 3.3.2004 πωλήθηκε σε 2-3 εβδομάδες δεν γίνεται αποδεκτή. Είναι αναληθοφανής και στην απουσία τεκμηρίωσης της με στοιχεία, που οι ενάγουσες θα έπρεπε να διάθεταν, απορρίπτεται. Υποστήριξε ο J. Howkins, κατά τρόπο πειστικό, πως η Κυπριακή αγορά μηλίτη έχει το χαρακτηριστικό να είναι εξαιρετικά εποχιακή αφού βασίζεται στην κατανάλωση από Βρετανούς τουρίστες που επισκέπτονται την Κύπρο την περίοδο από τέλη Ιουλίου μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου που τα σχολεία στην Αγγλία έχουν διακοπές. Ήταν η θέση του Μ. Πολυδωρίδη πως η περίοδος 1 Μαΐου μέχρι 15 Ιουλίου κάθε έτους ήταν σημαντική περίοδος πωλήσεων για τα επίδικα προϊόντα αφού η αγορά προετοιμαζόταν για την κατανάλωση που πραγματοποιείτο κατά το πλείστον την καλοκαιρινή περίοδο. Δεν τον παραξενεύει ότι το 2003 10.925 χαρτόνια από το σύνολο των 12.387 που πωλήθηκαν από τις ενάγουσες πωλήθηκαν την περίοδο 1.5.2003-15.7.
  5. Το ζήτημα είναι ότι η πιο πάνω περίοδος είναι περίοδος προετοιμασίας παρά κατανάλωσης. Μπορώ να δεκτώ πως κατά την ίδια περίοδο του 2004 οι ενάγουσες απώλεσαν τη δυνατότητα να διαθέσουν 11.006 χαρτόνια τούτο όμως δεν σημαίνει ότι απωλέσθηκε η ανάλογη ζήτηση. Ενδεχομένως με κάποια πίεση χρόνου διέθεσαν την παραγγελία της 3.3.2004 αφού την παρέλαβαν και πιστεύω πως η κατανάλωση που ενδεχομένως απωλέσθηκε μέχρι 15.7.2004 ήταν πολύ μικρή. Δεν διέλαθε της προσοχής μου πως από τα έγγραφα που οι ενάγουσες παρουσίασαν προκύπτει πως υπήρξε διάθεση προϊόντων των εναγομένων από τις ενάγουσες εντός της πιο πάνω περιόδου. Φαίνεται από το Τεκμήριο 2 η διάθεση τριών χαρτονιών που είναι μεν πολύ μικρή ποσότητα, δείχνει όμως πως οι ενάγουσες δεν αποκάλυψαν την πλήρη αλήθεια. Δεν μπορώ να νιώθω ικανοποιημένος πως δεν υπήρξε διάθεση και άλλων προϊόντων από τα τυχόν αποθέματα των εναγουσών. Οι ενάγουσες δεν απέδειξαν την όποια ζημιά υπέστηκαν την περίοδο 3.3.2004 - 15.7.
  6. Προσπάθησαν με αναληθείς θέσεις να αποκομίσουν υπερβολικές αποζημιώσεις παρά να επικεντρωθούν στην απόδειξη των ζημιών που πραγματικά υπέστησαν. Οι δικηγόροι των εναγουσών υποστήριξαν κατά την τελική τους αγόρευση πως δεν υπήρχε πρόνοια στη συμφωνία των μερών που να προέβλεπε πως οι όποιες ποσότητες κατείχαν οι ενάγουσες θα έπρεπε να πωληθούν εντός της περιόδου ισχύος της συμφωνίας. Θα μπορούσαν ισχυρίζονται να αγοράζουν μέχρι 29.9.2004 όσες ποσότητες επιθυμούσαν και να τις πωλήσουν μετά. Εάν υπονοείται πως έτσι έπραξαν τούτο καταδεικνύει την κακή τους πίστη και πως η ποσότητα της παραγγελίας ημερομηνίας 7.7.2004 δεν αφορούσε τις ανάγκες της περιόδου μέχρι 29.9.
  7. Από την άλλη εάν ο τερματισμός με ισχύ από 29.9.2004 ήταν νόμιμος, οι ενάγουσες δεν δικαιούνται σε αποζημίωση κάτω από το κεφάλαιο της δεκαεξάμηνης περιόδου και η όποια παράλειψη των εναγομένων να προμηθεύσουν ποσότητες για την περίοδο αυτή δεν βρίσκει άλλη δικογραφική κάλυψη. Όπως οι εναγόμενες προέβαλαν τις αξιώσεις τους στη δικογραφία τους, η ποσότητα της παραγγελίας ημερομηνίας 7.7.2004 αφορά για την περίοδο πριν τις 29.9.2004 αφού σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε αλληλοκάλυψη των δύο απαιτήσεων. Επισημάνθηκε πως οι ενάγουσες πωλούσαν προϊόντα των εναγομένων και μετά τον Σεπτέμβριο του 2004, δηλαδή εντός της δεκαεξάμηνης περιόδου για την οποία αξιώνουν αποζημιώσεις. Από τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν (Τεκμήριο 2) προκύπτει πως πρόκειται για μικρές ποσότητες (33 χαρτόνια). Είτε επρόκειτο για ποσότητες που είχαν αγοράσει από τις εναγόμενες και τους περίσσεψαν είτε για προϊόντα που αγόρασαν από «γκρίζα» ή «παράλληλη» αγορά το γεγονός επηρεάζει τη σχετική αξίωση και εγείρει ερωτήματα κατά πόσο τα 33 χαρτόνια ήταν οι μόνες ποσότητες ή υπήρχαν μεγαλύτερες. Περαιτέρω, προκύπτει από το Τεκμήριο 2 πως μέχρι και λίγες μέρες πριν την 29.9.2004 οι ενάγουσες διέθεταν ποσότητες μηλίτη και προμήθευαν τους πελάτες τους. Στο έγγραφο ημερομηνίας 13.9.2004 φαίνεται η προμήθεια 24 χαρτονιών προς κάποιους Metro Foods Ltd και στις 17.9.2004 η προμήθεια 3 χαρτονιών προς κάποιους C.A. Papaellinas Emporiki Ltd. Ο Χ. Χρίστου είπε πως κατά την ισχύ της συμφωνίας δεν αγόρασαν από την «γκρίζα» ή «παράλληλη» αγορά. Επομένως μέχρι και τις 17.9.2004, τουλάχιστον, οι ενάγουσες είχαν απόθεμα προϊόντων των εναγομένων. Οι ενάγουσες δεν με ικανοποίησαν με τη μαρτυρία που παρουσίασαν ότι δεν είχαν επαρκείς ποσότητες για να ικανοποιήσουν τη ζήτηση της περιόδου του καλοκαιριού μέχρι και τις 29.9.
  8. Δεν έχω ικανοποιηθεί πως η ποσότητα της παραγγελίας ημερομηνίας 3.3.2004 δεν ήταν αρκετή. Βρίσκω πως το 2004, με βάση και τα στοιχεία για τον τουρισμό, δεν δικαιολογείτο η διάθεση σοβαρά μεγαλύτερων ποσοτήτων. Η πτώση στην κατανάλωση από το 2002 στο 2003 δεν δικαιολογείται μόνο με την μείωση του τουρισμού (κατά 13%) αλλά προφανώς υπήρξαν διαφοροποιήσεις στην προτίμηση για το προϊόν που γιατί να μην είχαν προέκταση και το
  9. Μπορεί να υπήρξε κάποια ζήτηση που παρέμεινε ανικανοποίητη. Μπορεί οι ενάγουσες να αρνήθηκαν τη διάθεση προς κάποιους ώστε να διατηρήσουν αποθέματα για τους καλύτερους τους πελάτες. Η αξίωση όμως δεν παρουσιάστηκε σε αυτή τη διάσταση. Οι διαφημίσεις: Ως προς το ζήτημα των διαφημίσεων παρέθεσε ο Χ. Χρίστου στοιχεία (Τεκμήρια 1
(16)μέχρι
(30)) που καταδεικνύουν ότι τα έτη 1998 μέχρι 2003 τα διαφημιστικά έξοδα επωμίζονταν οι ενάγουσες κατά 1/3 και οι εναγόμενες κατά 2/3. Πλείστα έξοδα πληρώνονταν από τις ενάγουσες που απέστελλαν ετήσιο λογαριασμό στις εναγόμενες για το μερίδιο που τους αναλογούσε και οι τελευταίες το κατέβαλλαν προς τις ενάγουσες. Για το 2004 υπάρχει εκκρεμότητα. Οι ενάγουσες ζήτησαν στις 29.9.2004 (βλ. Τεκμήρια 1
(31)και
(32)) την καταβολή ποσού £12.188,62. Η εναγομένη 1 με επιστολή της ημερομηνίας 27.10.2004 (Τεκμήριο 1
(33)) συμφώνησε ότι οφείλει το ποσό, σημείωνε όμως πως είχε να λαμβάνει από τις ενάγουσες το ποσό των €211.653,20 και πρότεινε είτε οι ενάγουσες να της πληρώσουν τη διαφορά είτε να της πληρώσουν ολόκληρο το ποσό και στη συνέχεια αυτή να τους καταβάλει το ποσό για τις διαφημίσεις. Ο Χ. Χρίστου παρουσιάζει το ζήτημα ως παράλειψη ή και άρνηση των εναγομένων να πληρώσουν. Είναι ακατανόητη η αναφορά του πως κανένας από τους δύο τρόπους τακτοποίησης της οφειλής δεν υλοποιήθηκε από κανένα μέρος. Ήταν οι ενάγουσες που θα έπρεπε να ενεργήσουν προς υλοποίηση. Παραδέχεται ο Χ. Χρίστου πως ως αποτέλεσμα οι εναγόμενες προσέφυγαν σε αγγλικό δικαστήριο εναντίον των εναγουσών και εξασφάλισαν δικαστική απόφαση (Τεκμήριο 1
(34)) για το ποσό των €211.653,20 πλέον €27.497,18 δεδουλευμένους τόκους πλέον ημερήσιο τόκο €20,77 από 19.5.2008 μέχρι εξόφλησης. Η απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου είναι υπέρ της εναγομένης 1 και εναντίον της ενάγουσας 2. Η αγγλική απόφαση γράφτηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (βλ. Τεκμήριο 1
(35)) και εναντίον της ενάγουσας 2 λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης (βλ. Τεκμήρια 1
(36)και
(37)). Η αξίωση των €211.653,20 και η αγγλική δικαστική απόφαση που ακολούθησε αφορούσε την πληρωμή της παραγγελίας ημερομηνίας 3.3.2004. Τα εμπορεύματα είχαν παραδοθεί 15.7.2004 και έπρεπε να πληρωθούν εντός 90 ημερών. Φαίνεται πως δεδομένου του τερματισμού και της προοπτικής έγερσης αξιώσεων εκ μέρους των εναγουσών αποφασίστηκε να μην πληρωθεί το ποσό. Κατά την τελική τους αγόρευση οι δικηγόροι των εναγουσών αναφέρθηκαν σε εξόφληση της πιο πάνω απόφασης. Δεν μπορεί να εισαγάγεται μαρτυρία μέσω των αγορεύσεων των δικηγόρων. Σε κάθε περίπτωση η όποια εξέλιξη είναι αδιάφορη των υπό εξέταση ζητημάτων, ούτε και εντυπώσεις μπορεί να δημιουργήσει. Η παραπομπή από τον Χ. Χρίστου στην επιστολή των εναγομένων ημερομηνίας 15.3.2004 (Τεκμήριο 1
(38)) που άλλωστε προηγείται χρονικά της αποστολής του σχετικού τιμολογίου και αφορά άλλο ζήτημα (όπως θα δούμε πιο κάτω), δεν προσθέτει οτιδήποτε, ούτε η παραπομπή στα Τεκμήρια 1
(39)και 1
(40). Είναι πρόδηλο πως το ποσό £12.188,62 ήτοι σήμερα €20.824,43 οφείλεται και εφόσον εκδόθηκε για το οφειλόμενο στην εναγομένη 1 ποσό δικαστική απόφαση, οιαδήποτε τυχόν αντίληψη για συμψηφισμό εξέλειπε. Οι παρατηρήσεις του J. Howkins αναφορικά με τις χρεώσεις για διαφήμιση το 2004 δείχνουν την καλή πίστη των εναγομένων που τις αποδέχτηκαν. Οι ενάγουσες χρέωσαν τις ποσότητες που δόθηκαν ως δώρα (782 χαρτόνια) στη τιμή των £20,40 ανά χαρτόνι που περιλαμβάνει και το κέρδος που θα είχαν, μάλιστα χωρίς καθόλου έκπτωση στον πελάτη (βλ. επιστολή ημερομηνίας 29.9.2004, μέρος του Τεκμηρίου 13). Αναφορικά με τα έξοδα διαφημίσεων οι ενάγουσες διατηρούν μια περαιτέρω αξίωση για £71.144. Αναφέρθηκε από τον Χ. Χρίστου (παραγρ. 65 της γραπτής του δήλωσης) πως: «από τον Φεβρουάριο του 1990...οι ενάγοντες με την προοπτική μακρόχρονης συνεργασίας και μη αναμένοντας τον τερματισμό άνευ λόγου, διεξήγαγαν εντατική εκστρατεία προώθησης των προϊόντων των εναγομένων, με αποτέλεσμα την εδραίωση τους στην Κυπριακή αγορά και τη δημιουργία δυναμικής για την περαιτέρω ανάπτυξη τους. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού, οι ενάγοντες προέβησαν σε μεγάλες επενδύσεις και δαπάνες που σήμερα ανέρχονται σε .£71.144..». Το ποσό των £71.144 φαίνεται πως δεν αφορά την περίοδο από τον Φεβρουάριο του 1990 αλλά τα έτη 1998 μέχρι 2004 (βλ. Τεκμήριο 1
(45)) και είναι το άθροισμα των ποσών που αναλογούσαν στο 1/3 μερίδιο που οι ενάγουσες επιβαρύνονταν. Η αξίωση αυτή είναι ακατανόητη. Δεν μπορούν οι ενάγουσες να αξιώνουν τα ποσά που είχαν συμφωνήσει ότι θα τις βάρυναν. Κανένας όρος της όποιας συμφωνίας μεταξύ των μερών δεν προνοούσε για την επιστροφή των ποσών αυτών στις ενάγουσες εάν η συνεργασία των μερών τερματιζόταν. Η διαφήμιση αφορούσε κατά κύριο λόγο την προώθηση των πωλήσεων κατά το έτος που πραγματοποιείτο αφού η κύρια μάζα των καταναλωτών δεν ήταν άτομα που διέμεναν μόνιμα στην Κύπρο. Είχε αναμφίβολα και οφέλη στην μακροπρόθεσμη εμπορία του προϊόντος όμως τούτο δεν τεκμηριώνει τη σχετική αξίωση. Η αναφορά στα πιο παλιά έτη υπογραμμίζει το αδικαιολόγητο της απαίτησης αυτής, το δε παράλογο της αξίωσης καταδεικνύεται και από το γεγονός πως αν οι εναγόμενες τερμάτιζαν τη συμφωνία τον Ιανουάριο του 2006, όπως οι ενάγουσες παραδέχονται πως θα μπορούσαν νόμιμα να πράξουν, δεν θα υφίστατο καμιά απαίτηση εναντίον τους σε σχέση με τον τερματισμό. Είναι πρόδηλο πως η επί μέρους αξίωση εισάχθηκε όχι καλόπιστα αλλά προς το σκοπό διόγκωσης της απαίτησης. Τα προβληματικά προϊόντα: Η θέση των εναγουσών πως ήταν όρος της συμφωνίας των μερών ότι οι εναγόμενες θα αποζημίωναν τις ενάγουσες για τυχόν ζημιές και απώλειες (leaking) που θα υφίσταντο τα προϊόντα κατά την παράδοση και για προϊόντα που ήταν ληξιπρόθεσμα ή είχαν σύντομη ημερομηνία λήξης από την ημερομηνία παράδοσης φαίνεται να είναι αποδεκτή. Και τούτο γιατί στις 23.7.2004 οι εναγόμενες πλήρωσαν προς τούτο στις ενάγουσες το ποσό των €8.720,19 (Τεκμήριο 1
(44)). Ότι φαίνεται να αμφισβητούσαν ήταν το ύψος των συναφών ζημιών αφού οι ενάγουσες απαιτούσαν €16.513,24. Οι εναγόμενες δεν είχαν στοιχεία περί του αντιθέτου. Από την αρχική τους προσέγγιση (βλ. Τεκμήριο 1
(38)) αποδέχθηκαν περαιτέρω ποσότητες ως ελαττωματικές (βλ. Τεκμήριο 1(38Α)) με τον J. Howkins να αναφέρει πως δεν εισηγείτο ότι οι ενάγουσες είχαν λάθος αλλά του ήταν δύσκολο να εισηγηθεί στις εναγόμενες να πληρώσουν για περιπτώσεις προ τριετίας χωρίς ικανοποιητική τεκμηρίωση. Η σχετική μαρτυρία είναι αποκλειστικά στη γνώση των εναγουσών. Κατά την επίσκεψη του στην Κύπρο στις 2.3.2004 ο J. Howkins είδε κάποια προβληματικά προϊόντα στις αποθήκες των εναγουσών (μια ή δυο παλέτες). Επισημαίνει πως οι όροι αποστολής προϊόντων στις ενάγουσες ήταν FOB που σημαίνει πως η ευθύνη των εναγομένων τελείωνε με την φόρτωση των προϊόντων στο πλοίο και συνεπώς οιεσδήποτε ζημιές μεταγενέστερα ήταν ευθύνης των εναγουσών. Αρνείται ότι κατά την επίσκεψη του έδωσε οδηγίες για καταστροφή 637 χαρτονιών με προϊόντα. Η απαίτηση των εναγουσών για προβληματικά προϊόντα δεν ηγέρθηκε εν όψει του τερματισμού της συνεργασίας των μερών. Ο J. Howkins μαρτύρησε πως το ζήτημα ετέθηκε υπόψη του όταν το 2003 ανέλαβε υπεύθυνος των εξαγωγών στην Κύπρο. Αποδέχομαι τη θέση του Χ. Χρίστου ότι ο αριθμός των χαρτονιών με ελαττωματικά προϊόντα ανερχόταν σε 837, όπως από 18.3.2004 είχε κοινοποιηθεί στις εναγόμενες με σχετικές λεπτομέρειες (βλ. Τεκμήριο 1
(42)). Περαιτέρω αποδέχομαι ως ορθούς τους υπολογισμούς του Χ. Χρίστου (παραγρ. 78 - 80 της γραπτής του δήλωσης). Άλλωστε το μεγαλύτερο κόστος αφορά στην αγορά των προϊόντων από τις εναγόμενες που δεν αμφισβητήθηκε. Καταλήγω πως κατά την 23.7.2004 οι ενάγουσες δικαιούνταν σε αποζημίωση €16.513,24 για ελαττωματικά προϊόντα και εφόσον πληρώθηκαν €8.720,19 δικαιούνται σε περαιτέρω €7.793,05. Ο τερματισμός: Το τηλεμήνυμα των εναγομένων ημερομηνίας 30.7.1993 (Τεκμήριο 1
(46)) είναι από τα σπουδαιότερα έγγραφα στην υπόθεση. Οι εναγόμενες αναφέρουν ότι έχουν αναλύσει τις επιλογές τους έτσι ώστε να μπορούν να φτάσουν σε ένα αποτέλεσμα που είναι αποδεχτό και από τις δύο πλευρές αφού επιθυμία τους ήταν να εργαστούν με τις ενάγουσες. Απαρριθμούνται τέσσερις επιλογές. Οι πρώτες τρεις αφορούν επί μέρους διαφοροποιήσεις στη συνεργασία των μερών και η τέταρτη επιλογή είναι οι εναγόμενες να τερματίσουν την σχέση. Οι επιλογές δεν καταγράφονται για τις ενάγουσες για να επιλέξουν. Είναι οι επιλογές που οι εναγόμενες ανέλυσαν και είχαν μπροστά τους για να επιλέξουν αυτές. Η επιστολή προχωρά και αναφέρει πως ήταν ανάγκη για τις εναγόμενες να συμφωνηθεί μια λύση. Η επιλογή των εναγομένων θα ήταν η τρίτη επιλογή, που αφορούσε κάποια διαφοροποίηση στη συνεργασία, για την οποία εξέφραζαν την ελπίδα ότι οι ενάγουσες θα συμφωνούσαν. Υπό την προϋπόθεση ότι οι ενάγουσες θα συμφωνούσαν σε κάποια από τις πρώτες τρεις επιλογές, οι εναγόμενες επέμεναν όπως τα μέρη συμβληθούν γραπτώς σύμφωνα με το συνήθη τύπο συμφωνίας που οι εναγόμενες χρησιμοποιούσαν, έθεταν δε χρονοδιάγραμμα μέχρι την 1.1.2004 για υπογραφή τέτοιας γραπτής συμφωνίας. Η επόμενη παράγραφος είναι και η πλέον επίμαχη. Αναφέρεται: «Accordingly, in order to enable us to put in place a formal agreement we need to put an end to the existing agreement between us which is contained in our letter to you of 16th November
  1. Please treat this letter, therefore, as giving you six months notice of termination, with effect from 31st January 1994, of the existing agreement between us in accordance with the terms of that letter.» (Σε δική μου μετάφραση) «Κατά συνέπεια, έτσι ώστε να δυνηθούμε να εγκαθιδρύσουμε επίσημη συμφωνία, χρειαζόμαστε να βάλουμε ένα τέλος στην υφιστάμενη συμφωνία μεταξύ μας η οποία εμπεριέχεται στην επιστολή μας προς εσάς της 16ης Νοεμβρίου
  2. Συνεπώς, παρακαλούμε όπως θεωρήσετε αυτή την επιστολή ότι σας δίδει έξι μηνών ειδοποίηση τερματισμού με ισχύ από την 31η Ιανουαρίου 1994, της υφιστάμενης συμφωνίας μεταξύ μας σύμφωνα με τους όρους εκείνης της επιστολής.» Είναι πρόδηλο πως οι εναγόμενες δεν ήταν διατεθειμένες να συνεχίσουν την υφιστάμενη συμφωνία πέραν της 31.1.
  3. Για την επόμενη μέρα ήταν διατεθειμένες να ακολουθήσουν μια από τις τέσσερις επιλογές. Είτε μια διαφοροποιημένη συνεργασία (επιλογές 1 μέχρι 3) ή καθόλου συνεργασία (επιλογή 4). Όποια και αν ήταν η επόμενη μέρα η συμφωνία των μερών όπως μαρτυρείτο στην επιστολή ημερομηνίας 16.11.90 έπρεπε να τερματιστεί με ειδοποίηση έξι μήνες πριν την 31.1.1994 και τερματίστηκε με την επιστολή Τεκμήριο 1
(46). Η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους των εναγουσών ότι η πιο πάνω παράγραφος αφορούσε και θα ίσχυε εφόσον κατέληγαν στην τέταρτη επιλογή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η τέταρτη επιλογή δεν αφορά τον τερματισμό της συμφωνίας που μαρτυρείται με την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 αλλά την επιλογή των εναγομένων να τερματίσουν κάθε σχέση με τις ενάγουσες, να πάψουν δηλαδή να συνεργάζονται μαζί τους. Είναι ξεκάθαρο πως η επιστολή ημερομηνίας 30.7.1993 συνιστούσε ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας που μαρτυρείται με την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990. Επικαλούνται οι ενάγουσες τηλεομοιότυπο των εναγομένων ημερομηνίας 24.8.1993 (Τεκμήριο 1
(47)) όπου, όπως αναφέρει ο Χ. Χρίστου ξεκαθάρισαν ότι τα όσα ανάφεραν στην παράγραφο 4 της επιστολής τους ημερομηνίας 30.7.1993 ήταν απλά μια από τις επιλογές που θα μπορούσαν να επιλέξουν οι ενάγουσες σε περίπτωση που δεν υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Η επιλογή ήταν των εναγομένων να διακόψουν οιαδήποτε σχέση εάν δεν υπήρχε κατάληξη στη βάση των τριών πρώτων επιλογών. Η διακοπή κάθε σχέσης ήταν μια επιλογή, αλλά ο τερματισμός της συμφωνίας που μαρτυρείτο με την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 ήταν δεδομένος. Η επιστολή ημερομηνίας 24.8.1993 με κανένα τρόπο δεν ανακάλεσε τον τερματισμό της συμφωνίας που μαρτυρείται με την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990. Αντίθετα τον επιβεβαιώνει γιατί ο τερματισμός κάθε σχέσης, δηλαδή η τέταρτη επιλογή, ήταν εφικτός μόνο με δεδομένο τον τερματισμό της υφιστάμενης συμφωνίας. Διαφορετικά δεν θα μπορούσαν οι εναγόμενες παρελθούσης της 31.1.1994 να σταματήσουν κάθε συνεργασία. Η ισχύς του τερματισμού της υφιστάμενης συμφωνίας ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορούν οι εναγόμενες να ακολουθήσουν την τέταρτη επιλογή. Επικαλούνται ακόμα οι ενάγουσες τηλεμήνυμα των εναγομένων ημερομηνίας 31.8.1993 (Τεκμήριο 1
(48)) με το οποίο οι εναγόμενες απέσυραν την τέταρτη επιλογή. Αναφέρει η επιστολή με παραπομπή στην επιστολή ημερομηνίας 30.7.1993 ότι η εκεί αναφερόμενη τέταρτη επιλογή αποσυρόταν και οι ενάγουσες να θεωρήσουν ότι στην πραγματικότητα ποτέ δεν υφίστατο. Συνεχίζει η επιστολή ότι είχαν συμφωνήσει ότι ήταν απόλυτα αναγκαίο να τελειώσουν (to finalise) μια πλήρη και λεπτομερή συμφωνία και ότι θα κατέληγαν μέχρι την 31.3.
  1. Η απόσυρση της τέταρτης επιλογής σήμαινε πως οι εναγόμενες δεν θα διέκοπταν την σχέση τους με τις ενάγουσες. Διαφαίνεται πως η προοπτική ήταν η συνομολόγηση λεπτομερούς συμφωνίας συνεργασίας. Όμως με την επιστολή της 31.8.1993 δεν ανακλήθηκε ο τερματισμός της προηγούμενης συμφωνίας. Ουσιαστικά οι εναγόμενες καθησύχαζαν τις ενάγουσες ότι παρελθούσης της 31.1.1994 δεν θα σταματήσει η συνεργασία τους, θα συνεχίσουν να έχουν συνεργασία με την προοπτική μέχρι 31.3.1994 να συνομολογήσουν λεπτομερή σύμβαση. Ο τερματισμός της προηγούμενης συμφωνίας δεν ανακλήθηκε ώστε να αναβίωνε η δέσμευση για ακόμα δύο χρόνια, δηλαδή μέχρι 31.1.
  2. Συνεχίστηκε σε κάποια βάση η συνεργασία μετά τις 31.1.1994, αλλά πρόδηλα στην περίπτωση που μέχρι 31.3.1994 δεν κατέληγαν σε λεπτομερή σύμβαση οι εναγόμενες δεν ήταν δεσμευμένες να συνεχίσουν μέχρι 31.1.
  3. Οι ενάγουσες με τηλεμήνυμα τους ημερομηνίας 2.9.1993 (Τεκμήριο 1
(50)) επιβεβαιώνουν ότι συμφωνούν ότι η συμφωνία αντιπροσώπευσης πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι την 31.3.
  1. Είναι κοινό έδαφος ότι δεν επιτεύχθηκε η συνομολόγηση πλήρους και λεπτομερούς συμφωνίας μέχρι την 31.3.1994 αλλά ούτε και στη συνέχεια. Η συνεργασία όμως των μερών συνεχίστηκε για ακόμα μια δεκαετία. Ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι ανακλήθηκε ο τερματισμός της επιστολής ημερομηνίας 30.7.1993 απορρίπτεται. Υπάρχει περαιτέρω ισχυρισμός, διαζευκτικά θα έλεγα, ότι οι εναγόμενες κωλύονται από του να προβάλλουν τη θέση για τερματισμό. Επικαλούνται τη συμπεριφορά των εναγομένων αφού η συνεργασία των μερών συνεχίστηκε κανονικά. Ο Χ. Χρίστου υποστήριξε πως η συνεργασία των μερών συνεχίστηκε μετά τον Ιανουάριο του 1994 στη βάση της επιστολής ημερομηνίας 16.11.
  2. Ανάφερε πως η συνεργασία συνεχίστηκε κανονικά. Να σημειωθεί πως το γεγονός πως δεν υφίστατο πλέον η πρόνοια της διετίας δεν ήταν κάτι που θα μετάβαλλε την καθημερινότητα της συνεργασίας που διεξαγόταν στη βάση υποβολής παραγγελιών και προμήθειας των προϊόντων. Ανάφερε ακόμα ο Χ. Χρίστου ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν στην ανάκληση του τερματισμού. Κάτι τέτοιο δεν υποστηρίζεται από τα σχετικά έγγραφα αλλά ούτε και δικογραφείται ισχυρισμός για συμφωνία ανάκλησης. Η θέση απορρίπτεται. Η συνεργασία των μερών συνεχίστηκε, ενδεχομένως χωρίς καθόλου αλλαγές στον τρόπο που εμπορεύονταν. Όμως εφόσον η συμφωνία που μαρτυρείται με την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 τερματίστηκε, η πρόνοια σε σχέση με την προειδοποίηση για τερματισμό και σε αντίθετη περίπτωση αυτόματη ανανέωση για μια διετία έπαψε να ισχύει. Άλλωστε αυτός ήταν ο σκοπός των εναγομένων. Να απαλλαγούν από τη δέσμευση συνέχισης της συνεργασίας ανά διετία ώστε να μπορούν να ασκούν μεγαλύτερη πίεση στις ενάγουσες για να καταλήξουν σε πλήρη και λεπτομερή επίσημη συμφωνία, κάτι που ήταν πάντα η επιθυμία τους και φαίνεται και στην επιστολή τους ημερομηνίας 16.11.
  3. Ο Χ. Χρίστου επιβεβαίωσε πως από την αρχή γίνονταν προσπάθειες για τη συνομολόγηση επίσημης συμφωνίας και το ζήτημα εγειρόταν από καιρού εις καιρό. Κάπου μέσα στο 1992 ή 1993, ανάφερε ο Χ. Χρίστου, οι εναγόμενες είχαν αποστείλει κάποιο προσχέδιο συμφωνίας. Παρουσίασε ο J. Howkins επιστολή της εναγομένης 2 προς την ενάγουσα 2 ημερομηνίας 24.1.1994 (Τεκμήριο 17
(1)) που συνόδευε προσχέδιο συμβολαίου μεταξύ της εναγομένης 2 και της ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 17
(2)). Ο Χ. Χρίστου μίλησε για προσχέδιο που παραδόθηκε στις ενάγουσες το 1992 με 1993 και προφανώς αυτό είναι γιατί δεν υπάρχει μαρτυρία για την ύπαρξη άλλου, στο δε έγγραφο καταγράφεται η ημερομηνία 1.12.1992. Ο όρος 2
(2)του προσχεδίου προέβλεπε πως η συμφωνία θα ίσχυε για αρχική περίοδο πέντε ετών από 1.1.1994 και μετά την εκπνοή της αρχικής περιόδου θα συνέχιζε να ισχύει εκτός εάν και μέχρις ότου τερματιζόταν από οιοδήποτε μέρος με έξι μήνες προειδοποίηση. Περαιτέρω στον όρο 4
(2)προβλεπόταν πως οι εναγόμενες θα απέστελλαν τα παραγγελθέντα προϊόντα 28 ημέρες μετά τη λήψη της παραγγελίας. Ακόμη, ο όρος 2
(6)προέβλεπε τον τερματισμό όλων των προηγουμένων συμφωνιών μεταξύ των μερών μεταξύ των οποίων και της συμφωνίας που μαρτυρούσε η επιστολή ημερομηνίας 16.11.
  1. Η σύναψη γραπτής επίσημης συμφωνίας προϋπόθετε τον τερματισμό της προηγούμενης συμφωνίας και τούτο συμβαδίζει με την ερμηνεία που δόθηκε στην τέταρτη επιλογή της επιστολής ημερομηνίας 30.7.
  2. (Το προσχέδιο είχε συνταχθεί πριν την επιστολή τερματισμού γι' αυτό και αναφέρεται σε τερματισμό της συμφωνίας που μαρτυρείται με την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990). Το προσχέδιο δεν έγινε κανονική συμφωνία και η εναγόμενη 2 με επιστολή της ημερομηνίας 24.5.1994 (Τεκμήριο 17
(3)) εξέφραζε την απογοήτευση της αναμένοντας τα σχόλια των εναγουσών επειγόντως. Παρενθετικά αναφέρω πως εφόσον ο τερματισμός της συμφωνίας που μαρτυρείται με την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 δεν ανακλήθηκε, τότε ακόμα και αν η συνέχιση της συνεργασίας ήταν ακριβώς με τους ίδιους όρους όπως η προηγούμενη, επρόκειτο για μια νέα συμφωνία του 1994 και όχι του 1990 όπως δικογραφείται. Δεν έχω κατανοήσει τους συλλογισμούς των δικηγόρων των εναγομένων που αναφέρονται στην αριθμημένη παράγραφο 3 στη σελίδα 21 της γραπτής τους αγόρευσης. Εάν η επιστολή ημερομηνίας 30.7.1993 ήταν προειδοποιητική, αυτό θα ήταν καταστροφικό για τη βασικότερη πτυχή της υπεράσπισης που σε πολλά άλλα σημεία της αγόρευσης τους υποστηρίζεται σθεναρά. Η παρέκκλιση των δικηγόρων δεν δικαιολογείται από τη μαρτυρία ούτε βρίσκει κάλυψη στην Έκθεση Υπεράσπισης. Προφανώς πρόκειται περί εσφαλμένης αναφοράς. Προκύπτει από τη μαρτυρία του J. Howkins πως όταν απέστελλε την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 29.3.2004 δεν είχε υπόψη του την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 και προδήλως ούτε και την επιστολή ημερομηνίας 30.7.1993. Γι' αυτό και απάντησε όπως φαίνεται στο τηλεμήνυμα του ημερομηνία 2.7.2004 (Τεκμήριο 17
(8)). Τούτο δεν έχει σημασία, ούτε η ερμηνεία του για την επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990. Η εύλογη προειδοποίηση: Στη νέα τάξη πραγμάτων μετά την 31.1.1994, και στην απουσία ρητής πρόνοιας αναφορικά με δικαίωμα τερματισμού της συνεργασίας, ότι παραμένει να διαπιστωθεί είναι πιο χρονικό περιθώριο θα ήταν εύλογο υπό τας περιστάσεις έχοντας υπόψη τη φύση της συνεργασίας των μερών. Συζητείται στην αγόρευση του δικηγόρου των εναγομένων ζήτημα κατά πόσο οι ενάγουσες ήταν αντιπρόσωποι των εναγομένων, είτε στην έννοια του άρθρου 142 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είτε στην έννοια του εμπορικού αντιπροσώπου στη βάση του περί Ρύθμισης των Σχέσεων Εμπορικού Αντιπροσώπου και Αντιπροσωπευομένου Νόμου του 1992 (Αρ. 51
(1)/92). Είναι πρόδηλο πως δεν υφίστατο τέτοια σχέση. Η αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 σε αποκλειστικό εισαγωγέα και διανομέα δεν περικλείει την έννοια του αντιπροσώπου ή αν γραμματικά ομιλούντες εμπεριέχει τέτοια στοιχεία η χρησιμοποίηση των λέξεων ήταν ατυχής, μη πρόσφορη και αυτές δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα της σχέσης των μερών. Ότι ενδεχομένως σήμαιναν οι λέξεις ήταν πως οι εναγόμενες δεν θα προμήθευαν άλλους στην Κύπρο, συνεπώς τα προϊόντα των εναγομένων στην Κύπρο θα εισήγαγαν μόνο οι ενάγουσες και μόνο αυτές θα μπορούσαν κατ' ακολουθία να τα διανέμουν. (βλ. παραγρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης). Οι ενάγουσες καθίσταντο ιδιοκτήτριες των προϊόντων που αγόραζαν και τα εμπορεύονταν στην Κυπριακή αγορά για ίδιο όφελος. Οι ενάγουσες απολάμβαναν τα κέρδη από την εμπορία τους και επωμίζονταν τυχόν ζημιές. Για να κριθεί ποια είναι η λογική προειδοποίηση λαμβάνονται υπόψη οι περιστάσεις, όπως το χρονικό εύρος της συνεργασίας των μερών, οι υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που ήταν αντιληπτό πως η κάθε πλευρά αναλάμβανε στη βάση της συνεργασίας και η φύση της ίδιας της συνεργασίας ακόμη και το γεγονός πως στο παρελθόν η σχέση διέπετο από τον όρο ότι θα μπορούσε να τερματιστεί με εξάμηνη προειδοποίηση, που όμως δεν μπορούσε να δοθεί οποτεδήποτε αλλά τουλάχιστον έξι μήνες πριν την εκπνοή κάθε διετούς περιόδου. Λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε χρονιά γίνονταν διαφημίσεις για προώθηση του προϊόντος, ότι το προϊόν πωλείτο κατά κύριο λόγο τους καλοκαιρινούς μήνες και ότι οι αγορές γίνονταν κάθε χρόνο προς ικανοποίηση της κατανάλωσης που αναμενόταν για τον ίδιο χρόνο, κρίνω πως εξάμηνη προειδοποίηση που θα έληγε στο τέλος του καλοκαιριού ήταν η εύλογη υπό τας περιστάσεις. Τούτο συνδέεται και με το χρόνο που δόθηκε. Εάν η εξάμηνη προειδοποίηση διδόταν τον Ιανουάριο πιθανό να μην ήταν ικανοποιητική και να έκρινα τότε πως λογικό θα ήταν να δοθεί οκτάμηνη προειδοποίηση ώστε να καλύπτεται όλη η επερχόμενη καλοκαιρινή περίοδος (βλ. σχετικά την Καρατσής ν. Doritis
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 251, που αφορά τερματισμό αντιπροσωπείας. Μετριασμός των ζημιών: Ο Χ. Χρίστου ισχυρίστηκε πως οι ενάγουσες έλαβαν όλα τα αναγκαία νόμιμα και λογικά υπό τας περιστάσεις μέτρα για μετριασμό των ζημιών και απωλειών τους και παρέπεμψε στην επιστολή των εναγουσών ημερομηνίας 17.9.2004 (Τεκμήριο 1(13Β)) αναφορά στην οποία έγινε πιο πάνω. Δεν αναφέρθηκε σε οιαδήποτε άλλη προσπάθεια. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε πως μετά που οι εναγόμενες σταμάτησαν να αποστέλλουν προϊόντα, οι ενάγουσες αγόρασαν από αλλού για μικρούς πελάτες, έστω και χωρίς κέρδος ή και με ζημιά, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε. Η θέση των εναγομένων δεν περιορίζεται στο ότι οι ενάγουσες δεν έλαβαν τα αναγκαία μέτρα. Προεκτείνεται στο ότι ελήφθησαν κάποια μέτρα που μετρίασαν τις όποιες απώλειες των εναγουσών, αλλά οι ενάγουσες απέκρυψαν τα γεγονότα από το δικαστήριο. Η θέση καλύπτεται δικογραφικά από την άρνηση του ύψους των ζημιών και απωλειών που ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Αναφέρθηκε ο J. Howkins στην «γκρίζα» ή «παράλληλη» αγορά αναφέροντας πως τα προϊόντα μηλίτη των εναγομένων μπορούσε κάποιος να τα προμηθευτεί και από εμπόρους σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Προκύπτει από παραδεκτά γεγονότα πως την 18.8.2005 οι ενάγουσες εισήγαγαν στην Κύπρο 43 χαρτόνια μηλίτη των εναγομένων. Εάν ορθά διαβάζω τις καταχωρίσεις στο σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 22) η ποσότητα αγοράστηκε για €529,41 που σημαίνει €12,31 ανά χαρτόνι δηλαδή £7,24, που είναι τιμή περιθωριακά πιο ψηλή από αυτή που αγόραζαν προηγούμενως από τις ενάγουσες. Κατά την τελική τους αγόρευση οι δικηγόροι των εναγουσών υποστήριξαν πως μετά το τερματισμό της συνεργασίας των μερών την 29.9.2004 οι ενάγουσες δεν θα ήταν σε θέση αγοράζοντας από την «γκρίζα» ή «παράλληλη» αγορά να συναγωνιστούν τους νέους αντιπροσώπους των εναγομένων. Τα επιχειρήματα τους είναι πειστικά και τα αποδέχομαι. Η αγορά αυτή χαρακτηρίστηκε κατά τη μαρτυρία ως ευκαιριακή. Εάν κατέληγα πως η συμφωνία παράνομα τερματίστηκε και οι ενάγουσες δικαιούνταν να αντιπροσωπεύουν τα προϊόντα των εναγομένων για ακόμα δεκαέξι μήνες, θα έλεγα πως για την περίοδο αυτή δεν θα ήταν σε θέση να μετριάσουν ουσιαστικά τις ζημιές τους καταφεύγοντας στην «γκρίζα» ή «παράλληλη» αγορά. Θα μπορούσαν με αυτό τον τρόπο να μετριάσουν τις ζημιές τους μόνο μερικώς. Καθόσον αφορά την περίοδο μέχρι 29.9.2004 εκφράζεται από τους δικηγόρους των εναγουσών η θέση πως εάν οι ενάγουσες κατέφευγαν στην «γκρίζα» ή «παράλληλη» αγορά θα παραβίαζαν τη συμφωνία τους με τις εναγόμενες. Η συμφωνία είχε ήδη τερματιστεί από τις εναγόμενες. Τα μέρη βρίσκονταν στην περίοδο της προειδοποίησης. Σε κάθε περίπτωση δεν κατέληξα ότι οι ενάγουσες απέδειξαν ότι υπέστηκαν συγκεκριμένες ζημιές την περίοδο αυτή ώστε να εγειρόταν πραγματικό ζήτημα εξέτασης του κατά πόσο ενήργησαν προς μετριασμό τους. Επί μέρους ζητήματα που ηγέρθηκαν στις αγορεύσεις: O J. Howkins ανάφερε πως οι εξαγωγές της Scottish & Newcastle Plc διεκπεραιώνονταν μέσω της θυγατρικής της εναγομένης 1. Η εναγομένη 1 είχε για τα διάφορα προϊόντα της άλλο διανομέα στην Κύπρο που θα αναλάμβανε και τον μηλίτη οπόταν θα έπρεπε να τερματιστεί η συνεργασία με τις ενάγουσες. Από τη μαρτυρία του κατέστηκε σαφές πως πολύ δύσκολα θα μπορούσε να συνεχιστεί η συνεργασία των εναγομένων με τις ενάγουσες. Οι εναγόμενες είχαν άλλους επιχειρηματικούς προσανατολισμούς. Κατά την τελική αγόρευση των δικηγόρων των εναγουσών εδόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στα πιο πάνω και έγινε προσπάθεια να αποδοθεί κακή πίστη στις εναγόμενες. Ότι δηλαδή έψαχναν κάθε τρόπο για να τερματίσουν τη συνεργασία τους με τις ενάγουσες. Ακόμα και η δήλωση του δικηγόρου των εναγομένων ότι οι εναγόμενες δεν επικαλούνται οιαδήποτε παράβαση των εναγουσών που θα έδιδε δικαίωμα για τερματισμό ερμηνεύτηκε προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Αντίθετα, θα έλεγα. Οι εναγόμενες έκαμαν μια επιχειρηματική επιλογή και στηρίζουν την υπόθεση τους στη θέση τους πως είχαν συμβατικό δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία τους με τις ενάγουσες δίδοντας την προειδοποίηση που έδωσαν. Κατά την τελική τους αγόρευση οι δικηγόροι των εναγουσών έκαμαν εκτενή αναφορά στο ζήτημα της δικογραφίας επισημαίνοντας γενικές τοποθετήσεις στην Έκθεση Υπεράσπισης που στερούσαν, κατά τη θέση τους, την προβολή συγκεκριμένων θετικών θέσεων από τις εναγόμενες. Θα περιοριστώ στο ζήτημα που αφορά τον τουρισμό στην Κύπρο κατά τους ουσιώδεις χρόνους και στο ζήτημα των δασμών, αφού τα άλλα ζητήματα που αναφέρονται έχουν ουσιαστικά επιλυθεί προς όφελος των εναγουσών. Και τούτο χωρίς να συμμερίζομαι την κατάληξη των δικηγόρων. Το ζήτημα του τουρισμού δεν αναφέρεται σε κανένα δικογράφημα. Ηγέρθηκε από τις ενάγουσες με την μαρτυρία τους Χ. Χρίστου (παραγρ. 32 της γραπτής του δήλωσης) και το παρουσιασθέν τεκμήριο 1
(12). Είναι λοιπόν οι ενάγουσες που με αναφορά στον τουρισμό προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τις μεγάλες ποσότητες που παράγγειλαν το
  1. Τόσο για να υποστηρίξουν τη θέση τους αναφορικά με τον ετήσιο μέσο όρο πωλήσεων τα τελευταία χρόνια όσο και για να διεκδικήσουν αποζημιώσεις για τις ποσότητες που δεν τους παραδόθηκαν. Ο τουρισμός στην Κύπρο δεν ήταν ουσιώδης ισχυρισμός στην έννοια της Δ.19 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για να δικογραφηθεί. Ήταν μια παράμετρος της θέσης αναφορικά με την ισχυριζόμενη ζήτηση για το 2004 και της άρνησης της θέσης αυτής. Είναι η θέση των δικηγόρων των εναγουσών πως δεν έχει αποδειχθεί πως η ζήτηση των προϊόντων των εναγομένων ήταν εποχιακή. Είναι εύρημα μου πως η ζήτηση του μηλίτη για κατανάλωση στην Κύπρο είναι εποχιακή. Καταναλώνεται κατά τω πλείστω κατά τους καλοκαιρινούς μήνες όπως και η μπύρα στη δε περίπτωση του μηλίτη υπάρχει μια περαιτέρω προέκταση ότι οι καταναλωτές του είναι κατά κύριο λόγο Βρεττανοί και απ' αυτούς οι περισσότεροι τουρίστες. Οι ίδιες οι ενάγουσες επικαλέστηκαν τον τουρισμό για να πείσουν για την πτώση στις πωλήσεις τους το 2003 και ότι θα είχαν μεγαλύτερες πωλήσεις το
  2. Συνεπώς δεν μπορούν να αρνούνται ότι η κατανάλωση μηλίτη βασίζεται στον τουρισμό και είναι εποχιακή. Έχω ήδη καταλήξει πως η περίοδος πριν το καλοκαίρι είναι περίοδος προετοιμασίας (των υπεραγορών, καταστημάτων και κέντρων αναψυχής) για την επερχόμενη περίοδο κατανάλωσης και οι ίδιες οι ενάγουσες προσκόμισαν μαρτυρία ότι οι πωλήσεις τους το 2003 την περίοδο τούτη της προετοιμασίας ήταν 10.925 χαρτόνια από τα 12.387 που πώλησαν ολόκληρο το έτος. Υποστήριξαν οι δικηγόροι των εναγουσών πως υπάρχει διάσταση μεταξύ της θέσης του Μ. Πολυδωρίδη και του J. Howkins ως προς την περίοδο αιχμής σε σχέση με το μηλίτη. Δεν βρίσκω ότι υπάρχει διάσταση. Αντίθετα η μια μαρτυρία ενισχύει την άλλη. Οι ενάγουσες δεν πωλούσαν στον καταναλωτή αλλά σε υπεραγορές κατά κύριο λόγο (βλ. Τεκμήριο 2) και άλλα καταστήματα και κέντρα αναψυχής. Γενικά σχόλια για την αξιοπιστία των μαρτύρων: Έχω ήδη σχολιάσει τη δοθείσα μαρτυρία και προβεί στα ευρήματα που κρίνουν το αποτέλεσμα. Θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω τις γενικές μου τοποθετήσεις επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων, όπως πρόδηλα εξάγονται από την πιο πάνω ανάλυση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα με κάθε προσοχή τους μάρτυρες όταν έδιδαν ενώπιον μου μαρτυρία και είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω τον τρόπο με τον οποίο απάντησαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους ετέθησαν και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Περαιτέρω προσέγγισα διερευνητικά επί μέρους θέσεις τους αντιπαραβάλλοντας τις με στοιχεία όπως προέκυπταν από το έγγραφο υλικό το οποίο παρουσιάστηκε. Ο Χ. Χρίστου, πρόσωπο που με το παρουσιαστικό και την προσέγγιση του εξέπεμπε σοβαρότητα, προσπάθησε όσο μπορούσε να υποστηρίξει τις υπερβολικές, τροχοδρομημένες και κακόπιστες αξιώσεις των εναγουσών. Αποκαλύφθηκε, κατά την αντεξέταση, ανακριβής σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του, ενώ σημειώθηκαν ουσιαστικές παρεκκλίσεις της δια ζώσης μαρτυρίας του από το κείμενο της γραπτής του δήλωσης που ενόρκως υιοθέτησε. Δεν θα μπορούσα να βασιστώ στα λεχθέντα από το μάρτυρα εκεί όπου οι θέσεις του δεν συμπλέουν με την έγγραφη μαρτυρία (τα παρουσιασθέντα τεκμήρια) πολύ περισσότερο εκεί όπου υπάρχει μεταξύ τους ασυμφωνία. Ο J. Howkins μου έκαμε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Περιορίστηκε στα όσα γνώριζε ή είχαν περιπέσει στην αντίληψη του και δεν είχε κανένα δισταγμό να δηλώνει άγνοια για ζητήματα που δεν γνώριζε, όσο και αν οι απαντήσεις του άφηναν ελεύθερο το πεδίο στις ενάγουσες να διατείνονται πως οι προτεινόμενες θέσεις τους ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Κατά τους ουσιώδεις χρόνους επέδειξε συγκαταβατικότητα και η προσέγγιση του κατά την παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν άλλαξε. Ο Μ. Πολυδωρίδης μου έκαμε επίσης εξαιρετική εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας και πιστεύω πως μετέφερε στο δικαστήριο την ειλικρινή θέση του για τα ζητήματα που ερωτήθηκε. Η μαρτυρία του ήταν περιορισμένης σημασίας για την υπόθεση. Οι διάδικοι: Ως προς το ζήτημα των ενώπιον του δικαστηρίου διαδίκων παρατηρώ τα εξής: Η επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 αποστάληκε από την εναγομένη
  3. Αναμφίβολα η εναγόμενη 2 ήταν μέρος της συμφωνίας στη δε συνεργασία μετά τον Ιανουάριο του 1994 δεν υποστηρίχτηκε ότι εξήλθε της εικόνας. Άλλωστε η εναγομένη 1 αναμίχθηκε στα γεγονότα, σύμφωνα με την Υπεράσπιση, το
  4. Η εναγόμενη 1 αναφέρεται σε πολλά έγγραφα, περιττεύει όμως αναφορά σε αυτά. Το γεγονός ότι αυτή είναι η εξ αποφάσεως πιστωτής στην απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου για το μεγάλο εκείνο ποσό επιβεβαιώνει την εμπλοκή της στη συνεργασία από το 2003 και μετά. Καθόσον αφορά την αξίωση για τις διαφημίσεις για το 2004 η ίδια αποδέχθηκε όπως το ποσό αποκοπεί από το ποσό που η ίδια είχε να λαμβάνει. Περαιτέρω η πληρωμή μέρους της αξίωσης για προβληματικά προϊόντα από την Scottish & Newcastle Plc, μητρική εταιρεία της εναγομένης 1, ενισχύει τη θέση πως η εναγόμενη 1 ανέλαβε και το συγκεκριμένο ζήτημα. Θεωρώ τις εναγόμενες αλληλέγγυα και κεχωρισμένα υπόλογες να καταβάλουν το επιδικασθέν ποσό. Οι ενάγουσες ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών και εμπορεύονται, μεταξύ άλλων, υπό την επωνυμία Othon Ghalanos Group. Στα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν παρουσιάζονται τα ονόματα και των δύο. Δεν έχει ιδιαίτερη ουσιαστική σημασία προς όφελος ποιας θα πρέπει να επιδικαστούν τα ποσά της απόφασης. Η ενάγουσα 1 είναι αυτή που αναφέρεται στην επιστολή ημερομηνίας 16.11.1990 ενώ η ενάγουσα 2 είναι η εξ αποφάσεως χρεώστης στην απόφαση του αγγλικού δικαστηρίου. Καταλήγω πως η συνεργασία διεξαγόταν από τις ενάγουσες από κοινού. Ο επιδικασμός πρέπει να είναι υπέρ αμφοτέρων. Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγουσών και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €28.617,48 με νόμιμο τόκο και έξοδα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, στη κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) .............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Ιnterim Αναφορά: Παράβαση σύμβασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.